ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1160/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1160/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1160/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1160 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1160/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σμαράγδα Λεκκού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κορδώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την κρινόμενη από 30.11.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 105/01.12.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο απέρριψε την από 03.02.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 59/05.02.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 25.12.2015 αγωγή κυριότητας της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 1, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη (Α. Ρ. του Σ.) ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας την από 25.12.2015 αγωγή της, την οποία έστρεψε και κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία των στο αιτητικό της αγωγής περιγραφόμενων εδαφικών τμημάτων. Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας κατ' αντιμωλίαν των προαναφερθέντων διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 59/05.02.2018 οριστική απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή όπως περιορίστηκε. Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε με το ένδικο μέσο της εφέσεως το ήδη αναιρεσείον ασκήσαν την από 03.02.2020 έφεσή του την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και έστρεψε κατά της αντιδίκου του. Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 105/01.12.2021 τελεσίδικη απόφαση με την οποία αυτή (έφεση) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Την άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλε με την από 30.11.2022 αίτησή του που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά της αναιρεσίβλητης το αναιρεσείον ζητώντας την αναίρεσή της για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους. Οι πραγματικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί των οποίων αυτή (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) στήριξε την προσβαλλόμενη απόφασή του είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Η ενάγουσα - εφεσίβλητη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος, ενός ακινήτου και δη αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "Καλαβρός" της αγροτικής περιφέρειας Τσουκαλάδων Λευκάδας, το οποίο έχει έκταση σύμφωνα με νέα και επακριβή καταμέτρηση, 4.110,54 τ.μ. και το οποίο εμφαίνεται στο από μηνός Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λευκάδας, Ι. Ρ., που είναι προσαρτημένο στην αγωγή, περιγράφεται δε με τα στοιχεία: 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 40 και συνορεύει επί της πλευράς 43, 44, 45, 46, 47 με υπόλοιπο του αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804057, επί της πλευράς με στοιχεία 47,48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55 με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804052, επί της πλευράς με στοιχεία 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804072, επί της πλευράς με στοιχεία 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804073, επί της πλευράς με στοιχεία 72, 73, 74, με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 34037ΕΚ00021, επί της πλευράς με στοιχεία 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804064, επί της πλευράς με στοιχεία 80, 81, 82, με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804205, επί της πλευράς με στοιχεία 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 40, με υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804056. Το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο το απέκτησε αυτή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό διανοία κυρίου από το έτος 1985, όταν ο δικαιοπάροχος πατέρας της, Σ. Ρ., της το παραχώρησε ατύπως, ασκώντας έκτοτε επ' αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής (καθαρισμός, επισκευή ξερολιθιών, επίβλεψη, κ.λ.π.) για χρονικό διάστημα πλέον της 30νταετίας. Εξάλλου, το επίδικο ως άνω ακίνητο είχε αποκτήσει ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος της ενάγουσας - εφεσίβλητης με τα προσόντα ομοίως της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1950, όταν του το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά ο πατέρας του, μέχρι και το έτος 1985 που το παραχώρησε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη - κόρη του. Ειδικότερα, ο πατέρας και δικαιοπάροχος της ενάγουσας - εφεσίβλητης, καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής που προσιδιάζουν στην φύση του, και συγκεκριμένα, το επιτηρούσε, αποψίλωνε αυτό από άγρια βλάστηση, καλλιεργούσε τα ευρισκόμενα εντός αυτού ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον καρπό τους καθώς επίσης το διατηρούσε πάντα οριοθετημένο. Τα ανωτέρω δε, γεγονότα, επιβεβαίωσε και ο νομίμως εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρας της ενάγουσας, Ρ. Γ. του Ε., ο οποίος διατηρεί κτήματα δίπλα στο επίδικο ακίνητο, ο οποίος μάλιστα κατέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο είναι ολόκληρο περιφραγμένο με παλαιά ξερολιθιά την οποία είχε κατασκευάσει ο προπάππους της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το άνω ακίνητο εγγράφηκε εσφαλμένα γιατί κατατμήθηκε σε πλείονα τμήματα, εκ των οποίων άλλα φέρονται ως τμήματα ιδιοκτησιών αγνώστου ιδιοκτήτη καθώς και των λοιπών εναγομένων, ενώ τμήμα του ακινήτου αυτού καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, τα αφορώντα την παρούσα δίκη εδαφικά τμήματα του επιδίκου ακινήτου, τα οποία καταχωρήθηκαν είτε ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" είτε ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και διεκδικούνται από το τελευταίο, είναι τα ακόλουθα, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από μηνός Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λευκάδας, Ι. Ρ. Συγκεκριμένα, πρόκειται για: 1) το τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340370804072, το οποίο έχει καταχωριστεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη και περιγράφεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με το στοιχείο Ε3 και αποτυπώνεται σε αυτό με τα στοιχεία-αριθμούς 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 30, 24, 15, 19, 21, 22, 55, εμβαδού 1.818,95 τ.μ. και 2) το τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 34037ΕΚ00021, το οποίο έχει καταχωριστεί ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα ως τμήμα οδού ιδιοκτησίας του και περιγράφεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με το στοιχείο Ε5 και αποτυπώνεται σε αυτό με τα στοιχεία - αριθμούς 41, 42, 43, 10, 15, 24, 72, 73, 74, 100, 101, 41, εμβαδού 298,69 τ.μ. Ως προς τα επίδικα εδαφικά τμήματα, τα οποία δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως δασική έκταση, το εκκαλούν επικαλέσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε η ενάγουσα-εφεσίβλητη απέκτησε κυριότητα επί αυτών, καθώς οι δικαιοπάροχοί της (άμεσος και απώτεροι) ουδέποτε άσκησαν τις επικαλούμενες πράξεις νομής και κατοχής και επικουρικά προβάλλει ένσταση ιδίας κυριότητας επί αυτών επικαλούμενο προς τούτο: α) αφενός το με αριθμό πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Λευκάδας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, από το οποίο προκύπτει ότι στη θέση "Καλαβρός" της Δημοτικής Ενότητας Τσουκαλάδων του Δήμου Λευκάδας, όπου βρίσκονται τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 340370804057 (με καταχωρημένη ιδιοκτήτρια την ενάγουσα - εφεσίβλητη), 340370804072 (αγνώστου ιδιοκτήτη, το οποίο διεκδικείται από το εκκαλούν, περιγραφόμενο με το στοιχείο Ε3 στην αγωγή), 340370804205 (αγνώστου ιδιοκτήτη, περιγραφόμενο με το στοιχείο Ε7 στην αγωγή, μη επίδικο στην παρούσα δίκη) και 340370804056 (αγνώστου ιδιοκτήτη, περιγραφόμενο με το στοιχείο Ε8 στην αγωγή, μη επίδικο στην παρούσα δίκη), δεν υπάρχει γνωστό καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ δεν έχει διενεργηθεί έλεγχος ιδιοκτησιακού μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 1539/1938. Επίσης, στο ανωτέρω έγγραφο αναφέρεται ότι τμήμα εμβαδού 298,69 τ.μ. όπως απεικονίζεται με τα στοιχεία-αριθμούς 41, 42, 43, 10, 15, 24, 72, 73, 74, 100, 101, 41, στο από μηνός Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λευκάδας, Ι. Ρ., εμπίπτει εντός του ΚΑΕΚ 34037ΕΚ00021 με χαρακτηρισμό "δρόμος" και ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο εδαφικό τμήμα το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα και β) το με αριθ. πρωτοκ. 5890/446/20-9-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών ΠΕ Λευκάδας, από το οποίο προκύπτει ότι η έκταση των ΚΑΕΚ 340370804057 κ.λ.π που αναφέρονται στην αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης πρόκειται για ακίνητο που σύμφωνα με το συνημμένο (στο εν λόγω έγγραφο) τοπογραφικό διάγραμμα: 1) Το τμήμα 1 με εμβαδόν Ε1=2.177,62 τ.μ., αποτελεί έκταση αγροτικής μορφής και επομένως είναι εκτός των αρμοδιοτήτων της ανωτέρω υπηρεσίας και 2) το τμήμα 2 με εμβαδόν Ε2=1.932,92 τ.μ. που καλύπτεται από δασική βλάστηση στους ορθοφωτοχάρτες των ετών 1945, 1960, 1996 και 2008, αποτελεί έκταση δασικής μορφής και επομένως είναι εντός των αρμοδιοτήτων της ανωτέρω υπηρεσίας. Στο δεύτερο αυτό τμήμα εμπίπτουν, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Λευκάδας, Ι. Ρ., με το συνημμένο στο ανωτέρω έγγραφο τοπογραφικό διάγραμμα, και τα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα με ΚΑΕΚ 340370804072 και με ΚΑΕΚ 34037ΕΚ00021, τα οποία διεκδικούνται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, το γεγονός ότι τμήματα των επίδικων εκτάσεων χαρακτηρίζονται ως έχοντα δασική μορφή, δεν καθιστά αυτές και δημόσιες, χωρίς την ύπαρξη τίτλου ή πράξεων νομής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στα Επτάνησα, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου που θεσπίσθηκε με το β.δ. της 16.11.1936, αλλά αντίθετα απαιτείται πέραν της δασικής μορφής της επίδικης έκτασης και η επίκληση της από μέρους του Δημοσίου κτήσης κυριότητας επ' αυτής με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο ΑΚ ή από τον ΑΚ, είτε από κάποιο άλλο ειδικό νόμο τρόπους, που όμως, το εκκαλούν όλως αορίστως επικαλείται και πολύ περισσότερο δεν απέδειξε, καθώς δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι άσκησε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα διακατοχικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση, δηλαδή δεν αναφέρει συγκεκριμένες πράξεις εποπτείας, φύλαξης, συγκεκριμένες δασικές απαγορευτικές διατάξεις, πράξεις κήρυξης, ενώ δεν αναφέρει το νόμιμο τίτλο με βάση τον οποίο νεμόταν την έκταση αυτή με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Όπως, επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, υπήρξε αδέσποτη, κατά την έννοια του νόμου, όπως κατά δικονομική επικουρικότητα ισχυρίζεται το εκκαλούν, δηλαδή ότι δεν δεσπόζονταν από ιδιώτη ώστε να περιέλθει ex lege στο Ελληνικό Δημόσιο με το ν. ΡΝ/1866, με τον οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του νόμου της 21.6.1837 "περί διαχειρίσεως δημοσίων κτημάτων" στα Ιόνια Νησιά. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η έκταση αυτή κατεχόταν τουλάχιστον από τις αρχές του 1900 από τους απώτερους δικαιοπαρόχους (πατέρα και παππού) της ενάγουσας. Οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας-εφεσίβλητης που κατείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως, ανενόχλητα και με την πεποίθηση ότι είναι κύριοι μέχρι την 23.2.1946 την επίδικη έκταση, ενεργώντας αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους τους τις πράξεις νομής που προεκτέθηκαν επί χρόνο μεγαλύτερο των τριάντα ετών από την ισχύ του Ιονίου Αστικού Κώδικα και επίσης τη νέμονταν σε όλη της την έκταση , ομοίως επί χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι ετών από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς η ενάγουσα - εφεσίβλητη απέκτησε παρά κυρίου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούν τμήματα της μεγαλύτερης και ενιαίας ιδιοκτησίας της ενάγουσας - εφεσίβλητης, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία μετά την άτυπη παραχώρησή της προς αυτήν από τον απώτερο δικαιοπάροχο πατέρα της. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω, κατέθεσε ότι, η ενάγουσα και πριν από αυτήν οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της, νέμονταν διαρκώς ολόκληρη την επίδικη έκταση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο μάρτυρα, το ακίνητο αυτό ανήκε στην οικογένεια της ενάγουσας για πάρα πολλά χρόνια, ήτοι τουλάχιστον από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ήταν σαφώς οριοθετημένο με παλιά ξερολιθιά, οι απώτεροι δε, δικαιοπάροχοι αυτής και ιδίως ο πατέρας και ο παππούς της ασκούσαν διαρκώς πράξεις νομής εντός αυτού, όπως καλλιέργεια των ελαιοδένδρων που φύονται εντός αυτού και συλλογή του ελαιοκάρπου, οριοθέτηση αυτού και συντήρηση της ξερολιθιάς και επίβλεψή του ανά τακτικά χρονικά διαστήματα.".
Επειδή, κατά το άρθρο 62 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας" (ήδη άρθρο 37 παρ. 1 του ν. 4280/2014) (Φ.Ε.Κ. Α' 289 της 29ης Δεκεμβρίου 1979) το κατά την παράγραφο 1 εδάφιο α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "... δεν ισχύει εις τας περιφερείας του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω που ισχύει 0 κτηματολογικός κανονισμός καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης.". Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση των Επτανήσων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17(29).11.1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών" (Φ.Ε.Κ. Α' 69 της 1ης Δεκεμβρίου 1836), με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά τις 23.02.1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π. 568/2021, Α.Π. 567/2020, Α.Π. 984/2017). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ. , 593, 2063 και 2092 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ. στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του Α.Κ. ή και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα ακίνητο γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος Ιόνιου Αστικού Κώδικα, κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (παραγραφή) γίνεται αυτός που το διακατέχει συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία (Α.Π. 568/2021, Α.Π. 1346/2010). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 του Α.Κ., συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για χρησικτησία επί δάσους ή δασικής εκτάσεως, αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η επιμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (Α.Π. 984/2017, Α.Π. 2192/2013).

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. α' του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" (Φ.Ε.Κ. Α' 488 της 29ης Δεκεμβρίου 1938) "Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη α) επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνο δια της, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής αρχής υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, ...", κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας" (ήδη άρθρο 37 παρ. 1 του ν. 4280/2014) (Φ.Ε.Κ. Α' 289 της 29ης Δεκεμβρίου 1979) "Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βοιοκοινότητα (δασοβοιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον.". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτόν τον χαρακτήρα (Α.Π. 568/2021, Α.Π. 984/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 568/2021). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στην ευθεία παράβαση του στοιχείου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, ότι: α) Η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του όλου ένδικου ακινήτου (αγροτεμάχιο, επιφάνειας 4.110,54 τ.μ., κείμενο στην ειδικότερη θέση "Καλαβρός" του Δ.Δ. Τσουκαλάδων του Δήμου Λευκάδας) με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενη αυτό από το έτος 1985, οπότε της το παραχώρησε ο αποβιώσας δικαιοπάροχος πατέρας της. β) Το παραχωρηθέν ακίνητο είχε στη νομή του ο δικαιοπάροχος πατέρας της από το έτος 1950, οπότε το έλαβε στη νομή του από τον δικαιοπάροχο πατέρα του. γ) Ο παππούς της αναιρεσίβλητης είχε στη νομή του το ένδικο όλο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1900 και, οπωσδήποτε, για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών από την ισχύ του Ιόνιου Αστικού Κώδικα και, επιπλέον, για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών από την ισχύ του Α.Κ. . δ) Ότι ανέκαθεν το όλο ακίνητο δεσποζόταν από ιδιώτες, ποτέ δεν κατέστη αδέσποτο και ποτέ δεν περιήλθε στο αναιρεσείον ex lege. ε) Ότι το ένδικο όλο ακίνητο και είναι σαφώς οριοθετημένο από τις όμορες ιδιοκτησίες με παλιές ξηρολιθιές περιμετρικά.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το γεγονός ότι τμήματα των ένδικου γεωτεμαχίου χαρακτηρίζονται ως δασική έκταση, δεν καθιστά αυτή δημόσια, καθώς στα Επτάνησα δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το από 17(29).11.1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών" (Φ.Ε.Κ. Α' 69 της 1ης Δεκεμβρίου 1836), και ότι το εναγόμενο δεν απέδειξε, όπως θα έπρεπε, την κτήση κυριότητάς του στην πιο πάνω έκταση με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Α.Κ. είτε από κάποιο άλλο ειδικό νόμο τρόπους, δηλαδή με συγκεκριμένες πράξεις εποπτείας, φυλάξεως, συγκεκριμένες απαγορευτικές διατάξεις, πράξεις κηρύξεως και νόμιμο τίτλο. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας αυτού, δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α' του α.ν. 1539/1938, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα (δασικού ή μη) του τμήματος Ε2, εμβαδού 1.932,92 τ.μ. εντός των Κ.Α.Ε.Κ. 340370804072 και 34037ΕΚ00021 επιπλέον δε δεν διέλαβε αιτιολογία σχετικά με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του τμήματος του ενδίκου ακινήτου, εμβαδού 298,69 τ.μ., με Κ.Α.Ε.Κ. 34037ΕΚ00021. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του, δέχτηκε ότι τα προαναφερόμενα τμήματα του όλου ακινήτου δεν είχαν δασικό χαρακτήρα, πλην όμως, και υπό την αντίθετη εκδοχή, δεν αποδείχθηκε η κτήση τους από το αναιρεσείον κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Σε συνέχεια του άνω σκεπτικού του, ως εκ των παραδοχών του, απέρριψε τον ισχυρισμό περί υπάρξεως κοινόχρηστης οδού, τον οποίο αυτό (αναιρεσείον) είχε προβάλλει. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.11.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Α. Ρ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 105/01.12.2021τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή