ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1166/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1166/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1166/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1166 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1166/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, Χ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22/9/2023, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε, εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, αφού δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη κλήτευσή του, δεδομένου ότι η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τα εδάφια τρίτο και τέταρτο του άρθρου 226 § 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 575 εδ. δεύτερο του ΚΠολΔ), να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Με την από 1/9/2021 (με αριθμό κατάθεσης 52/2021) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" προσβάλλεται η υπ' αριθμ.7/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), αντιμωλία των διαδίκων. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 3/6/2021, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο (δεν προσκομίζεται η αναφερόμενη έκθεση επίδοσης) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση στις 3/9/2021, δηλαδή εντός της κατ' άρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ 30ήμερης προθεσμίας άσκησης αναίρεσης, η οποία ανεστάλη κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, κατ' άρθρο 11 εδ. α' του Δ/τος της 26-6/10.7.1944 "Κώδικος Περί Δικών του Δημοσίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, οι οποίες, για το έτος 2021, άρχισαν την 1/7/2021 και έληξαν στις 31/8/2021 (άρθρο 26 ν. 4792/2021, ΦΕΚ Α' 54/9.4.2021), ενόψει του ότι, δυνάμει του άρθρου 63 ν. 2214/1994, όπως ισχύει, το αναιρεσείον ΤΠΚΔ απολαμβάνει τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο, μεταξύ των οποίων και αυτό της αναστολής της προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ995/2023).
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 7/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας από 5/11/2014 (αριθμ. καταθ. 338/2014) αίτησή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 45/2019 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 4/9/2019 (αριθμ. καταθ. 41/2019) έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 5/11/2014, της ένδικης, από 5/11/2014, αίτησης), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α'94/14.8.2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ597/2024, ΑΠ1212/2023, ΑΠ606/2023, ΑΠ 59/2021). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης ( ΟλΑΠ16/2013, ΑΠ991/2023, ΑΠ941/2022, ΑΠ1239/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (3/9/2021), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ686/2024, ΑΠ24/2023, ΑΠ21/2023). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ407/2024, ΑΠ247/2024, ΑΠ883/2021, ΑΠ98/2020, ΑΠ172/2020, ΑΠ250/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, οποίος είναι ταυτόσημος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ3/1997, ΑΠ815/2024, ΑΠ557/2024, ΑΠ407/2024, ΑΠ1519/2023, ΑΠ10/2022, ΑΠ461/2019, ΑΠ438/2019, ΑΠ76/2019). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειας από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 1 § 1 του ν. 3869/2010 (σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ), απέρριψε ως αόριστη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, σε αδυναμία πληρωμών (α' σκέλος) β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών (β' σκέλος) και γ) απέρριψε με ελλιπείς αιτολογίες την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών (γ' σκέλος). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ανέφερε, επί λέξει, στις πρωτόδικες προτάσεις του, ότι "(ο αντίδικος) ενσυνείδητα ανέλαβε υποχρεώσεις που δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει. Συγκεκριμένα τους μήνες Ιούλιο και Νοέμβριο του 2011 ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις εκ ποσού πλέον των 136.000 ευρώ, ενώ μόλις λίγους μήνες μετά, τον Ιούλιο του 2012, ο ίδιος υπέβαλε αίτηση προς το Ταμείο για τη ρύθμιση της οφειλής του, επικαλούμενος αδυναμία πληρωμής. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι κατά το χρόνο λήψης των επίδικων δανείων από το Ταμείο, ο αιτών είχε αποδεχθεί το ενδεχόμενο να μην είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τις οφειλές του, αλλά παρ' όλα αυτά προέβη στον δανεισμό". Ο ισχυρισμός αυτός, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, προτάθηκε από το αναιρεσείον και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την επιτρεπτή ενσωμάτωση, στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, αυτούσιου και του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται από την υπογραφή της συντάξασας αυτές πληρεξουσίας δικηγόρου του στην κατ' έφεση δίκη, αφού έτσι, καθίστανται ενιαίες, οι πρωτόδικες και οι κατ' έφεση προτάσεις (ΑΠ407/2024, ΑΠ474/2021, ΑΠ258/2019, ΑΠ696/2017). Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο όμως, η ένσταση αυτή είναι αόριστη, διότι δεν περιέχει τα απαιτούμενα από το άρθρο 1 § 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 ΚΠολΔ, στοιχεία, όπως αυτά αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάληψης των οφειλών του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση ενδεχόμενου δόλου και μάλιστα αρχικού στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, αλλά περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι αυτός, σε μεταγενέστερο της ανάληψης των δανείων χρόνο (το έτος 2012), υπέβαλε προς το αναιρεσείον αίτηση ρύθμισης της οφειλής του, γεγονός το οποίο, καθεαυτό, δεν συνεπάγεται και πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων του (υφιστάμενων ή εύλογα αναμενόμενων) προς τις οφειλές του κατά τον προγενέστερο κρίσιμο χρόνο ανάληψης αυτών, με βάση την οποία (αναντιστοιχία) ο αναιρεσίβλητος προέβλεπε, ως ενδεχόμενη, και αποδέχθηκε, την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών.

Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, το οποίο, με την προβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αόριστη την προαναφερόμενη ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν απαίτησε στοιχεία περισσότερα από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το δεύτερο σκέλος του (αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ), ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και τον απέρριψε ως αόριστο, κατά δε το τρίτο σκέλος του (αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) ως απαράδεκτος, αφού η προαναφερόμενη ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη, συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, ούτε, άλλωστε, το αναιρεσείον επικαλείται απόρριψη της ένστασης αυτής και κατ' ουσία, με επάλληλη αιτιολογία, ώστε να τίθεται ζήτημα ανεπάρκειας αυτής, ούτε αυτό συνάγεται από τις αιτιάσεις, στις οποίες επιχειρεί το αναιρεσείον να θεμελιώσει τον ως άνω λόγο, ισχυριζόμενο ότι, "χωρίς αιτιολογία άλλως με πλημμελή, άλλως με αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να απαντήσει σε συναφείς ισχυρισμούς μας η αναιρεσιβαλλόμενη απέρριψε την επανυποβληθείσα ένσταση του ΤΠΔ περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών και ανέτρεψε τις συναφείς παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα α) δεν απάντησε αιτιολογημένα, παρ' όλο που είχε τεθεί υπόψη της με τις προτάσεις μας στον δεύτερο βαθμό και είχε γίνει δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο αιτών ανέλαβε τα δάνεια το 2011 και μάλιστα σε μικρό χρονικό διάστημα το ένα από το άλλο, ενώ είχαν εκδηλωθεί οι συνέπειες της σοβούσας ήδη απ' το 2010 οικονομικής κρίσης, ότι ένα χρόνο μετά δηλαδή τον Ιούλιο του 2012 αιτήθηκε την αναπροσαρμογή/μείωση της δόσης εξυπηρέτησης των δανείων του, χωρίς να έχει μεσολαβήσει νέα μείωση του μισθού του από τον χρόνο ανάληψής τους (όπως δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη στη σελίδα 9 αυτής "το 2012 το εισόδημα του αιτούντος ήταν ίδιο περίπου με της προηγούμενης χρονιάς"), β) στη σελίδα 11 αυτής δέχθηκε με αντιφατική αιτιολογία, αφενός μεν ότι η αδυναμία του αιτούντος ήταν επιγενόμενη και δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων του (το έτος 2011), αφετέρου δε ότι προφανώς συνέβαλε σε αυτή (αδυναμία) και η αρξάμενη από το έτος 2010 οικονομική κρίση, ενώ έτι περαιτέρω σε προγενέστερο σημείο (σελ. 9η) είχε δεχθεί ότι το έτος 2013 οι απολαβές του μειώθηκαν λόγω της αποστρατείας", αφού δεν αναφέρεται ότι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, διατυπώθηκε κρίση του δικαστηρίου περί έλλειψης δόλου του αιτούντος-αναιρεσίβλητου και απορρίφθηκε και κατ' ουσία η προαναφερόμενη ένσταση. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι ο αιτών-αναιρεσίβλητος περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με το ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος-αναιρεσίβλητου σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Ο αιτών έχει γεννηθεί το 1968 και είναι παντρεμένος με την Α. Ν., με την οποία έχουν αποκτήσει ένα (ανήλικο) τέκνο (βλ. το με αριθ. πρωτ. .../2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Πατρέων). Ο αιτών, είναι σε διάσταση με την σύζυγό του, προσκόμισε δε την από 05-11-2018 αγωγή διαζυγίου της συζύγου του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έχει λάβει αριθμό κατάθεσης 2905/06-11-2018 και έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί στις 27-09-2019. Δεν προσκομίστηκε δε απόφαση διαζυγίου ή καταβολής του επιδικασθέντος ποσού της διατροφής δυνάμει της από 20-11-2018 προσωρινής διαταγής. Ο αιτών είναι συνταξιούχος του Πυροσβεστικού σώματος (αποστρατεύθηκε για λόγους υγείας στις 27-12-2013 - βλ. την προσκομιζόμενη από 16-12-2013 ανακοίνωση αποστρατείας) με μηνιαία σύνταξη που ανέρχεται σε 1.338,32€ (βλ. σημείωμα σύνταξης), από την οποία αφαιρείται μηνιαίως το ποσό των 150€ προς εξυπηρέτηση της από 02-02-2015 προσωρινής διαταγής και από 1-3- 2020 346,41 ευρώ για τα δάνεια του ΤΠΔ, όπως κάτωθι αναλυτικώς αναφέρεται. Στο παρελθόν παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του στο Πυροσβεστικό σώμα. Συγκεκριμένα, ο αιτών το 2010 είχε ετήσιο εισόδημα 22.331€ (βλ. το εκκαθαριστικό οικον. έτους 2011), ενώ το 2011, 21.606€ (βλ. το εκκαθαριστικό οικον. έτους 2012) που αντιστοιχεί σε μέσο μηνιαίο μισθό (21.606€ /12 μήνες=) 1.800,50€. Τα προς ρύθμιση δάνεια του αιτούντος λήφθηκαν το μεν στεγαστικό, ύψους 129.670€, στις 04-03-2011 και άρχισε να εξυπηρετείται την 01-07-2011 με μηνιαία δόση 739,31 €, ενώ το επισκευαστικό του δάνειο, ύψους 6.000€, λήφθηκε λίγους μήνες αργότερα στις 30-11-2011 και άρχισε να εξυπηρετείται την 01-01-2012 με μηνιαία δόση 70,79€. Το 2012 το εισόδημα του αιτούντος ήταν το ίδιο περίπου με της προηγούμενης χρονιάς, ήτοι 21.517€ (βλ. εκκαθαριστικό οικον. έτους 2013), το 2013 οι απολαβές του μειώθηκαν σε 19.200€ (βλ. εκκαθαριστικό οικ. έτους 2014), προφανώς λόγω και της αποστρατείας του για λόγους υγείας στις 27-12-2013 καθώς διεγνώσθη πάσχων από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου και σύνδρομο υπνικής άπνοιας σοβαρού βαθμού υπό C-PAP του αναγνωρίστηκε αναπηρία σε ποσοστό 82% συνολικά. Ως εκ τούτου, διαγράφηκε από τη δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος την 27.12.2013. Μηνιαίως δε λόγω σύνταξης έλαβε από το έτος 2014 έως και 2019 ποσό 16.530,64, 17.568,76, 16.475,28, 16.743,21 και 17.312,68, 18.431,34 ευρώ για τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019 αντίστοιχα. Το δε έτος 2020 λαμβάνει καθαρά μηνιαία σύνταξη ποσού 945,92 ευρώ με σύνολο μικτών αποδοχών 1397,39 ευρώ από τα οποία παρακρατείται ποσό 51,72 ευρώ για υγειονομική περίθαλψη, 7, 15 και 0,20 ευρώ έναντι ειδικής εισφοράς και 45,99 ευρώ και από 1-3-2020 346,41 ευρώ για τα δάνεια του καθ'ου ΤΠΔ (βλ. σχετικές αποδείξεις) Ο αιτών έχει στην κυριότητά του μία μονοκατοικία, επιφάνειας 95,71 τμ, η οποία έχει κτιστεί επί οικοπέδου επιφάνειας 1.030 τμ, στις Καμάρες Αιγιαλείας, η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται σε 41.270,15 ευρώ (βλ. το από 2020 φύλλο υπολογισμού αξίας). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης έχουν δημιουργηθεί από τον αιτούντα οι ακόλουθες οφειλές προς το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων": Α) ένα στεγαστικό δάνειο, το οποίο ως εμπραγμάτως ασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία του συνεχίζει να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής - αρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, με ανεξόφλητο υπόλοιπο 153.952,72 ευρώ (βλ. την από 22-11-2018 βεβαίωση οφειλών του Ταμείου που προσκομίζει η πληρεξούσια Δικηγόρος του), β) ένα δάνειο μικροεπισκευών με ανεξόφλητο υπόλοιπο 5,675,88€ (βλ. την από 11-12-2014 βεβαίωση οφειλών του Ταμείου που προσκομίζει ο αιτών). Το συνολικό ποσό των προς ρύθμιση οφειλών του αιτούντος ανέρχεται σε (153.952,72 +5.675,88=) 159.628,60 ευρώ. Περαιτέρω, από τα μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος δεν μπορεί να καλυφθεί το ποσό του δανείου και σε περίπτωση καταβολής του ποσού αυτού ο αιτών δεν θα διατηρήσει επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, λαμβανομένου υπόψιν ότι δεν αναμένεται ουσιαστική βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, ενόψει των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα. Από τη μείωση αυτή, στην οποία προφανώς συνέβαλε και η αρξαμένη από το έτος 2010 οικονομική κρίση, προκύπτει ότι η αδυναμία του αιτούντος να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις ήταν επιγενόμενη και δεν μπορούσε να προβλεφθεί από αυτόν κατά το χρόνο ανάληψής τους, οπότε και είχε την οικονομική δυνατότητα να τις εξυπηρετεί καθώς κατά τον επίδικο χρόνο είχε μηνιαίο εισόδημα κατά μέσο όρο 1800,50 ευρώ. Θα πρέπει δε να ληφθεί υπόψη, ότι η ανάληψη των άνω δανείων από τον αιτούντα δεν έγινε προκειμένου να διάγει πολυτελή βίο, αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, αλλά και μεταγενέστερα, δεν γνώριζε και δεν επιδίωξε ούτε προέβλεψε ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής αυτών, ούτε, άλλωστε, προκάλεσε ο ίδιος την αδυναμία αυτή με υπέρμετρο δανεισμό, σημειωτέον ότι ο υπερβολικός δανεισμός, ο οφειλόμενος σε κακό υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του πιστούχου, είναι από τις κυριότερες αιτίες της θεσμοθέτησης του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 65/2017, δημ. στη "Νόμος"). Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών μηνιαίων βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του (διατροφή, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, υπηρεσίες τηλεφωνίας, κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες κλπ.), προσδιορίζεται από το παρόν Δικαστήριο στο ποσό των 1050 ευρώ μηνιαίως (βλ. και ΑΠ 257/2020), λαμβανομένου υπόψιν και ότι το ανήλικο τέκνο του είναι ηλικίας 13 ετών και δοθέντος ότι δεν καταβάλλει ενοίκιο πλην τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, πρέπει δε και ο αιτών από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, περιοριζόμενος μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, να μπορέσει να ανταποκριθεί στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών του, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματα του για μια χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχει ο αιτών μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής του από τα χρέη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι δαπάνες του να περιοριστούν, προκειμένου να εξευρεθεί μεγαλύτερο ποσό χρημάτων προς ικανοποίηση τόσο των πιστωτριών του όσο και των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του (Μον. Πρωτ. Πατρ. 190/2020).
Συνεπώς, το ποσό που απομένει ανά μήνα για την κάλυψη των απαιτήσεων των πιστωτών του αιτούντος και της οικογένειας του, ανέρχεται σε 350 ευρώ..." (ακολουθεί η ρύθμιση των οφειλών με τον υπολογισμό των καταβλητέων δόσεων για την ικανοποίηση των πιστωτών του αιτούντος κλπ και νομικές σκέψεις επί ετέρων ζητημάτων, που αντιμετωπίζονται κατά την έρευνα των επόμενων λόγων αναίρεσης). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος αβάσιμος, αφού, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος-αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα αναφέρονται αναλυτικά: α) το υπόλοιπο των οφειλών του αιτούντος προς το αναιρεσείον, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 159.628,60 ευρώ, β) ότι ο αιτών, συνταξιούχος πυροσβέστης που γεννήθηκε το έτος 1968 και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, εξ αιτίας των οποίων συνταξιοδοτήθηκε, βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του και είναι πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου ηλικίας 13 ετών, λαμβάνει μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.397,39 ευρώ και καθαρή μηνιαία σύνταξη 945,92 ευρώ, γ) τα ετήσια εισοδήματά του και το μέσο μηνιαίο μισθό του (και αφότου συνταξιοδοτήθηκε, τη σύνταξή του) από έτος 2010 (δηλ. ένα έτος πριν από τη δανειοδότησή του) έως το έτος 2020 (οπότε συζητήθηκε η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό), δ) ότι υποχρεούται σε διατροφή της εν διαστάσει συζύγου του και του ανηλίκου τέκνου του, δυνάμει της από 20/11/2018 προσωρινής διαταγής (προγενέστερης της συζήτησης της αίτησης σε πρώτο βαθμό), ε) την αρχική μηνιαία δόση των δανείων (739,31€ για το στεγαστικό και 70.79€ για το επισκευαστικό), καθώς και την αφαίρεση από τη σύνταξή του ποσού 150 ευρώ μηνιαίως και από 1/3/2020 ποσού 346,41 ευρώ μηνιαίως, βάσει προσωρινών διαταγών, για την εξυπηρέτηση των δανείων που έλαβε από το αναιρεσείον, στ) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης αυτού και των μελών της οικογενείας του που υποχρεούται να διατρέφει, το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των 1.050 ευρώ και ζ) ότι δεν αναμένεται βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, ενόψει των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η συνδρομή στο πρόσωπο του αιτούντος-αναιρεσίβλητου της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθενται, πλέον των ανωτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αν ο αιτών έλαβε εφάπαξ βοήθημα κατά τη συνταξιοδότησή του, το ύψος αυτού και που αναλώθηκε αυτό β) τα εισοδήματα την συζύγου του πριν από τη διάσταση, γ) ο ακριβής χρόνος περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, δ) αν ο αιτών πράγματι καταβάλλει διατροφή για το ανήλικο τέκνο του και ε) εάν η εν διαστάσει σύζυγός του και το τέκνο τους συγκατοικούν με αυτόν και αν τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας του ιδίου και της εν διαστάσει συζύγου του, για την οποία δεν προσδιορίζονται, καλύπτονται ή όχι από τον ασφαλιστικό φορέα τους, ενώ δεν γίνεται παραπομπή σε ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτουν αυξημένες δαπάνες για έκτακτες ανάγκες αυτού και της συζύγου του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής, περί μη περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ1227/2023, ΑΠ1504/2022, ΑΠ1172/2022, ΑΠ1460/2019, ΑΠ551/2018, ΑΠ64/2017).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου, το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος, δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό. Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ407/2024, ΑΠ1738/2017, ΑΠ1527/2017, ΑΠ669/2016).

Ειδικότερα, εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα μέρους της απαιτήσεως με βάση την παλαιά έννομη σχέση, για την οποία η διένεξη, το δικαστήριο της ουσίας εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ως άνω απαίτηση, όπως αυτή περιορίσθηκε με τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού (πρβλ. Α.Π. 1070/2017), ενώ, εάν, με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού, αυτός έχει δημιουργικό χαρακτήρα κατάργησης της παλαιάς έννομης σχέσης, για την οποία η διένεξη και δημιουργίας νέας, η αγωγή ερειδόμενη στην παλαιά έννομη σχέση, απορρίπτεται (ΑΠ407/2024, ΑΠ127/2022).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ247/2024, ΑΠ474/2024, ΑΠ988/2023, ΑΠ475/2023, ΑΠ610/2023, ΑΠ905/2023).

Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ247/2024, ΑΠ1549/2021, ΑΠ65/2017, ΑΠ73/2016, ΑΠ825/2015, ΑΠ 168/2015). Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ247/2024, ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, ενώ υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και του αιτούντος-αναιρεσίβλητου, περί επιμήκυνσης του χρόνου εξόφλησης των δανείων και περί μείωσης της μηνιαίας δόσης, από το αρχικό ποσό των 739,31 ευρώ, στο ποσό των 706 ευρώ για το στεγαστικό και από το αρχικό ποσό των 70,70 ευρώ στο ποσό των 45,99 ευρώ για το επισκευαστικό, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3867/2010, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι έχει καταρτισθεί μεταξύ τους σύμβαση συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 ΑΚ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 62 του ν. 2214/1994, 25 του 3867/2010, 871 ΑΚ, 4 § 1 και 8 § 2 του ν. 3869/2010, και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκανε δεκτή την αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, δεσμευόμενο από το περιεχόμενο του συμβιβασμού. Πλην όμως, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο (ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως των προτάσεων που κατέθεσε το αναιρεσείον ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσίβλητου), ότι ο ανωτέρω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, ισχυρισμός (ανατρεπτική ένσταση σύναψης συμβιβασμού) προβλήθηκε ρητά από το αναιρεσείον, ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, επιπλέον δε, δεν γίνεται επίκληση κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του, όπως απαιτείται, κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, ενόψει του ότι, με την επικαλούμενη συμφωνία επιμήκυνσης του χρόνου εξόφλησης του δανείου και μείωσης της μηνιαίας δόσης, δεν καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 ΑΚ, αφού δεν υπήρξε, μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του αιτούντος-αναιρεσίβλητου, φιλονικία ή αβεβαιότητα ως προς τη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, που διαλύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά χορηγήθηκαν στον αιτούντα διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του δανείου του, με βάση τις επιταγές του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΚΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 ΑΚ, εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαιτήσεως του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω συμβάσεως μεταξύ τους, χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαιτήσεως (ΑΠ1098/2024, ΑΠ1054/2023, ΑΠ1050/2021). Αντικείμενο εκχωρήσεως είναι δυνατόν να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994. Η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλώς τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσεως, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της συντάξεώς του. Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαιτήσεώς του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαιτήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχωρήσεως μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκτασιν και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο. Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ1098/2024, ΑΠ332/2024, ΑΠ1054/2023). Κατά την ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσεώς τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στην συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχωρήσεως, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχωρήσεως, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρυθμίσεως του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ. και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσεως με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού, που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (ΑΠ1098/2024, ΑΠ332/2024, ΑΠ1054/2023).
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, με την αιτίαση ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994,4 παρ. 1, 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέταξε την συνέχιση της παρακράτησης από τις αποδοχές του αναιρεσίβλητου του ποσού που καθορίσθηκε καταβλητέο σε αυτό (αναιρεσείον) με την ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν. 3.869/2010. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται τα εξής, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο ζήτημα: Α) Στο σκεπτικό: "Τέλος, το εφεσίβλητο ισχυρίζεται ότι η παρακράτηση από τις αποδοχές του αιτούντος της δόσης των προς ρύθμιση δανείων, διενεργείται δυνάμει σύμβασης εκχώρησης, η ισχύς της οποίας δεν θίγεται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος για τους ακόλουθους λόγους: Με το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 προβλέπεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεωλυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προς τους δημοσίους υπαλλήλους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστού μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα κ.λπ.) και 3/10 σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/19843/0094/2012 υπουργική απόφαση. Η εν λόγω εκχώρηση με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα εξακολουθεί να ισχύει και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα είναι κατώτερο του ποσοστού των 6/10 και μεταγενέστερα 3/10, καθότι ο οφειλέτης ευρισκόμενος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, και φέροντας στο δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη της, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής προς το εν λόγω Ταμείο, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης θα καθορίζεται ποσοστό μικρότερο των 6/10 ή 3/10. Ακόμη, με το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, παρέχεται στους δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους και καθορίζονται οι όροι της εν λόγω ρύθμισης, σύμφωνα με τους οποίους το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου αποφασίζει τους όρους ρύθμισης. Η εν λόγω ρύθμιση δεν αποκλείει την προκειμένη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, καθότι κατά την πρώτη (Ν. 3867/2010) προβλέπεται μια ρύθμιση των μελών του Ταμείου με απόφαση του Δ.Σ., ενώ στην προκειμένη περίπτωση προβλέπεται ρύθμιση, η οποία είναι απότοκος δικαστικής κρίσης". Β) Στο διατακτικό: "ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντος, με μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών ποσού εκατό ευρώ (100 ευρώ), οι οποίες θα καταβάλλονται όπως στο αιτιολογικό ειδικότερα αναφέρεται και ξεκινούν από την κοινοποίηση προς αυτόν της απόφασης. ΕΞΑΙΡΕΙ από την ρευστοποίηση την περιγραφόμενη πιο πάνω κύρια κατοικία (μία μονοκατοικία, επιφάνειας 95,71 τμ στις Καμάρες Αιγιαλείας) του αιτούντος. ΟΡΙΖΕΙ μηνιαίες καταβολές για δέκα πέντε (15) έτη, για τη διάσωσή της, με ποσό κάθε μηνιαίας καταβολής ύψους εκατόν ογδόντα τριών ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (183,42 ευρώ). Αυτή η μηνιαία καταβολή θα γίνεται προς το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (για την εξόφληση του δανείου που ειδικότερα στο αιτιολογικό αναφέρεται) θα αρχίσει να καταβάλλεται αμέσως μετά το πέρας των άνω δόσεων που έχουν οριστεί για μια 3ετία και μάλιστα από τον 1ο μήνα και την 1η ημέρα αυτού (μήνα) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας".
Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το δικαστήριο, τόσο στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, όσον και στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου υφιστάμενη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων (η οποία καταβολή συμφωνήθηκε, με βάση τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσίβλητου-οφειλέτη), αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά το ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες του αναιρεσίβλητου, το ύψος του ποσού της μηνιαίας δόσης, που οφείλει ο τελευταίος να καταβάλει προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2 του ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής της, που συνίσταται στην παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου, της καθορισθείσας πλέον, με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, μηνιαίας δόσης, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου-οφειλέτη και όχι, όπως προαναφέρεται, τον τρόπο καταβολής του, με παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του.
Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών του αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντιστοίχου τμήματος από τις μηνιαίες αποδοχές αυτού, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε παράβολο κατά την άσκηση της αναίρεσης, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ917/2024, ΑΠ1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ486/2021, ΑΠ897/2020). Επίσης δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του ν. 3869/2010), προεχόντως διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" (ΑΠ 917/2024, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1/9/2021 (με αριθμό κατάθεσης 52/2021) αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2021 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή