Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1149 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1149/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Όθωνα Δημοσθένους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Του αναιρεσίβλητου : επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (ΣΕΤΑΠ), πρώην "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΕΑΤΕ), με έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δήμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3165/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 10775/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-02-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου σωματείου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του και, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βούλησης απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1263/2023, ΑΠ 1991/2022, ΑΠ 37/2021) και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1318/2018, ΑΠ 1373/2017). Η συνδέουσα τα μέλη και το σωματείο σχέση περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τα δικαιώματα που συνεπάγεται η ιδιότητα μέλους σωματείου αναγνωρίζονται από το νόμο ή το καταστατικό. Κατά το άρθρο 80 ΑΚ μεταξύ άλλων, στο καταστατικό επί ποινή ακυρότητας πρέπει να καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών του. Κάθε προσθήκη, αφαίρεση ή μεταβολή διατάξεων του καταστατικού, που αφορούν τα ανωτέρω αναγκαία κατά νόμο στοιχεία του, συνιστούν τροποποίησή του, η οποία, κατά το άρθρο 84 ΑΚ, ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 79, 81 και 82 ΑΚ. (ΑΠ 1263/2023, ΑΠ 1991/2022, ΑΠ 678/2020).
Περαιτέρω, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν, κατά το Σύνταγμα και κατά το νόμο, σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, χωρίς όμως να συνδυάζεται η εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών με κερδοσκοπική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας απαγορεύεται (άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρα 1 και 4 παρ. 1 και 2 Ν. 1264/1982). Για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ, όπως αυτές συμπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του Ν. 1264/1982. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους. Τα κεφάλαια αυτά στερούνται νομικής προσωπικότητας και αποτελούν συγκέντρωση περιουσίας, η οποία περιορίζεται να αναλωθεί για ορισμένους σκοπούς ((ΑΠ 1263/2023, ΑΠ 1991/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1243/2019). Σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση για την εξυπηρέτηση απόλαυσης υλικών πλεονεκτημάτων των μελών της, η υποχρέωσή της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων, των οποίων η σύσταση από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις κατ` εξαίρεση αναγνωρίζεται προς εξυπηρέτηση των ως άνω σκοπών τους και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού, ούτε αντιστοίχως ευθύνη του σωματείου-συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενόψει του ότι αυτή απαγορεύεται, όπως ήδη εκτέθηκε, να ασκεί κερδοσκοπική δραστηριότητα και να προβαίνει σε διανομή περιουσίας (ΑΠ 1263/2023, ΑΠ 1991/2022, ΑΠ 678/2020). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που το σωματείο συνάπτει με ασφαλιστική επιχείρηση σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης λογαριασμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης Ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης Ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη ή του επαγγελματικού σωματείου χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων. Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 1363/2023, ΑΠ 1991/2022, ΑΠ 361/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 162/2017).
Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της συνδέουσας αυτόν με τον δέκτη της υπόσχεσης έννομης σχέσης, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης, όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, από αυτόν που υποσχέθηκε και να αξιώσει αποζημίωση (ΑΠ 1363/2023, AΠ 1991/2022, ΑΠ 678/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στην "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", από σειρά ετών, είχαν συσταθεί και λειτουργούσαν τρία σωματεία εργαζόμενων, ήτοι ο "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (εφεξής, "ΣΥΑΤΕ"), ο "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (εφεξής "ΣΕΠΑΤΕ") και ο "Σύλλογος Γεωτεχνικών Επιστημόνων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (εφεξής "ΣΓΕΑΤΕ"). Τα παραπάνω σωματεία συνιστούσαν πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις - επιχειρησιακά - επαγγελματικά σωματεία. Κατά τα οριζόμενα στο ν. 1264/1982, σκοπός τους ήταν η διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, που αποτελούσαν μέλη τους (άρθρο 4 παρ. 1), ενώ, στο πλαίσιο του ανωτέρω σκοπού τους, τους παρασχέθηκε, δυνάμει του παραπάνω νόμου, ρητά η δυνατότητα να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους (άρθρο 4 παρ. 2 εδ. β'). Ο ανωτέρω σκοπός αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας πραγματώθηκε μέσω της χορήγησης στα μέλη των ανωτέρω σωματείων εφάπαξ παροχής, κατά την αποχώρησή τους από την τράπεζα (κατά κανόνα, λόγω συνταξιοδότησης). Η χορήγηση του συγκεκριμένου βοηθήματος προκρίθηκε να υλοποιηθεί μέσω της δημιουργίας ειδικού λογαριασμού, τον οποίο θα διαχειριζόταν ασφαλιστική εταιρεία, δεδομένου ότι η διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων μελών νομικού προσώπου αποτελούσε μια εκ των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει του τότε ισχύοντος ν. δ. 400/1970 {άρθρο 13 παρ. 2 ("Ασφαλίσεις Ζωής") περ. VII ("Κλάδος διαχειρίσεως ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων (κεφαλαίων)" υποπερίπτωση 2α} (σημειωτέον, η ίδια δραστηριότητα εμπίπτει στις επιτρεπόμενες δραστηριότητες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και βάσει του νυν ισχύοντος ν. 4364/2016, βάσει του άρθρου 5 περ. ζ (1)). Και τα τρία παραπάνω σωματεία συνήψαν ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια με την ανήκουσα στον όμιλο της τότε "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" ασφαλιστική επιχείρηση "Αγροτική Ασφαλιστική". Ο ΣΥΑΤΕ συνήψε το με αριθμό .../1985 ομαδικό ασφαλιστήριο, ο ΣΕΠΑΤΕ το με αριθμό .../1985 ομαδικό ασφαλιστήριο (με αναδρομική έναρξη ισχύος από την 01-01-1984) και ο ΣΓΕΑΤΕ το με αριθμό .../1986 ομαδικό ασφαλιστήριο. Οι όροι και των τριών ομαδικών ασφαλιστηρίων συνέπιπταν, πλην του ύψους της χορηγούμενης εφάπαξ ενίσχυσης, για την οποία θα γίνει κατωτέρω ειδικά λόγος. Μεταξύ άλλων, με τα εν λόγω ομαδικά ασφαλιστήρια, συμφωνήθηκαν τα παρακάτω: Ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του εκάστοτε συμβαλλόμενου σωματείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ασφαλιστηρίου, σε συνδυασμό με το γενικό κανονισμό του προγράμματος πρόνοιας, που ρύθμιζε τις σχέσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ του εκάστοτε σωματείου και των μελών του και επισυναπτόταν σε κάθε ασφαλιστήριο, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του, ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου έχει σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων) που είναι απαραίτητες για την καταβολή των παροχών, που καθορίζονται στον εκάστοτε γενικό κανονισμό του προγράμματος πρόνοιας, ότι το εκάστοτε συμβαλλόμενο σωματείο έδινε το δικαίωμα στην ασφαλιστική εταιρεία να αποσύρει από τον ανωτέρω λογαριασμό τα ποσά που απαιτούνταν για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών και ότι οι υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από τον παραπάνω λογαριασμό, για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής (άρθρο 1). Ότι το ύψος του ανωτέρω λογαριασμού καθορίζεται από το υπόλοιπο που θα υπάρχει κάθε στιγμή μεταξύ των ποσών που φέρονται σε πίστωσή του και αυτών που φέρονται σε χρέωσή του, όπως τούτα παρατίθενται αναλυτικά στο άρθρο 2.4. Ότι οι καταβαλλόμενες, στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, εισφορές θα καθορίζονταν από την ασφαλιστική εταιρεία, βάσει των στοιχείων (κατά βάση, ημερομηνίας πρόσληψης και μηνιαίων αποδοχών) των εκάστοτε δικαιούχων ασφαλισμένων - μελών του σωματείου (άρθρα 3.1.1 και 3.1.2.) και τυχόν διαφορές, που διαπιστώνονται, που επηρεάζουν την ισορροπία του κεφαλαίου, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας (άρθρο 3.1.3.). Ότι η εταιρεία εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού κάθε στιγμή και την καταβολή της σύνταξης, εφόσον προβλέπεται από τον κανονισμό πρόνοιας του προγράμματος, άλλα, όμως, αν διαπιστώσει ότι ο λογαριασμός είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει γι' αυτό το συμβαλλόμενο σωματείο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες, για τη διατήρηση της επάρκειας του λογαριασμού, αναπροσαρμογές των εισφορών, ενώ, εφόσον το υφιστάμενο κατά το χρόνο γέννησης της απαίτησης ασφαλισμένου - μέλους του σωματείου, υπόλοιπο του λογαριασμού δεν επαρκεί, για την κάλυψη της δικαιούμενης από τον εν λόγω ασφαλισμένο - μέλος παροχής, δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και δεν γίνεται καμία καταβολή από την εταιρεία (άρθρο 3.3.). Ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου, το σωματείο είναι υποχρεωμένο, σε διάστημα όχι λιγότερο από 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία θεμελίωσης δικαιώματος από ασφαλισμένο / μέλος του, να προβεί σε σχετική γνωστοποίηση προς την εταιρεία, που θα περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες για την καταβολή της παροχής πληροφορίες (άρθρο 5.1.). Ότι, με τη λήψη μιας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός διαχείρισης του κεφαλαίου είναι επαρκής, για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει από το λογαριασμό το ποσό που χρειάζεται, για την καταβολή της παροχής, σε κάθε δικαιούχο, που πληροί τις προϋποθέσεις, και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος πρόνοιας του σωματείου και τα στοιχεία του δικαιούχου, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση (άρθρο 6.1.). Ότι η εταιρεία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το ασφαλιστήριο οποιαδήποτε στιγμή, με προειδοποίηση τριών μηνών τουλάχιστον, απευθυνόμενη με συστημένη επιστολή στο σωματείο, εφόσον συμβεί μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις (α) αν το συμβαλλόμενο σωματείο δεν πραγματοποιεί υπέρ του κεφαλαίου, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εκάστοτε πρόγραμμα πρόνοιας παροχές, την καταβολή των απαιτούμενων, με βάση τα οριζόμενα στο ανωτέρω, με αριθμό 3., άρθρο εισφορών, (β) αν το συμβαλλόμενο σωματείο αρνηθεί να αποδεχθεί τις τροποποιήσεις που η εταιρεία κρίνει ότι πρέπει να επιφέρει στο ασφαλιστήριο, σε περίπτωση τροποποίησης του προγράμματος πρόνοιας, τις οποίες εισηγείται σε αυτό (άρθρο 7.2.). Ότι, αν το ασφαλιστήριο καταγγελθεί, λόγω λήξης του προγράμματος, ή, αν, σε οποιαδήποτε στιγμή, για οποιονδήποτε λόγο, το πρόγραμμα διακοπεί, ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου θα χρησιμοποιηθεί για την καταβολή των παροχών των ασφαλισμένων (που δικαιούνται παροχές, σύμφωνα με το πρόγραμμα πρόνοιας, μετά από ρητή εντολή του συμβαλλόμενου σωματείου (άρθρο 8.3.). Ότι το συμβαλλόμενο σωματείο είναι υποχρεωμένο να γνωστοποιεί στην εταιρεία οποιαδήποτε τροποποίηση επιθυμεί να γίνει στο πρόγραμμα πρόνοιας, την οποία η εταιρεία μπορεί να επιβεβαιώσει, υπό τον όρο ότι θα είναι σύμφωνη με τα ήδη εγκριθέντα από το Υπουργείο Εμπορίου τιμολόγια (άρθρο 10.1.). Όσο δε αφορά το ύψος της εφάπαξ ενίσχυσης που δικαιούταν κάθε ασφαλισμένος - μέλος του εκάστοτε σωματείου, τούτο προέκυπτε από το συνημμένο σε κάθε ένα ασφαλιστήριο γενικό κανονισμό του προγράμματος πρόνοιας ενός εκάστου σωματείου. Η εν λόγω παροχή προέκυπτε από το γινόμενο της συντάξιμης υπηρεσίας του δικαιούχου, ως τέτοιας νοούμενης του συνολικού χρόνου παραμονής του στο πρόγραμμα, από την ημερομηνία ασφάλισής του μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησής του από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα χορήγησης σύνταξης γήρατος, επί το συντάξιμο μηνιαίο μισθό του, ως τέτοιου νοούμενου του μέσου όρου των πλήρων (ακαθάριστων) μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου 12μήνου, πριν από τη συνταξιοδότησή του, του γινόμενου τούτου πολλαπλασιαζόμενου, στη συνέχεια, με έναν συντελεστή. Ο παραπάνω συντελεστής, που, μάλιστα, μεταβαλλόταν, κατά τη διάρκεια ισχύος των προγραμμάτων, με την εισαγωγή κλίμακας, ανάλογα με τα χρόνια συμμετοχής του εκάστοτε ασφαλισμένου / μέλους στο εκάστοτε πρόγραμμα, ήταν διαφορετικός στα τρία προγράμματα πρόνοιας, ενώ, επίσης, υφίσταντο διαφορετικοί, σε καθένα από αυτά, επιμέρους περιορισμοί, λ.χ. αναφορικά με το ανώτατο αριθμό ετών συντάξιμης υπηρεσίας ή με το ανώτατο ποσό του συντάξιμου μηνιαίου μισθού, που θα λαμβάνονταν κάθε φορά υπόψη, για τον υπολογισμό της εκάστοτε δικαιούμενης παροχής, ή με τον κατώτατο αριθμό των συντάξιμων μηνιαίων μισθών, που θα χορηγούνταν ως ενίσχυση. Επίσης, τα ανωτέρω στοιχεία τροποποιούνταν, κατόπιν έκδοσης πρόσθετων πράξεων, σε συνέχεια υποβολής αντίστοιχων αιτημάτων από τα εκάστοτε σωματεία (πρβλ. το προαναφερθέν, με αριθμό 10.1., άρθρο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων). Λ.χ., ενώ στον αρχικό κανονισμό πρόνοιας του ΣΕΠΑΤΕ οριζόταν ως κατώτατο ποσό της εφάπαξ παροχής αυτό των δύο μηνιαίων συντάξιμων μισθών (όπως τούτοι ορίστηκαν παραπάνω), υπό τον όρο της συμπλήρωσης από το συνταξιοδοτούμενο της παραμονής του επί 25 έτη στο σωματείο, ακολούθως τούτο ανήλθε σε 2,5 και ύστερα, με τη με No 1771, από 31-12-1987, πρόσθετη πράξη, σε 3 συντάξιμους μισθούς. Ενώ στον αρχικό κανονισμό του ΣΕΠΑΤΕ η παροχή προέκυπτε από τον πολλαπλασιασμό του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία επί ποσοστό 15%, αδιακρίτως για όλους, ανεξαρτήτως του χρόνου παραμονής τους στο σωματείο, με τη με αριθμό ..., από 19-03-1997, πρόσθετη πράξη αφενός τέθηκε ανώτατο όριο ("πλαφόν") 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας και, ειδικά για τα εξερχόμενα από την 01- 01-1996 μέχρι την 31-12-1997 μέλη, "πλαφόν" και μέσου μηνιαίου συντάξιμου μισθού, στο ύψος των 540.000 δραχμών, αφετέρου το ποσοστό, με το οποίο θα πολλαπλασιαζόταν το γινόμενο του συντάξιμου μηνιαίου μισθού και της συντάξιμης υπηρεσίας (όπως αυτά πλέον ορίζονταν), έπαψε να είναι 15%, για όλους αδιακρίτως τους ασφαλισμένους - μέλη του ΣΕΠΑΊΈ, και ορίστηκε ότι, όσα μέλη δεν έχουν συμπληρώσει 5 έτη ταμειακής ενημερότητας στο σωματείο, δεν δικαιούνται καθόλου ενίσχυσης, όσα μέλη έχουν συμπληρώσει από 5-15 έτη ταμειακής ενημερότητας, δικαιούνται ενίσχυση σε ποσοστό 6,667% και, όσα έχουν συμπληρώσει πάνω από 15 έτη, δικαιούνται ενίσχυση σε ποσοστό 8%. Στα υπόλοιπα δύο ασφαλιστήρια ίσχυαν διαφορετικοί συντελεστές, περιορισμοί κλπ., ενώ υπήρχαν διαφορές ακόμη και σε θέματα καθορισμού των δικαιούχων, καθώς, ενώ για τα μέλη του ΣΕΠΑΤΕ ρητά οριζόταν, με τον κανονισμό του προγράμματος πρόνοιας του εν λόγω σωματείου, ότι, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, καμία παροχή δεν προβλεπόταν (λ.χ. υπέρ των κληρονόμων του αποβιώσαντος), αντίθετα, για τα μέλη του ΣΥΑΤΕ, στον οικείο κανονισμό, προβλεπόταν ότι, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, καταβαλλόταν στους δικαιούχους του (προφανώς κληρονόμους) αποζημίωση, με βάση το με αριθμό ...-1985 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επομένως, αναφορικά με τη χορήγηση εφάπαξ ενίσχυσης στους εργαζόμενους στην τότε "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", σε περίπτωση αποχώρησής τους από αυτήν, ίσχυε διαφορετικό για τον καθένα καθεστώς, ανάλογα με τίνος σωματείου μέλος ήταν, καθώς, όπως αναλυτικά εξηγήθηκε, ναι μεν είχαν συναφθεί ασφαλιστήρια συμβόλαια μεταξύ και των τριών σωματείων και της "Αγροτικής Ασφαλιστικής", πλην, όμως, ο τρόπος καθορισμού της δικαιούμενης εφάπαξ ενίσχυσης ήταν διαφορετικός, κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό του προγράμματος πρόνοιας καθενός εκ των τριών αυτών σωματείων, όπως αυτός τροποποιούταν και κάθε φορά ίσχυε. Το 1999, τα τρία ανωτέρω σωματεία ενοποιήθηκαν σε ένα, στο "Σύλλογο Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (εφεξής "ΣΕΑΤΕ"), ο οποίος, κατόπιν διαδοχής, το έτος 2012, της "Αγροτικής Τράπεζας" από την "Τράπεζα Πειραιώς", δυνάμει της από 18-02-2013 διαταγής, μετονομάστηκε σε "Σύλλογο Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής Πειραιώς" (εφεξής, "ΣΕΤΑΠ"),(ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο) που είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Με βάση το καταστατικό του ανωτέρω σωματείου, που έχει καταχωρηθεί, κατά τα οριζόμενα στο νόμο, στα σχετικά βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, το καταστατικό του επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ("ΣΕΑΤΕ"), που λειτουργούσε στο χώρο της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" τροποποιείται και λειτουργεί πλέον επιχειρησιακό σωματείο, στο χώρο της "Τράπεζας Πειραιώς", με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ("ΣΕΤΑΠ") (άρθρο 1), μέλη του οποίου είναι οι πρώην εργαζόμενοι της Αγροτικής Τράπεζας, που παρέχουν πλέον τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα Πειραιώς, καθώς και όλοι οι εργαζόμενοι, όλων των ειδικοτήτων, στην Τράπεζα Πειραιώς, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και δηλώσουν ότι αποδέχονται ανεπιφύλακτα τις διατάξεις του Καταστατικού, καθώς και τις νόμιμες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, του Γενικού και του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 8). Σκοπός του σωματείου είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και η ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και συναδέλφωσης, όχι μόνο μεταξύ των μελών του, αλλά και των εργαζόμενων γενικότερα, ενώ, στην ευόδωση του ανωτέρω σκοπού, εμπίπτει, πέραν των άλλων και η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων, για την κάλυψη έκτακτων αναγκών των μελών του, καθώς και για την αλληλοβοήθειά τους (άρθρο 8 παρ. 1 και παρ. 2 περ. ι). Πόροι του σωματείου είναι, μεταξύ άλλων, η τακτική μηνιαία συνδρομή των μελών του (άρθρο 5 περ. α), που καθορίζεται σε ποσοστό 1% επί των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών των μελών, μπορεί να αυξομειώνεται, ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και, κατά κανόνα, παρακρατείται από τη μισθοδοσία των μελών του σωματείου, δια μέσου της αρμόδιας υπηρεσίας της τράπεζας και αποδίδεται από αυτήν στο σωματείο, με τη μεταφορά των σχετικών, κατά μήνα ποσών, σε πίστωση λογαριασμού καταθέσεων, που έχει το σωματείο στην τράπεζα (άρθρο 13 παρ. Α και Γ). Η καταβολή της εν λόγω τακτικής συνδρομής αποτελεί υποχρέωση των μελών του σωματείου (άρθρο 12 παρ. Γ). Τα μέλη δύνανται να αποχωρήσουν οποτεδήποτε από το σωματείο, υποβάλλοντας γραπτή αίτηση διαγραφής τους από το μητρώο των μελών (άρθρο 15 παρ. Γ). Επιπρόσθετα, σε συμφωνία με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 περ. ι) του καταστατικού, με βάση τα οποία, ως σκοπός του σωματείου, καθορίστηκε, μεταξύ άλλων και, η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων, για την κάλυψη έκτακτων αναγκών των μελών του, καθώς και για την αλληλοβοήθειά τους, στο άρθρο 16 ορίστηκαν τα παρακάτω: Στα μέλη του σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση, με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν, κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1)2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια, ως μέλη του σωματείου, 2) 1,5 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ως μέλη, 3) 1 μήνα πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ως μέλη, και 4) για όσους έχουν συμπληρώσει από 5 μέχρι 15 χρόνια, ως μέλη του σωματείου, το 1/15 των πλήρων αποδοχών τους, για κάθε χρόνο ταμειακής ενημερότητας (παρ. Α). Σε περίπτωση θανάτου κάποιου μέλους του σωματείου, η παραπάνω οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται κατ' ισομοιρία μόνο στη σύζυγο και στα τέκνα του μέλους αυτού, και, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ούτε σύζυγος ούτε τέκνα, στους γονείς του θανόντα. Το Δ.Σ. δύναται να αυξήσει την ενίσχυση, μέχρι και το διπλάσιο, ανάλογα με την οικογενειακή και συνταξιοδοτική κατάσταση του θανόντα (παρ. Β). Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε ειδικό λογαριασμό (παρ. Δ). Σε περίπτωση αθρόας εξόδου μελών από την υπηρεσία ή πρόβλεψης αδυναμίας κάλυψης, μέσα στα παραπάνω όρια, των οικονομικών αυτών ενισχύσεων στο μέλλον, είναι δυνατή η μείωσή τους, ύστερα από απόφαση του Δ.Σ. (παρ. Ε). Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει, με μια οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία, για ομαδική ασφάλιση των μελών του σωματείου, ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω ειδικού λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους, σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β) (παρ. Στ). Τα μέλη του Συλλόγου, στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος ομαδικής ασφάλισης, θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επιμέρους Συλλόγων τους (παρ. Ζ). Σημειωτέον, όλοι οι παραπάνω όροι αφορούν το καταστατικό του ΣΕΤΑΠ, όπως κατατέθηκε στο τμήμα εταιρειών - σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών την 18-02-2013, ενώ το καταστατικό που είχε κατατεθεί στην άνω αρμόδια υπηρεσία την 12-02-1999 και αφορούσε τον τότε ΣΕΑΤΕ δεν έχει προσκομιστεί από κανένα από τους διαδίκους και το Δικαστήριο δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να γνωρίζει, με βεβαιότητα, κατά πόσο οι όροι του καταστατικού του ΣΕΑΤΕ του 1999 συμπίπτουν με τους προαναφερθέντες όρους του καταστατικού του ΣΕΤΑΠ του 2013. Πάντως, όσον αφορά το ζήτημα της "ομαδικής ασφάλισης" των εργαζόμενων της τότε "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", αποδείχθηκε ότι το ενοποιημένο σωματείο, δηλ., από το 1999, ο ΣΕΑΤΕ, και, από το 2013 (κατόπιν διαδοχής της "Αγροτικής Τράπεζας" από την "Τράπεζα Πειραιώς"), ο ΣΕΤΑΠ, δεν συνήψε καμία νέα "ειδική συμφωνία", για "ομαδική ασφάλιση των μελών του", με "μια οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία", ούτε κανένας από τους διαδίκους ισχυρίζεται το αντίθετο. Τουναντίον, από τη με No ..., από 01-02-2001, πρόσθετη πράξη, επί του προαναφερθέντος, με αριθμό ... ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προσκομίζει ο ίδιος ο ενάγων(ηδη αναιρεσείων), με την οποία προβλέπεται ότι, από την 01-01-2000, αν εξερχόμενο μέλος έχει διαγράφει από το ΣΥΑΤΕ και εντάχθηκε στο ΣΕΠΑΤΕ, η παροχή που θα του καταβληθεί θα υπολογισθεί λαμβάνοντας υπόψη τις παροχές του τελευταίου συλλόγου και ως χρόνος (εννοείται συντάξιμης υπηρεσίας) θα θεωρηθεί το σύνολο των ετών, που ο εν λόγω εξερχόμενος ήταν εγγεγραμμένος και στους δύο ως άνω συλλόγους, αποδεικνύεται ότι, ακόμη και μετά την ενοποίηση των τριών σωματείων (ΣΥΑΤΕ, ΣΕΠΑΤΕ και ΣΓΕΑΤΕ) και τη δημιουργία του ΣΕΑΤΕ, και πάλι, το καθεστώς χορήγησης της εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης, μετά την αποχώρηση εργαζόμενου από την τράπεζα, εξακολουθούσε να ρυθμιζόταν από τα τρία προαναφερθέντα ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, με αριθμούς, ..., ... και ... και, συγκεκριμένα, με τους όρους του συμβολαίου του σωματείου στο οποίο ανήκε (πριν την ενοποίηση) ο κάθε εξερχόμενος. Ενώ, δηλ. τα τρία ανωτέρω σωματεία (ΣΥΑΤΕ, ΣΕΠΑΤΕ και ΣΓΕΑΤΕ) είχαν πάψει, από το 1999, να υπάρχουν και τα μέλη τους είχαν καταστεί μέλη του ενιαίου πλέον (για όλους τους εργαζόμενους της τράπεζας) σωματείου ΣΕΑΤΕ (και, κατόπιν, ΣΕΤΑΠ), το καθεστώς χορήγησης σε καθέναν εργαζόμενο, που αποχωρούσε από την τράπεζα, της εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης εξακολουθούσε να ήταν αυτό που προβλεπόταν από τον κάθε έναν κανονισμό προγράμματος πρόνοιας των προϋφισταμένων τριών σωματείων, των οποίων ο ΣΕΑΤΕ (αρχικά, και, από το 2013, ο ΣΕΤΑΠ) αποτελούσε διάδοχο. Άρα, ακόμη και μετά την από το 1999 ενοποίηση των τριών σωματείων, οι γενικοί κανονισμοί των προγραμμάτων πρόνοιάς τους, όπως μέχρι τότε είχαν τροποποιηθεί, εξακολουθούσαν να ισχύουν και να δεσμεύουν όλα τα μέρη (ασφαλισμένους - μέλη του ενιαίου πια σωματείου, το σωματείο, αλλά και την ασφαλιστική εταιρεία) και η ευχέρεια του διοικητικού συμβουλίου του ενιαίου σωματείου (αρχικά του ΣΕΑΤΕ και, από το 2013, του ΣΕΤΑΠ) να συνάψει νέα ομαδική ασφάλιση, για όλα τα μέλη του (προφανώς, η ίδια ευχέρεια υπήρχε και από το 1999 έως το 2012, όσο υφίστατο, ως ενιαίο σωματείο, ο ΣΕΑΤΕ, πλην, όμως, όπως εξηγήθηκε, δεν προσκομίζεται το καταστατικό του 1999 και το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι βέβαιο προς τούτο), όπως αυτή περιλήφθηκε στο άρθρο 16 παρ. ΣΤ του καταστατικού, δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Τα τρία παραπάνω ομαδικά ασφαλιστήρια (με αριθμούς ..., ... και ...) λειτούργησαν ομαλά περίπου μέχρι τα τέλη του 2010. Έκτοτε, αλλαγές που άπτονταν της κατάστασης που είχε ανακύψει στην Ελλάδα, λόγω της οικονομικής κρίσης, που σχετίζονταν με τις αθρόες συνταξιοδοτήσεις και τις εν γένει αποχωρήσεις από την τράπεζα ασφαλισμένων μελών των σωματείων - τραπεζικών υπαλλήλων, προς αποφυγή των νεότερων δυσμενέστερων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, που επρόκειτο να ψηφισθούν από τη Βουλή, σε συμμόρφωση με τις μνημονιακές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η χώρα, έναντι των πιστωτών της (ΔΝΤ, "Τρόικα"), ιδίως δε των υψηλόβαθμων και υψηλόμισθων στελεχών, αλλά και με τις μειώσεις μισθών όσων παρέμεναν, κατέστησαν τα εν λόγω ασφαλιστήρια συμβόλαια μη βιώσιμα, υπό την έννοια ότι οι εισφορές που εισπράττονταν από το σωματείο και αποδίδονταν στην ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν αρκετές για την καταβολή στους εξερχόμενους των οικονομικών ενισχύσεων που προέβλεπαν οι τρεις ανωτέρω γενικοί κανονισμοί των προγραμμάτων πρόνοιας. Μάλιστα, ήταν τέτοιο το μέγεθος των αλλαγών και η βιαιότητά τους, που η αρνητική εξέλιξη, αναφορικά με τη βιωσιμότητα των τριών ανωτέρω προγραμμάτων πρόνοιας, δεν είχε καταστεί εφικτό να ανακοπεί με τα μέτρα που είχαν, κατά καιρούς, σε προγενέστερο χρονικά στάδιο, ληφθεί, για τα οποία έγινε, ενδεικτικά, ανωτέρω λόγος (λ.χ., καθορισμός ανώτατου ορίου / "πλαφόν", ως προς τα έτη συντάξιμης υπηρεσίας, ή / και ως προς το μέσο συντάξιμο μηνιαίο μισθό, που λαμβάνονταν υπόψη για τον καθορισμό της ενίσχυσης). Τα υπόλοιπα των λογαριασμών διαχείρισης κεφαλαίων είχαν καταστεί ανεπαρκή, για τη χορήγηση των οικονομικών ενισχύσεων στους νέο-εξερχόμενους ασφαλισμένους - μέλη του σωματείου. Ειδικά δε, ως προς τους προερχόμενους από το ΣΥΑΤΕ είχε δημιουργηθεί "λίστα αναμονής" από το Νοέμβριο του 2010, υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για την ικανοποίηση των αιτήσεων χορήγησης της εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης για όσους εκ των ασφαλισμένων θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα και αποχωρούσαν από την τράπεζα σε ύστερο από το ανωτέρω χρονικό σημείο. Για το λόγο αυτό, η "Αγροτική Ασφαλιστική", διαβλέποντας το αδιέξοδο που επέκειτο, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...- 2011 επιστολή της, κοινοποίησε στον τότε ΣΕΑΤΕ την αναλογιστική μελέτη του αναλογιστή Γ. Κ., σχετικά με τα με αριθμούς ... και ... ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, η οποία προέβλεπε την ανάγκη καταβολής, από μέρους του (ενιαίου πια) αντισυμβαλλόμενου σωματείου... έκτακτης εισφοράς ποσού 4.431.0006 και 1.171.000 Ε, αντίστοιχα, για την επάρκεια του κεφαλαίου των ως άνω συμβολαίων και, κατ' επέκταση, για τη συνέχιση της βιωσιμότητάς τους. Εντούτοις, όμως, το σωματείο (ΣΕΑΤΕ), όχι μόνο δεν προέβη στην καταβολή των άνω έκτακτων εισφορών, κωφεύοντας στις από 24-10-2012 επιστολές της ασφαλιστικής, που αφορούσαν σε αυτό το ζήτημα, αλλά, επιπρόσθετα, ήδη από την 01-08-2012 και εφεξής, είχε διακόψει την καταβολή, ακόμη και των ήδη υφιστάμενων τακτικών εισφορών, και για τα τρία ανωτέρω συμβόλαια. Σε συνέχεια, όλων των παραπάνω, η ασφαλιστική εταιρεία, επικαλούμενη την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 3.3.2. των τριών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς και το επιφυλασσόμενο ρητά υπέρ της ίδιας, στο με αριθμό 7.2. άρθρο των άνω συμβολαίων, δικαίωμά της, τα κατήγγειλε, με την από 22-01-2013 εξώδική της, που επέδωσε στο σωματείο την 24-01-2013, με συνέπεια, κατά τα προβλεπόμενα στο ίδιο άρθρο, τα ασφαλιστήρια να πάψουν να ισχύουν, μετά την παρέλευση τριμήνου (την 25-04-2013).
Εν προκειμένω, ο ενάγων κατέστη μέλος του ΣΕΠΑΤΕ από την 01-03- 1987, απ' όταν άρχισε να παρακρατείται από τις συνολικές μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές του ποσοστό 1% (βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-1987 επιστολή του ΣΕΠΑΤΕ), ενώ, την 03-11-2000, ο ενάγων υπέβαλε στο ΣΕΑΤΕ τη με αριθμό πρωτοκόλλου 522 αίτησή του, για εγγραφή του, ως τακτικό μέλος στο ανωτέρω σωματείο (που, όπως εξηγήθηκε, προέκυψε από τη συνένωση των ΣΥΑΤΕ, ΣΕΠΑΤΕ και ΣΓΕΑΤΕ), η οποία και έγινε δεκτή, με συνέπεια τούτος να καταστεί μέλος του ΣΕΑΤΕ (διάδοχος του οποίου, όπως εξηγήθηκε, είναι ο ΣΕΤΑΠ), από την 08-11- 2000 (βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2000 επιστολή του ΣΕΑΤΕ). Την 30-04-2013, ο ενάγων αποχώρησε από την "Τράπεζα Πειραιώς", λόγω παραίτησης. Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2013 επιστολή του προς το διοικητικό συμβούλιο του ΣΕΤΑΠ ζήτησε να του χορηγηθεί το ποσό που του αναλογούσε από το ασφαλιστικό συμβόλαιο του συλλόγου για τα μέλη του, πλην, όμως, ο ΣΕΤΑΠ ουδέποτε του απάντησε. Ακολούθως, ο ενάγων, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2013 επιστολή του προς την "Αγροτική Ασφαλιστική", επισημαίνοντας την ιδιότητά του, ως μέλος του σωματείου για χρονική περίοδο μείζονα των 25 ετών και επικαλούμενος το άρθρο 16 του καταστατικού του σωματείου και το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ζήτησε να του χορηγηθεί οικονομική ενίσχυση τριών μηνών, βάσει του μέσου μηνιαίου μισθού του, του τελευταίου 12μήνου, την οποία υπολόγισε ως ανερχόμενη στο ποσό των (5.280€ X 3=) 15.840 ευρώ. Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2013 επιστολή του, του απάντησε ο διευθύνων σύμβουλος της "Αγροτικής Ασφαλιστικής", πληροφορώντας τον ότι το με αριθμό ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο καταγγέλθηκε την 22-01-2013 και έληξε μετά την παρέλευση τριμήνου, με συνέπεια, κατά την ημερομηνία αποχώρησης του ενάγοντος από την τράπεζα, τούτο να μην είναι σε ισχύ και, άρα, να μην δικαιούται καμία αποζημίωση, με βάση αυτό, παρεκτός ότι, για την περίπτωσή του, δεν είχε προηγηθεί, όπως απαιτούταν, βάσει των όρων του ασφαλιστηρίου, γραπτή ενημέρωση της ασφαλιστικής από το αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, δηλ. από το σωματείο. Κατόπιν της απόρριψης του αιτήματος του από την ασφαλιστική, ο ενάγων στράφηκε κατά του σωματείου, με την ένδικη αγωγή, και, επικαλούμενος το άρθρο 16 του καταστατικού του ΣΕΤΑΠ και το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ζήτησε να του καταβάλει το εναγόμενο σωματείο το ισόποσο τριών συντάξιμων μηνιαίων μισθών, ήτοι το ποσό των 15.840 ευρώ. Από τα ανωτέρω, όμως, αναλυτικά αναπτυχθέντα αποδείχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι αβάσιμη, στην ουσία της, και, ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε, αρχικά, διότι οι ένδικες αξιώσεις δεν μπορούν να στηριχθούν στο με αριθμό 16 άρθρο του καταστατικού του ΣΕΤΑΠ, που αποτελεί συμβατικό όρο, καθώς το σωματείο δεν αναλάμβανε, δυνάμει του ανωτέρω άρθρου, έναντι των μελών του, καμία αυτοτελή και διακριτή συμβατική υποχρέωση, πέραν της χορηγούμενης μέσω των ήδη υφισταμένων (τριών) ομαδικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης. Η ανάληψη τέτοιας ξεχωριστής υποχρέωσης δεν θα ήταν, ούτως ή άλλως, εφικτή, καθώς το τμήμα εκείνο των τακτικών μηνιαίων εισφορών, του οποίου γινόταν παρακράτηση, κάθε μήνα, μέσω της μισθοδοσίας των εργαζόμενων, και προοριζόταν για την εφάπαξ οικονομική ενίσχυση των εξερχόμενων μελών, δηλ. το ήμισυ του 1% (άρα το 0,50%) των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών των μελών του σωματείου, διατίθετο αποκλειστικά και μόνο στους τρεις προϋφιστάμενους ειδικούς λογαριασμούς, οι οποίοι είχαν ανοιχθεί στα πλαίσια των προγραμμάτων πρόνοιας των προϋφιστάμενων σωματείων (ΣΥΑΤΕ, ΣΕΠΑΤΕ και ΣΓΕΑΤΕ), και καταβαλλόταν στην ασφαλιστική εταιρεία "Αγροτική Ασφαλιστική", βάσει των οριζόμενων στα τρία ομαδικά ασφαλιστήρια, με αριθμούς ..., ... και .... Ουδόλως αποδείχθηκε, ούτε, άλλωστε, κανείς διάδικος υποστήριξε, ότι υπήρχε άλλος, ξεχωριστός, πέραν των τριών προαναφερθέντων, ειδικός λογαριασμός, στον οποίο να κατατίθεντο τακτικές μηνιαίες εισφορές των μελών του σωματείου. Επομένως, όποια τυχόν αξίωση είχαν τα μέλη του σωματείου, για την απόληψη της εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης, μετά την αποχώρησή τους από την τράπεζα, θα έπρεπε να την ασκήσουν αποκλειστικά και μόνο μέσω των υφιστάμενων τριών ομαδικών ασφαλιστηρίων και των αντίστοιχων προγραμμάτων πρόνοιας, ανάλογα με αυτό που ίσχυε για τον καθέναν εξ αυτών, και μόνο υπό τους όρους, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που είχε θεσπισθεί για το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο και το συγκεκριμένο πρόγραμμα πρόνοιας, όπως τούτα έχουν αναλυθεί παραπάνω. Όπως δε προκύπτει από συνδυασμό άρθρων των ομαδικών ασφαλιστηρίων που παρατέθηκαν ανωτέρω, ιδίως δε από τα άρθρα με αριθμούς 1, 5 και 6, το δικαίωμα των ασφαλισμένων ορίστηκε να ασκείται απευθείας κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ("γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου" - ΑΚ 411), ενώ, ακόμη και σε περίπτωση καταγγελίας των ασφαλιστηρίων ή διακοπής (για οποιονδήποτε λόγο) των προγραμμάτων πρόνοιας, προβλέφθηκε ότι τα κεφάλαια που θα είχαν συσσωρευθεί δεν θα αποδίδονταν στο σωματείο, αλλά θα παρέμεναν στην ασφαλιστική, για τον καταβολή των παροχών στους δικαιούμενους ασφαλισμένους (πρβλ. το ανωτέρω, με αριθμό 8.3., άρθρο των ασφαλιστηρίων). Επιπρόσθετα δε, το γεγονός ότι το σωματείο δεν αναλάμβανε, μέσω του άρθρου 16 του καταστατικού, καμία επιπλέον υποχρέωση, πέραν όσων ήδη ίσχυαν, με βάση τα τρία προϋφιστάμενα προγράμματα πρόνοιας και τα βάσει αυτών ισάριθμα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν, καταδεικνύεται από τις διαφορές όσων ορίζονται στο ανωτέρω άρθρο 16 παρ. Α' του καταστατικού, σε σχέση με τους όρους των προγραμμάτων πρόνοιας και των αντίστοιχων ασφαλιστηρίων. Δηλ., στο άρθρο 16 του καταστατικού του ΣΕΤΑΠ ορίζονται τόσο οι δικαιούχοι του ασφαλίσματος όσο και το ύψος της οικονομικής ενίσχυσης τούτων κατά τρόπο διαφορετικό απ' ότι στα τρία ασφαλιστήρια. Εντελώς ενδεικτικά, ενώ, όπως λέχθηκε παραπάνω, στο με αριθμό ... ασφαλιστήριο, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δικαιούχου αποκλείονταν από την καταβολή ενίσχυσης, με το άρθρο 16 παρ. Β' προβλεπόταν η καταβολή ενίσχυσης σε αυτούς, που θα μπορούσε, μάλιστα, να είναι αυξημένη. Επίσης, ενώ και στα τρία ασφαλιστήρια προσδιοριζόταν συντελεστής, με τον οποίο πολλαπλασιαζόταν το γινόμενο της συντάξιμης υπηρεσίας επί του μέσου συντάξιμου μηνιαίου μισθού του δικαιούχου, στο άρθρο 16 παρ. A' του καταστατικού προβλεπόταν απλουστευμένος ενιαίος τρόπος υπολογισμού της ενίσχυσης, με μόνο κριτήριο τον αριθμό των ετών που κάθε δικαιούχος θα είχε συμπληρώσει ως μέλος του σωματείου. Από τη στιγμή, όμως, που, όπως, εξηγήθηκε οι ειδικοί λογαριασμοί διαχείρισης κεφαλαίων, από τους οποίους τροφοδοτούνταν τα τρία ασφαλιστήρια, ήταν μόνο οι τρεις προϋφιστάμενοι και η χορήγηση των ενισχύσεων στους εκάστοτε δικαιούχους ρυθμιζόταν από τους όρους των εν λόγω τριών ασφαλιστηρίων (σε συνδυασμό με τους όρους των γενικών κανονισμών των αντιστοίχων προγραμμάτων πρόνοιας) και δεν μπορούσαν να μεταβληθούν, χωρίς τη συναίνεση της ασφαλιστικής, μέσω του καταστατικού του σωματείου, στο οποίο αυτή δεν συμβαλλόταν, είναι προφανές ότι τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 του καταστατικού δεν μπορούν να στηρίξουν αγώγιμη αξίωση των μελών του σωματείου, παρά μόνο απηχούν τη βούληση και την πρόθεση των συντακτών του καταστατικού, για την ενοποίηση, για όλα τα μέλη του σωματείου, των όρων και των προϋποθέσεων χορήγησης της οικονομικής ενίσχυσης, η οποία, όμως, δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Άλλωστε, η σημασία των προϋφιστάμενων προγραμμάτων προκύπτει και από την πρόνοια που λήφθηκε στην παρ. Ζ' του άρθρου 16 του καταστατικού, σε περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος ομαδικής ασφάλισης (που δεν πραγματοποιήθηκε τελικά), τα μέλη του σωματείου να λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα λάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επί μέρους συλλόγων τους (δηλ. του ΣΥΑΤΕ, του ΣΕΠΑΤΕ και του ΣΓΕΑΊΈ).
Περαιτέρω, όμως, και αυτή ακόμη η ικανοποίηση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων, που απέρρεαν από τα τρία προϋφιστάμενα ασφαλιστήρια (με αριθμούς ..., ... και ...), είχε τεθεί υπό τον όρο της επάρκειας του υπολοίπου των σχετικών ειδικών λογαριασμών, από τους οποίους τροφοδοτούνταν τα ασφαλιστήρια. Ο όρος αυτός, της επάρκειας δηλ. υπολοίπου, τέθηκε ρητά, όσον αφορά την ασφαλιστική εταιρεία, σε περισσότερους, μάλιστα, όρους των ασφαλιστηρίων (βλ. τα άρθρα με αριθμούς 3.3.: "δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία καταβολή δεν γίνεται από την Εταιρεία, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής" και 6.1.: "Με τη λήψη μιας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η Εταιρεία αναλαμβάνει από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολήτης παροχής ..."). Η θέσπιση αυτού του περιορισμού είναι εύλογη, από τη στιγμή που η ασφαλιστική εταιρεία δεν αναλάμβανε, στην πραγματικότητα, ασφαλιστική εργασία, αλλά διαχείριση κεφαλαίων, το ύψος των οποίων, μάλιστα, δεν καθοριζόταν, όπως και οι προϋποθέσεις χορήγησης της ενίσχυσης, από την ίδια, αλλά από το αντισυμβαλλόμενό της σωματείο, βάσει των εκάστοτε γενικών κανονισμών των προγραμμάτων πρόνοιας, ενώ η εγγύηση που η ίδια εταιρεία παρέσχε με το άρθρο 3.3. των ασφαλιστηρίων ("Η Εταιρία εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κάθε στιγμή") αφορούσε μόνο το υπόλοιπο του εκάστοτε λογαριασμού, και όχι την ισότιμη απόδοση κεφαλαίου σε κάθε δικαιούχο... Εάν, όμως, ο περιορισμός αυτός, δηλ. να υπάρχει υποχρέωση καταβολής στους δικαιούχους της εφάπαξ ενίσχυσης, μόνο υπό τον όρο ότι υφίσταται επαρκές υπόλοιπο του αντίστοιχου ειδικού λογαριασμού κεφαλαίων, ισχύει υπέρ της ασφαλιστικής εταιρείας, κατά μείζονα λόγο ισχύει και υπέρ του σωματείου. Πράγματι, όπως εξαρχής επισημάνθηκε, το εναγόμενο σωματείο "ΣΕΤΑΠ" είναι πρωτοβάθμια επιχειρησιακή - επαγγελματική συνδικαλιστική οργάνωση, που διέπεται από τις ρυθμίσεις του ν. 1264/82. Η από μέρους του δημιουργία ειδικών κεφαλαίων, για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών του, εμπίπτει στους σκοπούς που επιτρέπεται να επιδιώκει με το καταστατικό του, βάσει του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β' του ανωτέρω ν. 1264/82. Όμως, η επιδίωξη αυτού του σκοπού πρέπει πάντοτε να γίνεται υπό το πρίσμα της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας μεταξύ των μελών και δεν μπορεί να αποκτήσει ανταποδοτικό χαρακτήρα. Υπό αυτή την έννοια, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι κατέβαλε δηλ. τις εισφορές του στο σωματείο (διαδοχικά στο ΣΕΙΊΑΤΕ και στο ΣΕΑΤΕ), επί 26 συναπτά έτη, και αληθής ακόμη να είναι, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη, γιατί ο ενάγων δεν κατέβαλε τις εν λόγω εισφορές, για να δικαιούται να λάβει την εφάπαξ οικονομική ενίσχυση, όταν θα συνταξιοδοτούταν. Αντίθετα, κατέβαλε τις εισφορές (μέρος μόνο των οποίων κατατίθετο στον ειδικό λογαριασμό), επειδή ήταν μέλος του εν λόγω επιχειρησιακού σωματείου και εκπλήρωνε, κατά τον τρόπο αυτό, τη συναφή υποχρέωσή του που απέρρεε, από την ανωτέρω ιδιότητά του, βάσει του άρθρου 5 περ. α' του καταστατικού. Πρέπει δε να συνεκτιμηθεί ότι ο ενάγων ήταν μεν υποχρεωμένος να καταβάλλει εισφορές/όσο ήταν μέλος του σωματείου, πλην, όμως, δεν ήταν υποχρεωμένος να είναι μέλος του σωματείου, αλλά, με βάση τη διάταξη του άρθρου16 παρ. Γ' του καταστατικού, μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να αποχωρήσει, υποβάλλοντας γραπτή αίτηση διαγραφής του από το μητρώο μελών. Το εναγόμενο σωματείο δεν είναι συνταξιοδοτικός φορέας, ούτε η χορηγούμενη από αυτό εφάπαξ οικονομική ενίσχυση είναι σύνταξη, που χορηγείται επί τη βάσει της αρχής της ανταποδοτικότητας (δηλ. να λαμβάνει κανείς σύνταξη ανάλογη με τις εισφορές που είχε καταβάλει), αλλά, αντίθετα, χορηγείται επί τη βάσει της αρχής της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας μεταξύ των μελών του, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει δικαίωμα απόληψής της σε κάθε περίπτωση, αδιακρίτως, αλλά μόνο αν και εφόσον το υπόλοιπο του ειδικού λογαριασμού, από τον οποίο τροφοδοτείται το αντίστοιχο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, έχει επαρκές υπόλοιπο, προϋπόθεση που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχε. Το να αξιώνει δηλ. ο ενάγων, δικαστικά, από το σωματείο, να του καταβάλει την ενίσχυση που θα δικαιούταν να λάβει, από τη στιγμή που δεν υπήρχε, όπως καταδείχθηκε, κατά το χρόνο αποχώρησής του από την τράπεζα, στον αντίστοιχο ειδικό λογαριασμό, επαρκές υπόλοιπο, για την καταβολή της, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, πέραν όσων ανωτέρω αναλυτικά αναπτύχθηκαν, πρώτα και κύρια γιατί αντιστρατεύεται το σκοπό για τον οποίο ο εν λόγω ειδικός λογαριασμός "ανοίχθηκε", που δεν ήταν η καταβολή στα μέλη του σωματείου ανταλλάγματος, ως ανταπόδοση για τις εισφορές που κατέβαλλαν, αλλά η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών του σωματείου. Γι' αυτόν, άλλωστε, το λόγο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτού του είδους τα "κεφάλαια" / οι "ειδικοί λογαριασμοί" που δημιουργούνται από εργοδότες ή από συνδικαλιστικές οργανώσεις κλπ., ως αλληλεγγύη προς τους εργαζόμενους / μέλη τους, αν και, ασφαλώς, δεν αποκτούν χωριστή νομική προσωπικότητα, εντούτοις, ως εκ του ανωτέρω σκοπού της δημιουργίας τους, πρέπει να αποχωρίζονται από τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία των εργοδοτών / συνδικαλιστικών οργανώσεων και η ικανοποίηση τυχόν αξιώσεων των δικαιούμενων παροχών από τα "κεφάλαια" αυτά / από τους "ειδικούς λογαριασμούς" αυτούς να γίνεται μόνο όσο υπάρχει επαρκές υπόλοιπό τους και να μην εκτείνεται στα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία των εργοδοτών / συνδικαλιστικών οργανώσεων κλπ... Ο αποκλεισμός των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος δηλ., εν προκειμένω, πέραν όλων των άλλων λόγων, είναι -πρωταρχικά- συνέπεια του σκοπού δημιουργίας του επίμαχου "ειδικού λογαριασμού", που δεν ήταν η παροχή στο συγκεκριμένο ενάγοντα - μέλος του σωματείου ανταλλάγματος, ως ανταπόδοση για τις εισφορέςπου κατέβαλλε επί 26 έτη, αλλά η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια μεταξύ όλων των μελών του σωματείου. Ο ανωτέρω σκοπός καθιστά απορριπτέα την ένδικη αξίωση, από τη στιγμή που δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, κατά το χρόνο αποχώρησης του ενάγοντος από την τράπεζα και, συνακόλουθα, κατά το χρόνο θεμελίωσης του δικαιώματός του, προς λήψη της εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης. Άλλωστε, ουδόλως γίνεται λόγος στην αγωγή για κακή διαχείριση του κεφαλαίου του ειδικού λογαριασμού είτε από την ασφαλιστική εταιρεία είτε από το εναγόμενο σωματείο, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αξίωση στηρίζεται στο με αριθμό 16 άρθρο του καταστατικού του σωματείου, σε συνδυασμό με το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τους όρους αυτού, παρορώντας, όμως, πέραν όλων των άλλων, το σκοπό αλληλεγγύης / αλληλοβοήθειας, για τον οποίο είχε συσταθεί ο επίμαχος ειδικός λογαριασμός, που επέτασσε τη μη ικανοποίηση της εν λόγω αξίωσης, σε περίπτωση ανεπάρκειας υπολοίπου του λογαριασμού, όπως συνέβαινε, εν προκειμένω Βάσει των ανωτέρω αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όντως, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο, ιδίως δε το ν. 1264/1982, και πλημμελώς εκτίμησε τις συναφείς αποδείξεις, με το να δεχθεί...ότι τα με αριθμούς ...,... και ... ασφαλιστήρια συμβόλαια συνιστούν υλοποίηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 16 παρ. ΣΤ' του καταστατικού του σωματείου ειδικής συμφωνίας, εφόσον η εν λόγω συμβατική πρόβλεψη αφορούσε το ενδεχόμενο σύναψης νέας συμφωνίας, διαφορετικής από αυτήν που περιεχόταν στα τρία προαναφερθέντα ασφαλιστήρια συμβόλαια, η οποία θα εισήγαγε ενιαίο, για όλους τους εργαζόμενους της τράπεζας, καθεστώς για τη χορήγηση της εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης, πλην, όμως, ουδέποτε υλοποιήθηκε. Επίσης, αποδείχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, με το να δεχθεί...ότι το εναγόμενο σωματείο έχει συμβατική δέσμευση και υποχρέωση, έναντι του ενάγοντος, από τη σχετική, με αριθμό 16, διάταξη του καταστατικού, που προβλέπει την απόδοση σε αυτόν του αναλογούντος ποσού οικονομικής ενίσχυσης, ως εξερχόμενου από την τράπεζα μέλους, καθώς, όπως διεξοδικότατα αναπτύχθηκε ανωτέρω, αφενός δεν λήφθηκε υπόψη ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 16 του καταστατικού πρόνοια δεν δύναται να νοηθεί αυτοτελώς σε σχέση με τα τρία προϋφιστάμενα ως άνω ασφαλιστήρια, αφετέρου εν γένει αγνοήθηκε η φύση της επίμαχης παροχής ως χορηγούμενης στο πλαίσιο του πνεύματος αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας μεταξύ των μελών του σωματείου, και όχι στη βάση ανταποδοτικότητας, γεγονός που είχε ως συνέπεια η ικανοποίηση των δικαιούχων της ενίσχυσης να τελεί υπό τον όρο της επάρκειας των σχετικών ειδικών λογαριασμών, που, εν προκειμένω, δεν συνέτρεχε". Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 6-11-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 10.560 ευρώ, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι, το συνδικαλιστικό σωματείο "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος"(ΣΕΠΑΤΕ), (του οποίου τελικό διάδοχο σχήμα αποτελεί το αναιρεσίβλητο συνδικαλιστικό σωματείο), το οποίο προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του και αλληλοβοήθειάς τους, συνέστησε τον επίδικο Ειδικό Λογαριασμό, τη διαχείριση του οποίου συμβατικά ανέθεσε δια του υπ` αριθ. 53/1985 ομαδικού ασφαλιστηρίου στην ασφαλιστική εταιρία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.", δεν ανέλαβε την υποχρέωση, εφόσον δεν υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στον Ειδικό Λογαριασμό, να καλύψει και με την υπόλοιπη περιουσία του, δηλαδή πέραν αυτής του Ειδικού Λογαριασμού, την προβλεπόμενη στον επισυναπτόμενο στο ασφαλιστήριο γενικό κανονισμό πρόνοιας παροχή εφάπαξ βοηθήματος στα συνταξιοδοτούμενα μέλη του, απορρίπτοντας έτσι την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο σωματείο να καταβάλει την αιτούμενη παροχή προς τον αυτόν ως μέλος του, ανεξάρτητα της ύπαρξης ή όχι περιουσίας στον Ειδικό Λογαριασμό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του Συντάγματος και 4 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 78 επ. και 361 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, σε περίπτωση σύστασης ειδικών κεφαλαίων από συνδικαλιστική οργάνωση, για την εξυπηρέτηση απόλαυσης υλικών πλεονεκτημάτων των μελών της, η υποχρέωσή της περιορίζεται στα όρια των ανωτέρω ειδικών κεφαλαίων και δεν γεννάται περιουσιακή απαίτηση πέραν των ορίων της οικονομικής επάρκειας του Ειδικού Λογαριασμού, ούτε αντιστοίχως ευθύνη του σωματείου-συνδικαλιστικής οργάνωσης. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι ο αναιρεσείων, όντας υπάλληλος της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", έγινε μέλος, στις 1/3/1987, του επιχειρησιακού συνδικαλιστικού σωματείου που λειτουργούσε στην ανωτέρω Τράπεζα, σύμφωνα με τον Ν. 1264/1982, με την επωνυμία "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΕΠΑΤΕ). β) Ότι ο ΣΕΠΑΤΕ σύναψε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε." το με αριθμό .../1985 ομαδικό ασφαλιστήριο των μελών του, με το οποίο της ανέθεσε τη διαχείριση λογαριασμού κεφαλαίου, που θα τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του ΣΕΠΑΤΕ και θα ρυθμίζεται από το ασφαλιστήριο αυτό σε συνδυασμό με τον γενικό κανονισμό του προγράμματος πρόνοιας, που όριζε τις σχέσεις του ΣΕΠΑΤΕ και των μελών του. γ) Ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου είχε ως σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων), που είναι απαραίτητες για την καταβολή προς τα μέλη του ΣΕΠΑΤΕ των παροχών, που καθορίζονται στον εκάστοτε γενικό κανονισμό πρόνοιας, υπό τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην απόφαση. δ) Ότι ο αναιρεσείων από το 1999 και μέχρι τις 18-2-2013 συνέχισε να είναι μέλος του "Συλλόγου Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΕΑΤΕ), στο οποίο σωματείο ενσωματώθηκαν τα τρία συνδικαλιστικά σωματεία που λειτουργούσαν στην Αγροτική Τράπεζα, μεταξύ των οποίων και το ΣΕΠΑΤΕ και στη συνέχεια ήταν μέλος του αναιρεσίβλητου σωματείου, όπως μετονομάστηκε το ΣΕΑΤΕ και παρέμεινε μέλος του ως τις 30/4/2013, όταν παραιτήθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς, ειδική διάδοχο της Αγροτικής Τράπεζας. ε) Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που ήταν μέλος των ανωτέρω σωματείων ο αναιρεσείων υποχρεωτικά, ως μέλος αυτών, απέδιδε στο αντίστοιχο κάθε φορά σωματείο ποσοστό 1% επί των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών του, από το οποίο το ήμισυ διατίθετο αποκλειστικά στον ανωτέρω ειδικό λογαριασμό κεφαλαίου και καταβαλλόταν στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου από αυτόν η ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει την προβλεπόμενη από τον κανονισμό πρόνοιας εφάπαξ παροχή στα μέλη του σωματείου, που αποχωρούν οριστικά από την Τράπεζα. στ) Ότι μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα Πειραιώς ο αναιρεσείων στις 10/5/2013, απέστειλε επιστολή στο αναιρεσίβλητο, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί το ποσό που του αναλογούσε ως εφάπαξ παροχή και ως μέλος του σωματείου για περισσότερα από 25 έτη με βάση το .../1985 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και επίσης στις 21/5/2013 έστειλε επιστολή στην Αγροτική Ασφαλιστική, επισημαίνοντας τα ανωτέρω και ζήτησε να του χορηγηθεί οικονομική ενίσχυση, με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο, ανερχόμενη στο ποσό των 15.840 ευρώ και προκύπτουσα από τον πολλαπλασιασμό με συντελεστή 3 του μέσου μηνιαίου μισθού του των τελευταίων 12 μηνών, ποσού 5.280 ευρώ. ζ) Ότι η Αγροτική Ασφαλιστική, επειδή λόγω της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα το 2010 και των αθρόων αποχωρήσεων από την υπηρεσία μελών του αναιρεσίβλητου κατέστησαν ανεπαρκή τα υπόλοιπα του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, κατήγγειλε νόμιμα το .../1985 ασφαλιστήριο συμβόλαιο στις 22/1/2013, το οποίο έληξε, όπως οριζόταν σε αυτό, στις 22/4/2013 και γι' αυτό αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του ενάγοντος. Και η) Ότι κατά την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από την υπηρεσία του και από μέλος του αναιρεσιβλήτου σωματείου δεν υπήρχε στον λογαριασμό κεφαλαίου επαρκές υπόλοιπο για να λάβει αυτός την προβλεπόμενη στον κανονισμό πρόνοιας εφάπαξ παροχή. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου και ιδίως του άρθρου 16 αυτού είναι αβάσιμος, γιατί οι διατάξεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, έχουν μόνο συμβατική και όχι κανονιστική ισχύ και συνεπώς η τυχόν παράβασή τους δεν ιδρύει τους από το άρθρο 560 παρ. 1 και 6 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, εκτός αν παραβιαστούν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως ακολούθως προβάλει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ(και όχι 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης), είναι αβάσιμοι. Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν, είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών, είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022), (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 84/2020). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022). Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019), αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 875/2017). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 440/2019, ΑΠ 823/2008).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 560 παρ. 1 και 6 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβιάσεως ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., α)γιατί είναι εσφαλμένο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 16 του καταστατικού το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι δηλαδή το αναιρεσίβλητο δεν έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση από την υποχρέωση της Αγροτικής Ασφαλιστικής να του καταβάλει την αιτούμενη με την αγωγή παροχή, β) άλλως δε γιατί σε κάθε περίπτωση παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, ενώ το άρθρο 16 παρ. ΣΤ παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία που χρήζουν διευκρινήσεως και έτσι κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο σκέλος γιατί ουσιαστικά δεν αναφέρει παραβίαση των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αλλά των άρθρων του καταστατικού, τα οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, έχουν συμβατική και μόνο ισχύ και δεν αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, υπό δε την επίκληση της πλημμέλειας αυτής πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Πρωτοδικείου, κατά δε το δεύτερο σκέλος γιατί είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, καίτοι ανέλεγκτα, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, όμως παρέλειψε να προσφύγει στις διατάξεις αυτές. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζεται στον λόγο αναίρεσης, δέχθηκε αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση του αναιρεσίβλητου, από αυτήν της Αγροτικής Ασφαλιστικής, για καταβολή της συμφωνηθείσας παροχής στον αναιρεσείοντα μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, περαιτέρω όμως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά το άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 1264/1982, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι η καταβολή αυτή τελεί υπό τον όρο της επάρκειας του υπολοίπου του λογαριασμού και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, γιατί δέχθηκε ότι κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, ο ειδικός λογαριασμός αλληλοβοήθειας, που είχε συσταθεί κατά το ανωτέρω άρθρο, δεν είχε επαρκές υπόλοιπο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 23-2-2022 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 10.775/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ