ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1156/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1156/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1156/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1156 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1156/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "NIRADA CORPORATION B.V.", που εδρεύει στην Ολλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Χριστοφορίδη και Παναγιώτη Μάζη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσειουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2795/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4792/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4792/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2795/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της σε βάρος του αναιρεσίβλητου για αναγνώριση της υποχρέωσης του τελευταίου να της καταβάλει το ποσό των 2.079.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της, λόγω της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία αυτού ως δικαιούχου της κυριότητας ακινήτου της ιδιοκτησίας της. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ. α' και 3, 6 παρ.1, 2 και 3, 7 παρ. 3 και 7α παρ.1 περ. α' εδ. α' και β' ν. 2664/1998, προκύπτει ότι: α) Στο Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/ 1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών... γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας, ε) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφομένου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου και κατά του ειδικού διαδόχου... στ)... ζ) Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της πιο πάνω αναφερόμενης αποκλειστικής προθεσμίας των 5 ή 7 ετών, καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ή αν αντίθετα γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας. Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998 (ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 416/2024, ΑΠ 424/2023, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1412/2021). Η επί αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 απόφαση έχει πρωτίστως αναγνωριστικό χαρακτήρα - ενίοτε καταψηφιστικό (σε περίπτωση που ζητείται και απόδοση), ενώ η διάταξη περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών έχει παρακολουθηματικό διαπλαστικό χαρακτήρα (ΑΠ 94/2024, ΑΠ 416/2024). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 εδ. β' και γ' του Ν. 2664/1998, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ο πραγματικός δικαιούχος έχει ενοχική μόνον αξίωση κατά του αναφερόμενου ανακριβώς ως δικαιούχου για την απόδοση του πλουτισμού από τη δημιουργία του αμάχητου τεκμηρίου. Αντικείμενο της αξίωσης αυτής είναι η κατά τον χρόνο της δημιουργίας του αμάχητου τεκμηρίου χρηματική αξία του ακινήτου στο οποίο αφορά (ολικά ή μερικά) η ανακριβής εγγραφή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ' άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες και, κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση. Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό. Κατά δε το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια. Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο. Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ). Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 98/2024, ΑΠ 2047/2022, ΑΠ 266/2022, ΑΠ 564/2021, ΑΠ 108/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Το δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 541/2014, ΑΠ 294/2014). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 873/2022, ΑΠ 1504/2021, ΑΠ 85/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 185/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας ήταν κύριοι επιμέρους εκτάσεως 42.000 τ.μ., με ασαφή όρια, πλευρές, διαστάσεις και προσανατολισμό, κειμένης εντός αγρού ευρύτερης έκτασης 165.875 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Αγιος Σώστης" της περιοχής Πανόρμου του Δήμου Μυκόνου Κυκλάδων. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ....1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π.-Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου στον τόμο 218 και με αύξοντα αριθμό 93, η ενάγουσα ολλανδική εταιρεία αγόρασε από την εταιρεία με την επωνυμία "Διεθνείς Χερσαίοι θαλάσσιοι και Εναέριοι Μεταφοραί και Λιμενικοί Διευκολύνσεις Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" ("ΔΧΛ ΕΠΕ") έναν αγρό εκτάσεως 184.563,05 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στην θέση "Άγιος Σώστης" της περιοχής Πανόρμου του Δήμου Μυκόνου Κυκλάδων, εμφαίνεται στο από 25ης Νοεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Τ. που επισυνάφθηκε στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, και συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και θάλασσα, βορειοδυτικά με αγροτικό δρόμο από Μύκονο προς Άγιο Σώστη, δυτικά με ιδιοκτησίες αγνώστων, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησίες αγνώστων, νότια, νοτιοανατολικά, νοτιοδυτικά και ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Μ. Κ., Γ. Σ., Δ. Α. και θάλασσα, ανατολικά με θάλασσα. Κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, δεν υποβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας δήλωση ιδιοκτησίας και το ακίνητο καταχωρήθηκε αρχικώς ως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν συνεχεία δε, κατόπιν αποδοχής της υποβληθείσας εκ μέρους του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου υπ' αριθ. πρωτ. .../2002 ένστασης, η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της υπ' αριθ. .../2003 αποφάσεως της αρμόδιας επιτροπής, το εναγόμενο καταχωρήθηκε στο σχετικό κτηματολογικό φύλλο ως κύριος του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό ιδιοκτησίας 100%. Κατόπιν, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου την από 10.4.2007 και με αριθμό κατάθεσης 92/2007 αγωγή εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, με την οποία ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η κυριότητα της επί του ως άνω αγρού αποτελούμενου από δύο συνεχόμενους αγρούς και που βρίσκεται στη Θέση " Άγιος Σώστης" της περιοχής Πανόρμου της νήσου Μυκόνου, συνολικής έκτασης 184.563,05 τ.μ. ή επικουρικά 169.764,10 τ.μ. ή όλως επικουρικά 165.875 τ.μ., που περιήλθε σε αυτή, τόσο με παράγωγο τρόπο (με αγορά το έτος 1992), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και β) να γίνει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο, στο οποίο έχει εγγραφεί δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου και ήδη εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου επί του εν λόγω αγρού, εμβαδού 165.875 τ.μ., που χαρακτηρίζεται ως δασική (χορτολιβαδική) έκταση, και να εγγραφεί η ίδια ως κυρία αυτού. Το ως άνω Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 30/2009 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κυρία αγρού εκτάσεως 165.875 τ.μ. και διέταξε την διαγραφή της πρώτης εγγραφής του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου και την εγγραφή της ενάγουσας σ' αυτό ως κυρίας. Έπειτα από άσκηση έφεσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την ιστορική της βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρεία δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (αγρού-ιδιωτικής γης "καθαρής ιδιοκτησίας") ούτε με παράγωγο τρόπο (με βάση τους επικαλούμενους τίτλους κτήσης της) ούτε με τακτική (λόγω έλλειψης καλής πίστης), αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία (λόγω μη άσκησης πράξεων νομής με διάνοια κυρίου των δικαιοπαρόχων της). Συγκεκριμένα με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι "από την αντιπαραβολή όλων των παραπάνω συμβολαίων προκύπτει ότι τίτλοι ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας από το έτος 1919 έως το έτος 1978 δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα, ούτε αναγράφονται σ' αυτούς τα ακριβή όρια (σε πλευρές και προσανατολισμό) γειτνίασης με τους όμορους ιδιοκτήτες. Εξάλλου σ' αυτούς η έκταση του όλου ακινήτου δεν καθορίζεται με σαφήνεια, ενώ σε κάθε περίπτωση αυτή διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό από την τελικά μεταβιβασθείσα λόγω πωλήσεως στην ενάγουσα έκταση το έτος 1992, τετραπλασιαζόμενη και πλέον από την αρχικά καθορισθείσα το πρώτον με τίτλους του έτους 1983, χωρίς όμως να παρέχεται καμία πειστική εξήγηση για την υπέρμετρη διαφορά μεταξύ της εκτάσεως που αναγράφεται στους τίτλους των απωτέρων δικαιοπαρόχων και εκείνη που αναφέρεται στον κτητικό τίτλο της ενάγουσας. Ειδικότερα: α) η έκταση του μεταβιβασθέντος στην ενάγουσα ως άνω πρώτου συνεχόμενου αγρού ανέρχεται σε 115.108 τμ, ενώ οι αρχικοί (έως το έτος 1983) τίτλοι ιδιοκτησίας των προαναφερθέντων δικαιοπαρόχων της την περιορίζουν περί τα 31 στρέμματα (10 ζευγαριές) και β) η έκταση του μεταβιβασθέντος στην ενάγουσα ανωτέρω δεύτερου συνεχόμενου αγρού ανέρχεται σε 68.170 τμ, ενώ οι αρχικοί τίτλοι (έως το έτος 1983) των πιο πάνω δικαιοπαρόχων της την περιορίζουν, όπως σαφώς συνάγεται από το ως άνω προαναφερθέν υπ' αριθ. 8031/7.11.1920 διανεμητήριο συμβόλαιο, σε 3 1/2 ζευγαριές (κατά την κρατούσα εθιμικά στην περιοχή των Κυκλάδων μέτρηση έκτασης κάθε ζευγαριά που ισοδυναμεί με έκταση 3 και πλέον στρεμμάτων). Άρα, δεν αποδεικνύεται σε βαθμό σχηματισμού σαφούς, πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης ο παράγωγος τρόπος κτήσεως κυριότητας της ενάγουσας επί της συνολικής εκτάσεως του επιδίκου ακινήτου, χωρίς ωστόσο να μπορούν να προσδιορισθούν τα συγκεκριμένα τμήματα που κατείχαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας μέσα στα όρια του επιδίκου.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ασκούσαν με διάνοια κυρίου πράξεις νομής επί της τελικά μεταβιβασθείσας στην ενάγουσα το έτος 1992 παραπάνω έκτασης του επιδίκου αγρού των 184.563,05 τμ, που εν τέλει αναγράφηκε στο οικείο ΚΑΕΚ 290850301014 ως εμβαδού 165.875 τμ, ούτε ότι η ενάγουσα από τότε (έτος 1992) και μετά (έως την έγερση της ένδικης αγωγής το έτος 2007) βρισκόταν σε καλή πίστη, όσον αφορά την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου, που όπως προαναφέρθηκε, είχε κατά πολύ μεγαλύτερη έκταση και επομένως τούτο ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ. 4 ΚΠολΔ), ευχερώς αντιληπτό απ' εκείνη.

Συνεπώς, ναι μεν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν ιδιοκτήτες γης έκτασης περίπου 42 στρεμμάτων (14 συνολικά ζευγαριές) με ασαφή όμως όρια κατά τα ανωτέρω στη θέση "Άγ. Σώστης" της νήσου Μυκόνου των Κυκλάδων τουλάχιστον από το έτος 1919, όπως είχαν νομική δυνατότητα, αφού η ιδιοκτησία τους ήταν σε ιδιωτική γη καθαρός ιδιοκτησίας, που και πριν από αυτούς ανήκε σε ιδιώτες και ουδέποτε μετά την Απελευθέρωση κατέστη αδέσποτη, και επί της οποίας δεν είχε τίτλους κυριότητας το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα σχετικά προαναφέρθησαν πλην όμως, εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής της όπως ώφειλε, αφού έφερε, ως έχουσα το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, τον κίνδυνο, που απέρρεε από την αμφιβολία του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της, σύμφωνα με τα σχετικά προπαραταθέντα. Εξάλλου, δεν τίθεται ζήτημα κτήσεως κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας με βάση τους τίτλους που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και αφορούν την ίδια και την άμεσο δικαιοπάροχο αυτής "DHL INTERNATIONAL HELLAS LTD", έστω και αν στους τίτλους αυτούς που έχουν ως αφετηρία το έτος 1983, αναγράφεται ότι οι εκτάσεις που μεταβιβάζουν έχουν εμβαδόν 115.108 μ.τ, ο ένας αγρός και 68.170 μ.τ. ο άλλος, για το λόγο ότι μετά την 12-9-1915 δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου ούτε για τα ακίνητα που βρίσκονται σας Κυκλάδες". Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ουδέποτε άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 185/2010 ως άνω απόφασης του Εφετείου όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη και προκύπτει και από το υπ' αριθ. 38/3027 πιστοποιητικό του γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου, ενώ εκ μέρους του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ασκήθηκε η από 14.6.2011 και με αριθμό κατάθεσης 22/2011 αίτηση αναιρέσεως. Με την αίτηση αυτή, οι λόγοι της οποίας αναφέρονται στην απόρριψη των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας του στο επίδικο, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι κατά παράβαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου το Εφετείο: α) δεν δέχτηκε ότι το επίδικο αποτελεί "δημόσια γαία" (αείποτε χορτολιβαδικής και βραχώδους μορφής) άλλως "αδέσποτη" έκταση που βρίσκεται στο νησί των Κυκλάδων και ότι ως εκ τούτου περιήλθε στην κυριότητα του ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και β) απέρριψε την ένδικη αγωγή επειδή δεν συνέτρεχαν στα πρόσωπα της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της οι προϋποθέσεις των άρθρων του ΑΚ περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας αντί να την απορρίψει επειδή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ΒΡΔ περί έκτακτης χρησικτησίας που έπρεπε να συμπληρωθεί μέχρι 11.9.1915". Επί της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1840/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση εκ μέρους του αιτήσεως αναίρεσης, με το σκεπτικό ότι με την υπ' αριθ. 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου δεν δημιουργήθηκε δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του, ώστε να δικαιολογεί, έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης, καθώς το Εφετείο δέχτηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (αγρού-ιδιωτικής γης "καθαρής ιδιοκτησίας") ούτε με παράγωγο τρόπο (με βάση τους επικαλούμενους τίτλους κτήσης της) ούτε με τακτική (λόγω έλλειψης καλής πίστης) αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία (λόγω μη άσκησης νομής με διάνοια κυρίου των δικαιοπαρόχων της) και ότι οι πλεοναστικώς και χωρίς ανάγκη διαληφθείσες σε αυτή αιτιολογίες ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε μετά την απελευθέρωση κατέστη αδέσποτο και ότι δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο δεν διέθετε σχετικούς τίτλους, δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης και δεν παράγει δεδικασμένο από αυτές αφού η απορριπτική κρίση αφορά σχετικούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας. Από όλα όσα προεκτέθηκαν συνάγεται ότι με την υπ' αριθ. 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κρίθηκε αμετακλήτως ότι η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό βάρος απόδειξης. Από το περιεχόμενο της απόφασης αυτής και κυρίως από το διατακτικό της, σαφώς προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε καθ' ολοκληρία η αγωγή ήτοι για ολόκληρο το ακίνητο (έκτασης 165.875 μέτρων) και ουδόλως αυτή έγινε εν μέρει δεκτή για έκταση 42 στρεμμάτων όπως εσφαλμένα διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού. Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της εφετειακής ως άνω απόφασης αναφέρεται μεν ότι "ναι μεν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν ιδιοκτήτες γης έκτασης 42 στρεμμάτων με ασαφή όρια τουλάχιστον από το έτος 1919" πλην όμως εν συνεχεία αναφέρεται ότι "η ενάγουσα δεν απέδειξε την ιστορική βάση της αγωγής ως όφειλε αφού έφερε ως έχουσα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης τον κίνδυνο που απέρρεε από την αμφιβολία του δικαστηρίου". Ουδόλως, επομένως, αναγνωρίστηκε κυρία έκτασης 42 στρεμμάτων που εμπεριέχεται στην αιτουμένη έκταση των 165.875 τ.μ. ούτε η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τα 42 αυτά στρέμματα. Μάλιστα, με την ίδια απόφαση κρίθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι τα 42 αυτά στρέμματα είχαν ασαφή όρια και συνεπώς δεν θα ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί ποιου συγκεκριμένου τμήματος της μείζονος έκτασης ήταν κύριοι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, λαμβανομένης υπόψη και της μεταβολής των διαστάσεων των δύο συνεχόμενων αγρών στα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Επομένως εφόσον καθ' ολοκληρίαν απορρίφθηκε αμετακλήτως η αγωγή εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 ήτοι και για τα 42 στρέμματα, και επήλθε η οριστικοποίηση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών και δημιουργήθηκε το εκ του άρθρου 7 παρ. 2 αμάχητο τεκμήριο, η ενάγουσα δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, με την οποία κρίθηκε ότι δεν έχει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο και δεν μπορεί να επιτευχθεί εκ μέρους της ανατροπή του δεδικασμένου ή αυτό να καταστεί ανενεργός σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με την εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού το δεδικασμένο της απόφασης, ενόσω δεν έχει ανατραπεί με άσκηση αναψηλάφησης, αποτελεί νόμιμο λόγο για τη διατήρηση του πλουτισμού. Αβάσιμα επομένως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι έχει ενοχική αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού έναντι του ελληνικού δημοσίου επικαλούμενη το άρθρο 7 παρ. 2 περ. β του ν. 2664/1998 καθόσον δεν είναι πραγματική κυρία του επιδίκου όπως αυθεντικώς διαγνώσθηκε, ώστε να έχει ενοχική αξίωση όπως ορθώς κρίθηκε και με την εκκαλουμένη. Κατόπιν όλων όσων προεκτέθηκαν αβάσιμος τυγχάνει ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αποδέχτηκε το ουσιαστικό δεδικασμένο της υπ' αριθ. 185/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου σύμφωνα με το οποίο οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και άρα και η ενάγουσα έλκουσα από αυτούς δικαιώματα κυριότητας ήταν ιδιοκτήτες επί μέρους έκτασης 42 στρεμμάτων, καθόσον η εκκαλούσα, εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι παρήχθη δεδικασμένο σχετικά με την κτήση κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους της και συνακόλουθα και από την ίδια για επιμέρους έκταση 42 στρεμμάτων. Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε, το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την υπ' αριθ. 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αφορούσε στην έλλειψη κυριότητας της ενάγουσας επί της συνολικής επίδικης έκτασης των 165.875 τμ και την στο σύνολο της απόρριψη της αγωγής εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, καθόσον η κρίση για το ότι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας ήταν ιδιοκτήτες γης έκτασης 42 στρεμμάτων με ασαφή όρια ήταν πλεοναστική χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της. Εξάλλου, η κρίση της απόφασης του Εφετείου περί του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν διέθετε σχετικούς τίτλους είναι επίσης πλεοναστική δεν στηρίζει το διατακτικό της και δεν παράγει δεδικασμένο όπως κρίθηκε και με την υπ' αριθ. 1840/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου καθώς σε περίπτωση απόρριψης αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και για το λόγο αυτό ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι η υπ' αριθ. 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου παράγει δεδικασμένο περί του ότι η ίδια δεν είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και απέρριψε την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν επίσης αβάσιμος, καθώς η εκκαλούσα εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι το άρθρο 7 παρ. 2 β του ν. 2664/1998 αναφέρεται στον "πραγματικό δικαιούχο" που έχει ενοχική αξίωση κατά του "αναφερόμενου ανακριβώς ως δικαιούχου" εννοεί τον ηττηθέντα διάδικο της κτηματολογικής αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, καθώς υφίσταται το δεδικασμένο. Ειδικότερα, σε περίπτωση οριστικοποίησης των κτηματολογικών εγγραφών και αυτών των ανακριβών ακόμη, που επέρχεται αποκλειστικά ως συνέπεια της διαδρομής των χρονικών περιθωρίων προσβολής αυτών χωρίς να μεσολαβήσει προσβολή τους με τη άσκηση αγωγής του άρθρ. 6 § 2 ν. 2664/1998, - όπως όταν ο αληθής δικαιούχος δεν έχει εγείρει τις σχετικές αξιώσεις του εντός της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας, αλλά τρίτος έχει προσβάλει την ανακρίβεια της πρώτης εγγραφής και έχει πετύχει τη διόρθωση υπέρ του, ή όταν ο αληθής δικαιούχος παρέλειψε να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας κατά τη δήλωση ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση, ο πραγματικός δικαιούχος μπορεί να εγείρει απευθείας τις ενοχικής πλέον και μόνον φύσεως αξιώσεις του κατά του αναφερόμενου ανακριβώς ως δικαιούχου, χωρίς να δεσμεύεται από κάποια τυχόν προγενέστερη δικαστική απόφαση που έκρινε με δύναμη δεδικασμένου περί των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί του επίδικου ακινήτου. Διαφορετική όμως εμφανίζεται στην πράξη η περίπτωση εκείνη κατά την οποία η οριστικοποίηση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών έχει επέλθει δυνάμει αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που διέταξε τη διόρθωση ή απέρριψε τη σχετική αγωγή περί διόρθωσης της κτηματολογικής εγγραφής, κατόπιν άσκησης αγωγής του άρθρ. 6 § 2 ν. 2664/1998 κατά την τακτική διαδικασία.
Εν προκειμένω υφίσταται δέσμευση από το δεδικασμένο της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ενάγουσας καθόσον κρίθηκε ότι δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου και επομένως δεν δύναται να θεωρηθεί "πραγματικός δικαιούχος", παρά μόνο με ανατροπή του δεδικασμένου έπειτα από την άσκηση αναψηλάφησης εντός της νόμιμης προθεσμίας, η οποία δεν έλαβε χώρα. Ούτε μπορεί να επιτευχθεί ανατροπή του δεδικασμένου, με την εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθ' όσον, όπως προεκτέθηκε, το δεδικασμένο της απόφασης, ενόσω δεν έχει ανατραπεί αποτελεί νόμιμο λόγο για τη διατήρηση του πλουτισμού...Επομένως απορρίπτοντας την αγωγή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγω του ότι κρίθηκε αμετακλήτως με δύναμη δεδικασμένου ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε την κυριότητα της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου έστω και στα 42 στρέμματα, ορθώς έκρινε αν και με ελλιπέστερες αιτιολογίες που αντικαθίστανται από τις παρούσες (άρθρο 534 ΚΠολΔ) απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του δεύτερου λόγου της έφεσης.". Από την επισκόπηση των παραδοχών της υπ' αριθ. 185/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου προκύπτει ότι με αυτή κρίθηκε αμετακλήτως ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού δεν απέδειξε την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, όπως όφειλε, ως έχουσα το αντικειμενικό βάρος της αποδείξεως και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή, είχε αναγνωρίσει την αναιρεσείουσα κυρία του αγρού, εμβαδού 165.875 τ.μ. και είχε διατάξει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από τις παραδοχές της ίδιας ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν ουδόλως κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε κυριότητα επί της εκτάσεως των 42 στρεμμάτων, δεχόμενο ότι οι δικαιοπάροχοι της ήταν μεν ιδιοκτήτες γης εκτάσεως περίπου 42 στρεμμάτων με ασαφή, όμως, όρια σε πλευρές και προσανατολισμό, στη θέση Αγ. Σώστης Μυκόνου, και χωρίς να μπορούν να προσδιοριστούν τα συγκεκριμένα τμήματα που κατείχαν αυτοί μέσα στα όρια του επιδίκου, κρίση πλεοναστική χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως. Εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας ήταν κύριοι της επί μέρους έκτασης των 42 στρεμμάτων δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 575/2024, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 317/ 2021, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 570/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ενώ δέχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 185/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και την υπ' αριθ. 1840/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι το αναιρεσίβλητο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, εφόσον πρόκειται για ιδιωτική γη "καθαρής ιδιοκτησίας", στη συνέχεια αντιφατικά αποφάνθηκε ότι η αναιρεσείουσα απαραδέκτως πρόβαλε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, το οποίο απέκτησε με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, με έναρξη της από το έτος 1983, διότι δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου από το έτος 1915 ούτε για τα ακίνητα που βρίσκονται στις Κυκλάδες. Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 17 του ως άνω άρθρου είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αντίφαση εντοπίζεται στις αιτιολογίες της απόφασης και όχι στις διατάξεις του ίδιου του διατακτικού της.

IV. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονούνταν για την παρά το νόμο απόρριψη της αγωγής της, λόγω αδυναμίας εκτίμησης της αξίας των 42 στρεμμάτων του επιδίκου ακινήτου, τα οποία απέκτησε από τους δικαιοπαρόχους της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αυτής παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε το σκεπτικό της υπ' αριθ. 185/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου ότι οι δικαιοπάροχοι αυτής (αναιρεσείουσας) ήταν κύριοι 42 στρεμμάτων με ασαφή θέση και όρια, το οποίο ήταν κρίσιμο για την δικαστική εκτίμηση της εμπράγματης αγωγής, αλλά δεν ήταν κρίσιμο για την εκτίμηση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Τέλος, ο τρίτος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου αναφορικά με τα 42 στρέμματα, ήτοι ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν κύριοι 42 στρεμμάτων με ασαφή θέση και όρια, που ενώ ήταν κρίσιμο για την δικαστική εκτίμηση της εμπράγματης αγωγής δεν ήταν κρίσιμο για την εκτίμηση της επίδικης αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τυγχάνει επίσης αβάσιμος, ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι κρίθηκε με την εφετειακή ως άνω απόφαση ότι η ενάγουσα είναι κυρία των 42 στρεμμάτων, γεγονός που δεν συμβαίνει κατά τα προεκτεθέντα, λόγω του ότι η κρίση για την κυριότητα των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας στα 42 στρέμματα ήταν πλεοναστική, δεν στήριζε το διατακτικό της απόφασης και εν τέλει όπως αναλυτικά προεκτέθηκε η αγωγή της απορρίφθηκε καθ' ολοκληρία και δεν έγινε εν μέρει δεκτή για την έκταση 42 στρεμμάτων, η οποία άλλωστε δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί και να οριοθετηθεί.
Συνεπώς, ορθώς έκρινε σχετικώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορριπτομένου και του τρίτου και τελευταίου λόγου της ένδικης έφεσης.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στον πρώτο αναιρετικό λόγο, με την υπ' αριθ. 185/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ουδόλως κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε κυριότητα επί της εκτάσεως των 42 στρεμμάτων, με το να δεχθεί ότι οι δικαιοπάροχοι αυτής ήταν μεν ιδιοκτήτες γης εκτάσεως περίπου 42 στρεμμάτων με ασαφή όμως όρια σε πλευρές και προσανατολισμό και χωρίς να μπορούν να προσδιορισθούν τα συγκεκριμένα τμήματα που κατείχαν αυτοί μέσα στα όρια του επιδίκου, κρίση πλεοναστική, χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής στο σύνολο της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

V. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος της, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2664/1998, 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε στην κυριότητά της το ακίνητο των 42 στρεμμάτων, στο οποίο το αναιρεσίβλητο ουδέποτε απέκτησε εμπράγματα δικαιώματα και δη κυριότητα, στη συνέχεια, εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει ενοχική αξίωση κατά του αναιρεσίβλητου για την απόδοση του πλουτισμού του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν κυρία ακινήτου 42 στρεμμάτων και το αναιρεσίβλητο ουδέποτε απέκτησε επ' αυτού κυριότητα, ενώ από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την υπ' αριθ. 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και αφορούσε στην έλλειψη κυριότητας της αναιρεσείουσας επί της συνολικής επίδικης εκτάσεως των 165.875 τ.μ. και την στο σύνολο της απόρριψη της αγωγής από το άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, η δε κρίση του για το ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας ήταν ιδιοκτήτες γης εκτάσεως 42 στρεμμάτων με ασαφή όρια ήταν πλεοναστική, χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, όπως ήταν πλεοναστική, χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως και δεν παράγει δεδικασμένο, η κρίση της αποφάσεως ότι το αναιρεσίβλητο δεν διέθετε σχετικούς τίτλους κυριότητας, καθόσον η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο.

VI. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Αστικού Κώδικα, οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και τα έθιμα. Για τη δημιουργία εθίμου απαιτούνται ως στοιχεία δημιουργίας αυτού μακρά και ομοιόμορφη άσκηση, καθώς και η κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολόκληρου του κράτους ή τμήματος αυτού, είτε των ανηκόντων σε μία τάξη ή επάγγελμα προσώπων για την αναγκαιότητα αυτού ως κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 289/2014, ΑΠ 919/2012, ΑΠ 491/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, ενώ η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με την έφεσή της την ύπαρξη στις νήσους του Αιγαίου έκπαλαι τοπικού εθίμου, με βάση το οποίο, κατά μακροχρόνια, εν συνειδήσει δικαίου, συνεχή και ομοιόμορφη χρήση, η μέτρηση των αγροτικών ακινήτων στα πωλητήρια συμβόλαια μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα δεν γινόταν σε τετραγωνικά μέτρα αλλά σε "ζευγαριές", ήτοι με υπολογισμό μόνο της καλλιεργήσιμης έκτασης των πωλούμενων ακινήτων και όχι των βραχωδών και των μη υποκείμενων σε καλλιέργεια εκτάσεων, ως άνευ τότε αξίας, λόγος που εξηγεί την προκύπτουσα πραγματική έκταση του επίδικου ακινήτου σε 185 στρέμματα, η προσβαλλόμενη απόφαση τον απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο τρόπος υπολογισμού της εκτάσεως των ακινήτων στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δεν αφορά εθιμικό κανόνα δικαίου, αλλά επιτόπια συνήθεια και εφαρμογή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτό (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4792/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή