Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1158 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1158/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΡΥΛΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΘΡΥΛΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Γούμενο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΛΥΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΡΑΚΟΜ TELECOM", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 686/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 686/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 296/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 122.514,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 15-5-2014, οφειλόμενο από τη μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άνω άρθρου πρόκειται: α) για σύμβαση, επομένως η δήλωση βούλησης του οφειλέτη πρέπει να περιέλθει και να γίνει αποδεκτή από τον δανειστή, β) υποσχετική, με την έννοια ότι ο οφειλέτης αναλαμβάνει απλώς την υποχρέωση να καταβάλει το χρέος, γ) ετεροβαρής, εφόσον γεννιέται υποχρέωση παροχής μόνο σε βάρος του υποσχεθέντος, ακόμη κι' αν το χρέος που αναγνωρίζεται προέρχεται από αμφοτεροβαρή σύμβαση, δ) αφηρημένη υπό την έννοια του αναιτιώδους, ανεξάρτητα δηλαδή από την αιτία γέννησης του χρέους, αφού η ίδια αποτελεί αυτοτελή λόγο γένεσης της ενοχής και ε) βοηθητική αφού αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση της βασικής σχέσης και στη διευκόλυνση της θέσης του δανειστή αναφορικά με την επιδίωξη των δικαιωμάτων του. Ο έγγραφος τύπος απαιτείται μόνο για τη δήλωση υπόσχεσης ή αναγνώρισης του οφειλέτη, όχι δε και για την αποδοχή της δήλωσης αυτής κατ' άρθρο 189 ΑΚ από τον δανειστή (ΑΠ 40/2006) που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, εκδηλούμενη με τη συμπεριφορά του λήπτη της δήλωσης, δηλαδή τις υλικές πράξεις αυτού που υποδηλώνουν τη βούλησή του να την αποδεχθεί, ενόψει των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης, της ακολουθούμενης από τα μέρη συναλλακτικής πρακτικής ή την επιχειρησιακή συνήθεια. Έτσι, πράξη δηλωτική αποδοχής της αφηρημένης αναγνώρισης συνιστά η ανεπιφύλακτη παραλαβή από τον δανειστή του εγγράφου στο οποίο αυτή ενσωματώνεται, η περαιτέρω χρήση του στις συναλλαγές με τυχόν εκχώρηση της ενσωματωμένης στο έγγραφο απαίτησης του δανειστή κατά του υποσχεθέντος οφειλέτη του σε τρίτο, δανειστή του δανειστή του, υπό την προϋπόθεση βέβαια να προκύπτει από τη δήλωση η παροχή τόσο κατά ποιόν όσο και κατά ποσόν (ΑΠ 1455/2005), αλλά και η έγερση αγωγής για την επιδίκαση του ποσού του αναγνωριζόμενου χρέους. Από τα παραπάνω επομένως συνάγεται ότι έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται όπως προαναφέρθηκε έγγραφος τύπος (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1259/2021, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 51/2020). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 913/2020). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (αρθρ. 437 ΑΚ) (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 232/2024, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 629/2023, ΑΠ 1576/2022, ΑΠ 1125/2020, ΑΠ 678/2018). Με άλλα λόγια, ως ένδειξη, παρά τη μνεία της αιτίας, ότι τα μέρη θέλησαν ενοχή αφηρημένη, συνιστά και η γενική και αόριστη αναφορά της αιτίας στη σύμβαση αναγνώρισης και δη όταν από τη συμφωνία δεν προκύπτει για ποιο λόγο οφειλόταν αλλά συνάφθηκε με σκοπό την διευθέτηση (εκκαθάριση) του οικονομικού μέρους της σχέσης αυτής (ΑΠ 1081/ 2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει, ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξία που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί, μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Ως προς τις ανώνυμες εταιρίες, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 και 3 του Κ.Ν. 2190/1920, που είναι αντίστοιχες, αλλά ειδικές, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ, προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρία, αποτελεί νομικό πρόσωπο, το οποίο εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής. Το διοικητικό συμβούλιο ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρίας, την διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της (εκτός από εκείνες τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), καθώς και να εκφράζει τη βούληση του νομικού τούτου προσώπου στις έννομες σχέσεις του με άλλα πρόσωπα. Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας μπορεί να ανατεθεί, ολικά ή μερικά, σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή σε τρίτα πρόσωπα, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον, βέβαια, το επιτρέπει το καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου, και ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας, που εκφράζουν πρωτογενώς την βούλησή του και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό. Η ανώνυμη εταιρία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από τις πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και επομένως και εκείνων που ορίστηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου στην περίπτωση υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 1076/2020, ΑΠ 443/2018, ΑΠ 473/ 2016, ΑΠ 1312/2015, ΑΠ 1324/2014). Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο. Κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρίας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ` εντολή ή κατ` ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση ότι έχει ανατεθεί σ` αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία. Η οργανική εκπροσώπηση βέβαια της εταιρίας, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920 γενικά ή για την ενέργεια συγκεκριμένου είδους πράξεων, καθ` υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, διαφέρει από την αντιπροσώπευση της, κατά το άρθρο 211 ΑΚ (κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής) για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξης ή είδους πράξεων, αφού κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση της εταιρίας εκφράζεται πρωτογενώς (ΑΠ 148/2013, ΑΠ 1363/2011, ΑΠ 470/2006). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 232/2024, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 381/ 2021, ΑΠ 1763/2011, ΑΠ 715/2010, AΠ 5/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εκείνο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή, αντίστοιχα, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 232/ 2024, ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 1771/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 896/ 2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή της προσφυγής σ' αυτούς, παρά την μη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στη δήλωση βούλησης των μελών του Δ.Σ της αναιρεσείουσας, όπως αυτή είχε εκφραστεί στο από 7-7-2010 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου ότι ο οικονομικός διευθυντής Α. Λ. είχε την εξουσία, ενεργώντας από κοινού με τον διευθύνοντα σύμβουλο να συνάπτει πάσης φύσεως συμβάσεις στο όνομα της αναιρεσείουσας έως το ποσό των 50.000 ευρώ και κατέληξε στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα την 1-11-2010 απηύθυνε προς την αναιρεσίβλητη πρόταση σύναψης σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους με την αποστολή προς αυτήν της από 1-10-2010 επιστολής που υπέγραψε υπό την εταιρική σφραγίδα ο οικονομικός διευθυντής Α. Λ., η οποία πρόταση παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα από την αναιρεσίβλητη και έτσι καταρτίστηκε σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ Α.Ε-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRACOM" και της εναγόμενης υπήρχε εμπορική συνεργασία, καθώς η πρώτη εταιρία προμήθευσε την εναγόμενη με είδη πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, και παρείχε συναφείς υπηρεσίες για τις οποίες εξέδωσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών το έτος 2003 συνολικής αξίας 125.636,30 €. έναντι των οποίων η εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των 1.109,02 €, ώστε να απομένει υπόλοιπο 124.527,28 €. Με την υπ' αριθμ. ...-2005 σύμβαση απόσχισης του κλάδου τηλεπικοινωνιακών λύσεων, η οποία εγκρίθηκε από το Νομάρχη Αττικής, εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ Α.Ε ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ, και κατ' επέκταση η ενάγουσα υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απέρρεαν από τις συναφθείσες συμβάσεις. Την 1.11.2010 το λογιστήριο της ενάγουσας έλαβε την από 01-10-2010 επιστολή, την οποία υπέγραφε ο Οικονομικός Διευθυντής της εναγόμενης Α. Λ. με το εξής περιεχόμενο: "Αξιότιμοι κύριοι: ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΥ κατά την 30-06-2010. Στα πλαίσια του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας μας, οι διενεργούντες τον έλεγχο ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές, επιθυμούν να επιβεβαιώσουν ότι το ποσό που μας οφείλατε ή σας οφείλαμε κατά την 30-06-2010, συμφωνεί με το ποσό που απεικονίζεται στα δικά σας λογιστικά βιβλία. Όπως προκύπτει από τα δικά μας βιβλία, το υπόλοιπο του λογαριασμού σας κατά την ως άνω ημερομηνία, ήταν σε ανοικτό λογαριασμό, ποσό οφειλόμενο σε εσάς 124.527,28 €. Η συνεργασία σας είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση του διενεργούμενου ελέγχου. Σας παρακαλούμε να ανταποκριθείτε άμεσα και να αποστείλετε την απάντησή σας απευθείας στους ελεγκτές μας "ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΟΡΚΩΤΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΕ", διεύθυνση Κεντρικού κατ/τος -Διοίκησης ..., Αθήνα, ΤΚ ... (υπόψη του Ορκωτού Ελεγκτού Λογιστή, κ. Α. Ε. Τ.)". Με εκτίμηση, Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Α. Λ.". Η επιστολή ήταν συνταγμένη σε έντυπο της εναγόμενης και υπέγραφε, όπως εκτέθηκε ο Α. Λ. υπό την εταιρική σφραγίδα της εναγόμενης, ο οποίος, είχε την ιδιότητα του Οικονομικού Διευθυντή αυτής. Σύμφωνα με το από 7.7.2010 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής που καταχωρήθηκε στις 20.7.2010 (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αρ. 8565/28.7.2010), ο ανωτέρω ως Οικονομικός Διευθυντής της εναγόμενης είχε την εξουσία, ενεργώντας από κοινού με τον διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Δ. Ξ., να συνάπτει και να λύει πάσης φύσεως συμβάσεις στο όνομα της εναγόμενης, έως το ποσό των 50.000 €, ενώ ο Πρόεδρος του Δ.Σ. (το διάστημα εκείνο) Σ. Κ., δέσμευε με την υπογραφή του την εναγόμενη απεριόριστα. Το συγκεκριμένο έγγραφο εστάλη από την εναγόμενη, ενόψει της μεταβίβασης το 2010 της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ και της ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΑΕ σε νέο μέτοχο, ώστε να προβεί και η "ΘΡΥΛΟΣ ΑΕ" (στα πλαίσια του ίδιου ομίλου) σε διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της με την ενάγουσα και τη διαπίστωση και εξασφάλιση της οφειλής της (βλ. την με αρ. 6280/ 2018 ένορκη βεβαίωση του Ε. Β.). Με αυτά τα δεδομένα το έγγραφο αυτό δεν εξαντλείτο σε αλληλογραφία μεταξύ λογιστηρίων και απλή επιβεβαίωση του υπολοίπου του λογαριασμού, αλλά αποτελούσε πρόταση της εναγόμενης για κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης χρέους, ενώ καθώς ο Α. Λ. ήταν ιεραρχικά δεύτερος κατά σειρά, από πλευράς εκπροσώπησης της εναγόμενης (ενεργώντας από κοινού με τον διευθύνοντα Σύμβουλο Δ. Ξ. για ποσά έως 50.000 €), ανεξαρτήτως αν μπορούσε να δεσμεύσει ο ίδιος ατομικά την εναγόμενη με την υπογραφή του, είναι πρόδηλο ότι ενήργησε κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Η εν λόγω απόφαση του Διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης, με την οποία είχε παρασχεθεί εξουσία στον συγκεκριμένο υπάλληλο για την κατάρτιση δικαιοπραξιών σχετικών με την διεξαγωγή και διεκπεραίωση της λογιστικής της υπηρεσίας, περιλαμβανομένων και των συμβάσεων αναγνώρισης χρέους, προκύπτει ερμηνευτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. κατά την καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη από τα εξής : α') την αδυναμία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, να ασχολείται ατομικά με κάθε δικαιοπραξία, απαραίτητη για τη διεκπεραίωση της λογιστικής υπηρεσίας της, εν όψει του ευρέος κύκλου και της πολυπλοκότητας των εργασιών αυτής (εταιρίας), και β') τη δυνατότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου - οικονομικού Διευθυντή που συνέταξε την αναφερόμενη επιστολή για ζήτημα που αναγόταν στα καθήκοντά του (διεξαγωγή και διεκπεραίωση της λογιστικής υπηρεσίας), να υπογράψει αυτήν υπό τη σφραγίδα της εταιρίας, πράγμα που δεν είχε λόγο να πράξει και δεν θα συνέβαινε, αν δεν του είχε χορηγηθεί αυτό το δικαίωμα από το Δ.Σ. της εταιρίας όντας ο δεύτερος ουσιαστικά στην ιεραρχία μετά τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ότι ακολούθησαν επιστολές της εναγόμενης υπογεγραμμένες από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, Γ. Π. (από 10-09-2013), τον Αντιπρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου Ι. Β. (από 03-09-2014, 11-09-2015, 21-09-2016) και τον Οικονομικό της Διευθυντή, Α. Δ. (20-09-2017) που επιβεβαίωναν το περιεχόμενο της άνω επιστολής και ότι το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης ανερχόταν σ' αυτό των 124.527,28 €, αφαιρούμενου όμως του ποσού των 2.012,29 €, που εμφάνιζε ο λογαριασμός της εναγόμενης ως πιστωτικό υπόλοιπο. Ειδικότερα η πρώτη από τις άνω επιστολές είχε το εξής περιεχόμενο : "Οι ελεγκτές μας Deloitte πραγματοποιούν έλεγχο των λογιστικών μας βιβλίων και σας παρακαλούμε για διευκόλυνσή μας να συμπληρώσετε και να στείλετε σ' αυτούς το παρακάτω υπόδειγμα επιβεβαιώνοντας το υπόλοιπο του λογαριασμού μας στις 30.6.2013. Για διευκόλυνσή σας και ταχύτερη εξυπηρέτηση των ελεγκτών μας παρακαλούμε να στείλετε την απάντησή σας στο fax ... Deloitte. Επίσης σας εσωκλείουμε φάκελο με γραμματόσημο. Με εκτίμηση Γ. Π. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. Στο έγγραφο αυτό επισυνάφθηκε στο κάτω μέρος του η απάντηση της ενάγουσας, "Προς Deloitte Τ.Θ. ... Μαρούσι fax ..., Κύριοι το υπόλοιπο που μας όφειλε η εταιρία ΘΡΥΛΟΣ ΑΕ στις 30.6.2013 ήταν σε ανοιχτό λογαριασμό 122.514,99 € και από κάτω η σφραγίδα της ενάγουσας, η δε επιστολή αυτή όπως συμπληρώθηκε απεστάλη στους Ορκωτούς Ελεγκτές της εναγόμενης Deloitte ΑΕ, και με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη έλαβε γνώση και ενέκρινε το ύψος της οφειλής. Όμοιο περιεχόμενο είχαν και τα επόμενα έγγραφα, όπου στο κάτω μέρος αυτών αναφέρεται το χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης (των 124.527,28 €) και το πιστωτικό της υπόλοιπο (2.012,29 €). Οι επιστολές αυτές επιβεβαιώνουν τόσο το περιεχόμενο της από 1.10.2010 επιστολής της εναγόμενης υπογεγραμμένης από τον Α. Λ., όσο και την πληρεξουσιότητα που είχε παράσχει σ' αυτόν το Δ.Σ. της εταιρίας με δεδομένο ότι οι 2 πρώτες από αυτές έχουν υπογραφεί από τον Γ. Π. Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγόμενης, ο οποίος δέσμευε αυτή με την υπογραφή του απεριόριστα, οι δε επόμενες επιστολές (03-09-2014, 11-09-2015, 21-09-2016) φέρουν την υπογραφή του Αντιπροέδρου αυτής Ι. Β.υ, ο οποίος σύμφωνα με το από 31.12.2013 πρακτικό του Δ.Σ. της εναγόμενης είχε την εξουσία να εκδίδει, αποδέχεται οπισθογραφεί αξιόγραφα έως το ποσό των 4.000.000 € και να συνάπτει και λύει πάσης φύσεως συμβάσεις ανεξαρτήτως ποσού. Δηλαδή οι μεταγενέστερες αυτές επιστολές λειτουργούν και ως έγκριση της από 1.10.2010 επιστολής. Ωστόσο, το ποσό για το οποίο έγινε αναγνώριση του χρέους, όπως προκύπτει από τις μεταγενέστερες αυτές επιστολές ήταν αυτό των 122.514,99 €, αφού από το χρεωστικό υπόλοιπο των 124.527,28 €, που εμφάνιζε ο λογαριασμός της εναγόμενης αφαιρείται το πιστωτικό υπόλοιπο των 2.012,29 €. Άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα στο από 14.5.2014 ηλεκτρονικό μήνυμα προς την εναγόμενη και στην από 25.7.2014 εξώδικη δήλωσή της είχε ζητήσει την καταβολή του ποσού των 122.514,99 € και όχι αυτού των 124.527,28 €. Η σύμβαση αναγνώρισης χρέους (ως προς το από 1.10.2010 έγγραφο) καταρτίστηκε σιωπηρά, με την ανεπιφύλακτη παραλαβή της επιστολής από την ενάγουσα, καθώς το έγγραφο αυτό παρέλαβε ο Διευθυντής του Λογιστηρίου αυτής Π. Κ., που καταχώρησε την οφειλή ως "ορθή" στο κάτω μέρος της αυτής, και ταχυδρόμησε στην εναγόμενη, περιερχόμενη στον Ορκωτό Ελεγκτή αυτής, Α. Τ. Στα δε λοιπά έγγραφα, όπως εκτέθηκε, το ποσό της οφειλής συμπληρωνόταν από το Διευθυντή του Λογιστηρίου της ενάγουσας και στη συνέχεια αποστελλόταν η επιστολή απευθείας στους Ορκωτούς ελεγκτές της εναγόμενης. Η εναγόμενη - εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της αμφισβητεί την κατάρτιση σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, ισχυριζόμενη ότι το από 1.10.2010 έγγραφο είχε αποσταλεί στο πλαίσιο τυπικής αλληλογραφίας μεταξύ εμπορικών εταιριών, με αφορμή τη σύνταξη των ετησίων τους οικονομικών καταστάσεων, ο δε οικονομικός Διευθυντής της ενάγουσας δεν είχε έγγραφη πληρεξουσιότητα από το Δ.Σ. αυτής. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, καθώς ο δικαιοπρακτικός χαρακτήρας του εγγράφου προκύπτει από το ότι αυτό είχε συνταχθεί ενόψει της μεταβίβασής του πακέτου των μετοχών της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΑΕ και εναγόμενης το έτος 2010. Αν έγγραφο αυτό λειτούργησε ως απλή επιβεβαίωση θα έπρεπε να υπήρχαν και προγενέστερα έγγραφα (αυτά που στέλνονταν ετησίως) τα οποία δεν προσκομίζει η εναγόμενη, αλλά ούτε η ενάγουσα. Όπως επίσης εκτέθηκε, ο Α. Λ. είχε τη σχετική πληρεξουσιότητά συναγόμενη από τη συμπεριφορά του Δ.Σ. της εναγόμενης, αλλά και την μεταγενέστερη (γραπτή) έγκριση της επιστολής του από 03-09-2014, 11-09-2015, 21-09-2016 επιστολές....Όμως θα πρέπει να γίνει δεκτός ο 4ος λόγος της έφεσης, αφού όπως εκτέθηκε, το ποσό για το οποίο έγινε αναγνώριση χρέους ήταν αυτό των 122.514,99 €..". Στη συνέχεια, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 122.514,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 15-5-2014. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού μετά την διαπίστωση της υπάρξεως αμφιβολίας στη διατύπωση των δηλωθεισών από τα μέλη του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας στο από 7-7-2010 πρακτικό βουλήσεων, αναφορικά με το αν ο Α. Λ. διέθετε την εξουσία να προβαίνει στην υποβολή προτάσεως για τη σύναψη συμβάσεως αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους για το ποσό των 124.527,28 ευρώ, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι' αυτών την αληθινή βούληση των μελών του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας και χρησιμοποιώντας ορθώς τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε ότι "η από 1-10-2010 επιστολή, υπογεγραμμένη από τον οικονομικό διευθυντή της αναιρεσείουσας Α. Λ., αποτελούσε πρόταση αυτής για κατάρτιση συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους, και ότι με την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας είχε παρασχεθεί εξουσία στον ως άνω υπάλληλο για την κατάρτιση δικαιοπραξιών σχετικών με την διεξαγωγή και διεκπεραίωση της λογιστικής της υπηρεσίας, περιλαμβανομένων και των συμβάσεων αναγνωρίσεως χρέους ποσού άνω των 50.000 ευρώ". Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, δεν αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αφού με την δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η, σύμφωνα με τα ως άνω κριτήρια, προστασία των συμφερόντων των διαδίκων μερών και ειδικότερα της μεν αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι το Δ.Σ. αυτής αδυνατούσε να ασχολείται ατομικά με κάθε δικαιοπραξία για την διεκπεραίωση της λογιστικής υπηρεσίας της, στα καθήκοντα του οικονομικού διευθυντή της Α. Λ. αναγόταν η σύνταξη και υπογραφή υπό την εταιρική σφραγίδα της επίμαχης επιστολής, μετά τη σύνταξη της οποίας ακολούθησαν και άλλες επιστολές της αναιρεσείουσας, υπογεγραμμένες από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Γ. Π. που δέσμευε αυτήν με την υπογραφή του απεριόριστα και από τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. Ι. Β., που είχε εξουσία να συνάπτει συμβάσεις πάσης φύσεως, ανεξαρτήτως ποσού, οι οποίες επιβεβαιώνουν το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής και την εξουσία που είχε παράσχει στον Α. Λ. το Δ.Σ. της αναιρεσείουσας και ισχύουν ως έγκριση αυτής, της δε αναιρεσίβλητης να ζητήσει από την αναιρεσείουσα το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 122.514,99 ευρώ, για το οποίο έγινε η αναγνώριση χρέους με την επίμαχη από 1-10-2010 επιστολή, η οποία είχε συνταχθεί ενόψει της μεταβιβάσεως του πακέτου των μετοχών της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ ΑΕ και της αναιρεσίβλητης το έτος 2010. Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα της καταρτίσεως συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους, με αποτέλεσμα να μπορεί να ελεγχθεί εν προκειμένω η συνδρομή των όρων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η υπογεγραμμένη από τον οικονομικό διευθυντή της αναιρεσείουσας Α. Λ. από 1-10-2010 επιστολή, με τον τίτλο "ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΥ κατά την 30-6-2010", περιείχε πρόταση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για σύναψη σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, η οποία καταρτίστηκε με την ανεπιφύλακτη αποδοχή της πρότασης από την αναιρεσίβλητη. Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η από 1-10-2010 επιστολή της αναιρεσείουσας, με τίτλο "ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΥ κατά την 30-06-2010", την οποία έλαβε το λογιστήριο της αναιρεσίβλητης την 1-11-2010, δεν αποτελούσε αλληλογραφία μεταξύ των λογιστηρίων των δύο εταιριών και απλή επιβεβαίωση του υπολοίπου του μεταξύ τους λογαριασμού, αλλά έγγραφη πρόταση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για κατάρτιση μεταξύ τους σύμβασης αναγνώρισης χρέους, η οποία και καταρτίστηκε σιωπηρά, με την ανεπιφύλακτη παραλαβή της επιστολής από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα από τον Διευθυντή του Λογιστηρίου της, ο οποίος καταχώρησε την οφειλή ως "ορθή" στο κάτω μέρος αυτής και την ταχυδρόμησε στην αναιρεσείουσα, ακολούθησαν δε και οι από 10-9-2013, 3-9-2014, 11-9-2015, 21-9-2016 επιστολές της αναιρεσείουσας, υπογεγραμμένες από τον τότε Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. αυτής, οι οποίες επιβεβαιώνουν το περιεχόμενο της ως άνω επίμαχης επιστολής και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της αναιρεσείουσας ανερχόταν στο ποσό των 122.514,99 ευρώ. Η ως άνω σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους καταρτίστηκε ενόψει της μεταβιβάσεως το έτος 2010 της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ και της ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ ΑΕ σε νέο μέτοχο, ώστε να προβεί η αναιρεσείουσα στη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της με την αναιρεσίβλητη και στην εξασφάλιση της οφειλής της τελευταίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 686/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης