Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1162 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1162/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ATTICA BANK ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κουτκιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 2η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Β. Η. του Η., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η 376/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1320/2024, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 21-6-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 376/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (4-10-2024), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το επισπεύδον τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθμ. ...-2023 και ...-2023 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Δ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 2η και 4η των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα. Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του Κ.Πολ.Δ. "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ.ΑΠ 1113/1986, Α.Π. 1103/2023, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 330/2022, Α.Π. 788/2021). Κατά το άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη. Από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου, άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4335/2015, που ορίζει ότι "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν. του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, προκύπτει ότι ως προς τις δημοσιευόμενες μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 αποφάσεις ισχύει η διετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ.ΑΠ 10/2018, Α.Π. 254/2022, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 817/2020). Κατά συνέπεια, εφ` όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο έτη, οπότε η απόφαση, εφ` όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., δύο έτη και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα έτη αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα έτη (Α.Π. 1103/2023, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 330/2022, Α.Π. 397/2018, Α.Π. 810/2018). Η διετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της διετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ.1 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 330/2022, Α.Π. 363/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την υπό κρίση, από 21-6-2022 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 02/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 376/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης των καθ' ων και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 23-12-2015 αίτηση της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Όπως προκύπτει από την έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-6-2018 και σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, δεν επιδόθηκε στο αναιρεσείον. Η διετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης (28-6-2018) και έληξε στις 17-9-2020, συνυπολογιζομένου του χρόνου αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων κατ'άρθρο 74 παρ.1 του Ν.4690/2020 (ήτοι από 13-3-2020 έως 31-5-2020). Την επομένη άρχισε η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), στις 27-6-2022, δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της (καταχρηστικής) διετούς προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 αριθ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, από 22-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 916/2015) αίτηση κατά των καθών πιστωτών της, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας και λοιπής περιουσίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής της κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή της από αυτά. Επί της αίτησης εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικη υπ' αριθμ. 376/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει αυτή κατ' ουσία και ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας έναντι των καθών, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και την λοιπή περιουσία της. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Βόλου, στις 24-12-2015), μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 608/2023, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 608/2023, Α.Π. 1352/2021). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 608/2023, Α.Π. 758/2020).
Εξάλλου, στην έννοια του προστατευόμενου μέλους εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και συνεπώς αυτός επιβαρύνεται εξ αιτίας του λόγου αυτού. Με τις διατάξεις των άρθρων 1485 επ. του Α.Κ. ρυθμίζεται η υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1486 του Α.Κ. ορίζεται ότι δικαίωμα διατροφής έχει, εκτός από το ανήλικο και το ενήλικο τέκνο, εφ` όσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσή του. Η διατροφή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1493 του Α.Κ., περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσής του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ανάλογη διατροφή ενός ενηλίκου τέκνου που στερείται επαρκών περιουσιακών προσόντων και δεν έχει ακόμα υποχρέωση να εργασθεί, γιατί έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνον η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας. Διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου πρέπει να αναγνωριστεί και μετά το πέρας των σπουδών του, εφόσον καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση κατάλληλης εργασίας. Προϋπόθεση δηλ. για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασίας (Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 1486/2018). Μέσω των ως άνω διατάξεων του οικογενειακού δικαίου (άρθρα 1485 επ. του Α.Κ.) διαπιστώνεται ποια πρόσωπα είναι προστατευόμενα, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Η υποχρέωση διατροφής των προσώπων αυτών προβλέπεται εκ του νόμου και υπερισχύει της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη να αποπληρώσει τους πιστωτές του. Γι' αυτό άλλωστε και ο Ν. 3869/2010 αναζητά πρώτα την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του και έπειτα τη δυνατότητα αποπληρωμής των πιστωτών του οφειλέτη.
Συνεπώς, στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσία πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται. Η οικονομική αυτή επιβάρυνση μειώνει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των πιστωτών του. Έτσι, στην έννοια του "προστατευόμενου μέλους" (άρθρ. 1389 επ. και 1486 επ. του Α.Κ.) εντάσσεται κάθε πρόσωπο που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, καθώς και όποιος δεν δύναται να ανεύρει εργασία εξ αιτίας βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας.
Συνεπώς, δεν υπάγονται τα ενήλικα τέκνα που έχουν την δυνατότητα να αυτοδιατραφούν και να εργαστούν, καθώς και τα ενήλικα τέκνα που δεν βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας ή ως προς τα οποία δεν αποδεικνύεται αδυναμία εύρεσης εργασίας (Α.Π. 43/2024, Α.Π. 1227/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ.Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ. Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπ` όψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Βόλου, με την αναιρεσιβαλλόμενη 376/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) γεννήθηκε το έτος 1965, είναι έγγαμη με τον Β. Η. και από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, τον Η., γεννηθέντα το έτος 1995, ο οποίος αποφοίτησε το μήνα Ιούνιο του έτους 2017 από τη Σχολή Πλοιάρχων της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού (Α.Ε.Ν.) της Κύμης και τον Δαυίδ, γεννηθέντα το έτος 2001, μαθητή Λυκείου, ως προς τον οποίο έχουν υποχρέωση διατροφής. Η αιτούσα είναι συνταξιούχος του Δημοσίου (πριν τη συνταξιοδότησή της υπηρετούσε στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου "ΑΧΙΛΛΟΠΟΥΛΕΙΟ") και το πληρωτέο ποσό εκ της σύνταξης που λαμβάνει ανέρχεται στα 954,23 ευρώ μηνιαίως, ενώ το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του συζύγου της, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας κοσμημάτων στο Βόλο, ήταν μηδενικό, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την αιτούσα εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2016, ήτοι το συνολικό οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 954,23 ευρώ και προέρχεται από τη σύναξη που λαμβάνει. Η αιτούσα το φθινόπωρο του έτους 2012 διεγνώσθη με καρκίνο στον θυρεοειδή αδένα και προϊόντος του χρόνου η κατάσταση της υγείας της βελτιώθηκε, ενώ την παρακολουθούσε σταθερά ιατρός ενδοκρινολόγος και εξακολουθούσε τις συνεχείς θεραπείες της και στο Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο "ΜΕΤΑΞΑ" στον Πειραιά. Η αιτούσα είναι ιδιοκτήτρια σε ποσοστό 100% μίας κατοικίας- διαμερίσματος (αυτοτελούς ορόφου) στον τρίτο υπέρ του ισογείου όροφο μίας πολυκατοικίας που κείται εντός του σχεδίου της πόλεως Βόλου του ομώνυμου Δήμου και επί της οδού ... (πλησίον της διασταυρώσεως με την οδό ...), επί της οποίας φέρει τον αριθμό 12, εμβαδού κατά τον αρχικό τίτλο 154,415 τ.μ. και μετά την αποπεράτωσή του εμβαδού 137,00 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 250/1000 εξ αδιαιρέτου επί οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο, εμβαδού 278,13 τ.μ. το οποίο βρίσκεται εντός του σχεδίου της πόλεως Βόλου του ομώνυμου Δήμου και επί της οδού ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 12 (πλησίον της διασταυρώσεως με την οδό ...) στο Ο.Τ. 955. Το ως άνω διαμέρισμα, που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειάς της, περιήλθε στην κυριότητά της δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1990 συμβολαίου γονικής παροχής του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου, Α. Α. Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου στον Τόμο 326 και Αριθμό 387 και αποτελεί ανεξάρτητη και χωριστή ιδιοκτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ στις οποίες έχει υπαχθεί όλη η πολυκατοικία. Επί του ανωτέρω ακινήτου υφίστανται τα ακόλουθα εμπράγματα βάρη: 1) Υποθήκη για ποσό 10.000.000 δραχμών υπέρ του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείοντος), εγγραφείσα την 23η-05-1995 στον Τόμο 397 και Αριθμό 186 των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου δυνάμει της από 23-05-1995 δανειακής σύμβασης του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", 2) για ποσό 27.647,00 ευρώ υπέρ του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", εγγραφείσα την 14η-01-2010 στον Τόμο 543 και Αριθμό 60 των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου δυνάμει της από 14-01-2010 δανειακής σύμβασης του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και 3) Προσημείωση υποθήκη για ποσό 53.300,00 ευρώ υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε." (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης) εγγραφείσα την 26η-06-2012 στον Τόμο 564 και Αριθμό 34 των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου δυνάμει της υπ' αριθμ. 744/25-06-2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου (βλ. το με αριθμό ...-2015 Πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Βόλου). Η αιτούσα έχει επίσης κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας FIAT, τύπου ΡUΝΤΟ 75, χρώματος λευκού, 1.242 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας 01- 09-1994, το οποίο απέκτησε μεταχειρισμένο το 2000 (ημερομηνία χορήγησης της άδειας κυκλοφορίας την 23η-02-2000), του οποίου όμως ήδη από την 22α-12-2014 έχει καταθέσει στη Δ.Ο.Υ. Βόλου τις πινακίδες για λόγους οικονομικούς, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2014 Δήλωση Ακινησίας Αυτοκινήτου ή Μοτοσικλέτας. Το ως άνω επιβατικό όχημα της αιτούσας ενόψει αφενός της μικρής εμπορικής του αξίας, του τύπου και της παλαιότητάς του και αφετέρου των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.) δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, καθόσον δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας. Πέραν των ως άνω, η αιτούσα δεν διαθέτει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω αναφερόμενα χρέη, τα οποία υπολογίζονται, όπως εισφέρονται με την κρινόμενη αίτηση (βάσει των αναλυτικών καταστάσεων οφειλών που απέστειλαν οι πιστώτριες τράπεζες στην αιτούσα, μετά το σχετικό αίτημα της τελευταίας), καθόσον δεν προσκομίστηκε από τις πιστώτριες κατάσταση με την ανάλυση του κεφαλαίου και των τόκων κατά το χρόνο επίδοσης της αίτησης σε αυτές ως προς τις ανέγγυες πιστώσεις και κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ως προς τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες πιστώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010. Συγκεκριμένα: Από τη μετέχουσα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση μία πιστωτική κάρτα ως οφειλέτρια με υπόλοιπο οφειλής 72,59 ευρώ, από τη με αριθμό σύμβασης ... ένα καταναλωτικό δάνειο ως οφειλέτρια με υπόλοιπο οφειλής 17.814,46 ευρώ και από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση μία πιστωτική κάρτα ως οφειλέτρια με υπόλοιπο οφειλής 65,57 ευρώ, από τη μετέχουσα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ως οφειλέτρια ένα καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής 7.256,56 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ως εγγυήτρια ένα επαγγελματικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής 47.656,84 ευρώ και από τη με αριθμό σύμβασης ... μία πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής 82,85 ευρώ, από τη μετέχουσα με την επωνυμία "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση ως εγγυήτρια ένα προσωπικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής 6.946,38 ευρώ και από τη μετέχουσα με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ως οφειλέτρια ένα στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής 18.791,96 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ως οφειλέτρια ένα δάνειο μικροεπισκευών με υπόλοιπο οφειλής 4.240,58 ευρώ και από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ως οφειλέτρια ένα δάνειο επισκευών με υπόλοιπο οφειλής 36.294,68 ευρώ. Ήτοι, συνολικά οι οφειλές της αιτούσας ανέρχονται στο ποσό των 139.259,02 ευρώ και αναλύονται σε 17.952,62 ευρώ στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", σε 54.996,25 ευρώ στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", σε 6.946,38 ευρώ στην "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και σε 59.363,77 ευρώ προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ". Το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται, ως ήδη αναφέρθηκε, στο ποσό των 954,23 ευρώ και προέρχεται από τη σύνταξη που λαμβάνει. Το οικογενειακό αυτό εισόδημα δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεων της αιτούσας, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, που είχε ως συνέπεια την μείωση των μισθών και των συντάξεων. Έτσι συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις μετέχουσες πιστώτριες, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της πιστώτριας με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αιτούσας η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, η δε αδυναμία της δεν οφείλεται σε δόλο, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού των παρισταμένων πιστωτριών, διότι το Δικαστήριο από κανένα προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο δεν απέκτησε πλήρη δικανική πεποίθηση για τον ισχυρισμό αυτό. Έτσι η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριες επί τρία χρόνια, που θα αρχίζουν τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης (αρθ. 8 παρ. 2 εδ. α' ν. 3869/10, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 16 Ν.4161/2013,ΦΕΚ Α 143/14.6.2013 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την παρ.17 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015). Στις συνήθεις δαπάνες για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της αιτούσας, με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής της ζωής και την ηλικία της, περιλαμβάνονται αυτές για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευές), υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Σύμφωνα με τα παραπάνω και μετά την αφαίρεση του ποσού των 904,23 ευρώ, που είναι απαραίτητο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της οικογένειάς της, το ποσό της μηνιαίας δόσης για την αιτούσα θα πρέπει να οριστεί σε 50,00 ευρώ. Συνολικά οι οφειλές της αιτούσας ανέρχονται στο ποσό των 139.259,02 ευρώ και αναλύονται σε 17.952,62 ευρώ στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", σε 54.996,25 ευρώ στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", σε 6.946,38 ευρώ στην "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και σε 59.363,77 ευρώ προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ". Έτσι από το ποσό των 50,00 ευρώ της μηνιαίας δόσης, αναλογεί για τη σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των μετεχουσών: 6,45 ευρώ στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 19,75 ευρώ στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2,49 ευρώ στην "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και 21,31 ευρώ στο "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ". Το ποσό των 50,00 ευρώ βρίσκεται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας και θα καταβάλλεται απευθείας στις πιστώτριες, ως αναλύθηκε ανωτέρω από την αιτούσα, εντός των πέντε (5) πρώτων εργάσιμων ημερών κάθε μήνα επί τριετία, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Ως αναφέρθηκε, στην από 22-07-2016 απόφαση προσωρινής διαταγής του Δικαστηρίου αυτού περιελήφθη διάταξη με την οποία υποχρεώθηκε η αιτούσα σε καταβολή του 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλλει σε όλους τους δανειστές της μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, καταβλητέο το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα αρχής γενομένης από 01-08-2016. Σε συμμόρφωση στην προσωρινή αυτή διαταγή η αιτούσα κατέβαλε στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και για 16 μήνες το ποσό των 21,76 ευρώ μηνιαίως, στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και για 16 μήνες το ποσό των 44,90 ευρώ μηνιαίως, στην " ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και για 19 μήνες το ποσό των 37,43 ευρώ μηνιαίως και στο "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για 16 μήνες το ποσό των 53,00 ευρώ μηνιαίως. Οι προσωρινές αυτές μηνιαίες καταβολές σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 5 παρ. 2 πρέπει να συνυπολογιστούν ως προς το χρόνο της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης. Έτσι μετά συνυπολογισμό του χρόνου των δεκαέξι (16) μηνών για την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", των δεκαέξι (16) μηνών για την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", των δεκαεννέα (19) μηνών για την "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και των δεκαέξι (16) μηνών για το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε είκοσι (20) μήνες για την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", σε είκοσι (20) μήνες για την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", σε δεκαεπτά (17) μήνες για την "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και σε είκοσι (20) μήνες για το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ". Ως αναφέρθηκε, το ποσό των 50,00 ευρώ βρίσκεται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, ώστε να απομένει επαρκές υπόλοιπο για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών αυτής και της οικογένειάς της και θα καταβάλλεται απευθείας στις πιστώτριες, ως αναλύθηκε ανωτέρω από την αιτούσα, εντός των πέντε (5) πρώτων εργάσιμων ημερών κάθε μήνα για ως άνω ορισθέν διάστημα [είκοσι (20) μήνες για την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", είκοσι (20) μήνες για την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δεκαεπτά (17) μήνες για την "ΑΤΤΙCA ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και είκοσι (20) μήνες για "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ"], αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών η αιτούσα θα έχει καταβάλει στην πιστώτρια με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το συνολικό ποσό των 477,16 ευρώ και ειδικότερα: α) το ποσό των 348,16 (16 μήνες X 21,76 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 5 παρ. 2 καταβολές και β) το ποσό των 129,00 (20 μήνες X 6,45 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 8 παρ. 2 καταβολές με το υπόλοιπο της οφειλής να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 17.475,46 ευρώ (17.952,62 ευρώ- 477,16 ευρώ), στην πιστώτρια με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το συνολικό ποσό των 1.113,40 ευρώ και ειδικότερα: α) το ποσό των 718,40 (16 μήνες X 44,90 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 5 παρ. 2 καταβολές και β) το ποσό των 395,00 (20 μήνες X 19,75 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 8 παρ. 2 καταβολές με το υπόλοιπο της οφειλής να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 53.882,85 ευρώ (54.996,25 ευρώ-1.113,40 ευρώ), στην πιστώτρια με την επωνυμία "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" το συνολικό ποσό των 753,50 ευρώ και ειδικότερα: α) το ποσό των 711,17 (19 μήνες X 37,43 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 5 παρ. 2 καταβολές και β) το ποσό των 42,33 (17 μήνες X 2,49 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 8 παρ. 2 καταβολές με το υπόλοιπο της οφειλής να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 6.192,88 ευρώ (6.946,38 - 753,50 ευρώ) και στην πιστώτρια με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" το συνολικό ποσό των 1.274,20 ευρώ και ειδικότερα: α) το ποσό των 848,00 (16 μήνες X 53,00 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 5 παρ. 2 καταβολές και β) το ποσό των 426,20 (20 μήνες X 21,31 ευρώ) ευρώ κατά τις κατ' άρθρο 8 παρ. 2 καταβολές με το υπόλοιπο της οφειλής να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 58.089,57 ευρώ (59.363,77 - 1.274,20 ευρώ). Ακολούθως, η άνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη ρύθμιση στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. Α, υποπαρ. Α4, άρθρο 1, παρ. 18 Ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 2 παρ. Α, υποπαρ. Α4, άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 4336/2015, εφόσον με τις καταβολές της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται εξόφληση των απαιτήσεων των μετεχόντων πιστωτών και υποβάλλεται από την αιτούσα αίτημα εξαίρεσης του ακινήτου της που αποτελεί την κύρια κατοικία της, ήτοι μίας κατοικίας- διαμερίσματος (αυτοτελούς ορόφου) στον τρίτο υπέρ του ισογείου όροφο μίας πολυκατοικίας που της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% που κείται εντός του σχεδίου της πόλεως Βόλου του ομώνυμου Δήμου και επί της οδού ... (πλησίον της διασταυρώσεως με την οδό ...), επί της οποίας φέρει τον αριθμό ..., εμβαδού κατά τον αρχικό τίτλο 154,415 τ.μ. και μετά την αποπεράτωσή του εμβαδού 137,00 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 250/1000 εξ αδιαιρέτου επί οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο, εμβαδού 278,13 τ.μ. το οποίο βρίσκεται εντός του σχεδίου της πόλεως Βόλου του ομώνυμου Δήμου και επί της οδού ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό ... (πλησίον της διασταυρώσεως με την οδό ...) στο Ο.Τ. 955, από την εκποίηση, με την καταβολή ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, η καταβολή του οποίου είναι υποχρεωτική από το νόμο (...). Η αντικειμενική αξία της κατοικίας αυτής ανέρχεται σε 105.226,28 ευρώ (βλ. ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2017). Η αντικειμενική αυτή αξία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%). Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του αρθ. 9 παρ.2 ν. 3869/10. Στο πλαίσιο λοιπόν της ρύθμισης αυτής του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, συνολικού ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 84.181,02 ευρώ (105.226,28 ευρώ X 80%) καθώς το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της, που αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό του ποσού των μηνιαίων δόσεων ανέρχεται σε 84.181,02 ευρώ και είναι μικρότερο του υπολοίπου της οφειλής της αιτούσας μετά το συνυπολογισμό των καταβολών στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου 3869/2010 και στο πλαίσιο της από 22-07-2016 προσωρινής διαταγής. Όσον αφορά στο χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού των 84.181,02 ευρώ, θα πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει η αιτούσα για τη διάσωση της κατοικίας της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 350,75 ευρώ, δηλαδή 84.181,02: 240 (20 χρόνια X 12 μήνες). Παράλληλα, θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος, είκοσι μηνών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου 3869/2010 και να επιβαρυνθεί με δύο μηνιαίες δόσεις με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της. Η καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της αιτούσας θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του 1ου μήνα είκοσι μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες μηνιαίες δόσεις περαιτέρω πρέπει να επιμεριστούν σύμμετρα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των μετεχουσών πιστωτριών. Κατόπιν τούτων, η αιτούσα οφείλει να καταβάλλει: 1. Στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 240 μηνιαίες δόσεις ποσού 45,09 ευρώ, έκαστη, 2. Στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" 240 μηνιαίες δόσεις ποσού 139,04 ευρώ έκαστη, στην "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" 240 μηνιαίες δόσεις ποσού 15,98 ευρώ έκαστη και στο "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" 240 μηνιαίες δόσεις ποσού 149,89 ευρώ έκαστη...". Με τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο, αφού απέρριψε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, που προέβαλαν οι εκ των καθ' ων "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΑΤΤΙCA BANK ANΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ήδη 2η, 3η και 4η των αναιρεσίβλητων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ` ουσίαν και ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προς τους πιστωτές της που μετείχαν στη δίκη, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικίας της, υποχρεώνοντάς την να καταβάλει για τη διάσωσή της τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά και το αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας της. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν συνυπολόγισε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, στις δαπάνες για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της οικογένειάς της, τις οποίες προσδιόρισε στο ποσό των 904,23 ευρώ, και τις δαπάνες του γεννηθέντος το έτος 1995, ενήλικου τέκνου της (27 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης), αλλά μόνο του ανήλικου, γεννηθέντος το έτος 2001 τέκνου της (17 ετών), ως προς το οποίο ρητά αναφέρεται ότι έχει υποχρέωση διατροφής, ως προστατευόμενου από αυτήν μέλους της οικογένειας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 4172/2013 "Κώδικα φορολογίας εισοδήματος", που καθορίζει "τα εξαρτώμενα μέλη του φορολογούμενου" και των άρθρων 1389 επ. και 1486 επ. Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικάσαν Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, κατά τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ως άνω Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, χωρίς δόλο, στοιχείο το οποίο δύναται να συντρέχει τόσο μετά την ανάληψη της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο της ανάληψής της, χωρίς να ανταποκρίνεται στο πνεύμα των ίδιων, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Ότι ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση με πλημμελή, άλλως ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπό του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" προταθείσα ένσταση ότι η αιτούσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, περιήλθε με (ενδεχόμενο) δόλο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο και ειδικότερα με το να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την άνω ένσταση- η οποία παραδεκτά προτάθηκε και είναι αρκούντως ορισμένη, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 17-2-2018 κατατεθεισών προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του άνω Δικαστηρίου-, και να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας, οι νόμιμες προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, χωρίς δικό της δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται: α) ο χρόνος, κατά τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη συμφώνησε και έλαβε όλα τα τραπεζικά προϊόντα από καθένα των πιστωτικών ιδρυμάτων, συνολικού ύψους 139.259,02 ευρώ, β) τα καθαρά ατομικά και οικογενειακά εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, περιλαμβανομένων και αυτών της δημιουργίας των οφειλών -χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά του χρόνου λήψεως και του ύψους του εφάπαξ επιδόματος-,γ) οι μηνιαίες δόσεις των δανείων, που έπρεπε να καταβάλει και δ) συμπερασματικά, η επάρκεια ή μη των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, προκειμένου να κριθεί, αν συντρέχει περίπτωση μη δόλιας περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών της. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρον 3, εδάφ. β` του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017). Τέλος, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 455 επ. ΑΚ, 62 του ν. 2214/1994, 4 παρ. 1,8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και το ανωτέρω κεφάλαιο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του αναιρετικού αυτού λόγου, που διατυπώνεται με την αίτηση αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ` άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β` του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β` του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται εν μέρει την από 21-6-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 02/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 376/2018 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 376//2018 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ