Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1155 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1155/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Γεωργία Καπόρη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Δ. Δ. του Β., 2.Κ. Δ. του Α., 3.Κ. Ε. του Α., 4.Κ. Μ. του Ν., 5.Μ. Α. του Ι.,6.Ν. Ε. του Β., 7.Π. Δ. του Θ.,8.Τ. Μ. του Γ., 9.Φ. Β. του Χ., 10.Σ. Π. του Θ., 11.Ν. Γ. του Δ.,12.Γ. Κ. του Κ.,13. Π. Χ. του Χ.,14. Α. Γ. του Γ., 15. Δ. Ο. του Κ., 16. Δ. Χ. του Γ., 17.Δ. Α. του Π., 18. Θ. Α. του Δ., 19. Κ. Μ. του Ι.,20.Κ. Γ. του Δ., 21.Κ. Β. του Η.,22.Κ. Ε. του Σ., 23.Κ. Ε. του Ν., 24.Μ. Χ. του Β., 25.Μ. Χ. του Γ., 26.Μ. Μ. του Μ., 27.Μ. Α. του Α., 28.Μ. Κ. του Γ., 29.Μ. (B.) Ε. (E.) του Τ. (T.), 30.Μ. Χ. του Π., 31. Ξ.-Κ. Γ. του Σ., 32.Ξ. Α. του Κ., 33.Π. Σ. του Χ., 34.Π.-Α. Χ. του Π., 35.Π. Β. του Κ., 36.Π. Ε. του Χ., 37.Σ. Ζ. του Ι., 38. Σ. Ε. του Γ., 39.Σ. Δ. του Κ., 40.Σ. Π. του Δ., 41.Τ. Β. του Α., 42.Τ. Β. του Μ., 43.Χ. Τ. του Ν., 44.Χ. Ν. του Α., 45.Β. Α. του Γ., 46.Γ.-Λ. Ζ. του Χ., 47.Ε. Ε. του Μ., 48.Ι. Σ. του Π., 49.Κ. Σ. του Τ., 50.Κ. Τ. του Τ., 51.Κ. Χ. του Α., 52.Κ. Β. του Γ., 53.Μ.-Ο. Φ. του Τ., 54.Μ. Δ. του Δ., 55.Π. Π. του Γ., 56.Σ. Μ. του Ε., 57.Σ. Α. του Σ., 58.Σ. Ε. του Ν., 59.Σ. Π. του Π., 60.Χ. Α. του Χ., 61.Χ.-Χ. Χ. του Μ., 62. Χ. Ν. του Χ., 63.Ψ. Η. του Κ., 64.Β. Ε. του Δ., 65.Β. Θ. του Τ., 66.Γ. Ε. του Θ., 67.Κ. Σ. του Γ.,68. Λ. Κ. του Γ., 69. Λ. Ε. του Β., 70.Μ. Δ. του Α., 71. Μ. Ε. του Δ.,72.Ν. Μ. του Α., 73.Π. Ν. του Λ., 74.Τ.. Ε. του Ν., 75.Χ. Β. του Β., 76.Α.-Μ. Μ. του Α., 77.Α. Α. του Β., 78.Β. Φ. του Ι., 79.Β. Ε. του Ε., 80.Γ. Γ. του Α., 81.Ε. Σ. του Θ.,82. Ζ.-Μ. Ε. του Γ., 83.Ζ. Ε. του Α., 84.Κ. Α. του Χ., 85.Κ.-(Φ.) Γ. του Ι., 86.Λ. Π. του Ι., 87.Μ. Δ. του Σ., 88.Μ.-Π. Σ. του Ι., 89.Μ. Μ. του Ε., 90.Μ. Σ. του Θ., 91.Ν. Α. του Α., 92.Π. Π. του Δ., 93.Σ. Μ. του Γ., 94.Σ. Σ. του Γ., 95.Σ. Λ. του Ε., 96.Σ. Α. του Α., 97.Τ. Τ. του Γ., 98.Τ. Ε. του Ν., 99.Χ. Β. του Λ., 100.Χ. Μ. του Ν., 101.Α. Κ. του Δ., 102.Α.-Λ. Β. του Χ., 103.Β.-Χ. Α. του Α., 104.Γ. Μ. του Η., 105.Γ. Ε. του Α., 106.Ε. Σ. του Ε., 107.Μ. Γ. του Δ., 108.Ν. Ε. του Π., 109.Ν. Μ. του Α., 110.Π. Π. του Α., 111. Ρ. Γ. του Β. Κ. 112. Ψ. Β. του Ε., απάντων κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με α/α 1η, 3η, 9η,24η,32η, 47η,49η,51η,64η,65η,67η,68η,72η,73η,74η παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1317/2012 μη οριστική και 466/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3798/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το ναιρεσείον με την από 21-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν, δε, η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 59/2022, 1582/2021).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του Ν. 4305/2014, ορίζεται ότι "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α)στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β)στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει νομίμως αντικατασταθεί (ΑΠ 103/2024, 586/2023, 298/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 5.5.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 52/10.5.2023) κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, απευθυνόμενη κατά των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων, επαναφέρεται προς συζήτηση η από 21.11.2016 αίτηση του πρώτου κατά των εν λόγω αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της υπ' αριθ. 3798/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της αίτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 5.10.2021 που είχε αρχικώς ορισθεί. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρέστησαν αφενός το καλούν - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και αφετέρου οι με αριθ. 1, 3, 9, 24, 32, 47, 49, 51, 64, 65, 67, 68, 72, 73 και 74 των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων. Οι λοιποί (εκ των 112 συνολικά) καθ' ων η κλήση - αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς η δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την προσκομιζόμενη από το καλούν - αναιρεσείον υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Χ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω από 5.5.2023 κλήσης, με πράξη της Προέδρου του Β1 πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 6.2.2024, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18.3.2025), επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού (καλούντος - αναιρεσείοντος), νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Αντώνιο Ταμπάκο, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους ήδη πιο πάνω απόντες αναιρεσιβλήτους (ως εφεσιβλήτους) κατά τη συζήτηση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (3798/2015) του ως άνω Δικαστηρίου, με συνέπεια να θεωρείται αντίκλητος των εν λόγω διαδίκων, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Ταυτόχρονα, όπως προκύπτει από την αυτή πιο πάνω έκθεση επιδόσεως, στον ίδιο αντίκλητο δικηγόρο των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων επιδόθηκε και ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολήν αυτής δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
2. Τα υποστηριζόμενα, εξάλλου, με τις προτάσεις των παριστάμενων καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων, ότι η προκείμενη αναιρετική δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη κατ' άρθρο 260 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, διότι, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5.10.2021, παρήλθαν ενενήντα (90) ημέρες χωρίς να ζητηθεί (με κατάθεση κλήσης) ο προσδιορισμός της υπόθεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Και τούτο, ειδικότερα, διότι ναι μεν, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ισχύει αναλλοίωτο τουλάχιστον υπό την ισχύ του ΚΠολΔ ως προς την εφαρμογή του άρθρου 260, στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται, μεταξύ των άλλων, και οι διατάξεις του άρθρου 260 ιδίου Κώδικα, όμως ειδικώς η ως άνω πρόβλεψη περί κατάργησης της δίκης της παρ. 2 εδ. β' του εν λόγω άρθρου, όπως η παράγραφος είχε αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και διαμορφώθηκε ήδη με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 από 1.1.2022 (άρθρο 120 του αμέσως προαναφερόμενου νόμου), δεν αφορά στην αναιρετική δίκη (ούτε δε και στην δευτεροβάθμια), αλλά στον πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό, αποβλέποντας στην εκκαθάριση των πινακίων από αδρανείς υποθέσεις, την ταχεία επίλυση της διαφοράς και την εξυπηρέτηση της ασφάλειας του δικαίου. Το τελευταίο, άλλωστε, επισημαίνεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2025, με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 260 ΚΠολΔ και με την παρ. 2 του άρθρου αυτού εισήχθη το πρώτον αυτή η συνέπεια για την αδράνεια των διαδίκων ως προς τον προσδιορισμό της αγωγής μετά από ματαίωση της συζήτησής, καθώς πλέον ορίστηκε ότι "Στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 αν οι διάδικοι δεν λάβουν κανονικά μέρος στη δίκη η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται. Αν παρέλθουν εξήντα (60) ημέρες από τη ματαίωση χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Για τη νέα συζήτηση εφαρμόζονται αναλόγως οι προθεσμίες των άρθρων 215 παράγραφος 2 και 237 παράγραφοι 1 και 2". Με το δε άρθρο 16 του ν. 4843/2021, με το οποίο η παρ. 2 του άρθρου 260 ΚΠολΔ διαμορφώθηκε ως κατά τα ανωτέρω ισχύει μετά την 1.1.2022, επεκτάθηκε η σχετική πρόβλεψη και στις δίκες των ειδικών διαδικασιών και η προθεσμία για την επαναφορά της υπόθεσης σε νέα συζήτηση αυξήθηκε από εξήντα (60) ημέρες σε ενενήντα (90) ημέρες, προς διευκόλυνση των διαδίκων (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν. 4842/2021). Η εφαρμογή, πρέπει επιπροσθέτως να παρατηρηθεί, της παρ. 2 του άρθρου 260 ΚΠολΔ μόνο στην πρωτοβάθμια δίκη, προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενο της παραγράφου αυτής, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το ν. 4335/2015, καθώς παραπέμπει ως προς την επίδοση της κλήσης μετά τη ματαίωση στην παρ. 2 του άρθρου 215 ΚΠολΔ, ως προς δε την κατάθεση προτάσεων στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, δηλαδή στις προθεσμίες που ισχύουν για την πρωτοβάθμια δίκη. Παραλλήλως, στην αιτιολογική έκθεση των άνω νόμων (4335/2015 και 4842/2021) δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε μνεία περί εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 260 ΚΠολΔ, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το ν. 4335/2015, στη δίκη των ενδίκων μέσων. 3. H υπό κρίση από 21.11.2016 και με αριθ. εκθ. κατ. 7084/1004/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3798/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που το αναιρεσείον - εναγόμενο είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 466/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρ. 564 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, όπως όμως αυτό ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 6.12.2016 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 31.8.2015, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών που προβλεπόταν στο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως αυτό ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), το οποίο εν προκειμένω είναι εφαρμοστέο, επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη κατ' αντιμωλία εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είχε δημοσιευθεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου [άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 10/2018, ΑΠ 1064/2023, 585/2022, 460/2022, 788/2021, 817/2020, 80/2020)].
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 6 του Ν.765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2005). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. (ΑΠ 924/2023, 1029/2023, 142/2022, 598/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Εξάλλου, από τις ως άνω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 669 ΑΚ, 21 παρ. 2 και 3 του Ν. 2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (10.7.2001), και, τέλος, τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του π.δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19.7.2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω Κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημοσίου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοστεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιο τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας. Τούτο, διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/201 και 8/2011).
Στην περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18.4.2001) και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας (10.7.2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011). Προϋπόθεση, όμως, για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μη μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 660/2024, 1812/2023, 1610/2022, 237/2022, 706/2021, 788/2017), καθόσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική διάρκεια (ΑΠ 1610/2022, 237/2022).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη -μέλη και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C- 212/2004, ΑΠ 924/2023, 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/2017). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 παρ. 1, 2 και 4 του Π.Δ/τος 164/2004, οι ρυθμίσεις του οποίου κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380), ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ` όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφ` όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. ... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου". Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ιδίου πδ/τος ορίστηκε ότι, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτών, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω π.δ/τος, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ενόψει, όμως, του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν.2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007). Έτσι, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του πιο πάνω π.δ/τος 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ίδιου διατάγματος, δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα που δεν υπερβαίνει εκείνο των τριών μηνών (ΑΠ 732/2023) και οι οποίες είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργές έως την έναρξη αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Εάν, δε, δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω π.δ/γμα προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 αυτού δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε τοιαύτες αορίστου χρόνου δεν δύναται να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 1610/2022, 321/2022, 237/2022). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, η οποία κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (Ολ. ΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ. 1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικά Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ` αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3). Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές (ΑΠ 732/2023, 237/2022).
Σημειώνεται ότι η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου, διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (σχετ. Ολ. ΑΠ 16/2017, βλ. ΑΠ 732/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 1040/2022, 485/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021, ΑΠ 1745/2024, 518/2022). Ελέγχεται , δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου (ΑΠ 1762/2024, 19/2020, 2/2020). Ακόμη, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 30.7.2010 (με αρ. εκθ. κατ. 149007/4988/26.8.2010) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν τα εξής: Ότι απασχολούνται από το εναγόμενο ως καθαριστές και καθαρίστριες σχολικών κτιρίων, όπως ειδικότερα για καθέναν από αυτούς περιγράφεται, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων κατ' επίφαση μίσθωσης έργου, που στην πραγματικότητα συνιστούν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επειδή καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, η δε πρόσληψή τους με συμβάσεις μίσθωσης έργου δεν δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που έκαστος εξ αυτών παρείχε, ούτε υπαγορευόταν από άλλον ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι, συγκεκριμένα, απασχολήθηκαν από το εναγόμενο, καθένας από αυτούς κατά τα αμέσως κατωτέρω χρονικά διαστήματα: 1)Δ. Δ., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.1.2007 έως 30.6.2007, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 2)Κ. Δ., από 5.11.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 3)Κ. Ε., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 4)Κ. Μ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.1.2008 έως 30.6.2008, 5)Μ. Α., από 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 6)Ν. Ε., από 17.11.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 7)Π. Δ., από 1.9.1993 έως 30.6.1994, 1.9.1994 έως 30.6.1995, 1.9.1995 έως 30.6.1996, 1.9.1996 έως 30.6.1997, 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2010 έως 30.6.2010, 8)Τ. Μ., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.1.2008 έως 30.6.2008 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 9)Φ. Β., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.1.2008 έως 30.6.2008 και από 1.9.2009 έως 30.6.2010, 10)Σ. Π., από 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 11)Ν. Γ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.9.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 12)Γ. Κ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.1.2008 έως 30.6.2008 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 13)Π. Χ., από 1.3.2000 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 14)Α. Γ., από 1.3.2002 έως 30.6.2002, 1.11.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 15)Δ. Ο., από 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 16)Δ. Χ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 17)Δ. Α., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 18)Θ. Α., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 19)Κ. Μ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 20)Κ. Γ., από 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 21)Κ. Β., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 22)Κ. Ε., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 23)Κ. Ε., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 24)Μ. Χ., από 1.9.1995 έως 30.6.1996, 1.9.1996 έως 30.6.1997, 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 25)Μ. Χ., από 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 26)Μ. Μ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 27)Μ. Α., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 28)Μ. Κ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 29)Μ. (B.) Ε. (E.), από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 30)Μ. Χ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 31)Ξ. - Κ. Γ., από 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003-30-6-2004, 1.3.2005 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 32)Ξ. Α., από 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 33)Π. Σ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2007 έως 30.6.20017, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 34)Π. - Α. Χ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 35)Π. Β., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 36)Π. Ε., από 1.2.2003 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 37)Σ. Ζ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 38)Σ. Ε., από 1.12.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 39)Σ. Δ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 40)Σ. Π., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 41)Τ. Β., από 1.11.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 42)Τ. Β., από 1.10.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.,2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 43)Χ. Τ., από 10.9.1992 έως 30.6.1993, 1.9.1993 έως 30.6.1994, 1.9.1994 έως 30.6.1995, 1.9.1995 έως 30.6.1996, 1.9.1996 έως 30.6.1997, 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2020, 1.9.2020 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 44)Χ. Ν., από 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.20056, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 45)Β. Α., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 46)Γ. - Λ. Ζ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 47)Ε. Ε., από 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 48)Ι. Σ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 49)Κ. Σ., από 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 50)Κ. Τ., από 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 51)Κ. Χ., από 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 52)Κ. Β., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 53)Μ. - Ο. Φ., από 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009, 1.9.2009 έως 30.6.2010, 54)Μ. Δ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 55)Π. Π., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 56)Σ. Μ., από 1.9.2004 έωςω 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 57)Σ. Α., από 1.12.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 58)Σ. Ε., από 2.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 ές 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 59)Σ. Π., από 1.12.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και από 1.9.2009 έως 30.6.2010, 60)Χ. Α., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009, 1.9.2009 έως 30.6.2010, 61)Χ. - Χ. Χ., από 1.10.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 62)Χ. Ν., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009, 1.9.2009 έως 30.6.2010, 63)Ψ. Η., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 64)Β. Ε., από 1.9.2003 έως και 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 65)Β. Θ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 66)Γ. Ε., από 3.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.1.2002 έως 30.6.2002, 1.2.2003 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.3.2005 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 67)Κ. Σ., από. 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 68)Λ. Κ., από 1.9.1981 έως 30.6.1981, 1.2.1982 έως 30.6.1982, 1.9.1982 έως 30.6.1983, 1.9.1983 έως 30.6.1984, 1.9.1984 έως 30.6.1985, 1.9.1985 έως 30.6.1986, 1.9.1986 έως 30.6.1987, 1.9.1987 έως 30.6.1988, 1.9.1988 έως 30.6.1989, 1.9.1989 έως 30.6.1990, 1.1.1991 έως 30.6.1991, 1.2.1992 έως 30.6.1992, 1.9.1992 έως 30.6.1993, 1.9.1993 έως 30.6.1994, 1.9.1994 έως 30.6.1995, 1.9.1995 έως 30.6.1996, 1.9.1996 έως 30.6.1997, 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.3.2005 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.20078, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 69)Λ. Ε., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 70)Μ. Δ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 71)Μ. Ε., από 1.12.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 72)Ν. Μ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008 και 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 73)Π. Ν., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008 και 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 74)Τ. Ε., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008 και 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 75)Χ. Β., από 1.9.1986 έως 30.6.1987, 1.9.1987 έως 30.6.1988, 1.9.1988 έως 30.6.1989, 1.9.1989 έως 30.6.1990, 1.9.1990 έως 30.6.1991, 1.9.1991 έως 30.6.1992, 1.9.1992 έως 30.6.1993, 1.9.1993 έως 30.6.1994, 1.9.1994 έως 30.6.1995, 1.9.1995 έως 30.6.1996, 1.9.1996 έως 30.6.1997, 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 76)Α. - Μ. Μ., 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 77)Α. Α., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 78)Β. Φ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 79)Β. Ε., από 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 80)Γ. Γ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 81)Ε. Σ., από 1.5.2002 έως 30.6.2002, 1.11.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 82)Ζ. - Μ. Ε., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 83)Ζ. Ε., από 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 84)Κ. Α., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 85)Κ. - (Φ.) Γ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 86)Λ. Π., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 87)Μ. Δ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 88)Μ. - Π. Σ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 89)Μ. Μ., από 18.11.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 90)Μ. Σ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 91)Ν. Α., από 14.3.2006 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 92)Π. Π., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 93)Σ. Μ., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 94)Σ. Σ., από 1.3.2004 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 95)Σ. Λ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 96)Σ. Α., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 97)Τ. Τ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 98)Τ. Ε., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 99)Χ. Β., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 100)Χ. Μ., από 1.11.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 101)Α. Κ., από 1.9.1988 έως 30.6.1989, 1.1.1990 έως 30.6.1990, 1.2.1991 έως 30.6.1991, 1.9.1991 έως 30.6.1992, 1.9.1992 έως 30.6.1993, 1.9.1993 έως 30.6.1994, 1.9.1994 έως 30.6.1995, 1.9.1995 έως 30.6.1996, 1.9.1996 έως 30.6.1997, 1.9.1997 έως 30.6.1998, 1.9.1998 έως 30.6.1999, 1.9.1999 έως 30.6.2000, 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 102)Α. - Λ. Β., από 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 103)Β. - Χ. Α., από 1.10.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 104)Γ. Μ., από 1.3.2004 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 105)Γ. Ε., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 106)Ε. Σ., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 107)Μ. Γ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.1.2007 έως 30.6.2007, 1.1.2008 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 108)Ν. Ε., από 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 109)Ν. Μ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. 110)Π. Π., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 111)Ρ. Γ., από 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010, 112)Ψ. Β., από 1.9.2002 έως 30.6.2003, 1.9.2003 έως 30.6.2004, 1.9.2004 έως 30.6.2005, 1.9.2005 έως 30.6.2006, 1.9.2006 έως 30.6.2007, 1.9.2007 έως 30.6.2008, 1.9.2008 έως 30.6.2009 και 1.9.2009 έως 30.6.2010. Ζητούν, δε, α)να αναγνωριστεί, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, επικουρικώς δε, όπως εκτιμάται από το σύνολο όσων εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, και με εκείνες του μεταβατικού άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)να ακυρωθεί η από 30.6.2010 απόλυσή τους, που έλαβε χώρα χωρίς έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης, με τη λήξη της τελευταίας χρονικά σύμβασης έργου αυτών, και γ)να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί ως καθαρίστριες και καθαριστές σχολικών κτιρίων, καταβάλλοντας σ' αυτούς τις αντιστοιχούσες εκ του νόμου στην παραπάνω ειδικότητα αποδοχές τους, με απειλή χρηματικής ποινής 150 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσής του στην εν λόγω υποχρέωσή του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 466/2013 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκαμε δεκτή την αγωγή ως προς την κύρια βάση της από το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, την οποία και εκτίμησε ως μοναδική, και αναγνώρισε α)ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β)ότι είναι άκυρη η από 30.6.2010 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των πρώτων εκ μέρους του δευτέρου, ενώ γ)υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, ως καθαριστών και καθαριστριών σχολικών κτιρίων, καταβάλλοντας σ' αυτούς τις αντιστοιχούσες εκ του νόμου στην παραπάνω ειδικότερα αποδοχές τους, με απειλή χρηματικής ποινής 30 ευρώ σε βάρος του εναγομένου και υπέρ εκάστου των εναγόντων για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης του εναγομένου στην παραπάνω υποχρέωσή του. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 18.4.2013 (με αρ. εκθ. κατ. 2013/19.4.2013) έφεση, την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 3798/2015 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι ενάγοντες απασχολήθηκαν ως καθαριστές και καθαρίστριες δημόσιων σχολικών κτιρίων, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, έκαστη 10μηνης διάρκειας, ήτοι από 1η Σεπτεμβρίου έως 30 Ιουνίου κάθε σχολικού έτους, προσληφθείσες με πρώτη σύμβαση την 1/9/1980 η 69η, την 1/9/1986 η 76η, την 10/9/1992 η 44η, την 1/9/1993 ο 7ος, την 1/9/1995 η 25η, την 1/9/1997 η 33η, την 1/1/1998 η 51η, την 1/9/1998 οι 11η, 48η, 52η και 103η, την 1/9/1999 οι 21η και 50η, την 3/9/1999 η 67η, την 1/10/1999 η 43η, την 1/3/2000 η 14η, την 1/9/2000 οι 5η, 54η και 80η, την 1/9/2001 οι 32η και 45η, την 1/10/2001 η 105η, την 1/12/2001 η 72η, την 1/3/2002 η 15η, την 1/5/2002 η 82η, την 1/9/2002 οι 4η, 13η, 18η, 28η, 30η, 34η, 35η, 36η, 38η, 46η, 64η, 66ος, 71η, 73η, 77η, 78η, 81η, 94η, 97η, 100η, 107η, 112η και 114η, την 2/9/2002 η 59η, την 1/11/2002 η 102η, την 1/1/2003 οι 49η και 87η, την 1/2/2003 οι 37η και 111η, την 1/9/2003 οι 10η, 17η, 19η, 20η, 24η, 27η, 41η, 47η, 55η, 65η, 70η, 74η, 75η, 85η, 89η, 91η, 96η, 99η, 101η, 109η και 113η, την 1/11/2003 η 58η, την 17η/11/2003 η 6η, την 18/11/2003 η 90η, την 1/3/2004 οι 95η και 106η, την 1/9/2004 οι 12η, 22η, 29η, 31η, 40ος, 53η, 57η, 79η, 83η, 86η, 88η, 93η, 108η και 110η, την 1/12/2004 η 3η, την 1/2/2005 η 61η, την 1/9/2005 οι 1η, 3η, 9η, 23η, 56η, 63η, 68η και 104η, την 1/10/2005 η 62η, την 1/11/2005 η 42η, την 5/11/2005 η 2η, την 14/3/2006 η 92η, την 1/9/2006 οι 26η και 84η, την 1/12/2006 η 60η και την 1/9/2007 η 16η, παρείχαν δε τις υπηρεσίες τους έως την 30/6/2010, οπότε έληξε η τελευταία σύμβασή τους, χωρίς άλλη ανανέωση (....). Οι ενάγοντες είχαν καθημερινή απασχόληση, από Δευτέρα έως Παρασκευή, που άρχιζε μετά το πέρας της διδασκαλίας, με ωράριο καθοριζόμενο από τους διευθυντές των σχολείων, τελώντας υπό την εποπτεία των τελευταίων και ακολουθώντας τις οδηγίες τους (....).
Συνεπώς, οι ενάγοντες παρείχαν στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, δεδομένου ότι με βάση τα προλεχθέντα ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος παροχής των υπηρεσιών τους καθορίζονταν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (διά των υπαλλήλων του, διευθυντών σχολείων), το οποίο αποτελούσε και τον εργοδότη τους, καθώς [α] ήταν κατ' ουσίαν ωφελούμενο από την εργασία των εναγόντων, [β]προσελάμβανε αυτούς με συμβάσεις που υπέγραφαν οι προϊστάμενοι των Διευθύνσεων και Γραφείων Εκπαίδευσης ή ο - εποπτευόμενος από το Υπουργείο Παιδείας: Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων (....) και [γ] καθόριζε με κοινές υπουργικές αποφάσεις το ύψος αμοιβών και κατέβαλε τη μισθοδοσία των εναγόντων, επιχορηγώντας για τον σκοπό αυτό, από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού, τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων, ώστε να χρηματοδοτήσει με τη σειρά του τις σχολικές επιτροπές ( ....) ........ Με την εργασία τους οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, διότι ο καθαρισμός των σχολικών κτιρίων ως απαραίτητη προϋπόθεση για την διεξαγωγή της εκπαιδευτικές διαδικασίας και την εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων σχολείων, εξυπηρετεί έναν βασικότατο και επιδιωκόμενο στο διηνεκές δημόσιο σκοπό του εναγόμενου (......), ενώ επίσης η απασχόληση των εναγόντων είναι απαραίτητη για το εναγόμενο, λόγω αδυναμίας κάλυψης των αναγκών των δημόσιων σχολείων από το προσωπικό καθαριότητας που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις (....). Με βάση τα προλεχθέντα, οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων συνιστούν, κατ' ουσία, εξαρχής από την ημερομηνία πρόσληψης αυτών, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό της εν λόγω έννομης σχέσης, ο οποίος [α] αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, χωρίς να δεσμεύεται το δικαστήριο από τον χαρακτηρισμό που δίνουν ο νόμος ή οι δικαιοπρακτούντες στην έννομη σχέση ..... και [β] δεν συνιστά απαγορευμένη από το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος μετατροπή της σύμβασης εργασίας από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, καθώς η εν λόγω συνταγματική απαγόρευση, με βάση τη σαφή γραμματική διατύπωσή της, αφορά μόνο τις συμβάσεις εργασίας ή έργο ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πρόσκαιρες, απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, και όχι εκείνες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες .... και κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος (...), διότι, αφενός οι ενάγοντες καλύπτουν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, αφετέρου η κατάτμηση της εργασιακής τους σχέσης, σε ορισμένου χρόνου συμβάσεις, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της παρεχόμενης εργασίας των εναγόντων και τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της υπηρεσίας τους (καθώς οι ανάγκες καθαρισμού των δημόσιων σχολείων δεν έπαυσαν με την λήξη του χρόνου ισχύος των τελευταίων συμβάσεων των εναγόντων), αλλά επιβλήθηκε ως συμβατικός όρος από το εναγόμενο, ώστε να διατηρεί τη δυνατότητας απόλυσης των εναγόντων, μετά το πέρας οποιασδήποτε σύμβασης ορισμένου χρόνου, χωρίς να τηρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις της καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (αποζημίωση, μη καταχρηστικότητα της απόλυσης - λ.χ. για οικονομικοτεχνικούς λόγους), με καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που διέπουν τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Και τούτο, επειδή η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 (που αποτελεί, κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ. 1 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. Της 28/6/1999, "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο για την πρόσληψη των καταχρήσεων και τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα ....) εφαρμόζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή κατ' επίφαση έργου, που καταρτίστηκαν τόσο πριν, όσο μετά την 19/7/2004, δεδομένου ότι, το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 κατισχύει, έναντι των άρθρων 5, 6 και 7 Π.Δ. 164/2004 (που θεσπίζουν, για τις καταρτισθείσες μετά την 19/7/2004 συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ανώτατο αριθμό 3 συμβάσεων και μεγίστη χρονική διάρκεια 24 μηνών, με κυρώσεις, σε περίπτωση παράβασης, την ακυρότητα των συμβάσεων, την καταβολή των δεδουλευμένων και αποζημίωσης απόλυσης και την ποινή και πειθαρχική δίωξη των υπαιτίων): [α] ως κανόνας δικαίου με ανώτερη τυπική ισχύ από το εν λόγω Π.Δ. και [β]βάσει ρητής πρόβλεψης του άρθρου 10 παρ. 1 Π.Δ. 164/2004, ότι το παρόν Π.Δ. δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους εν γένει (όπως είναι εν προκειμένω το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920). Το εναγόμενο, μετά την 30/6/2010, ημερομηνία λήξης της τελευταίας σύμβασης των εναγόντων, έπαυσε να τους απασχολεί, καταγγέλλοντας ουσιαστικώς τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, χωρίς όμως έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.
Συνεπώς οι ενάγοντες σύμφωνα με τα ανωτέρω συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της παραπάνω απόλυσης των εναγόντων και υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, ως καθαριστές και καθαρίστριες σχολικών κτιρίων, καταβάλλοντας σ' αυτούς τις αντιστοιχούσες εκ του νόμου στην παραπάνω ειδικότητα αποδοχές του ..... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και αναγνώρισε την ακυρότητας της απολυσής τους, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε". Κατόπιν αυτών απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν. 2112/1920 και του άρθρου 21 ν. 2190/1994, ισχυριζόμενο ειδικότερα, κατ' ορθή εκτίμηση των όσων εκθέτει, ότι η αγωγή δεν ήταν νόμιμη. Ο λόγος αυτός, ως προς το ως άνω σκέλος του, είναι βάσιμος ως προς τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 1)Δ. Δ., 2)Κ. Δ., 3)Κ. Ε., 4)Κ. Μ., 5)Μ. Α., 6)Ν. Ε., 8)Τ. Μ., 9)Φ. Β., 11)Ν. Γ., 12)Γ. Κ., 14)Α. Γ., 15)Δ. Ο., 16)Δ. Χ., 17)Δ. Α., 18)Θ. Α., 19)Κ. Μ., 21)Κ. Β., 22)Κ. Ε., 23)Κ. Ε., 25)Μ. Χ., 26)Μ. Μ., 27)Μ. Α., 28)Μ. Κ., 29)Μ. (B.) Έ. (E.), 30)Μ. Χ., 31)Ξ. - Κ. Γ., 33)Π. Σ., 34)Π. - Α. Χ., 35)Π. Β., 36)Π. Ε., 37)Σ. Ζ., 38)Σ. Ε., 39)Σ. Δ., 40)Σ. Π., 41)Τ. Β., 44)Χ. Ν., 45)Β. Α., 46)Γ. - Λ. Ζ., 48)Ι. Σ., 52)Κ. Β., 53)Μ. - Ο. Φ., 54)Μ. Δ., 55)Π. Π., 56)Σ. Μ., 57)Σ. Α., 58)Σ. Ε., 59)Σ. Π., 60)Χ. Α., 61)Χ. - Χ. Χ., 62)Χ. Ν., 63)Ψ. Η., 64)Β. Ε., 65)Β. Θ., 67)Κ. Σ., 69)Λ. Ε., 70)Μ. Δ., 71)Μ. Ε., 72)Ν. Μ., 73)Π. Ν., 74)Τ. Ε., 76)Α. - Μ. Μ., 77)Α. Α., 78)Β. Φ., 79)Β. Ε., 80)Γ. Γ., 81)Ε. Σ., 82)Ζ. - Μ. Ε., 83)Ζ. Ε., 84)Κ. Α., 85)Κ. - Φ. Γ., 86)Λ. Π., 87)Μ. Δ., 88)Μ. - Π. Σ., 89)Μ. Μ., 90)Μ. Σ., 91)Ν. Α., 92)Π. Π., 93)Σ. Μ., 94)Σ. Σ., 95)Σ. Λ., 96)Σ. Α., 97)Τ. Τ., 98)Τ. Ε., 99)Χ. Β., 100)Χ. Μ., 102)Α. - Λ. Β., 103)Β. - Χ. Α., 104)Γ. Μ., 105)Γ. Ε., 106)Ε. Σ., 107)Μ. Γ., 108)Ν. Ε., 109)Ν. Μ., 110)Π. Π., 111)Ρ. Γ., 112)Ψ. Β., καθόσον: Σε σχέση μεν με τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 1, 2, 3, 4, 6, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 21, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 44, 45, 46, 48, 52, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 67, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 111, 112, των οποίων οι συμβάσεις εξαρτημένης, όπως φέρεται, εργασίας συνήφθησαν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, δηλαδή μετά τις 18.4.2001, δεν είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης και αναγνώρισης αυτών των συμβάσεων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος εναγομένου. Και αυτό, γιατί, ακόμη και αν τούτο συνέβαινε, το τελευταίο, ως εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν είχε την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Λεκτέον, δε, ότι, όπως και στην προηγηθείσα νομική σκέψη επισημαίνεται σχετικώς, οι ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, αφενός δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου, τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι παρεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται. Σε σχέση, εξάλλου, με τους αναιρεσιβλήτους με αριθμούς 5, 53 και 79, των οποίων η πρώτη σύμβαση είχε καταρτισθεί προ της έναρξης ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18.4.2001), όμως σε όλες τις περιπτώσεις (και των τριών εν λόγω εναγόντων και νυν αναιρεσιβλήτων) επρόκειτο για μία μόνο σύμβαση, καταρτισθείσα την 1.9.2000, με διάρκεια έως τις 30.6.2001, και, συνεπώς, δεν μπορούσε να γίνει λόγος περί διαδοχικών συμβάσεων που μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου προ της ισχύος της πιο πάνω συνταγματικής ρύθμισης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας την αγωγή ως προς τους συγκεκριμένους ενάγοντες και νυν αναιρεσιβλήτους ως νόμιμη και, περαιτέρω, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ευθέως παραβίασε. Αντιθέτως, η αγωγή παρίσταται νόμιμη για τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 7)Π. Δ., 10)Σ. Π., 13)Π. Χ., 20)Κ. Γ., 24)Μ. Χ., 32)Ξ. Α., 42)Τ. Β., 43)Χ. Τ., 47)Ε. Ε., 49)Κ. Σ., 50)Κ. Τ., 51)Κ. Χ., 66)Γ. Ε., 68)Λ. Κ., 75)Χ. Β., 101)Α. Κ. [δηλαδή, συνολικά δεκαέξι (16) αναιρεσιβλήτων], καθόσον αυτοί οι ενάγοντες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απασχολήθηκαν με συνεχείς συμβάσεις που καταρτίστηκαν προ της ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18.4.2001), και συγκεκριμένα: Ο με αριθ. 7 αναιρεσίβλητος, Π. Δ., απασχολήθηκε από την 1.9.1993 και μετά και μεταξύ των εννέα (9) συμβάσεων, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 και οι οποίες ήταν διαδοχικές, μεσολαβούσε διάστημα δύο (2) μηνών (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 10 αναιρεσίβλητη, Σ. Π., απασχολήθηκε από την 1.9.1998 και μετά και οι τρεις (3) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 13 αναιρεσίβλητη, Π. Χ., απασχολήθηκε από την 1.3.2000 και μετά και οι δύο (2) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 20 αναιρεσίβλητη, Κ. Γ., απασχολήθηκε από την 1.9.1999 και μετά και οι δύο (2) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 24 αναιρεσίβλητη, Μ. Χ., απασχολήθηκε από την 1.9.1995 και μετά και οι έξι (6) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 32 αναιρεσίβλητη, Ξ. Α., απασχολήθηκε από 1.9.1997 και μετά και οι τέσσερις (4) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 42 αναιρεσίβλητη, Τ. Β., απασχολήθηκε από 1.10.1999 και οι δύο (2) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, συμβάσεις που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 43 αναιρεσίβλητη, Χ. Τ., απασχολήθηκε από 10.9.1992 και μετά και οι δέκα (10) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 47 αναιρεσίβλητη Ε. Ε., απασχολήθηκε από 1.9.1998 και μετά και οι τρεις (3) συμβάσεις που καταρτίσθηκαν έως 18.4.2001 ήταν διαδοχικές καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Ο με αριθ. 49 αναιρεσίβλητος, Κ. Σ., απασχολήθηκε από 1.9.1999 και μετά και οι δύο (2) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Ο με αριθ. 50 αναιρεσίβλητος, Κ. Τ., απασχολήθηκε από 1.9.1998 και μετά και οι τρεις (3) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 51 αναιρεσίβλητη, Κ. Χ., απασχολήθηκε από 1.9.1998 και μετά και οι τρεις (3) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 66 αναιρεσίβλητη, Γ. Ε., απασχολήθηκε από 3.9.1999 και μετά και οι δύο (2) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001 ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιουλίου και Αυγούστου εκάστου έτους). Η με αριθ. 68 αναιρεσίβλητη, Λ. Κ., απασχολήθηκε από 1.9.1981 και μετά και καταρτίστηκαν συνολικά προ της 18.4.2001 είκοσι μία (21) συμβάσεις, πολύμηνης διάρκειας, δεκάμηνης (10μηνης) κατά βάση, μεταξύ των οποίων μεσολαβούσαν κατά κανόνα, και πάντως τουλάχιστον στις τελευταίες δέκα συμβάσεις, όπως και στις περισσότερες εκ των λοιπών περιπτώσεων, δύο (2) μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος) εκάστου έτους). Η με αριθ. 75 αναιρεσίβλητη, Χ. Β., απασχολήθηκε από 1.9.1986 και μετά και οι δεκαπέντε (15) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001, ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος εκάστου έτους). Και η με αριθ. 101 αναιρεσίβλητη, Α. Κ., απασχολήθηκε από 1.9.1988 και μετά και οι δεκατρείς (13) συμβάσεις, δεκάμηνης (10μηνης) διάρκειας, που καταρτίστηκαν προ της 18.4.2001, ήταν διαδοχικές, καθώς μεσολαβούσαν μεταξύ τους δύο (2) μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος εκάστου έτους). Δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπήρχε έδαφος εκτίμησης και αναγνώρισης, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, των συμβάσεων των πιο πάνω εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 προ της ισχύος του αναθεωρημένου Συντάγματος. Κρίνοντας, δε, το Εφετείο ως ανωτέρω ως προς τους συγκεκριμένους, δεκαέξι (16) συνολικά, αναιρεσιβλήτους, ήτοι εκτιμώντας ως νόμιμη την αγωγή και, περαιτέρω, κάνοντας δεκτή αυτή κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε ότι οι συμβάσεις των εν λόγω αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθ' όσον αυτές κατά το χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ οι αναθεωρημένες συνταγματικές διατάξεις, είχαν ήδη προσλάβει αυτό το χαρακτήρα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Κατά συνέπεια, ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους (με αριθ. 7, 10, 13, 20, 24, 32, 42, 43, 47, 49, 50, 51, 66, 68, 75 και 101) ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι ευθεία παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν. 2112/1920 και του άρθρου 21 ν. 2190/1994, αλλά και εκείνων των άρθρων 11 του π.δ/τος 164/2004, 1 παρ. 3, 4 και 5, 2 παρ. 1 του ν. 3320/2005, 6 παρ. 1 του ν. 2527/1997, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους, τότες εφεσιβλήτους - ενάγοντες, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, και δη εκείνων των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν. 2112/1920, που ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, δηλαδή ότι συνέτρεξαν, ως προς τους συγκεκριμένους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, οι αναγκαίες προϋποθέσεις περί κατάρτισης μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, αναφέροντας συγκεκριμένα τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ανωτέρω παραδοχές, δηλαδή ότι οι συμβάσεις των εν λόγω αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθ' όσον αυτοί κατά το χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ οι αναθεωρημένες συνταγματικές διατάξεις, είχαν ήδη προσλάβει αυτό το χαρακτήρα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικά ότι το Εφετείο με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αληθής χαρακτήρας των συμβάσεων έργου που καταρτίστηκαν μεταξύ των συγκεκριμένων εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και του εναγομένου - αναιρεσείοντος ήταν αυτός της σύμβασης εργασίας και ήδη πριν την τροποποίηση του άρθρου 103 του Συντάγματος είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν. 2112/1920 και του άρθρου 21 ν. 2190/1994, καθώς και εκείνες των άρθρων 11 του π.δ/τος 164/2004, 1 παρ. 3, 4 και 5, 2 παρ. 1 του ν. 3320/2005, 6 παρ. 1 του ν. 2527/1997. Αβάσιμος, εξάλλου, και επομένως απορριπτέος, είναι ως προς τους ίδιους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους (με αριθ. 7, 10, 13, 20, 24, 32, 42, 43, 47, 49, 50, 51, 66, 68, 75 και 101) και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, δυνάμει της οποίας και μόνο θα έπρεπε να κριθεί ο χαρακτήρας της εργασιακής σχέσης των εν λόγω εναγόντων ως αορίστου χρόνου, κατ' απόκλιση από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, καθώς, ενώ δέχθηκε όσα πιο πάνω εκτίθενται, ουδεμία αναφορά διέλαβε, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης μεταβατικής διάταξης, οι οποίες εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν και των οποίων η συνδρομή θα έπρεπε να κριθεί πρώτα από τα αρμόδια όργανα, που ορίζονται περιοριστικά από το εν λόγω π.δ/μα, ακολούθως από το Α.Σ.Ε.Π., ως ανεξάρτητη Αρχή του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, και εν τέλει, μόνο σε περίπτωση θετικής κρίσης της Αρχής αυτής, αναγνωριστικά από το Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός, ειδικότερα, είναι απορριπτέος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς το Εφετείο αποφάνθηκε επί της κύριας βάσης της αγωγής, από το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, και δεν υπεισήλθε στην επικουρική βάση που στηρίζεται στις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις 11 του π.δ. 164/2004. Σε κάθε, δε, περίπτωση το Εφετείο, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν. 2112/1920, που ήταν εφαρμοστέες, και ενεργώντας στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, προέβη, με τις ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές του, στον χαρακτηρισμό της επίμαχης εργασιακής σχέσης των συγκεκριμένων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός, όπως και πιο πάνω στις οικείες νομικές σκέψεις επισημαίνεται, αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
5. Ενόψει όλων των ανωτέρω θα πρέπει: Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 7)Π. Δ., 10)Σ. Π., 13)Π. Χ., 20)Κ. Γ., 24)Μ. Χ., 32)Ξ. Α., 42)Τ. Β., 43)Χ. Τ., 47)Ε. Ε., 49)Κ. Σ., 50)Κ. Τ., 51)Κ. Χ., 66)Γ. Ε., 68)Λ. Κ., 75)Χ. Β. και 101)Α. Κ. Αντιθέτως, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, και παρελκομένης, εξαιτίας της αναιρετικής του εμβέλειας, της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 1)Δ. Δ., 2)Κ. Δ., 3)Κ. Ε., 4)Κ. Μ., 5)Μ. Α., 6)Ν. Ε., 8)Τ. Μ., 9)Φ. Β., 11)Ν. Γ., 12)Γ. Κ., 14)Α. Γ., 15)Δ. Ο., 16)Δ. Χ., 17)Δ. Α., 18)Θ. Α., 19)Κ. Μ., 21)Κ. Β., 22)Κ. Ε., 23)Κ. Ε., 25)Μ. Χ., 26)Μ. Μ., 27)Μ. Α., 28)Μ. Κ., 29)Μ. (B.) Ε. (E.), 30)Μ. Χ., 31)Ξ. - Κ. Γ., 33)Π. Σ., 34)Π. - Α. Χ., 35)Π. Β., 36)Π. Ε., 37)Σ. Ζ., 38)Σ. Ε., 39)Σ. Δ., 40)Σ. Π., 41)Τ. Β., 44)Χ. Ν., 45)Β. Α., 46)Γ. - Λ. Ζ., 48)Ι. Σ., 52)Κ. Β., 53)Μ. - Ο. Φ., 54)Μ. Δ., 55)Π. Π., 56)Σ. Μ., 57)Σ. Α., 58)Σ. Ε., 59)Σ. Π., 60)Χ. Α., 61)Χ. - Χ. Χ., 62)Χ. Ν., 63)Ψ. Η., 64)Β. Ε., 65)Β. Θ., 67)Κ. Σ., 69)Λ. Ε., 70)Μ. Δ., 71)Μ. Ε., 72)Ν. Μ., 73)Π. Ν., 74)Τ. Ε., 76)Α. - Μ. Μ., 77)Α. Α., 78)Β. Φ., 79)Β. Ε., 80)Γ. Γ., 81)Ε. Σ., 82)Ζ. - Μ. Ε., 83)Ζ. Ε., 84)Κ. Α., 85)Κ. - Φ. Γ., 86)Λ. Π., 87)Μ. Δ., 88)Μ. - Π. Σ., 89)Μ. Μ., 90)Μ. Σ., 91)Ν. Α., 92)Π. Π., 93)Σ. Μ., 94)Σ. Σ., 95)Σ. Λ., 96)Σ. Α., 97)Τ. Τ., 98)Τ. Ε., 99)Χ. Β., 100)Χ. Μ., 102)Α. - Λ. Β., 103)Β. - Χ. Α., 104)Γ. Μ., 105)Γ. Ε., 106)Ε. Σ., 107)Μ. Γ., 108)Ν. Ε., 109)Ν. Μ., 110)Π. Π., 111)Ρ. Γ., 112)Ψ. Β. [ήτοι, συνολικά ενενήντα έξι (96) αναιρεσιβλήτους].
6. Περαιτέρω, καθ' ο μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, δηλαδή ως προς τους αμέσως πιο πάνω ενενήντα έξι (96) συνολικά αναιρεσιβλήτους, λεκτέα τα εξής: Ενόψει του ότι η αγωγή περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, επικουρική βάση στηριζόμενη στις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της (από το άρθρο 8 του ν. 2112/1920), όπως και το πρωτοβάθμιο, δεν ερεύνησε, πρέπει, σύμφωνα και με όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις αναπτύσσονται αναφορικά με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, να γίνει η ακόλουθη διάκριση: H αγωγή δεν είναι νόμιμη ούτε ως προς την επικουρική βάση της καθ' ο αφορά στους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 1, 2, 3, 4, 6, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 21, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 45, 46, 48, 52, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 67, 69, 70, 72, 73, 74, 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 102, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 111 και 112, διότι ως προς τους αμέσως προαναφερόμενους συνολικά ογδόντα εννέα (89) αναιρεσιβλήτους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που, σύμφωνα με τις οικείες πιο πάνω νομικές σκέψεις απαιτούνται για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Ειδικότερα: Oi αναιρεσίβλητοι με αριθ. 1, 2, 3, 8, 11, 15, 21, 22, 25, 28, 30, 38, 39, 41, 52, 55, 56, 59, 60, 61, 62, 67, 78, 82, 83, 85, 87, 91, 92, 102, 106 και 108 (σύνολο 32) συνήψαν συμβάσεις μετά τη δημοσίευση του ως άνω π.δ. (19.7.2004) και, συνεπώς, δεν θα μπορούσαν να εμπίπτουν στις μεταβατικές διατάξεις του π.δ.. Οι αναιρεσίβλητοι με αριθ. 4, 6, 9, 16, 18, 19, 23, 26, 40, 46, 48, 54, 57, 64, 69, 73, 74, 84, 86, 88, 89, 90, 94, 95, 97, 99, 104, 107, 109 και 111 (σύνολο 30) είχαν μεν συνάψει σύμβαση που είχε λήξει κατά το προηγούμενο τρίμηνο από την έναρξη ισχύος του π.δ. (19.7.2004), όμως επρόκειτο για μία μόνο σύμβαση, και δη με μέγιστη διάρκεια 10 μηνών, και όχι για διαδοχικές συμβάσεις. Οι με αριθ. 12, 17, 27, 29, 33, 34, 35, 36, 37, 45, 58, 63, 65, 70, 72, 76, 77, 80, 93, 96, 98, 100, 105, 110 και 112 (σύνολο 25) είχαν συνάψει δύο (2) διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των οποίων μεσολαβούσε δίμηνο (2μηνο) και εκ των οποίων η τελευταία έληξε εντός του τριμήνου προ της 19.7.2004, όμως η συνολική διάρκειά τους δεν υπερέβαινε, κατά περίπτωση, τους είκοσι (20) μήνες, ενώ απαιτείτο συνολική διάρκεια τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004. Οι με αριθ. 14 και 81 (σύνολο 2) είχαν συνάψει τρεις (3) συμβάσεις, εκ των οποίων οι δύο (2) τελευταίες μόνο ήταν διαδοχικές, με την τελευταία εξ αυτών να έχει λήξει κατά το τρίμηνο προ της 19.7.2004, όμως η συνολική διάρκειά τους ανερχόταν σε δεκαοκτώ (18) μήνες, δηλαδή υπολειπόταν της απαιτούμενης ελάχιστης διάρκειας των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών. Αντιθέτως, ως προς τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 5, 31, 44, 53, 71, 79 και 103, δηλαδή επτά (7) συνολικά αναιρεσιβλήτους, η αγωγή, με βάση όσα εκτίθενται σε αυτήν, είναι νόμιμη ως προς την επικουρική βάση της, διότι ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους φέρεται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Πιο συγκεκριμένα και επιπροσθέτως του ότι καθένας από αυτούς φέρεται να έχει απασχοληθεί, με όλες τις συμβάσεις που τον αφορούν, στο αναιρεσείον, δηλαδή στον ίδιο φορέα και με τους αυτούς όρους εργασίας, για τις ίδιες δραστηριότητες, σχετιζόμενες ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες, και με τα αυτά καθήκοντα: Η με αριθ. 5 αναιρεσίβλητη, Α. Μ., φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τέσσερις (4) διαδοχικές συμβάσεις και δη από 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004, ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε σαράντα (40) μήνες. Η με αριθ. 31 αναιρεσίβλητη Ξ.-Κ. Γ. φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τρεις (3) διαδοχικές συμβάσεις (από 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004), ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε τριάντα (30) μήνες. Η με αριθ. 44 αναιρεσίβλητη, Χ. Ν., φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τρεις (3) διαδοχικές συμβάσεις (από 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004, ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε τριάντα (30) μήνες. Ο με αριθ. 53 αναιρεσίβλητος, Μ. - Ο. Φ., φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τέσσερις (4) διαδοχικές συμβάσεις, και δη από 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004, ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε σαράντα (40) μήνες. Η με αριθ. 71 αναιρεσίβλητη, Μ. Ε., φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τρεις (3) διαδοχικές συμβάσεις, και δη από 1.12.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004, ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε είκοσι επτά (27) μήνες. Η με αριθ. 79 αναιρεσίβλητη, Β. Ε., φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τέσσερις (4) διαδοχικές συμβάσεις, και δη από 1.9.2000 έως 30.6.2001, 1.9.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004, ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε σαράντα (40) μήνες. Και η με αριθ. 103 αναιρεσίβλητη, Β. - Χ. Α., φέρεται ότι είχε συνάψει προ της έναρξης ισχύος του π.δ. 164/2004, τρεις (3) διαδοχικές συμβάσεις, και δη από 1.1.2001 έως 30.6.2002, 1.9.2002 έως 30.6.2003 και 1.9.2003 έως 30.6.2004, ήτοι συμβάσεις που το μεταξύ τους διάστημα ήταν μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκ των οποίων η τελευταία είχε λήξει εντός του τελευταίου τριμήνου πριν τις 19.7.2004 (έναρξη ισχύος του π.δ.). Η δε συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε συνολικά τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, ανερχόμενη συνολικά σε είκοσι εννέα (29) μήνες. Συνακόλουθα: Ως προς τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 1, 2, 3, 4, 6, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 21, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 45, 46, 48, 52, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 67, 69, 70, 72, 73, 74, 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 102, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 111 και 112, ως προς τους οποίους η αγωγή δεν είναι νόμιμη ούτε ως προς την επικουρική βάση της από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και, επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από τον παρόν αναιρετικό Τμήμα και να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, η από 18.4.2013 (με αρ. εκθ. κατ. 2013/19.4.2013) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αυτής (έφεσης), με τον οποίο προβάλλεται το νόμω αβάσιμο της αγωγής στο σύνολό της ως προς τα αμέσως προαναφερόμενα πρόσωπα - αντίστοιχους εφεσιβλήτους και, αφού εξαφανιστεί η υπ' αριθ. 466/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί ως μη νόμιμη στο σύνολό της, δηλαδή ως προς αμφότερες τις ως άνω βάσεις της (κύρια και επικουρική) η αγωγή ως προς αυτούς τους ενάγοντες. Αντιθέτως, ως προς τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 5)Μ. Α., 31) Ξ.-Κ. Γ., 44) Χ. Ν., 53)Μ. - Ο. Φ., 71)Μ. Ε., 79)Β. Ε. και 103)Β. - Χ. Α. (ως προς τους οποίους επίσης αναιρείται, κατά τα ανωτέρω, η υπ' αριθ. 3798/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναφερόμενο ανωτέρω μέρος της, δηλαδή ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και η οποία κρίθηκε νόμιμη, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. 7. Τέλος, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα σχετικά με την αναιρετική δίκη δικαστικά έξοδα, οι δε με αριθ. 1, 2, 3, 4, 6, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 21, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 45, 46, 48, 52, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 67, 69, 70, 72, 73, 74, 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 102, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 111 και 112 και στα σχετικά με τους δύο (2) βαθμούς δικαιοδοσίας δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ, σε σχέση με τους με αριθ. 7, 10, 13, 20, 24, 32, 42, 43, 47, 49, 50, 51, 66, 68, 75 και 101 των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, για τους μεν με αριθ. 7, 10, 13, 20, 42, 43, 50, 66, 75 και 101 δεν θα περιληφθεί διάταξη περί δικαστικών εξόδων λόγω της απουσίας τους, για τους δε παριστάμενους με αριθ. 24, 32, 47, 49, 51 και 68 το αναιρεσείον, το οποίο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εν λόγω αναιρεσιβλήτων για την αναιρετική δίκη, κατά το οικείο αίτημά τους, σε όλες όμως τις περιπτώσεις τα δικαστικά έξοδα μειωμένα κατ' άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται κατά περίπτωση στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους τους αναιρεσιβλήτους με αριθ. 7)Π. Δ., 10)Σ. Π., 13)Π. Χ., 20)Κ. Γ., 24)Μ. Χ., 32)Ξ. Α., 42)Τ. Β., 43)Χ. Τ., 47)Ε. Ε., 49)Κ. Σ., 50)Κ. Τ., 51)Κ. Χ., 66)Γ. Ε., 68)Λ. Κ., 75)Χ. Β., 101)Α. Κ.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων με αριθ. 24, 32, 47, 49, 51 και 68 αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3798/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους με αριθ. 5)Μ. Α., 31) Ξ.-Κ. Γ.. 44) Χ. Ν., 53)Μ. - Ο. Φ., 71)Μ. Ε., 79)Β. Ε. και 103)Β. - Χ. Α.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος των ως άνω αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3798/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ήτοι τους με αριθ. 1)Δ. Δ., 2)Κ. Δ., 3)Κ. Ε., 4)Κ. Μ., 6)Ν. Ε., 8)Τ. Μ., 9)Φ. Β., 11)Ν. Γ., 12)Γ. Κ., 14)Α. Γ., 15)Δ. Ο., 16)Δ. Χ., 17)Δ. Α., 18)Θ. Α., 19)Κ. Μ., 21)Κ. Β., 22)Κ. Ε., 23)Κ. Ε., 25)Μ. Χ., 26)Μ. Μ., 27)Μ. Α., 28)Μ. Κ., 29)Μ. (B.) Ε. (E.), 30)Μ. Χ., 33)Π. Σ., 34)Π. - Α. Χ., 35)Π. Β., 36)Π. Ε., 37)Σ. Ζ., 38)Σ. Ε., 39)Σ. Δ., 40)Σ. Π., 41)Τ. Β., 45)Β. Α., 46)Γ. - Λ. Ζ., 48)Ι. Σ., 52)Κ. Β., 54)Μ. Δ., 55)Π. Π., 56)Σ. Μ., 57)Σ. Α., 58)Σ. Ε., 59)Σ. Π., 60)Χ. Α., 61)Χ. - Χ. Χ., 62)Χ. Ν., 63)Ψ. Η., 64)Β. Ε., 65)Β. Θ., 67)Κ. Σ., 69)Λ. Ε., 70)Μ. Δ., 72)Ν. Μ., 73)Π. Ν., 74)Τ. Ε., 76)Α. - Μ. Μ., 77)Α. Α., 78)Β. Φ., 80)Γ. Γ., 81)Ε. Σ., 82)Ζ. - Μ. Ε., 83)Ζ. Ε., 84)Κ. Α., 85)Κ. - Φ. Γ., 86)Λ. Π., 87)Μ. Δ., 88)Μ. - Π. Σ., 89)Μ. Μ., 90)Μ. Σ., 91)Ν. Α., 92)Π. Π., 93)Σ. Μ., 94)Σ. Σ., 95)Σ. Λ., 96)Σ. Α., 97)Τ. Τ., 98)Τ. Ε., 99)Χ. Β., 100)Χ. Μ., 102)Α. - Λ. Β., 104)Γ. Μ., 105)Γ. Ε., 106)Ε. Σ., 107)Μ. Γ., 108)Ν. Ε., 109)Ν. Μ., 110)Π. Π., 111)Ρ. Γ., 112)Ψ. Β.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18.4.2013 (με αρ. εκθ. κατ. 2013/19.4.2013) έφεση ως προς τους εφεσιβλήτους, αντίστοιχα, με αριθ. 1)Δ. Δ., 2)Κ. Δ., 3)Κ. Ε., 4)Κ. Μ., 6)Ν. Ε., 8)Τ. Μ., 9)Φ. Β., 11)Ν. Γ., 12)Γ. Κ., 14)Α. Γ., 15)Δ. Ο., 16)Δ. Χ., 17)Δ. Α., 18)Θ. Α., 19)Κ. Μ., 21)Κ. Β., 22)Κ. Ε., 23)Κ. Ε., 25)Μ. Χ., 26)Μ. Μ., 27)Μ. Α., 28)Μ. Κ., 29)Μ. (B.) Ε. (E.), 30)Μ. Χ., 33)Π. Σ., 34)Π. - Α. Χ., 35)Π. Β., 36)Π. Ε., 37)Σ. Ζ., 38)Σ. Ε., 39)Σ. Δ., 40)Σ. Π., 41)Τ. Β., 45)Β. Α., 46)Γ. - Λ. Ζ., 48)Ι. Σ., 52)Κ. Β., 54)Μ. Δ., 55)Π. Π., 56)Σ. Μ., 57)Σ. Α., 58)Σ. Ε., 59)Σ. Π., 60)Χ. Α., 61)Χ. - Χ. Χ., 62)Χ. Ν., 63)Ψ. Η., 64)Β. Ε., 65)Β. Θ., 67)Κ. Σ., 69)Λ. Ε., 70)Μ. Δ., 72)Ν. Μ., 73)Π. Ν., 74)Τ. Ε., 76)Α. - Μ. Μ., 77)Α. Α., 78)Β. Φ., 80)Γ. Γ., 81)Ε. Σ., 82)Ζ. - Μ. Ε., 83)Ζ. Ε., 84)Κ. Α., 85)Κ. - Φ. Γ., 86)Λ. Π., 87)Μ. Δ., 88)Μ. - Π. Σ., 89)Μ. Μ., 90)Μ. Σ., 91)Ν. Α., 92)Π. Π., 93)Σ. Μ., 94)Σ. Σ., 95)Σ. Λ., 96)Σ. Α., 97)Τ. Τ., 98)Τ. Ε., 99)Χ. Β., 100)Χ. Μ., 102)Α. - Λ. Β., 104)Γ. Μ., 105)Γ. Ε., 106)Ε. Σ., 107)Μ. Γ., 108)Ν. Ε., 109)Ν. Μ., 110)Π. Π., 111)Ρ. Γ., 112)Ψ. Β., κατά της υπ' αριθ. 466/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 466/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους αμέσως πιο πάνω εφεσιβλήτους.
Κρατεί την υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της.
Απορρίπτει την από 30-7-2010 αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς, ήτοι 1)Δ. Δ., 2)Κ. Δ., 3)Κ. Ε., 4)Κ. Μ., 6)Ν. Ε., 9)Τ. Μ., 10)Φ. Β., 12)Ν. Γ., 13)Γ. Κ., 15)Α. Γ., 16)Δ. Ο., 17)Δ. Χ., 18)Δ. Α., 19)Θ. Α., 20)Κ. Μ., 22)Κ. Β., 23)Κ. Ε., 24)Κ. Ε., 26)Μ. Χ., 27)Μ. Μ., 28)Μ. Α., 29)Μ. Κ., 30)Μ. (B.) Ε. (E.), 31)Μ. Χ., 34)Π. Σ., 35)Π. - Α. Χ., 36)Π. Β., 37)Π. Ε., 38)Σ. Ζ., 39)Σ. Ε., 40)Σ. Δ., 41)Σ. Π., 42)Τ. Β., 46)Β. Α., 47)Γ. - Λ. Ζ., 49)Ι. Σ., 53)Κ. Β., 55)Μ. Δ., 56)Π. Π., 57)Σ. Μ., 58)Σ. Α., 59)Σ. Ε., 60)Σ. Π., 61)Χ. Α., 62)Χ. - Χ. Χ., 63)Χ. Ν., 64)Ψ. Η., 65)Β. Ε., 66)Β. Θ., 68)Κ. Σ., 70)Λ. Ε., 71)Μ. Δ., 73)Ν. Μ., 74)Π. Ν., 75)Τ. Ε., 77)Α. - Μ. Μ., 78)Α. Α., 79)Β. Φ., 81)Γ. Γ., 82)Ε. Σ., 83)Ζ. - Μ. Ε., 84)Ζ. Ε., 85)Κ. Α., 86)Κ. - Φ. Γ., 87)Λ. Π., 88)Μ. Δ., 89)Μ. - Π. Σ., 90)Μ. Μ., 91)Μ. Σ., 92)Ν. Α., 93)Π. Π., 94)Σ. Μ., 95)Σ. Σ., 96)Σ. Λ., 97)Σ. Α., 99)Τ. Τ., 100)Τ. Ε., 101)Χ. Β., 102)Χ. Μ., 104)Α. - Λ. Β., 106)Γ. Μ., 107)Γ. Ε., 108)Ε. Σ., 109)Μ. Γ., 110)Ν. Ε., 111)Ν. Μ., 112)Π. Π., 113)Ρ. Γ., 114)Ψ. Β.
Επιβάλλει σε βάρος των αμέσως πιο πάνω αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την αναιρετική δίκη και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ