ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1148/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1148/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1148/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1148 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1148/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Α. Ζ. του Β., ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης : ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-01-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3973/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-03-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των τελεσίδικων αποφάσεων, αυτών δηλαδή που έχουν καταστεί τελεσίδικες κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή εκείνων που, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 995/2024, ΑΠ 1334/2023, ΑΠ 1005/2023, ΑΠ 490/2023, ΑΠ 277/2023).

Σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση γίνει κατά τους τύπους δεκτή και απορριφθεί κατ'ουσίαν, η τελευταία αυτή απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 40/1996 ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1167/2015, ΑΠ 1206/2013, ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1498/2006).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 894/2022, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 1824/2017, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 568/2013) ώστε η αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 1244/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 178/2023, ΑΠ 1208/2020). Με την κρινόμενη, από 21.3.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών: (α) η με αριθμό 3973/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 21.2.2017 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και (β) η με αριθμό 952/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 23.1.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε, επικαλούμενος παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, και εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητός του και ηθική του βλάβη, να υποχρεωθεί η εναγομένη τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) να του καταβάλει ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 5.869,40 ευρώ, νομιμοτόκως από 7.6.2011, που έλαβε χώρα η παραβίαση, άλλως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Αντίθετα, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει αυτοτελώς την με αριθμό 952/2014 πρωτόδικη οριστική απόφαση, η οποία λόγω της κατ' ουσίαν απόρριψης της έφεσης του αναιρεσείοντος, ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με εκείνη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Το άρθρο 9 Α του Συντάγματος, το οποίο προσετέθη με το από 6 - 17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ'. Αναθεωρητικής Βουλής (Α'. 84), ορίζει τα εξής: "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" [όπως τροποποιηθείς ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 84 ν/ 4624/2019 "Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27.4.2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27.4.2016 και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 137/29.8.2019)] ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων.... β)... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο στ) "Διασύνδεση", μορφή επεξεργασίας που συνίσταται στη δυνατότητα συσχέτισης των δεδομένων ενός αρχείου με δεδομένα αρχείου ή αρχείων που τηρούνται από άλλον ή άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας ή που τηρούνται από τον ίδιο υπεύθυνο επεξεργασίας για άλλο σκοπό, ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του, καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός θ) "Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας ι) "Αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 4 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση δ) ...Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...". Στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ.γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων, β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο, γ) ... δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ...ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.. Στο άρθρο 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3741/2006: "1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα, που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. 4. Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικώς εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν". Στο άρθρο 11 ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του β) τον σκοπό της επεξεργασίας γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί την συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου. 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς.." Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως... 2. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή τις ακόλουθες πληροφορίες: α) όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους β) τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών γ) την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του δ) την λογική αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με την συνδρομή ειδικού ε) κατά περίπτωση, τη διόρθωση ή τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής, ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατον ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες 3. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας". Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής β) ηθική βλάβη γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 860/2022, ΑΠ 186/2020, ΑΠ 1079/2018, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 1923/2006, ΣτΕ 1863/2021, ΣτΕ 2965/2017). Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στη με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βούλησης του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. ια' του ν. 2472/1997 και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη. Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.

Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί. Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 790/2024, ΑΠ 693/2023, ΑΠ 37/2023, ΑΠ 63/2023, ΑΠ 1460/2021, ΑΠ 958/2022, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 1740/2013).

Περαιτέρω, την ιδιότητα της αποδέκτριας, στην οποία διαβιβάζονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η οποία στη συνέχεια αποκλειστικά για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία αυτών, [όπως χρήση αυτών], δυνάμει καταρτισθείσας εγγράφου μεταξύ αυτής και του υπεύθυνου επεξεργασίας σύμβασης (άρθρο 2 στοιχ. η και ι σε συνδυασμό με άρθρο 10 παρ.4 του Ν. 2472/1997) συνιστούν και οι λειτουργούσες κατά το Ν. 3758/2009 (ΦΕΚ Α 58) εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις. Οι ως άνω εταιρείες δεν φέρουν κατ' αρχήν και την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας. Σε συνάφεια με τα προαναφερθέντα, με τη διάταξη της παραγράφου 4 εδ. α του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (3758/2009) ορίζεται ότι πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης απαιτείται η από το δανειστή, [δηλαδή από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναλλάσσεται στην αγορά και παρέχει στους πελάτες του πίστωση οποιασδήποτε μορφής, όπως πιστωτικά ιδρύματα κλπ (άρθ. 3 στοιχ. 1 του Ν. 3758/2009), - ο οποίος συντρεχόντων των όρων του νόμου φέρει συνεπώς την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. ζ του Ν. 2472/1997- ] προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών του με κάθε διαθέσιμο τρόπο, η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωσή του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία, συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει, ενώ με τη διάταξη της παρ.5 εδ. β του ιδίου άρθρου γίνεται ρητή μνεία για την υποχρέωση των εταιρειών αυτών προς τήρηση του απορρήτου και της ασφάλειας της επεξεργασίας των πληροφοριών που τους ανατίθενται από το δανειστή, με παραπομπή στη ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 2472/1997, χωρίς, συνεπώς, με βάση τις διατάξεις του ν. 3758/2009 να επιβάλλεται υποχρέωση των εταιρειών ενημέρωσης των οφειλετών για ληξιπρόθεσμες αυτών οφειλές προς προηγουμένη ενημέρωση αυτών, ως υποκειμένων των δεδομένων, κατά το άρθρο 11 του ως άνω νόμου 2472/1997, ώστε οι ως άνω εταιρείες δεν βαρύνονται με την υποχρέωση αυτή (ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 1740/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023,ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1788/ 2023, ΑΠ 114/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ. β' και γ' (πρώτος λόγος) και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του Ν. 2472/1997 (δεύτερος λόγος) έκρινε νόμιμη την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος, με βάση τη δοθείσα δυνάμει συμβατικού όρου συγκατάθεση του τελευταίου προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα και τις συνεργαζόμενες με αυτή εταιρείες να επεξεργάζονται, κατά την έννοια του ν. 2472/1997, τα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσείοντος, χωρίς όμως να διαλάβει παραδοχή περί της προηγούμενης, υποχρεωτικής κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του άνω νόμου, ενημέρωσης του ιδίου σχετικά με την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας, περαιτέρω διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων σε εταιρεία εκτελούσα την επεξεργασία (αποδέκτη των δεδομένων).

Στη προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον τον εδώ αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: " Στις 24.7.2009 καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος και της εναγομένης, ήδη εφεσίβλητης, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, σύμφωνα με την οποία του χορηγήθηκε χρηματικό ποσό 629,79 ευρώ, προκειμένου να προβεί στην αγορά μίας ηλεκτρικής κουζίνας με ένα σετ καθαριστικών κουζίνας.... Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση του ανωτέρω καταναλωτικού δανείου, ο ενάγων δήλωσε στην τράπεζα τα ακόλουθα προσωπικά δεδομένα, που ήταν αναγκαία για τη κατάρτιση του δανείου και συγκεκριμένα, το ονοματεπώνυμό του, το όνομα πατρός, τον αριθμό δελτίου ταυτότητος, την οικογενειακή κατάσταση, την ημερομηνία γεννήσεως, διεύθυνση και τηλέφωνο κατοικίας και εργασίας καθώς και τον αριθμό τηλεφώνου του, το επάγγελμα και το ΑΦΜ του.

Περαιτέρω κατά την αίτηση του ενάγοντος προς την εναγομένη τράπεζα για την χορήγηση καταναλωτικού δανείου, υπέγραψε "υπεύθυνη δήλωση- επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κατ'εφαρμογή του ν. 2472/1997" των παραπάνω προσωπικών του δεδομένων, όπως και των τυχόν που θα προκύψουν από την κίνηση του λογαριασμού του δανείου του, που έχουν προκύψει από προηγούμενες χορηγήσεις από το τραπεζικό σύστημα, στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που έχει σκοπό την προστασία της πίστης και των συναλλαγών, της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 10 της εν λόγω σύμβασης ο ενάγων παρείχε " ... την ρητή και χωρίς όρους συγκατάθεσή του στην τράπεζα και στις συνεργαζόμενες με αυτή εταιρείες να επεξεργάζεται κατά την έννοια του ν. 2472/1007 για τους σκοπούς της παρούσας, τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρονται σ'αυτή, όπως και αυτά που προέρχονται από την λειτουργία της σύμβασης και του λογαριασμού καταθέσεων, που κατ' εντολή του οφειλέτη θα ανοίγει και, σε περίπτωση εξώδικης ή δικαστικής διεκδίκησης οφειλομένων να διαβιβάζει αυτά σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η είσπραξη...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων είχε δώσει στην εναγομένη την ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεση και εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση του δανείου, όπως και τα δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία της σύμβασης, τα οποία η τράπεζα μπορεί να γνωστοποιεί προς χρήση από συνεργαζόμενα προς την τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα.

Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή το άνω καταναλωτικό δάνειο που είχε λάβει ο ενάγων από την εναγομένη παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των ληξιπροθέσμων οφειλών του, η τελευταία (εναγομένη) διαβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "STATUS AE" τα τηλέφωνα επικοινωνίας, που ο ίδιος ο ενάγων είχε δηλώσει την εναγομένη τράπεζα για την επεξεργασία των οποίων είχε δώσει (ο ενάγων) την προμνημονευόμενη ρητή, έγγραφη και ανεπιφύλακτη συγκατάθεσή του, όπως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, κατά την υποβαλλόμενη αίτησή του ως πελάτης προς την τράπεζα για την χορήγηση καταναλωτικού δανείου με την υπογραφή της "υπεύθυνης δήλωσης-επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων κατ' εφαρμογή του ν. 2472/1997" . Από τη πλευρά της η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "STATUS AE" ενεργώντας για λογαριασμό και κατ' εντολή της εναγομένης ως αντιπρόσωπός της, επεξεργάστηκε τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα (τηλέφωνα) του ενάγοντος, ως εκτελούσα την επεξεργασία, με σκοπό να επιτύχει την είσπραξη της ληξιπρόθεσμης απαίτησής της από το καταναλωτικό δάνειο που χορήγησε στον ενάγοντα. Η συγκεκριμένη επεξεργασία έγινε στο πλαίσιο του σκοπού της αντιπροσώπευσης, ο οποίος όπως αποδεικνύεται από την από 13.11.2009 " Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Για την Ενημέρωση Οφειλετών για Ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις" μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας με την επωνυμία "STATUS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ" είναι "...η ενημέρωση μέσω τηλεφωνικής ή έγγραφης επικοινωνίας, προκειμένου η τράπεζα να εισπράξει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά οφειλετών της, κατοίκων όλης της χώρας, αλλά και κατοίκων εξωτερικού και οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις χορηγήσεων της τράπεζας, όπως καταναλωτικών δανείων, πιστωτικών καρτών, στεγαστικών δανείων, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και διατάξεις της σύμβασης. Η συγκεκριμένη εταιρεία εκτελούσε την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της τράπεζας, κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. η' του ν. 2472/1997, προέβαινε δε, στην ενημέρωση ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της τράπεζας κατ' εντολή της (άρθρο 3 του ν. 3758/2009) ως άμεση αντιπρόσωπος βάσει των οδηγιών και των υποδειγμάτων της τράπεζας, σε εξωδικαστικές ενέργειες για λογαριασμό και κατ' εντολή της, όπως τηλεφωνικές επαφές με τους οφειλέτες. Ειδικότερα, η εναγομένη διαβίβαζε στην εταιρεία τα απαραίτητα στοιχεία των οφειλετών της, και συγκεκριμένα, ονοματεπώνυμο/πατρώνυμο οφειλέτη, στοιχεία επικοινωνίας (διεύθυνση, τηλέφωνο), ύψος οφειλής, είδος και αριθμός σύμβασης, από την οποία υφίστατο η οφειλή. Η επεξεργασία αυτή ήταν νόμιμη, διότι περιοριζόταν αποκλειστικά και μόνο στους σκοπούς της αντιπροσώπευσης, τηρούνταν οι όροι που αφορούσαν το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας και τα προσωπικά δεδομένα δεν χρησιμοποιούνταν για άλλους σκοπούς, ενώ τα ανωτέρω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ήταν συναφή, πρόσφορα και απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση της ανατεθειμένης από την εναγομένη εντολής στην εταιρεία "STATUS".

Εξ' άλλου, σύμφωνα με τη με αριθμό 20/2001 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη με αριθμό 59/2009 απόφαση της ίδιας αρχής σε Ολομέλεια, στη περίπτωση της διαβίβασης των οφειλών σε εισπρακτικές εταιρείες δεν απαιτείται συγκατάθεση του υποκειμένου, διότι οι εταιρείες αυτές θεωρούνται ως εκτελούσες την επεξεργασία για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, δηλαδή δεν θεωρούνται "τρίτοι" με την έννοια του άρθ. 2 εδ. θ'του ν. 2472/1997, αλλά αποδέκτες των δεδομένων και επομένως, αρκεί η ενημέρωση του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2472/1997 και ως εκ τούτου η εναγομένη τράπεζα δεν υπεχρεούτο να λάβει την συγκατάθεση του υποκειμένου για τη συγκεκριμένη διαβίβαση.

Περαιτέρω, από όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η γενικότερη συμπεριφορά της εναγομένης δεν συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη, ικανή να προσβάλει προσωπικά τον ενάγοντα, γιατί δεν έπραξε με σκοπό τη βλάβη της προσωπικότητάς του (ενάγοντα) αλλά για την διαφύλαξη νομίμων δικαιωμάτων του. Και τούτο διότι η εναγομένη τράπεζα δυνάμει της ανωτέρω αναφερομένης σύμβασης καταναλωτικού δανείου δάνεισε χρήματα στον ενάγοντα και αυτός ανέλαβε, σύμφωνα με τη σύμβαση να αποπληρώνει τακτικά το δάνειο στις συμφωνημένες 24 ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Η υποχρέωση αυτή έναντι της τράπεζας αποτελούσε ουσιώδη όρο της σύμβασης, συνιστούσε δε την αντιπαροχή του ενάγοντος. Μη τακτική καταβολή των δόσεων επέφερε υπερημερία κατά τον όρο 9.3 της σύμβασης. Η τράπεζα δε, ρητά επιφύλαξε σε σχετικό όρο της σύμβασης (άρθρο 9.3) το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής και μη είσπραξης οποιασδήποτε δόσης του δανείου, κατά εύλογη απόκλιση από την αρχή του αναιτιώδους και έχει διαμορφώσει έτσι το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης κατά τρόπο εύλογο, σταθμίζοντας και τα δικαιολογημένα συμφέροντα του πελάτη της κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994.
Συνεπώς, σε περίπτωση μη τακτικής καταβολής των δόσεων, εκτός από τους τόκους υπερημερίας που φέρει ο οφειλέτης-ενάγων οι συνέπειες είναι ότι η δανείστρια-εναγομένη είχε το δικαίωμα να καταγγείλει πρόωρα τη σύμβαση απαιτώντας την άμεση καταβολή του συνόλου του ανεξόφλητου ποσού του δανείου, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων. Η συνέπεια αυτή, κατά την κοινή πείρα και λογική, συνιστά αναμφίβολα μία δυσάρεστη συνέπεια για τον οφειλέτη.

Συνεπώς, κατά εκλογίκευση της παροχής σύμφωνα με την αρχή της αντικειμενικής καλής πίστης (άρθρα 288 ΑΚ και 2 παρ. 6 ν. 2251/1994) η τράπεζα, όπως εξ άλλου κάθε καλόπιστος δανειστής, όφειλε πριν ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας που της παρείχε ο νόμος και η επίδικη σύμβαση να ενημερώσει τον ενάγοντα-οφειλέτη της για την κατάσταση αυτή και τις προοπτικές της. Άρα λοιπόν η ενημέρωση του οφειλέτη της τράπεζας αποτελούσε μία υποχρέωση της τράπεζας, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση προς όφελος του οφειλέτη-πελάτη της, προκειμένου να τον προφυλάξει από περαιτέρω δυσάρεστες συνέπειες. Γι' αυτό ακριβώς ρητά διευκρινίζεται στην επίδικη σύμβαση στον όρο 9.3 ότι περαιτέρω συνέπεια της υπερημερίας είναι ότι η τράπεζα δύναται "να καταγγείλει τη σύμβαση και να αναζητήσει με κάθε νόμιμο τρόπο το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού του δανείου μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, μέχρι την ημερομηνία εξόφλησής του, πλέον τυχόν εξόδων που θα επιβαρύνουν τον οφειλέτη" . Ενώ στον όρο 9.8 της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης δηλώνει ότι έχει λάβει γνώση του δικαιώματός του να παραλάβει ένα υπογεγραμμένο από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη αντίγραφο της παρούσας σύμβασης και συμφωνεί να το παραλάβει ο ίδιος ή ο πληρεξούσιός του εντός προθεσμίας 15 ημερών από σήμερα από την τράπεζα, κατόπιν προηγούμενης συνεννοήσεως". Η τακτική αποπληρωμής των δανείων είναι προς όφελος όλων των συντελεστών της οικονομίας, της τράπεζας, των πελατών της αλλά εν γένει και της εθνικής οικονομίας.

Στη προκειμένη περίπτωση δε, αποδείχθηκε ότι η υπάλληλος της εταιρείας "STATUS AE" η οποία είναι εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών και όχι εισπρακτική εταιρεία, όχλησε τηλεφωνικά τον ενάγοντα μία και μόνον φορά τηλεφωνικά στις 6.6.2011 και περί ώρα 9.25 πμ., ήτοι σε εργάσιμη ημέρα και ώρα και σε τηλέφωνο που ο ίδιος (ενάγων) είχε δηλώσει ως τηλέφωνο επικοινωνίας.

Σε κάθε περίπτωση, αφενός δεν ανακοινώθηκε οποιοδήποτε δυσμενές οικονομικό στοιχείο τους ενάγοντος σε τρίτους, αφετέρου ούτε ο ενάγων επικαλείται ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων του σε μη δικαιούμενα πρόσωπα..". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω παραδοχών, το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζον κατ' έφεση, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο), το οποίο με ελλιπή έστω αιτιολογία απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4,5 και 11 του ν. 2472/1997, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ, αφενός μεν, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη δέχθηκε: (α) ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία είχε συνάψει στις 13.11.2009 δηλαδή σε χρόνο μετά την κατάρτιση, στις 24.7.2009, της σύμβασης καταναλωτικού δανείου με τον αναιρεσείοντα, σύμβαση παροχής υπηρεσιών για την ενημέρωση των οφειλετών της, σχετικά με τις ανεξόφλητες οφειλές τους, μέσω τηλεφωνικής ή έγγραφης επικοινωνίας, με την εταιρεία με την επωνυμία "STATUS AE" (μη διάδικο εν προκειμένω), (β) ότι ο αναιρεσείων ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησής του για τη χορήγηση καταναλωτικού δανείου από την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, δήλωσε σ'αυτή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, και ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 10 της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού καταναλωτικού δανείου, που τελικώς συνήψε με την αναιρεσίβλητη, παρέσχε την ρητή και άνευ όρων συγκατάθεσή του στην τελευταία, αλλά και στις συνεργαζόμενες με αυτή εταιρείες να επεξεργάζονται κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 2472/1997, για τους σκοπούς της σύμβασης, τα προσωπικά δεδομένα του, που αναφέρονταν σ'αυτή (σύμβαση), όπως και αυτά που θα προέκυπταν από την λειτουργία της σύμβασης δανείου που αυτός έλαβε, και ειδικότερα, να τηρεί αυτά σε ηλεκτρονικό αρχείο και να τα γνωστοποιεί σε συνεργαζόμενα με αυτή φυσικά ή νομικά πρόσωπα, (γ) ότι η εταιρεία "STATUS AE" στα πλαίσια των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη, και μέσα στα πλαίσια της αντιπροσώπευσης ενεργώντας για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, προέβη σε επεξεργασία (χρήση) των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος, η οποία περιορίστηκε αποκλειστικά στους σκοπούς της αντιπροσώπευσης.
Συνεπώς, και σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, με βάση τις ανωτέρω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης πληρούνταν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 4,5 και 11 του ν. 2472/1997 για την νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος, και ειδικώς την τήρηση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης, ως υπεύθυνης επεξεργασίας (αρθ. 2 περ. ζ ν. 2472/1997), ενημέρωσης του αναιρεσείοντος, ως υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων (αρθ. 2 περ. γ ν. 2472/1997) για την επεξεργασία αυτών από την ίδια και το συνεργαζόμενο με αυτή νομικό πρόσωπο, δηλαδή την εταιρεία "STATUS AE", ως "αποδέκτη- εκτελούσας την επεξεργασία" (άρθ. 2 περ. η' και ι' του ν. 2472/1997) για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, χωρίς για την νομιμότητα της επεξεργασίας να ήταν αναγκαία, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ως υπεύθυνης επεξεργασίας, να προέβαινε σε νέα ενημέρωση του αναιρεσείοντος ως υποκειμένου των δεδομένων για τη διαβίβαση αυτών στην εκτελούσα την επεξεργασία-αποδέκτη εταιρεία "STATUS AE", ενόψει της εκτέλεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, δηλαδή ως αντιπρόσωπος της δανείστριας αναιρεσίβλητης τράπεζας, και όχι "τρίτης" κατά την έννοια των προδιαληφεισών διατάξεων, υποχρέωση που δεν συνέτρεχε εξ άλλου, ούτε στο πρόσωπο της παραπάνω εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις. Σημειώνεται ότι οι αναφορές της προσβαλλομένης σε αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που αφορούν επιτρεπτή διαβίβαση προσωπικών δεδομένων υποκειμένου και δη, οφειλών αυτού σε εισπρακτικές εταιρείες, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, καθώς και στον χαρακτηρισμό της εν γένει συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, όπως αυτή προπεριγράφηκε, ως μη συνιστώσα αδικοπραξία, εισφέρθηκαν πλεοναστικώς, χωρίς σε κάθε περίπτωση, οι αιτιολογίες αυτές να άσκησαν επιρροή στη κρίση του δικαστηρίου ως προς τη μη παραβίαση των επίμαχων ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, αντίστοιχου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδίκασε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, υπόκειται σε αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 830/2024). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων ( ΑΠ 74/2024, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1142/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 238/2023, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017)01. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 477/2020, ΑΠ 269/1993).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που αυτός πρότεινε με τους λόγους έφεσής του και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του, ότι με τον όρο 10 της δανειακής σύμβασης η "συγκατάθεση" του αναιρεσείοντος ως υποκειμένου της επεξεργασίας αφορούσε στην ανάθεση της είσπραξης των οφειλομένων σε περίπτωση εξώδικης ή δικαστικής διεκδίκησης αυτών, σε τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και όχι την ανάθεση ενημέρωσής του περί της οφειλής του, καθώς και ότι οι αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου θα ήσαν μόνον πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στη προκειμένη περίπτωση, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης με τους οποίους προσεβλήθη η κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με την νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσείοντος, όχι (μόνον) διότι συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση συγκατάθεσης του τελευταίου στην διεκδίκηση των οφειλομένων δόσεων του δανείου του εκ μέρους εισπρακτικής εταιρείας, αλλά διότι δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως γνωστοποίησε τα προσωπικά του δεδομένα στην συνεργαζόμενη με την ίδια, εταιρεία ενημέρωσης οφειλών με την επωνυμία "STATUS AE" ως αμέσου αντιπροσώπου της -εκτελούσας την επεξεργασία για λογαριασμό της. Η γνωστοποίηση αυτή συνεπώς, στην εκτελούσα την επεξεργασία εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν, απέκλειε την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης ως υπεύθυνης επεξεργασίας να προέβαινε σε νέα ενημέρωση του αναιρεσείοντος ως υποκειμένου των δεδομένων περί της διαβίβασης αυτών στην εταιρεία "STATUS ΑΕ", και τούτο ανεξαρτήτως του συμβατικού προσδιορισμού των αποδεκτών ως πιστωτικών και χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, δεδομένου του ότι, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλών, εμπίπτουν στην έννοια των "συνεργαζομένων" με την αναιρεσίβλητη νομικών προσώπων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, (καθόσον ο τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης πλήττουν την υπ'αριθμ. 952/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς την οποία η υπό κρίση αναίρεση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την παρούσα απόφαση) πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.3.2021 αίτηση αναίρεσης κατά των με αριθμούς 952/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 3973/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή