Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1159 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1159/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Ι., 2) Γ. συζύγου Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριακή Κουδρόγλου - Ιωαννίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3498/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 997/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/1/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 997/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 3498/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 19.12.2008 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως εκτιμάται προσηκόντως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των συκοφαντικών ισχυρισμών τους και δη: 1)Την υπ' αριθμόν 8252/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 2)Το υπ' αριθμόν 580/2012 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, 3)Την υπ' αριθμόν 448/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, 4)Την υπ' αριθμόν 1148/2015 Διάταξη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, 5)Την υπ' αριθμόν 447/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, 6)Την υπ' αριθμόν 1978/9.7.2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, 7)Την υπ' αριθμόν 2930/2014 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 8)Την υπ' αριθμόν 2931/2014 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 9)Την υπ' αριθμόν 2059/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 10)Την υπ' αριθμόν 2564/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 11)Την υπ' αριθμόν 25021/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 12)Την υπ' αριθμόν 3498/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 13)Την υπ' αριθμόν 10930/2013 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 14)Την υπ' αριθμόν 10932/2013 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 15)Την υπ' αριθμόν 15634/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 16)Την υπ' αριθμόν 15104/2013 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 17)Την υπ' αριθμόν 20304/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 18)Την υπ' αριθμόν 15790/2012 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 19)Την υπ' αριθμόν 24603/2013 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 20)Την υπ' αριθμόν 9015/2017 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 21)Την υπ' αριθμόν 871/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 22)Την υπ' αριθμόν 1631/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, 23)Την υπ' αριθμόν 926/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων και όλα τα έγγραφα όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τα έγγραφα των ποινικών δικογραφιών που σχηματίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση της προσβολής, β) την παράλειψή της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται, επιπλέον, υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον γενομένης, ανακοινώσεως. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ. Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας (ΑΠ 257/2022, ΑΠ 632/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη, για την ενότητα της έννομης τάξεως, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως ή, όταν, από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή, πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 257/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκτιμώμενο προσηκόντως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 224 παρ. 1, 2, 361, 362, 363, 367 ΠΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητες δεν τέλεσαν σε βάρος του τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτές τις πράξεις και ότι αυτές ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη εναγομένη - πρώτη εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Π. Π. και ο γιος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Α. Π. τέλεσαν νόμιμο γάμο την 16-5-1999 από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο την Ε., γεννηθείσα την ...-2001. Από το 2004 ο γάμος των ανωτέρω άρχισε να εμφανίζει σοβαρά προβλήματα, ωστόσο το ζευγάρι το αντιμετώπιζε συμβιώνοντας έως τον Ιούλιο του 2008, που επήλθε η οριστική διάστασή τους. Τον Οκτώβριο του 2006 η ανήλικη Ε. φέρεται να εξιστόρησε στη μητέρα της περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησής της από τον παππού της ενάγοντα Κ. Π. που έλαβε χώρα την 10-10-2006. Η αντίδραση της μητέρας ήταν να ενημερώσει αμέσως τον σύζυγό της, με αποτέλεσμα να επισκεφθούν την ίδια ημέρα την παιδοψυχίατρο Σ. Α., με την οποία η μητέρα είχε ήδη προγραμματισμένο ραντεβού, η οποία τους πρότεινε να απευθυνθούν σε δημόσιο φορέα. Πράγματι, η ανήλικη εξετάστηκε στο Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής, σε μια συνεδρία το Δεκέμβριο του 2006, από την παιδοψυχίατρο Ο. Β., η οποία έκρινε ότι η κακοποίηση δεν μπορούσε να πιστοποιηθεί και προτάθηκε στους γονείς συμμετοχή σε θεραπευτικές συνεδρίες (συμβουλευτική γονέων), οι οποίες, όμως, ματαιώθηκαν λόγω της άρνησής τους να συμμετάσχουν σε αυτές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της διάστασης των γονέων της άνω ανήλικης, στην οποία διάσταση συνέβαλε και η συμπόρευση του πατέρα της ανήλικης Α. Π. με τις απόψεις των γονέων του και όχι με αυτές της συζύγου του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συζητήθηκαν την 26-11-2008 οι υπ' αριθ. καταθ. 32747/2008 και 34680/2008 αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων του Α. Π. (υιού του ενάγοντος) και της δεύτερης εναγομένης, εν διαστάσει, αντίστοιχα, συζύγου του ανωτέρω, με τις οποίες ζητούσαν την ανάθεση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας της ανήλικης επτάχρονης θυγατέρας τους Ε. άλλως την ρύθμισης της επικοινωνίας καθώς και συνεισφορά για τη διατροφή της. Στο πλαίσιο της δίκης αυτής η καθ' ης η αίτηση (ήδη δεύτερη εναγομένη) προσκόμισε την υπ' αριθμ. ...-2008 ένορκη βεβαίωση της 1ης εναγομένης (Ε. Μ.) μη διαδίκου, θείας της 1ης εκκαλούσας, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής "... περί το τέλος του 2006 η ίδια διαπίστωσα να έχει επέλθει ψυχρότητα στις σχέσεις των οικογενειών και ρώτησα σχετικά την αδελφή μου. Εκείνη μου εκμυστηρεύτηκε ότι η μικρή είχε πει στην Π. ότι σε κάποια επίσκεψή της στην οικία του παππού της και της γιαγιάς της (Π.) ο παππούς ασέλγησε σε βάρος της... Θέλω μάλιστα να σημειώσω, ότι μετά από τα γεγονότα αυτά η μικρή δεν θέλει να επικοινωνήσει με τον παππού και τη γιαγιά (Π.)..." καθώς και την υπ' αριθμ. ...-2008 ένορκη βεβαίωση της τρίτης εναγομένης, Γ. Π., μητέρας της (δεύτερης εναγομένης) και γιαγιάς της ανωτέρω ανήλικης, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: "... Είναι γεγονός ότι η εγγονούλα μας Ε. παρουσίασε - από τα μέσα Οκτωβρίου 2006 και εντεύθεν - αλλαγή στην μέχρι τότε συμπεριφορά της, εμφανίζοντας σοβαρές φοβίες τις οποίες δεν είχε εκδηλώσει μέχρι τότε, αποκτώντας ως συνήθεια να βγάζει διαρκώς το εσώρουχό της και να γυρνά μέσα στο σπίτι χωρίς αυτό, και επί πλέον άρχισε να λέει διάφορα αισχρόλογα τόσο στο σπίτι μας, όσο και στο σχολείο της. Είναι επίσης γεγονός ότι η Π. λίγο καιρό μετά, ήλθε στο σπίτι μας κυριολεκτικά σοκαρισμένη και μας είπε τα όσα φογρερά της είχε εκμυστηρευτεί η εγγονούλα μας για τον παππού της Κ. Π. Ότι δηλαδή κατά την επίσκεψη της στο σπίτι των παππούδων της τον Οκτώβριο του 2006, ο πατέρας της την άφησε στο σπίτι με τον παππού και τη γιαγιά και ο ίδιος έφυγε. Λίγο αργότερα έφυγε από το σπίτι και η γιαγιά της, Ε. (όχι Γ., όπως λανθασμένα γράφεται στην ένορκη βεβαίωση). Τότε ο παππούς την πήρε σ' ένα δωμάτιο, της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχό της, την χάιδευε στα γεννητικά της όργανα και της έλεγε διάφορες λέξεις (αισχρόλογα), τα οποία μετέπειτα η μικρή επαναλάμβανε τόσο σε εμάς όσο και στο σχολείο της. Στη συνέχεια ανέφερε ότι επέστρεψε ο πατέρας της και την πήρε και την γύρισε στο σπίτι της...". Εκτός των ανωτέρω, η τρίτη εναγομένη στο από 24-4-2007 σημείωμά της ενώπιον της Πταισματοδίκη του Γ' Τμήματος Θεσσαλονίκης μετά την από 31-1-2007 μήνυση του ενάγοντος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: "... Σταδιακά από τα τέλη Οκτωβρίου και μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 2006, η εγγονή μου ανέφερε στη μητέρα της ότι κατά την επίσκεψή της στο σπίτι του παππούδων της τον Οκτώβριο του 2006, ο πατέρας της την άφησε στο σπίτι με τον παππού και την γιαγιά και ο ίδιος έφυγε. Λίγο αργότερα έφυγε από το σπίτι και η γιαγιά της για να πάει σε κάποια δουλειά. Τότε ο παππούς της και ήδη εγκαλών την πήρε σ' ένα δωμάτιο, της έβγαλε όλα της τα ρούχα, στη συνέχεια και ο ίδιος έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχό του και της έλεγε διάφορες λέξεις (αισχρόλογα), τα οποία μετέπειτα η μικρή επαναλάμβανε τόσο σε εμάς όσο και στο σχολείο της. Στη συνέχεια (ανέφερε ότι) επέστρεψε ο πατέρας της και γαμπρός μου, την πήρε και την γύρισε στο σπίτι της... μέχρι και σήμερα δεν γνωρίζω εάν αυτά είναι αναληθή ή όχι...". Επί των ανωτέρω αιτήσεων εκδόθηκε η με αριθμ. 41260/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), το οποίο, αφού έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της καθ' ης για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού από τον παππού, έκανε εν μέρει δεκτές τις αιτήσεις και μεταξύ άλλων ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με την ανήλικη, με τον περιορισμό ότι στην περίπτωση που επισκέπτεται την οικία των γονέων του δεν θα απομακρύνεται από αυτήν. Επίσης, είχε εκδοθεί η με αριθ. 8952/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), μετά από αίτηση του ήδη ενάγοντος και της συζύγου του κατά της δεύτερης εναγομένης, για επικοινωνία με την ανήλικη εγγονή τους, το ανωτέρω δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της καθ' ης η αίτηση για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού, έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση των αιτούντων (παππού και γιαγιάς) με τον περιορισμό η επικοινωνία να μην περιλαμβάνει διανυκτέρευση και να λαμβάνει χώρα με την παρουσία του πατέρα του παιδιού. Ακολούθως, όμως το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 11363/2010 απόφασή του απέρριψε την υπ' αριθμ. καταθ. 12489/2008 κύρια αγωγή του ενάγοντος και της συζύγου του, με την οποία ζητούσαν να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας τους με την ανήλικη εγγονή τους, με την αιτιολογία ότι οποιαδήποτε επικοινωνία των εναγόντων με το παιδί επηρέαζε αρνητικά τον ήδη τεταμένο και διαταραγμένο κόσμο του. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων κατέθεσε στην από 19-12-2008 μήνυση σε βάρος των εναγομένων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στην οποία εξέθετε, όπως και στην υπό κρίση αγωγή του, ότι τα όσα παραπάνω ισχυρίστηκε η δεύτερη εναγομένη κατά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων, στη δικάσιμο της 26-11-2008, τα οποία επιβεβαίωσε ενόρκως η μητέρα της (τρίτη εναγομένη), ήταν ψευδή και συκοφαντικά σε βάρος του γεγονότα, τα οποία ισχυρίστηκαν εν γνώσει της αναλήθειας τους και περιήλθαν σε γνώση τρίτων. Διατείνεται, δηλαδή, ο ενάγων ότι ουδέποτε κακοποίησε σεξουαλικά την εγγονή του και παιδί της δεύτερης εναγομένης και ότι το απόγευμα της 10-10-2006, ημέρα κατά την οποία τον κατηγορούν ότι προέβη στις ανωτέρω πράξεις, η ανήλικη εγγονή του δεν ήταν μαζί του, αλλά με τη σύζυγό του και γιαγιά της και βρισκόταν στην καφετέρια "PLAISIR", ότι η ανήλικη ουδέποτε έμεινε μόνη μαζί του, η δε μητέρα του παιδιού παρεμπόδιζε συνεχώς την επικοινωνία του παιδιού της με αυτόν και την σύζυγό του, οι δε ισχυρισμοί της νύφης του περί σεξουαλικής κακοποίησης της εγγονής του, είχαν ως σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου, ώστε να οδηγηθεί σε απορριπτική της αίτησης απόφαση. Επί της ανωτέρω από 19-12-2008 μήνυσης του ενάγοντα σε βάρος της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, η οποία μήνυση αναφέρεται στην ανωτέρω υπ' αριθμ. ...-2008 ένορκη βεβαίωση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15104/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε η τρίτη εναγόμενη για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα και η δεύτερη εναγομένη για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση και επιβλήθηκε στην καθεμιά ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (μηνών). Μετά από άσκηση έφεσης από την τρίτη εναγομένη κατά της άνω ποινικής απόφασης, εκδόθηκε η με αριθ. 2564/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή δώδεκα (12) μηνών. Η δεύτερη εναγομένη Π. Π. την 2-7-2008 απευθύνθηκε με σχετική αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για να πληροφορηθεί το λόγο διεξαγωγής κοινωνικής έρευνας από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Ανηλίκων, εκθέτοντας και το σύνολο των ως άνω περιστατικών, που ισχυριζόταν ότι διαδραματίστηκαν σε βάρος της κόρης της. Με βάση την αίτηση αυτή ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντος, αυτεπαγγέλτως, ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της αποπλάνησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών, που φέρονται ότι τελέστηκαν την 10-10-2006 σε βάρος της ανήλικης εγγονής του Ε. Μετά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης και το πέρας αυτής με το υπ' αριθ. 580/2012 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απαλλάχθηκε ο ενάγων για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης της εγγονής του, δεχόμενο το Συμβούλιο ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την πράξη αυτή και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών. Όλα τα προαναφερόμενα κρίθηκαν και με την υπ' αριθμόν 448/2016 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί εγκλήσεως, που είχε υποβάλει ο ενάγων κατά των Π. Π. και Ι. Π. (πατέρας της δεύτερης εναγομένης), η οποία δεν παράγει δεδικασμένο στην παρούσα υπόθεση, διότι οι ποινικές αποφάσεις δεν δημιουργούν δεδικασμένο για αστικές διαφορές. Όπως αποδείχθηκε, το παραπάνω βιοτικό συμβάν ήταν ψευδές, καθόσον ο ενάγων δεν προέβη την 10-10-2006 στην τέλεση της άνω άδικης πράξης σε βάρος της ανήλικης εγγονής του. Κατά τον επίδικο χρόνο της επικαλούμενης ασέλγειας, ο Α. Π. (πατέρας της ανήλικης) έφερε την ανήλικη στην οικία των γονέων του και μετά από ολιγόλεπτη παραμονή, η σύζυγος του ενάγοντος Ε. Π. αποχώρησε από αυτήν (οικία) μαζί με την ανήλικη εγγονή της για να συναντήσει τις φίλες της Ε. Κ. και Μ. Α., σε καφετέρια της Καλαμαριάς με το διακριτικό τίτλο Plaisir, από όπου και την παρέλαβε αργότερα ο πατέρας της ανήλικης, γεγονός αποκλείει το ενδεχόμενο της κακοποίησης από τον ενάγοντα παππού της και το οποίο μπορούσε να μετριάσει ή να διασκεδάσει τις όποιες σχετικές υποψίες των εναγομένων. Τούτο, όμως, δεν ήταν γνωστό στις τελευταίες, αφού αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον ενάγοντα στην από 3-4-2008 έγκλησή του και στην από 9-4-2008 κατάθεσή του ενώπιον των προανακριτικών αρχών σε βάρος της δεύτερης εναγομένης και του πατέρα της, Ι. Π. και επιβεβαιώθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προανάκρισης τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008, δηλαδή μετά το επίδικο γεγονός. Με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως έχει ήδη εκτεθεί, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες γνώριζαν την αναλήθεια του άνω κρίσιμου ισχυρισμού και συνεπώς, πίστευαν πεπλανημένα, ότι όσα παραπάνω ανέφεραν σε βάρος του ενάγοντα ήταν αληθή και δεν απέβλεπαν ειδικώς στη βλάβη της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος. Ειδικότερα, από το σύνολο των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών συνάγεται το συμπέρασμα ότι ήταν πολύ πιθανό, η ανήλικη να διηγήθηκε στη μητέρα της το επίμαχο περιστατικό, όπως η τελευταία το αποτύπωσε και εξέφρασε (εγγράφως και προφορικώς) ενώπιον όλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, ενώ το αντίθετο, να υπέβαλε δηλαδή η Π. Π. στην ανήλικη θυγατέρα της την τέλεση του άνω συμβάντος, δεν αποδείχθηκε. Τα ανωτέρω προκύπτουν, πέραν των άλλων, και από την με ημερομηνία 10-5-2010 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου διευθύντριας του ΕΣΥ Γ.Ν. "Παπανικολάου" Α. Μ., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. ...-2009 πράξη διορισμού του Πταισματοδίκη του Ι' Τμήματος Θεσσαλονίκης Β. Λ., προκειμένου να διακριβωθεί, εάν πράγματι έλαβε χώρα σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης από τον παππού της. Το συμπέρασμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, όπως επί λέξει εκτίθεται στην έκθεση είναι ότι "Τα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της αξιόπιστης κατάθεσης της ανήλικης με σαφή όμως επιφύλαξη, λόγω των πολλών χρόνων που έχουν περάσει από το συμβάν και των πολλών προσώπων, τα οποία έχουν εξετάσει σχετικά την ανήλικη και επομένως έχουν πιθανώς επηρεάσει ή τροποποιήσει μέσα στο μυαλό της, με τις ερωτήσεις τους και την ιστορία της". Πρέπει, να σημειωθεί ότι η εναγόμενη μητέρα, 1η εκκαλούσα, δεν έσπευσε να καταγγείλει, εξ αρχής, το κρίσιμο θέμα στις Αρχές, προκειμένου να αποδειχθεί η βλαπτική επίδραση, από τη δημοσιοποίηση αυτού, στην ψυχολογία της ανήλικης κόρης της, χωρίς όμως και να έχει επιδείξει οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, αφού εξάντλησε κάθε νόμιμο μέσο για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, ως προς το εάν έλαβε χώρα ή όχι το επίμαχο γεγονός. Δηλαδή, η 1η εκκαλούσα κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια για να διαπιστώσει εάν πράγματι το παιδί της κακοποιήθηκε σεξουαλικά, επιδεικνύοντας μάλιστα ψυχραιμία στην είδηση αυτή, αφού προτίμησε να μην ακολουθηθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος του ενάγοντος, προκειμένου να μην τραυματισθεί ψυχικά το παιδί της από τη δημοσιότητα, πράγμα το οποίο δεν επετεύχθη, αφού ο ενάγων, στο μεταξύ, επιδόθηκε σε μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα εναντίον της αναφορικά με το συμβάν, με αποτέλεσμα τη συνεχή και μακροχρόνια ψυχική ταλαιπωρία του παιδιού. Ομοίως και η δεύτερη εκκαλούσα Γ. Π., έχοντας ενημερωθεί από την 1η εκκαλούσα, κόρη της, για τη διήγηση της ανήλικης εγγονής της, που αφορούσε τον εφεσίβλητο, με την από 23-10-2008 ένορκη βεβαίωση της, καθώς και το από 24-4-2007 σημείωμά της ενώπιον του Πταισματοδίκη του Γ' Τμήματος επανέλαβε απλώς, όσα ακριβώς είχε εξιστορήσει η εγγονής της στην κόρη της και η τελευταία, ιδιαίτερα ανήσυχη, της το μετέφερε. Αμφότερες οι εναγόμενες από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αναφέρθηκαν στο περιστατικό κακοποίησης και συγκεκριμένα το έπραξαν με σκοπό να προασπίσουν την ψυχική υγεία, αλλά και τη σωματική υγεία της κόρης και εγγονής τους. Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω, η ένσταση των εναγομένων που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ περί άρσης του αδίκου της σχετικής πράξης της δυσφήμησης, είναι ουσιαστικά βάσιμη. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι όλα τα παραπάνω περιστατικά που επικαλέστηκαν κατά τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και ενώπιον της πταισματοδίκη δεν αποσκοπούσαν σε προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, αλλά αναφέρθηκαν με σκοπό να αξιολογηθούν από το δικαστήριο και να εξεταστούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα προς υπεράσπισή τους, ώστε ούτε η δεύτερη εναγομένη ούτε κυρίως το ανήλικο παιδί της, το οποίο αφορούσε τελικά η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, να στερηθεί των δικαιωμάτων του. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής και αμφισβήτηση της ηθικής ή της κοινωνικής του αξίας αφού τα αναφερόμενα στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων και στην κατάθεση στην πταισματοδίκη, ήταν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης τους, επιπλέον, δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο έκφρασης, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς των εναγομένων με την υποβολή των ισχυρισμών τους στη δίκη ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής των πολιτών στη δικαιοσύνη. Κατόπιν τούτων απορριπτομένης της παραδεκτά προβληθείσας νόμιμης αντένστασης του εφεσιβλήτου (άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ), η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχόμενο την ένσταση των αναιρεσιβλήτων, από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και απορρίπτοντας, επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την αντένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 367 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 224, 361, 362, 363 και 367 παρ. 2 του ΠΚ, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν και περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ που εφαρμόστηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποιήσεως της ανήλικης Ε. από τον παππού της - αναιρεσείοντα ήταν ψευδές, καθώς ο τελευταίος δεν προέβη στις 10.10.2016 στην τέλεση της άδικης αυτής πράξεως σε βάρος της ανήλικης εγγονής του, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της επικαλούμενης ασέλγειας, η ανήλικη μαζί με τον πατέρα της μετέβησαν στην οικία του παππού της και μετά από ολιγόλεπτη εκεί παραμονή, η ανήλικη έφυγε μαζί με τη γιαγιά της και μετέβησαν σε καφετέρια της Καλαμαριάς, από όπου την παρέλαβε αργότερα ο πατέρας της, γεγονός το οποίο δεν ήταν γνωστό στις αναιρεσίβλητες, αφού αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον αναιρεσείοντα στην από 9.4.2008 έγκλησή του και επιβεβαιώθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση τον Ιούλιο του 2008. Οι αναιρεσίβλητες δεν γνώριζαν, την αναλήθεια του ως άνω γεγονότος, πίστευαν πεπλανημένα ότι όσα ισχυρίστηκαν για τον αναιρεσείοντα ήταν αληθή και δεν απέβλεπαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αλλά τα ισχυρίστηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για να προασπίσουν την ψυχική και σωματική υγεία της ανήλικης θυγατέρας και εγγονής τους, αντίστοιχα και δεν προέκυψε σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσείοντα, αφού τα ισχυρισθέντα από τις αναιρεσίβλητες στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και ενώπιον του πταισματοδίκη ήταν αντικειμενικά αναγκαία και δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο εκφράσεώς τους, ο δε τρόπος που εκδήλωσαν τη συμπεριφορά τους με την υποβολή των ισχυρισμών τους ενώπιον των δικαστικών αρχών ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής τους στη δικαιοσύνη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, οι περιεχόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπόλοιπες αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) του Εφετείου και είναι απαράδεκτες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.1.2022 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Π. κατά της υπ' αριθμόν 997/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης