Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1147 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1147/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Α. Ξ. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως συμφώνα με την ιδιότητά της και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μπαλατσούκα και 2) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Πατρών (ΔΕΥΑΠ)" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Παπαγεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-03-2018 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-06-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 285/2022, ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της αναίρεσης: Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών συνεκδικάσθηκαν 1) η από 21-6-2019 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου κατά της 280/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ' αυτών αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Ξ. και 2) η από 22-7-2020 πρόσθετη παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης-Αποχέτευσης Πατρών(ΔΕΥΑΠ)" υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των ανωτέρω εκκαλούντων και στη συνέχεια απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία όμως είναι απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ και πρέπει να απορριφθεί, γιατί αυτό έχει την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπερ της πρώτης αναιρεσίβλητης και η αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως για την πρόσθετη παρέμβαση, η δε γενόμενη επίδοση της αίτησης αναίρεσης στο δεύτερο αναιρεσίβλήτο θα εκτιμηθεί ως νόμιμη κλήση του στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ` αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009, ΑΠ 268/2023). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού ο συμβατικός δεσμός συναρτάται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 891/2018). Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1152/2024, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1152/2024, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017). Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο, ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1152/2024, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1529/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη αναιρεσίβλητη στην ανωτέρω από 30-3-2018 αγωγή, που άσκησε κατά του αναιρεσείοντος και κατά της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου(ως προς την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ως απαράδεκτη, γιατί έκρινε ότι αυτή δεν αποτελεί υπαρκτό νομικό πρόσωπο), αναφέρει τα ακόλουθα: Ότι το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης-Αποχέτευσης Πατρών (Δ.Ε.Υ.Α.Π.)" με την από 18-7-2016 προκήρυξή του, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν ...-2016 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου, προκήρυξε την πλήρωση μίας θέσης δικηγόρου παρ' εφέταις με πάγια αντιμισθία και σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τους ειδικότερα εκτιθέμενους σε αυτή όρους και προϋποθέσεις. Ότι αίτηση συμμετοχής υπέβαλε τόσο ή ίδια η ενάγουσα, που είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, όσο και άλλοι έξι δικηγόροι, εν συνεχεία δε, αφού ολοκληρώθηκαν οι προβλεπόμενες στην προκήρυξη διαδικασίες, εκδόθηκαν η υπ' αριθ. ...-2017 απόφαση-πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ και η με αριθμ. ...-2017 απόφαση του ιδίου διοικητικού συμβουλίου, που ενέκρινε κατά πλειοψηφία το .../2017 πρακτικό, με τα οποία αποφασίσθηκε η πρόσληψη της στην προκηρυχθείσα θέση. Ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου εκδόθηκε η υπ' αριθμόν ...-2017 απόφαση του Προέδρου της Δ.Ε.Υ.Α.Π. αναφορικά με την πρόσληψη αυτής στη συγκεκριμένη θέση. Ότι κατόπιν αυτεπάγγελτου ελέγχου νομιμότητας, με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2017 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου ακυρώθηκαν οι ανωτέρω ...-2017, ...-2017 και ...-2017 αποφάσεις, γιατί κρίθηκε ότι παρά το νόμο έγινε η πρόσληψη της από το διοικητικό συμβούλιο της Δ.Ε.Υ.Α.Π, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της, ενώ έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 και την οριζόμενη από αυτό Επιτροπή. Ότι κατά της ανωτέρω απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2017 προσφυγή της ενώπιον της προβλεπόμενης στο άρθρο 152 του Ν. 3463/2006 Ειδικής Επιτροπής Ν. Αχαΐας και ζήτησε την ακύρωσή της. Ότι τα κρίσιμα στοιχεία για τη διάγνωση της συγκεκριμένης υπόθεσης και έκδοση σχετικής απόφασης εκ μέρους της εν λόγω Ειδικής Επιτροπής περιήλθαν στο οικείο πρωτόκολλο αυτής στις 4-1- 2018 και ότι από την επομένη της ως άνω ημερομηνίας, δηλαδή από 5-1-2018 κινήθηκε η τριακονθήμερη αποκλειστική προθεσμία της § 2 του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006 (Κ.Δ.Κ), εντός της οποίας η ανωτέρω Ειδική Επιτροπή έπρεπε να αποφανθεί επί της προσφυγής της, ήτοι το αργότερο στις 2-2-2018. Ότι με την υπ' αριθ. ...-2018 απόφασή της, η οποία αναρτήθηκε στο διαδικτυακό χώρο ΔΙΑΥΓΕΙΑ στις 29-3-2018, η Ειδική Επιτροπή απέρριψε την ανωτέρω προσφυγή της. Επικαλούμενη ακολούθως η ενάγουσα ότι οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής και του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης τυγχάνουν άκυρες, αφενός επειδή μη νόμιμα, και με ελλιπή αιτιολογία ακυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Α.Π. περί της πρόσληψης αυτής και αφετέρου επειδή παραβιάσθηκαν 1) το τεκμήριο νομιμότητας της ως άνω υπ' αριθ. ...-2016 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Α.Π., 2) το δικαίωμα ακρόασης της ιδίας και 3) η υποχρέωση της Διοίκησης για κοινοποίηση σε αυτήν της εκδοθείσας απόφασης του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ζήτησε, αφενός να ακυρωθούν α)η σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής της, που τεκμαίρεται λόγω της άπρακτης παρέλευσης της τριακονθήμερης αποκλειστικής προθεσμίας, εντός της οποίας όφειλε η Ειδική Επιτροπή να δημοσιεύσει την απόφαση της επ' αυτής, άλλως η υπ' αριθ. ...-2018 απόφαση της προβλεπόμενης στο 152 Ν. 3463/2006 Ειδικής Επιτροπής, δημοσιευθείσα στο διαδικτυακό τόπο ΔΙΑΥΓΕΙΑ, και β) η υπ' αριθ. ...-2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου και αφετέρου να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα: α) της υπ' αριθ. ...-2017 απόφασης του Προέδρου της Δ.Ε.Υ.Α.Π., β) της υπ' αριθ. ...-2017 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Α.Π. και γ) της υπ' αριθ. ...-2017 απόφασης-πρακτικού του ίδιου διοικητικού συμβουλίου. Η αγωγή, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί η υποκειμένη σχέση που φέρεται προς κρίση, δηλαδή το κύρος της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας, δικηγόρου Πατρών, με την Δ.Ε.Υ.Α.Π, που αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ. είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά και δεν έχει χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης, δοθέντος ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και επομένως τόσον οι πράξεις που προηγούνται της σύναψης της σύμβασης αυτής, όσο και ο έλεγχος νομιμότητας επί των αποφάσεων των οργάνων της εν λόγω δημοτικής επιχείρησης, δεν θεωρούνται διοικητικές, αλλά εντάσσονται εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο έννομης σχέσης ιδιωτικού δικαίου, και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο , δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τον και πρωτοδίκως απορριφθέντα ισχυρισμό του περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δέχθηκε την ύπαρξη δικαιοδοσίας του, είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως", όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) του άρθρου 252 παρ. 4 του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων(ΚΔΚ)", έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, κατά τον κρίσιμο χρόνο ορίζεται ότι: (Άρθρ. 1) "παρ. 1. [...] Οι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκηση, οργάνωση και εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδοτήσεώς τους από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" [...] παρ. 2. Οι προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο επιχειρήσεις είναι αρμόδιες για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, ως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς τους. παρ. 3. Η σύσταση εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται δι` αποφάσεως των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, δι` ης θα ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι δικαιολογούντες τη σύσταση αυτής λόγοι, τα παραχωρούμενα σ` αυτήν περιουσιακά στοιχεία, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως των έργων ή υπηρεσιών και τα εξ αυτών έσοδα ως και η περιοχή της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 3) "παρ. 1. Η υπό ενός μόνο Δήμου συνιστάμενη επιχείρηση διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις. Ένα από τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που ορίζονται ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προέρχεται από τη μειοψηφία. παρ. 2. Προκειμένου περί επιχειρήσεως συνισταμένης από πλείονες Δήμους ή Κοινότητες [...], αυτή διοικείται από συμβούλιο, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται δια των περί συστάσεως της επιχειρήσεως ή μετατροπής του συνδέσμου αποφάσεων των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων. Οι εκπρόσωποι εκάστου Δήμου ή Κοινότητας και οι αναπληρωτές αυτών ορίζονται δι` αποφάσεως του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου". [...](Άρθρ. 5) "παρ. 1. Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντος την επιχείρηση θέματος. παρ. 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο ιδία [...] Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως οι οποίες περιλαμβάνουν απολογισμό εσόδων - εξόδων, ισολογισμό και κατάσταση ρευστότητας και υποβάλλει αυτές το βραδύτερο εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο Νομάρχη (πλέον Περιφερειακό Διευθυντή)". [...] (Άρθρ. 7) "παρ. 1. Δι` Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τις ανάγκες της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ` ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδας εκπαιδεύσεως, οι αποδοχές και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιο προς τούτο όργανο". (Άρθρ. 8) " [...] παρ. 3. Οι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 9) " [...] παρ. 4. Από της συστάσεως της επιχειρήσεως οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση Δήμοι και Κοινότητες, ως και Σύνδεσμοι στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως". (Άρθρ. 10) "παρ. 1. Πόροι της επιχειρήσεως είναι: α. Το ειδικό τέλος για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, β. Το ειδικό τέλος επί του εισοδήματος εξ οικοδομών, γ. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως, δ. [...] ε. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως, στ. Το τέλος χρήσεως υπονόμου, ζ. Η αξία καταναλισκόμενου ύδατος,[...] ιβ. Επιχορήγηση εκ του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως [...]. παρ. 2. Οι πόροι της επιχειρήσεως της παραγράφου 1 εδάφιο (α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκτασιν υδρεύσεως και αποχετεύσεως ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων εκ δανείων [...]". (Άρθρ. 13) "παρ. 1. Οι μελέτες και οι κατασκευές των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) εντός των ορίων των εγκρινόμενων για το σκοπό αυτόν ετήσιων πιστώσεων". (Άρθρ. 18) "παρ. 1. Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Λογιστών της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992, (παρ. 2) επιλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο και (παρ. 3) διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους". [...] (Άρθρ. 20) "παρ. 1. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου: α) Για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης του τεχνικού προγράμματος έργων καθώς και για κάθε τροποποίησή τους, β) Για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων, γ) Για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα, δ) Για τη σύναψη δανείων, ε) Για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες. παρ. 2. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές". (Άρθρ. 21) "παρ. 1. Με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχειρήσεως και ελέγχονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή της κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, ρυθμίζονται κάθε φορά τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές.[...] (παρ. 3) Μέχρι τη σύνταξη των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως εφαρμόζονται οι υπάρχοντες αντίστοιχοι κανονισμοί του Δήμου ή Συνδέσμου και σε περίπτωση μη υπάρξεως τοιούτων οι σχετικές περί Δήμων και Κοινοτήτων διατάξεις". (Άρθρ. 22) " [...] παρ. 3. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κωδικός περί εκσκαφών προς ανεύρεση ύδατος και εγκαταστάσεως δικτύου υδρεύσεως εφαρμόζονται και προκειμένου περί των επιχειρήσεων του παρόντος". (Άρθρ. 24) "παρ. 1. Τα υπό της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε τοιαύτα, ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαία ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και με δαπάνες αυτής, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. Καθ` όμοιο τρόπο συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείες οιασδήποτε μορφής". (Άρθρ. 25) "παρ. 1. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης [...]". (Άρθρ. 26) "Δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης από το Νομάρχη δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους των μετεχόντων της επιχειρήσεως Δήμων ή Κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου ανεξαρτήτου του ενιαίου τοιούτου της επιχειρήσεως". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006): "παρ. 1. Οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων. Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ΔΕΥΑ, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν ωστόσο αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και έχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς: α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης κατά ποσοστό 35% από τις πιστώσεις της επιχείρησης που εγκρίνονται κατ` έτος για τον σκοπό αυτό. Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ` αυτών, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των ΔΕΥΑ ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της. Επιπλέον, εφόσον σκοπός των ΔΕΥΑ είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, η παροχή αυτή υπηρεσιών κοινής ωφελείας από τις ΔΕΥΑ, συνιστά δραστηριότητα στενά συνδεδεμένη με τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Οι Υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας δε συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μέριμνα για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των ΔΕΥΑ με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης αν και συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και αποτελούν δημόσιες επιχειρήσεις, που λειτουργούν χάριν του δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 732/2024, ΑΠ 1473/2023).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο" (άρθρο 42) και "1. Η πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ αυτού και του εντολέα. 2. Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα. Ειδικότερα για τους εμμίσθους δικηγόρους: α) Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανάγκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρους αμοιβής και υπηρεσιακής εξέλιξης του δικηγόρου και απευθύνεται προς τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων. Η προκήρυξη καθορίζει προθεσμία για την υποβολή των υποψηφιοτήτων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 30 ούτε μεγαλύτερη από 60 ημέρες από την τελευταία δημοσίευση της. β) Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που συνέρχεται στην έδρα του δικηγορικού συλλόγου και αποτελείται από: α) δικαστικό αντιπρόσωπο α` του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, που ορίζει ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, β) τρεις δικηγόρους, από τους οποίους ο ένας με 15ετή τουλάχιστον ευδόκιμη δικηγορική υπηρεσία, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου για κάθε συγκεκριμένη προκήρυξη, γ) έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο δικαστικός αντιπρόσωπος α` του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και καθήκοντα γραμματέα ασκεί υπάλληλος του νομικού προσώπου. γ) Η προκήρυξη για την πρόσληψη δικηγόρου κοινοποιείται με επιμέλεια του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου στο δικαστικό αντιπρόσωπο α` του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της περιοχής του δικηγόρου που θα προσληφθεί και στον πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, οι οποίοι επιμελούνται για την τοιχοκόλληση της στο κατάστημα του πρωτοδικείου και στα γραφεία των Δικηγορικών Συλλόγων αντίστοιχα. Επίσης η προκήρυξη δημοσιεύεται με πρόσκληση για την υποβολή υποψηφιοτήτων σε μία τουλάχιστον εφημερίδα, που εκδίδεται στην έδρα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά προτίμηση ημερήσια. Μαζί με τις κοινοποιήσεις γνωστοποιείται και ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου που θα μετέχει στην επιτροπή επιλογής. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος α` του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ο νόμιμος αναπληρωτής του συγκαλεί την επιτροπή μέσα σε πέντε ημέρες από την κοινοποίηση της προκήρυξης. Η επιτροπή με απόφαση της ορίζει τον τόπο και το χρόνο και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία της επιλογής και μπορεί κατά την κρίση της, να ορίσει συμπληρωματικές δημοσιεύσεις για τη γνωστοποίηση της προκήρυξης με δαπάνη του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου. δ) Οι υποψήφιοι υποβάλλουν στον ενδιαφερόμενο φορέα, μέσα στην προθεσμία που ορίζει η προκήρυξη, αίτηση συνοδευόμενη από: α) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, β) πιστοποιητικό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου από το οποίο να προκύπτει ότι ο υποψήφιος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και ότι δεν κατέχει άλλη έμμισθη θέση, γ) υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι έμμισθος κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κώδικα και δ) βιογραφικό σημείωμα με τα στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής του δράσης. ε) Δικηγόροι που κατέχουν άλλη έμμισθη θέση κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, μπορούν να εμφανιστούν ως υποψήφιοι, αν συνυποβάλλουν, μαζί με την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου, υπεύθυνη δήλωση, ότι εφόσον προσληφθούν στη νέα θέση που προκηρύσσεται, θα παραιτηθούν από την άλλη έμμισθη θέση. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία, αν δεν προσκομίσουν βεβαίωση του εντολέα, στον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ότι παραιτήθηκαν από την έμμισθη θέση τους ή έπαψαν να αναλαμβάνουν υποθέσεις ή να λαμβάνουν περιοδική αμοιβή. στ) Με την αίτηση τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. ζ) Η επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψήφιων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταία ατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων. η) Για την επιλογή και πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευση του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα, επάρκεια, η γνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμάται η οικογενειακή του κατάσταση και η πρόβλεψη της εξέλιξης του. Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των πιο πάνω τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. Στην προκήρυξη προβλέπεται συντελεστής βαρύτητας στα κριτήρια, ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα. θ) Η απόφαση της επιτροπής είναι υποχρεωτική και ισχύει μόνο για την κατάληψη θέσης που προκηρύχθηκε. Ο φορέας του Δημοσίου, που προκήρυξε τη θέση, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης να προσλάβει στις κενές θέσεις τους επιτυχόντες και να γνωστοποιήσει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο την ανάληψη υπηρεσίας ή την έναρξη της συνεργασίας με αμοιβή για κάθε υπόθεση μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν θίγουν τις διατάξεις του Κώδικα, που ρυθμίζουν τις μεταθέσεις των δικηγόρων. ι) Προσλήψεις στο δημόσιο τομέα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος είναι άκυρες και συνεπάγονται την ποινική δίωξη των μελών του οργάνου, που ενέργησε την πρόσληψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ., και την πειθαρχική δίωξη των εμπλεκόμενων δικηγόρων"(άρθρο 43). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και, συμπληρωματικά, από τις περί εντολής και περί παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις του ΑΚ, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα και αμείβεται γι` αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων, επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του, γραπτές ή προφορικές. (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 900/2021, ΑΠ 1474/2018, ΑΠ 1231/2018) και ότι η πρόσληψη δικηγόρων με σύμβαση έμμισθης εντολής στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται μόνο με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά την οριζόμενη στην παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 43 διαδικασία, η μη τήρηση της οποίας καθιστά τη σύμβαση άκυρη, σύμφωνα με την παρ.2 εδαφ. ι' της διάταξης αυτής(ΑΠ 74/2024) και συνεπώς όχι με έγγραφη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του φορέα αυτού και του δικηγόρου, κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου, η οποία διάταξη εφαρμόζεται μόνο για την πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα. Ως δημόσιος δε τομέας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 9 του Ν. 1232/1982 και 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, νοείται, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 1892/1990, ο οριζόμενος από το άρθρο 51 παρ. 1 του νόμου αυτού, που επιγράφεται "Επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα" και όχι ο οριζόμενος από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης", ο οποίος καθορίστηκε μόνο για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού, ο οποίος μάλιστα όρισε ρητά ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του οι παρέχοντες υπηρεσίες με έμμισθη εντολή (ΑΠ 1196/2022, ΑΠ 537/2004, ΣτΕ 1555/2000). Συγκεκριμένα το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει, ορίζει τα ακόλουθα: "1. Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α. Τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό. "β.Τα κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ., εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Eποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ` ύλην αυτοδιοίκησης, η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. γ. Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. δ. Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία και ε. Τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β` και γ` αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α". Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 1069/1980 σαφώς συνάγεται ότι στον δημόσιο τομέα υπάγονται κατά το εδ. γ' του ανωτέρω άρθρου 51 και οι συσταθείσες από έναν ΟΤΑ Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης(ΔΕΥΑ), οι οποίες είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ειδικού δημόσιου σκοπού, και έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση), όπως προανφέρθηκε, αντίθετο συμπέρασμα δε δεν μπορεί να εξαχθεί από το εδ. ε' του άρθρου 51, το οποίο αποκλείει από το δημόσιο τομέα μόνο τις θυγατρικές επιχειρήσεις των αναφερομένων και στο εδ. γ' νομικών προσώπων των ΟΤΑ, συνεπώς τις τυχόν θυγατρικές επιχειρήσεις των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, και συνεπώς, αφού οι ΔΕΥΑ ανήκουν στο δημόσιο τομέα, η πρόσληψη δικηγόρου με σύμβαση έμμισθης εντολής από αυτές, πρέπει να γίνει όπως ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 43 του Ν. 4194/2013, και όχι όπως ορίζει η παρ. 1 του ιδίου άρθρου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση επί της ανωτέρω αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η 280/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα ακύρωσης της τεκμαιρομένης σιωπηρής απόρριψη της προσφυγής, έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή, αφού έκρινε ότι αποδείχθηκαν όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον, δεχόμενο ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Δ.Ε.Υ.Α.Π. δεν εμπίπτει στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, γιατί ρητά εξαιρούνται από αυτόν κατά το εδ. ε' του άρθρου αυτού οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ, όπως είναι και η Δ.Ε.Υ.Α.Π και συνεπώς η επίδικη πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής ορθά δεν έγινε κατά την παρ. 2 του άρθρου 43 του Ν. 4194/2013 αλλά με βάση τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου, και ακολούθως: 1)κήρυξε άκυρες την υπ' αριθ. ...-2018 απόφαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 152 Ν. 3463/2006 Ειδικής Επιτροπής και την υπ' αριθμόν ...-2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου και 2) αναγνώρισε το κύρος: α) της υπ' αριθ. ...-2017 απόφασης του Προέδρου της Δ.Ε.Υ.Α.Π., β) της υπ' αριθ. ...-2017 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Α.Π. και γ) της υπ' ...-2017 απόφασης-πρακτικού του ίδιου διοικητικού συμβουλίου. Την ανωτέρω απόφανση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί μη εφαρμογής δηλαδή της παρ. 2 του άρθρου 43 του Ν. 4194/2013, αλλά εφαρμογής της παρ. 1 του ιδίου άρθρου προσέβαλε το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, ο οποίος απορρίφθηκε με την ίδια αιτιολογία από το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτή την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 51 παρ. 1 εδ. ε Ν. 1892/1990 και 43 παρ. 1 Ν. 4194/2013 και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ. Ν. 1069/1980, 51 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 1892/1990 και 43 παρ. 2 Ν. 4194/2013, γιατί οι ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης συστάθηκε από το Δήμο Πατρέων κατ' εφαρμογή της διαταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1069/1980 και συνεπώς αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ. με κοινωφελή χαρακτήρα, διεπόμενο από το νόμο αυτό, δικαιολογεί το αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτή υπάγεται στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται με το άρθρο 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, αφού κατά το εδ. γ' του άρθρου αυτού αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς και συνεπώς η πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, εσφαλμένα έγινε όπως ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 43 Ν. 4194/2013, ενώ έπρεπε να γίνει με την διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 2 του ιδίου αυτού άρθρου, όπως ορθά συνεπώς κρίθηκε (με την επικυρωθείσα με την υπ' αριθ. ...-2018 απόφαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 152 Ν. 3463/2006 Ειδικής Επιτροπής) υπ' αριθμόν ...-2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, η οποία νομίμως ακύρωσε α)την υπ' αριθ. ...-2017 απόφαση του Προέδρου της Δ.Ε.Υ.Α.Π., β) την υπ' αριθ. ...-2017 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Α.Π. και γ) τη υπ' ...-2017 απόφαση-πρακτικό του ίδιου διοικητικού συμβουλίου, με βάση τις οποίες έγινε η πρόσληψη της ενάγουσας- ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης δικηγόρου, της οποία συνεπώς η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσεόντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, η οποία κατά την αρχή της ισότητας, που θεσπίζεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμόζεται και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 25-6-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
- Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια(300) ευρώ.
-Δέχεται την ίδια αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
-Αναιρεί ως προς αυτήν την υπ' αριθ. 75/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Και
-Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ