ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1154/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1154/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1154/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1154 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1154/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Δήμητρας Τσεραβίνη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Μαουσίδη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1237/30-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 552/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 351/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση από 13.3.2019 (με αρ. εκθ. κατ. 14/18.3.2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 351/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, εκδοθείσα αντιμωλία των νυν διαδίκων, αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 18.3.2019 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 30.7.2018, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 29.12.2010 (με αρ. εκθ. κατ. 1237/30.12.2010) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την οποία απηύθυνε κατά 1)του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, 2)του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού" και 3)της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (και τον δ.τ. "ΔΕΗ Α.Ε."), ιστορούσε τα εξής: Ότι είναι ηλεκτροτεχνίτης δικτύων και ότι κατόπιν της υπ' αριθ. 1/2001 προκήρυξης πρόσληψης προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπέβαλε τα δικαιολογητικά του για να προσληφθεί στην τρίτη των εναγομένων "ΔΕΗ Α.Ε." σε θέση της κατηγορίας Ηλεκτροτεχνιτών Δικτύων (Τ4/Α) στο Νομό Λάρισας και πιο συγκεκριμένα ως τέκνο πολύτεκνης οικογένειας στη μία θέση που κατά τη σαφή διατύπωση της προκήρυξης προοριζόταν "προς κάλυψη από πολύτεκνους ή τέκνα πολύτεκνων οικογενειών" πληρώντας όλες τις προϋποθέσεις που όριζε η προκήρυξη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Ότι, πράγματι, με την ανάρτηση των πινάκων συμπεριλήφθηκε στον επικουρικό πίνακα τέκνων πολύτεκνων οικογενειών, στον οποίο κατατάχθηκε πρώτος και διοριστέος, καταλαμβάνοντας τη μοναδική από τις επτά θέσεις της ειδικότητας ηλεκτροτεχνιτών δικτύων (Τ4/Α) στη Λάρισα. Ότι, όμως, το δεύτερο των εναγομένων, "Α.Σ.Ε.Π.", κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχό του, που διενήργησε δυνάμει της υπ' αριθ. 1539/2002 πράξης του Ε1 Τμήματός του, τον διέγραψε από τον επικουρικό πίνακα των τέκνων πολύτεκνων οικογενειών και τον κατέταξε στο γενικό επικουρικό πίνακα, σύμφωνα με το βαθμό του για τους λόγους που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι, επίσης, το δεύτερο εναγόμενο "Α.Σ.Ε.Π." με την υπ' αριθ. 521/2003 απόφασή του απέρριψε και την αίτηση θεραπείας που υπέβαλε ο ενάγων. Ότι κατόπιν προσφυγής του εκδόθηκε η υπ' αριθ. 503/2008 απόφαση του Ε' Τμήματος του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 521/2003 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 2042/21.7.2008 απόφασή του, ανακάλεσε την υπ' αριθ. 521/2003 απόφαση και διέταξε την εγγραφή του στους πίνακες διοριστέων της κατηγορίας Τεχνικών (Τ4) της ειδικότητας Ηλεκτρονικών Δικτύων (Τ4/.Α) της περιοχής Λάρισας του Νομού Λάρισας. Ότι η ΔΕΗ Α.Ε. τον προσέλαβε τελικά την 1.1.2010. Ότι εξαιτίας της επίμαχης παράνομης συμπεριφοράς του "Α.Σ.Ε.Π.", ο ίδιος υπέστη υλική ζημία που ισοδυναμεί με τις αποδοχές που θα λάμβανε αν προσλαμβανόταν εξ αρχής από την τρίτη των εναγομένων "ΔΕΗ Α.Ε.", ενώ υπέστη και ηθική βλάβη με το να βρίσκεται εκτός εργασίας και υπό καθεστώς αβεβαιότητας. Ότι, παρά το γεγονός ότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του στο διαγωνισμό και έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε συναφθεί η σύμβαση εργασίας του με την τρίτη των εναγομένων "ΔΕΗ Α.Ε.", η τελευταία δεν αποδεχόταν τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του από 1.1.2003, που είχαν προσληφθεί οι υπόλοιποι επιτυχόντες του διαγωνισμού, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί αυτή υπερήμερη. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε: 1)Να αναγνωριστεί ότι μεταξύ του ιδίου και της τρίτης των εναγομένων, "ΔΕΗ Α.Ε.", υφίσταται σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα Τ4/Α, από 31.1.2003, 2)α)να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 81.671,35 ευρώ, και δη ως αποζημίωση το πρώτο των εναγομένων εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και το δεύτερο εναγόμενο "Α.Σ.Ε.Π." για τη ζημία που υπέστη από την απώλεια των αποδοχών του για το διάστημα από 1.1.2004 μέχρι και 31.12.2009 και ως μισθούς υπερημερίας η τρίτη των εναγομένων, "ΔΕΗ Α.Ε.", και β)το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 552/2013 απόφασή του, αφού έκρινε οτι είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς: i)Απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου των εναγομένων, Α.Σ.Ε.Π., λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, διότι το τελευταίο δεν έχει δική του νομική προσωπικότητα, αλλά αποτελεί ανεξάρτητη διοικητική αρχή εντασσόμενη στην εκτελεστική λειτουργία του Κράτους, και στη δίκη για την αγωγή αποζημίωσης, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, νομιμοποιείται παθητικώς το Δημόσιο, πρώτο των εναγομένων. ii)Απέρριψε συνολικά την αγωγή κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της τρίτης των εναγομένων, "ΔΕΗ Α.Ε.", και δη ως μη νόμιμη κατά το μέρος της που αφορούσε σε αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας, ως μη νόμιμη κατά το μέρος της που αφορούσε σε συμβατική ευθύνη της ίδιας εναγομένης για το χρονικό διάστημα έως τις 21.7.2008 και ως αόριστη για τη μετέπειτα χρονική περίοδο. Τέλος, αφού απέρριψε το άνω υπ' αριθ. 1 αίτημα ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος ως προς το πρώτο των εναγομένων, Ελληνικό Δημόσιο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του τελευταίου, υποχρεώνοντας το εν λόγω εναγόμενο (παρά τον κατά τα ανωτέρω αναγνωριστικό χαρακτήρα του αιτήματος) να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων ενός ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (22.001,82 ευρώ), νομιμοτόκως, και συγκεκριμένα, δεκαεπτά χιλιάδες ένα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτά (17.001,82 ευρώ) ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2009 και μετά - ενώ για το προηγούμενο διάστημα δέχθηκε ότι η σχετική αξίωση του ενάγοντος είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, και πέντε χιλιάδες (5.000) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν το μεν πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, την από 30.12.2015 (με αρ. εκθ. κατ. 341/31.12.2015) έφεση, απευθυνόμενη κατά του ενάγοντος και της τρίτης των εναγομένων, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.", ο δε ενάγων αφενός με την από 30.12.2015 (με αρ. εκθ. κατ. 342/31.12.2015) έφεσή του, απευθυνόμενη κατά του πρώτου των εναγομένων, Ελληνικού Δημοσίου, και αφετέρου με την με αρ, εκθ. κατ. 100/3.8.2016 έφεση, απευθυνόμενη κατά της τρίτης των εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.". Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη, υπ' αριθ. 351/2018, απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις αυτές, και δη την πρώτη από αυτές (του Ελληνικού Δημοσίου) ερήμην της δεύτερης των εφεσίβλητων, και την τρίτη από αυτές ερήμην της εφεσίβλητης, "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", που υπεισήλθε στη θέση στη αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.", και, αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της πρώτης έφεσης ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων, "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", καθώς και της τρίτης έφεσης, και διέταξε το χωρισμό της πρώτης έφεσης ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων, ακολούθως: Έκαμε τυπικά και ουσιαστικά τις από 30.12.2015 (με αρ. εκθ. κατ. 341/31.12.2015) και από 30.12.2015 (με αρ. εκθ. κατ. 342/31.12.2015) εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 552/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθ' ο μέρους αφορούσε στη δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε κατά το ίδιο μέρος της την πρωτοβάθμια απόφαση και, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή ως προς το πρώτο των εναγομένων, Ελληνικό Δημόσιο, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ογδόντα μίας χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (81.671,35 ευρώ), νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τις αποδοχές που απώλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 1.6.2009. 3. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήριο, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 115/2024, 4/2018, 59/2017). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 115/2024, 329/2018, 397/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2). Με τη διάταξη, δε, του άρθρου 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α)οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...γ)...., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήριο απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές .... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Ακόμη, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί, κατά δε το άρθρο 1 παρ. 2 ίδιου νόμου στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά α)...β)...η)την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, θ)τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου οι οποίες ρυθμίζονται στις διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται είτε με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, είτε από υλικές ενέργειες που τελέστηκαν σε συνάρτηση προς της οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου και αυτό ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 115/2024). Με βάση τα παραπάνω, συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια συντελέστηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 115/2024, 1627/2017, 1602/2012, ΣτΕ 872/2015). Τέτοιες, δε, ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι και εκείνες που προέρχονται από την αμφισβήτηση του χρόνου κατάρτισης των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όταν η πρόσληψη υπαλλήλου συναρτάται με απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., που στη συνέχεια ακυρώθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, και αυτός διορίστηκε με νεότερη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τούτο, διότι οι πράξεις αυτές έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία μισθολογικών διαφορών και εφόσον οι διαφορές αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυσή τους αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 147/2023, 1366/2018, 533/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας λόγο της έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο το τελευταίο, επικαλούμενο έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, παραπονέθηκε ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή, έκρινε ότι: ".... με την αγωγή του ενάγοντος, που ζητάει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με βάση τις διατάξεις του άρθρου 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, εισήχθη διαφορά που στηρίζεται σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η δε επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια των οργάνων του δευτέρου εναγομένου Α.Σ.Ε.Π. φέρεται να συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια και με υπόβαθρο τη σχέση αυτή. Ενόψει τούτου .... για την εκδίκαση της ανωτέρω αγωγής δικαιοδοσία, βάσει του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος, έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια. Επομένως ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του δέχθηκε, ότι η ένδικη διαφορά και ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το τελευταίο με τον συναφή λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς αποφάνθηκε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι, σε ακολουθία και όσων στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται, πρόκειται για διαφορά προερχόμενη από την αμφισβήτηση του χρόνου κατάρτισης σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η δε πρόσληψη του ενάγοντος ως υπαλλήλου της εταιρείας "ΔΕΗ ΑΕ" συναρτάται με απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., που στη συνέχεια ακυρώθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, και αυτός διορίστηκε με νεότερη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι δε πράξεις αυτές είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία μισθολογικής διαφοράς, η οποία έχει ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1, αληθώς όμως από τον αριθ. 4 ΚΠολΔ, διατείνεται τα αντίθετα, και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτό παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επειδή, κατά το ίδιο, η ένδικη διαφορά, αφορώντας σε ενάσκηση δημόσιας εξουσίας από το ΑΣΕΠ, συνιστά διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός της μεταγενέστερης σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και θα έπρεπε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 94 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η' του ν. 1406/1983, να απορριφθεί η αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της διαφοράς. 4. Από τις διατάξεις των άρθρων 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α' 164), 71 παρ. 1 και 72 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), 101Α του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Α' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, 2 του εκτελεστικού του άρθρου 101Α του Συντ. ν. 3051/2002 "Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις (Α' 220), 103 παρ. 7 εδ. α' του Συντάγματος, 2, 3 και 11 του ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης" (Α' 26), συνάγεται ότι τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των ανεξάρτητων αρχών κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές ενέχονται σε αποζημίωση από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, εφόσον αυτές είτε έχουν ιδία νομική προσωπικότητα είτε, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα, έχουν, για την πραγμάτωση του σκοπού τους, οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, άλλως, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η σχετική ευθύνη ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση ασκήσεως σχετικής αγωγής.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις ίδιες διατάξεις, το Α.Σ.Ε.Π. που συνεστήθη με το άρθρο 2 του ν. 2190/1994 είναι ανεξάρτητη αρχή που έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, χωρίς, όμως, ιδία νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο. Ως εκ τούτου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Α.Σ.Ε.Π. δεν ευθύνεται το ίδιο, αλλά το Δημόσιο, το οποίο, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, νομιμοποιείται σχετικώς στη σχετική δίκη (ΣτΕ 2113/2021, 390/2019, 787/2017, 1535/2016, 2783/2015).

Εξάλλου, καθ' ερμηνεία των διατάξεων καθ' ερμηνείαν των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α' 8), γίνεται δεκτό το Α.Σ.Ε.Π., ως όργανο της Διοικήσεως, συμμορφούμενο προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου διοικητικού δικαστηρίου, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφισταμένη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως, η οποία προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη αυτή, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές εν τω μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδον άλλες με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στην θέση στην οποίαν θα ευρίσκοντο, εάν εξ αρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη (ΣτΕ 787/2017, ΑΠ 1617/2022, ΑΠ 1402/2021).

Περαιτέρω, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι τον αναιρετικό λόγο με αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 208/2021, 28/2021). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 1569/2024, 2/2024, 679/2023).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ και 2 του ν. 2190/1994, κρίνοντας ότι το Δημόσιο νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση υπόθεση και δέχθηκε περαιτέρω ότι αποτελεί ευθύνη του ΑΣΕΠ ο αναδρομικός χαρακτήρας του διορισμού και σε διαφορετική περίπτωση υφίσταται παράνομη παράλειψη του Δημοσίου, εκ της οποίας γεννάται αποζημιωτική ευθύνη προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την παρανομία, αφού το Α.Σ.Ε.Π., συμμορφούμενο προς την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρήγγειλε στην τρίτη εναγομένη ΔΕΗ την εγγραφή του ενάγοντος στον πίνακα διοριστέων και έτσι εξαντλήθηκε η κατά νόμον αρμοδιότητα και ευθύνη αυτού και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται παράνομη παράλειψη του Δημοσίου, εις το οποίον εντάσσεται ως διοικητικό όργανο το Α.Σ.Ε.Π., να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην πράξη διορισμού του και να του καταβάλει αναδρομικώς αποδοχές, καθ' όσον τούτο ανάγεται στην αρμοδιότητα των οργάνων των φορέων διορισμού του, ήτοι της τρίτης εναγομένης ΔΕΗ, της οποίας αυτός τυγχάνει υπάλληλος. Με τον δε τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι στην αγωγή δεν διαλαμβάνεται ότι το Α.Σ.Ε.Π. παρανόμως παρέλειψε να προσδώσει αναδρομικότητα στον διορισμό του αναιρεσιβλήτου, η δε επικαλούμενη από τον αντίδικο ζημία του δεν τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την ακυρωθείσα 521/17.2.2003 απόφαση του Ε' Τμήματος του ΑΣΕΠ, στην οποία είχε ενσωματωθεί, καθ' ο μέρος αφορούσε στον ενάγοντα, η 1539/15.7.2002 απόφαση του ιδίου Τμήματος, με την οποία αυτός διαγράφηκε από τον πίνακα διοριστέων, αλλά με τη, μη διαλαμβανόμενη στη αγωγή, παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να προσδώσουν στον διορισμό του αναδρομική ισχύ. Σε σχέση με τους ως άνω λόγους αναίρεσης λεκτέα, σε συνάρτηση και με όσα κατά περίπτωση στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, τα ακόλουθα: Ο αμέσως προαναφερόμενος (τρίτος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη επειδή λείπει το ως άνω στοιχείο, ήτοι δεν διαλαμβάνεται η κατά τα ανωτέρω παράλειψη του Α.Σ.Ε.Π. να προσδώσει αναδρομικότητα στον διορισμό του ενάγοντος και νυν αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά την αγωγή, την επικαλούμενη ζημία σε βάρος του ενάγοντος, καθ' ο μέρος αφορά στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, φέρεται να προκάλεσαν αφενός οι παράνομες οι υπ' αριθ. 1539/2002 και 521/2003 αποφάσεις του Α.Σ.Ε.Π. και αφετέρου, όπως ευθέως συνάγεται από τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, με την παράλειψη του ΑΣΕΠ, που με την υπ' αριθ. 2042/21.7.2008 απόφασή του ανακάλεσε την υπ' αριθ. 521/2003 απόφασή του, στην οποία είχε ενσωματωθεί, κατ' ο μέρος αφορά στον ενάγοντα, η με αριθ. 1539/15.7.2002 απόφασή του, και διέταξε την εγγραφή του ενάγοντος στον πίνακα διοριστέων της κατηγορίας Τεχνικών (Τ4) της ειδικότητας Ηλεκτρονικών Δικτύων (Τ4/Α) της περιοχής Λάρισας του Ν. Λάρισας, να προσδώσει αναδρομικότητα στον διορισμό του, με αποτέλεσμα η πρόσληψή του να πραγματοποιηθεί μεταγενεστέρως (κατά την αγωγή την 1.1.2010). Επομένως, σε αντίθεση με όσα το αναιρεσείον υποστηρίζει, το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για τη νομική βασιμότητα της αγωγής και ορθώς έκρινε αυτήν ως νομικά βάσιμη.

Περαιτέρω, σε ακολουθία όσων κατά τα ανωτέρω περί της παράνομης συμπεριφοράς του Α.Σ.Ε.Π. διαλαμβάνονται στην αγωγή, αυτή περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αφού το Α.Σ.Ε.Π. δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα (και οικονομική αυτοτέλεια) σε σχέση με το Δημόσιο και, ως εκ τούτου, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ΑΣΕΠ ευθύνεται το Δημόσιο, το οποίο, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, όπως εν προκειμένω, νομιμοποιείται σχετικώς στη σχετική δίκη. Η παράνομη, δε, συμπεριφορά του του Α.Σ.Ε.Π., συνίσταται, εν προκειμένω στις παραπάνω παράνομες πράξεις του, αλλά και στην παράλειψή του να προσδώσει αναδρομικότητα στον διορισμό του ενάγοντος, κατά τα άνω αναφερόμενα, αφού το Α.Σ.Ε.Π., όπως παραπάνω επισημαίνεται, ως όργανο της Διοίκησης, συμμορφούμενο προς την ως άνω ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα έπρεπε, εκτός του να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη του, να προβεί και σε θετική ενέργεια για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης, η οποία προέκυψε από την ακυρωθείσα πράξη του, προσδίδοντας, εν προκειμένω, αναδρομικότητα στην εγγραφή του στον πίνακα των διοριστέων. Συνακόλουθα, η αγωγή περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, και το δευτεροβάθμιο, που αποφάνθηκε ομοίως και δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου, απορρίπτοντας τον οικείο, πρωτοδίκως αλλά και με λόγο εφέσεως, προταθέντα ισχυρισμό του τελευταίου, έκρινε ορθώς και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο δε ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Εξάλλου, κρίνοντας στη συνέχεια επί της ουσίας την υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 1/2001 προκήρυξης, η Δ.Ε.Η. προκήρυξε διαγωνισμό για την πλήρωση 132 θέσεων προσωπικού διαφόρων ειδικοτήτων και κατηγοριών ΠΕ και ΔΕ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Μεταξύ των θέσεων που προκηρύχθηκαν ήταν και 7 θέσεις ηλεκτροτεχνικών δικτύων (Τ4/Α), εκ των οποίων η μία προοριζόταν για πολύτεκνους ή τέκνα πολυτέκνων. Επιθυμώντας να προσληφθεί στη Δ.Ε.Η. και μάλιστα ως τέκνο πολυτέκνων, ο ενάγων υπέβαλε τα δικαιολογητικά του στις 20.9.2001, όντας κάτοχος απολυτηρίου της 2ης Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Λάρισας ειδικότητας Εσωτερικών Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων με βαθμό και άδεια ειδικότητας ηλεκτροτεχνίτη Στ' ειδικότητας εναέριων γραμμών, υπογείων δικτύων και σταθμών. Εν συνεχεία η Δ.Ε.Η. συνέταξε τους πίνακες επιτυχόντων και κατέταξε τον ενάγοντα πρώτο στον πίνακα τέκνων πολύτεκνων οικογενειών, ο οποίος κατέλαβε τη μοναδική από τις επτά θέσεις της ειδικότητας ηλεκτροτεχνικών δικτύων (Τ4/Α) στη Λάρισα. Επειδή η Δ.Ε.Η. υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, απέστειλε στους πίνακες επιτυχόντων στον ΑΣΕΠ. Με την υπ' αριθ. ...-2002 απόφαση του Ε' Τμήματός του, το ΑΣΕΠ διέγραψε τον ενάγοντα από τον επικουρικό πίνακα των τέκνων πολύτεκνων οικογενειών και τον κατέταξε στο γενικό επικουρικό πίνακα, σύμφωνα με το βαθμό του. Η αιτιολογία του ΑΣΕΠ ήταν ότι, αφού δεν υπήρχαν υποψήφιοι σε κύριο πίνακα πολύτεκνων οικογενειών, η 7η θέση της Τ4/Α δεν θα καλυπτόταν από τον επικουρικό πίνακα των τέκνων πολύτεκνων οικογενειών αλλά από το γενικό κύριο πίνακα. Έτσι κρίθηκε διοριστέος ο Ι. Κ. Κατά της πράξης αυτής ο ενάγων άσκησε αίτηση θεραπείας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ...-2003 απόφαση του Ε' Τμήματος του ΑΣΕΠ. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. ...-2002 απόφασή του το ΑΣΕΠ κύρωσε τους πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού, οι οποίοι δημοσιεύθηκαν στο Φ.Ε.Κ. 269/25-9-2002 τεύχος παράρτημα. Κατά των υπ' αριθ. ...-2002 και ...-2002 αποφάσεων του ΑΣΕΠ, ο ενάγων προσέφυγε ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο με την υπ' αριθ. ...-2008 απόφαση του Γ' Τμήματός του, έκρινε ότι το ΑΣΕΠ προέβη σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 2 του Συντ., 1 παρ. 10 του Ν. 2527/1997 και 14 παρ. 6 του Ν. 2190/1994 και αφού ακύρωσε τις υπ' αριθ. ...-2023 και ...-2002 αποφάσεις του ΑΣΕΠ, ανέπεμψε την υπόθεση στο τελευταίο. Συμμορφούμενο με την απόφαση του ΣτΕ, το ΑΣΕΠ εξέδωσε την υπ' αριθ. ...-2008 απόφασή του, με την οποία ανακάλεσε την υπ' αριθ. ...-2003 απόφαση του Ε' Τμήματός του, στην οποία είχε ενσωματωθεί η υπ' αριθ. ...-2002 απόφαση του ιδίου Τμήματος και παρήγγειλε στη Δ.Ε.Η. την εγγραφή του ενάγοντος στον πίνακα διοριστέων της κατηγορίας Τεχνικών (Τ4) της ειδικότητας Ηλεκτρονικών Δικτύων (Τ4/Α) της περιοχής Λάρισας του Νομού Λάρισας, παραλείποντας να προσδώσει αναδρομικότητα στο διορισμό του. Εν συνεχεία η ΔΕΗ, εκτελώντας την απόφαση του ΑΣΕΠ, συμπεριέλαβε τον ενάγοντα στον πίνακα κατάταξης επιτυχόντων Ηλεκτροτεχνικών Δικτύων της Περιοχής Λάρισας της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής του Ν. Λάρισας και απέστειλε προς δημοσίευση τον εν λόγω πίνακα, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 980/23.10.2008, τεύχος τρίτο, και προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 1.6.2009 (.....), στη θέση ηλεκτροτεχνικών δικτύων (Τ4/Α) στη Λάρισα, χωρίς η πρόσληψή του να έχει αναδρομικό χαρακτήρα και με το υπ' αριθμ. ....2010 έγγραφό της, ενημέρωσε το ΑΣΕΠ για τις άνω ενέργειές της. Από τα ανωτέρω περιστατικά συνάγεται ότι το ΑΣΕΠ, με τις αποφάσεις του ...-2003 και ...-2002, αφενός μεν διέγραψε παράνομα τον ενάγοντα από τους πίνακες επιτυχόντων της Δ.Ε.Η., με συνέπεια αυτός να μην διοριστεί από 1-1-2003, όπως οι υπόλοιποι επιτυχόντες του προαναφερόμενου διαγωνισμού, αλλά μόλις στις 1-6-2009 και όχι στις 1-1-2010, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο ίδιος με την αγωγή του και δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφετέρου παρέλειψε να προσδώσει αναδρομικότητα στο διορισμό του, όπως υποχρεούνταν.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ και 914 του ΑΚ, αποζημίωση για την ζημία, που υπέστη από την ως άνω παράνομη ενέργεια των οργάνων του πρώτου εναγομένου. Τούτο διότι, παρόλο που προέβη, κατ' επίκληση της ανωτέρω ακυρωτικής απόφασης, σε κατάταξη του ενάγοντος σε θέση διοριστέου, παρέλειψε να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην πράξη διορισμού του και να του καταβάλει αποδοχές για όλο το χρονικό διάστημα που ανατρέχει ο αναδρομικός διορισμός, ευθέως από την ακυρωτική απόφαση, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη μνεία σ' αυτή (....). Η παράλειψη αυτή του ΑΣΕΠ είναι παράνομη και, συνεπώς, γεννάται αξίωση προς αποζημίωση του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Επομένως, η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των περί αδικοπραξίας διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, δεν είναι εσφαλμένη και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τον τρίτο λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνεπώς, η ζημία που υπέστη ο ενάγων συνίσταται στις αποδοχές που θα λάμβανε από το χρόνο που θα έπρεπε να προσληφθεί μέχρι το χρόνο που πραγματικά προσλήφθηκε, ήτοι στις 1-6-2009....". Με τις παραδοχές του αυτές, δηλαδή κρίνοντας ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον ευθύνεται, ως νομιμοποιούμενο παθητικά, για την εκτιθέμενη πιο πάνω παράνομη συμπεριφορά του Α.Σ.Ε.Π. και την επελθούσα ζημία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ και ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
5. Στον ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (Α' 247), όπως ίσχυε κατά το χρόνο γένεσης των ένδικων αξιώσεων, πριν καταργηθεί με το άρθρο 177 παρ. 1 του ν. 4270/2014 "Αρχές Δημοσιονομικής Διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις" (Α' 143), ορίστηκε στο άρθρο 90 οτι: "Όποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και στο άρθρο 91 οτι: "Επιφυλασσομένη κάθε άλλης ειδικής διατάξεις του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής....". Στις απαιτήσεις, δε, κατά του Δημοσίου, οι οποίες υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή βάσει των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία (ΑΠ 737/2024). Δηλαδή, παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος τούτου μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή (ΟλΑΠ 33/1988). Κατά την έννοια δε των διατάξεων αυτών, η αξίωση αποζημίωσης από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη τέτοιας ενέργειας οργάνων του Δημοσίου, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (το οποίο κατ' άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2362/1995 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 1366/2012, 527/2024, 666/2018).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Κατά τη διάταξη αυτή οι οιασδήποτε φύσεως αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την ανάγκη ταχεία εκκαθάρισης αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάρος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων. Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, ΑΠ 1047/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α' του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ. (ΑΠ 737/2024, 1264/2019, 1241/2018). Ως έγερση, δε, της αγωγής, η οποία επιφέρει κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ διακοπή της παραγραφής, νοείται κατά το άρθρο 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ολοκλήρωση της άσκησης αυτής με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στον εναγόμενο οφειλέτη (ΑΠ 737/2024, 1536/2022) και, επομένως, για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό απαιτείται η έγκυρη επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής (ΑΠ 737/2024, 720/2019). Η κατά τα άνω προβλεπόμενη διακοπή της παραγραφής προϋποθέτει την εισαγωγή της υπόθεσης με αγωγή στο έχον δικαιοδοσία δικαστήριο, αφού σε διαφορετική περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση των συνεπειών άσκησής της. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' του ν. 2362/1995 "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 737/2024, 3/2020, 672/2018, 570/2018, 533/2018).

Εν προκειμένω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου έως και τις 31.12.2008 είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (καθώς η αγωγή κατατέθηκε στις 30.12.2010 και δεν προέκυπτε ότι επιδόθηκε στο εναγόμενο μέχρι και τις 31.12.2010), την οποία έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ο ενάγων με την έφεσή του (συνδυαστικά με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αυτής) υποστήριξε ότι η αξίωσή του δεν είχε παραγραφεί, προτείνοντας τη διακοπή αυτής λόγω επίδοσης της αγωγής του στις 30.12.2010.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αποφάνθηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος, κατά παραδοχή ως βάσιμων όσων σχετικώς υποστήριξε με την έφεσή του ο τελευεταίος, δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, διαλαμβάνοντας στην αιτιολογία του τα εξής:

"...Συνεπώς, η ζημία που υπέστη ο ενάγων συνίσταται στις αποδοχές που θα λάμβανε από το χρόνο που θα έπρεπε να προσληφθεί μέχρι το χρόνο που πραγματικά προσλήφθηκε, ήτοι στις 1-6-2009. .....Στην προκειμένη περίπτωση, για τις αξιώσεις του ενάγοντος, ο οποίος δεν είναι δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 1.6.2009, οι οποίες είναι βάσιμες κατά τα ως άνω γενόμενα δεκτά, ισχύει η 5ετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ΚΔΛ, η οποία αρχίζει βάσει του άρθρου 91 εδ. α' του ΚΔΛ από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Επομένως, οι εν λόγω αξιώσεις δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή, εφόσον γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες με την δημοσίευση του ως άνω πίνακα διοριστέων της κατηγορίας Τεχνικών (Τ4) της ειδικότητας Ηλεκτρονικών Δικτύων (Τ4/Α) της περιοχής Λάρισας του Νομού Λάρισας στο ΦΕΚ 980/23.10.2008, τ. Γ' και τον διορισμό του ενάγοντος στις 1/6/2009 στη ΔΕΗ, οπότε οριστικοποιήθηκε η μη αναδρομική ισχύς του διορισμού, μέχρι δε την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (30.12.2010) δεν είχε παρέλθει 5ετία. Η δε παραγραφή διεκόπη με την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 30-12-2010 (βλ. υπ' αριθμ. ...-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ., που παραδεκτά κατ' άρθρα 529 παρ. 1 ΚΠολΔ προσκομίζεται), όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την έφεσή του, προβάλλοντας παραδεκτά αντένσταση διακοπής της παραγραφής (527, 269 ΚΠολΔ), η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε επέλθει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής κατά τα προαναφερθέντα. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως προς τον χρόνο της παραγραφής, δεχόμενο τη διετία και ως προς την αφετηρία του χρόνου της παραγραφής, για την οποία δέχθηκε: αυτών από μηνιαίους μισθούς για καθέναν από αυτούς το τέλος του αντίστοιχου μήνα, από δώρα Χριστουγέννων το τέλος του αντίστοιχου έτους, από δώρα Πάσχα η 30η Απριλίου του αντίστοιχου έτους και από επιδόματα αδείας η τελευταία ημέρα του οικείου έτους, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την έφεσή του. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση αναδρομικές για το διάστημα από 1/1/2004 (όπως ζητεί με την αγωγή του) μέχρι 1-6-2009 ......

Συνεπώς, η ζημία που υπέστη ο ενάγων και συνίσταται στις αποδοχές που θα λάμβανε από 1/1/2004 έως 1/6/2009 που προσλήφθηκε από τη ΔΕΗ, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 88.074,45 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων ζητεί το ποσό των 81.671,35 ευρώ και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 17.001,82 ευρώ έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του συναφούς λόγου της εφέσεως του ενάγοντος.....". Το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις εξής πλημμέλειες: Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 8, ορθώς όμως μόνο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 και όχι στη διετή παραγραφή της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (90 του ν. 2362/1995), όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο λαμβάνοντας αυτεπαγγέλτως υπόψη την τελευταία αυτή παραγραφή, έκρινε το ζήτημα αυτό, ήτοι της εφαρμοστέας διάταξης για το ζήτημα της παραγραφής, χωρίς να περιλαμβάνεται σχετικός λόγος στην έφεση του ενάγοντος, ο οποίος πρότεινε μόνο τη διακοπή της παραγραφής και δεν προσέβαλε ως εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση ότι η παραγραφή είναι διετής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, συνεπεία δε τούτου, κάνοντας δεκτή την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το άνω μέρος της και επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος μεγαλύτερη αποζημίωση από εκείνη που του είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, περιλαμβάνουσα πλέον και τους μισθούς του διαστήματος από 1.1.2004 έως και 31.12.2008. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος, διότι με την πρόταση, εκ μέρους του ενάγοντος, της διακοπής της παραγραφής, το ζήτημα της παραγραφής μεταβιβάστηκε εν συνόλω στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και, συνακόλουθα, στο Εφετείο εναπόκειτο να εφαρμόσει την ορθή διάταξη, που προβλέπει την ληφθείσα αυτεπαγγέλτως υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραγραφή. Η παραγραφή αυτή είναι η πενταετής που προβλεπόταν από την ισχύουσα τότε διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 και όχι η διετής της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού πρόκειται για αξίωση κατά του Δημοσίου που πηγάζει από αδικοπραξία, και δη από παράνομες πράξεις και παράλειψη των οργάνων του τελευταίου, ο δε ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου του Ελληνικού Δημοσίου. Στην τελευταία μόνο περίπτωση, που εν προκειμένω όμως δεν συντρέχει, η προβλεπόμενη παραγραφή θα ήταν η μικρότερη, και δη η διετής της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η οποία, όπως στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη επισημαίνεται, έχει θεσπισθεί για τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που εκεί αναφέρονται.

Συνεπώς, κρίνοντας ως ανωτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των 90 παρ. 1 και 3 του ν. 2362/1995, κρίνοντας ως εφαρμοστέα την πρώτη από αυτές και μη εφαρμοστέα τη δεύτερη, ενώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και, συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενώ, εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τις διατάξεις αυτές, θα έπρεπε να κρίνει, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, ότι οι απαιτήσεις του υπόκεινται σε διετή παραγραφή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, καθώς ναι μεν αυτός δεν είναι δημόσιος υπάλληλος, πλην όμως πρόκειται για απαιτήσεις από αποδοχές, και δη οφειλόμενες ως αποζημίωση, για τις οποίες ευθύνεται το Δημόσιο. Τέλος, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό η παραγραφή των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου είναι η πενταετής της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής καθώς και του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος για το διάστημα έως τις 31.12.2005 δεν υπέπεσαν στην παραγραφή αυτή, αφού, ενώ οι απαιτήσεις αυτές του αναιρεσιβλήτου κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες από τη δημοσίευση του ως άνω πίνακα διοριστέων στο ΦΕΚ 980/23.10.2008, η αγωγή ασκήθηκε στις 30.12.2010. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η έναρξη της παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου ήταν ενιαία, αφορώντας το σύνολο των αποδοχών που αυτός απώλεσε και τις οποίες η αξίωση αυτή (αποζημίωσης) καταλαμβάνει, δηλαδή και τις αποδοχές που αυτός θα ελάμβανε από 1.1.2004 έως τις 31.12.2005. Ειδικότερα η αξίωση του αναιρεσβλήτου για την καταβολή των αποδοχών του από 1.1.2004 και εφεξής γεννήθηκε και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από την ημερομηνία δημοσίευσης του διορισμού του στο ΦΕΚ (23.10.2008) και με το διορισμό του στη ΔΕΗ στις 1-6-2009, οπότε οριστικοποιήθηκε η μη αναδρομική ισχύ του διορισμού και άρχεται η έναρξη της παραγραφής (πρβλ ΣΤΕ 416/2024) η οποία (πενταετής παραγραφή) ως προς την ενιαία αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής του (30.12.2010).

6. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως των δικαστικών εξόδων κατ' άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.3.2019 (με αρ. εκθ. κατ. 14/18.3.2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 351/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή