ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1167/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1167/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1167/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1167 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1167/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ρωμαίο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 4-3-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2805/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9449/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 20-7-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 80564/120/21-7-2023), αίτηση αναιρέσεως, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε η επωνυμία της πρώτης αναιρεσίβλητης με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, κατά της υπ' αριθμ. 9449/2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για την ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 5-2-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 861/5-2-2014) αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2805/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής η πρώτη των καθών η αίτηση άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 22-11-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 100969/4195/2018) έφεσή της, η οποία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διακρατήθηκε η από 5-2-2014 αίτηση και απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 5-2-2014 αίτηση του αναιρεσιβλήτου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατατέθηκε στις 5-2-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι: "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως το πρώτο εδάφιο της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4161/2013: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 103/2024, Α.Π. 1036/2024, Α.Π. 550/2023, Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία, η οποία είναι δεκτική εκποιήσεως κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως ανάλογου ανταλλάγματος, όταν, δηλαδή, μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περιπτώσεως, δηλαδή το Δικαστήριο θα κρίνει αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπ' όψιν, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός μεν, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως, αφετέρου δε, οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για την ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 1103/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 103/2024, Α.Π. 1036/2024, Α.Π. 656/2021). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1103/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 834/2021).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 31/2009, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025, Α.Π. 142/2025).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους πρώτο και τρίτο των αναιρετικών λόγων ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχόμενου, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδάφ. α' και 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, δεχόμενη ότι αυτός δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους πιστωτές του - καθών η από 5-2-2014 αίτησή του και ήδη αναιρεσιβλήτους, καθόσον περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κατά μήνα καθαρό εισόδημα του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο συζητήσεως της ενδίκου αιτήσεως και ως προς το ύψος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών του, ώστε το Δικαστήριο συγκρίνοντας την μηνιαία δόση που θα έπρεπε να καταβάλλει ο αιτών προς τους πιστωτές του με τα εισοδήματά του και το ποσό των βιοτικών του αναγκών, να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσον τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεών του και, έτσι, παραβιάσθηκε η ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.
Σχετικά με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο, αναφορικώς με το ζήτημα αυτό, δηλαδή αναφορικώς με την μη περιέλευση του αιτούντος - αναιρεσείοντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, στην συνέχεια δε, για την ουσιαστική αποδοχή της από 22-11-2018 εφέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και της απορρίψεως ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της αιτήσεώς του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών έχει γεννηθεί το έτος 1965 και είναι παντρεμένος με τη γεννηθείσα το έτος 1971 Κ. Σ. του Σ. Από το γάμο τους έχουν δύο τέκνα, τον γεννηθέντα το έτος 2000 Ν. και τη γεννηθείσα το έτος 2002 Ε. Ο αιτών έως το έτος 2012 εργαζόταν ως αρχιφύλακας. Στις .../2012 παραιτήθηκε από την εργασία του προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί έχοντας συμπληρώσει 25 έτη υπηρεσίας και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου. Η σύζυγος του αιτούντος είναι δημόσιος υπάλληλος και εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο αιτών έχει στην κυριότητά του ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος τετάρτου ορόφου επιφάνειας 107 τ.μ., μιας αποθήκης υπογείου επιφάνειας 6 τ.μ. και μιας κλειστής θέσης στάθμευσης ισογείου επιφάνειας 21,50 τ.μ., επί της οδού ... στη Γλυφάδα Αττικής, έτους κατασκευής 2003 (το υπόλοιπο ποσοστό ανήκει στη σύζυγό του). Η αντικειμενική αξία του ως άνω ποσοστού κυριότητάς του επί των ακινήτων ανέρχεται σε 64.989,11 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2016). Το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος. Επιπλέον, έχει στην κυριότητά του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο RENAULT CLIO, με αρ. κυκλ. ... Κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του εκκαλούντος υφίσταντο οι παρακάτω ήδη ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές: α) οφειλή προς την EUROBANK, προερχόμενη εκ της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως στεγαστικού δανείου κεφαλαίου 330.000 ευρώ, στην οποία ενέχεται ως συνοφειλέτης με τη σύζυγό του και η οποία ανερχόταν στις 16-2-2016 στο ποσό των 349.234,11 ευρώ κατά κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα, ποσό που λαμβάνεται υπόψη διότι αφορά σε εμπραγμάτως εξασφαλισμένη οφειλή και β) οφειλή προς το ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ προερχόμενη από την υπ' αριθ. 21/68160 σύμβαση δανείου μικροεπισκευών κεφαλαίου 6.000 ευρώ, η οποία στις 10/10/2013 παρουσίαζε υπόλοιπο 2.516 ευρώ κατά κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα. Σύμφωνα με τις ανωτέρω βεβαιώσεις των πιστωτών, η τελευταία ενήμερη δόση του αιτούντος ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 1.160 ευρώ (1.100 ευρώ το στεγαστικό δάνειο και 60 ευρώ το δάνειο μικροεπισκευών). Τα ως άνω δάνεια έλαβε ο αιτών τα έτη 2004 και 2007 αντίστοιχα, προκειμένου να αγοράσει και να επισκευάσει αντίστοιχα την κύρια κατοικία του. Κατά τα έτη δανεισμού του τα ετήσια οικογενειακά εισοδήματα του ιδίου και τη συζύγου του ήταν 38.376,93 ευρώ το έτος 2004 και 42.190 ευρώ το 2006, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά των αντίστοιχων ετών. Την 1/6/2012 ο αιτών και η σύζυγός του σταμάτησαν να πληρώνουν τη δόση του στεγαστικού τους δανείου. Από την παράθεση δε των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που προσκομίζονται, προκύπτει ότι το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του υπέστη μείωση από το έτος 2012 και μετά, λόγω αφενός της συνταξιοδότησης του αιτούντος και αφετέρου της μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων συνεπεία της δημοσιονομικής κρίσης. Συγκεκριμένα, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου είχε ανέλθει σε 53.255,65 ευρώ το 2010 (23.567,83 ευρώ ατομικό και 29.687,82 της συζύγου), 52.573,21 ευρώ το 2011 (22.134,63 ευρώ ατομικό και 30.438,58 ευρώ της συζύγου), 39.090,23 ευρώ το 2012 (17.402,23 ευρώ ατομικό και 21.687,87 ευρώ της συζύγου), 36.145,68 ευρώ το 2013 (15.579,78 ευρώ ατομικό και 20.565,90 ευρώ της συζύγου), 36.145,44 ευρώ το 2014 (15.579,54 ευρώ ατομικό και 20.565 ευρώ της συζύγου) και 36.342,4 ευρώ το 2015 (16.239,44 ευρώ για τον αιτούντα και 20.102,96 ευρώ για τη σύζυγό του). Επομένως, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της αίτησης (2014), με βάση το εκκαθαριστικό του φορ. έτους 2014, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του ανερχόταν στο ποσό των 36.145,44 ευρώ (3.012,12 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο). Για το έτος συζήτησης της αίτησης (2017) ή το προηγούμενο (2016), ο αιτών δεν προσκόμισε εκκαθαριστικά της εφορίας, παρότι το δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει την εισοδηματική κατάσταση του αιτούντος βασιζόμενο σε αντιπροσωπευτικά κριτήρια, όπως είναι ο μέσος όρος του εισοδήματος του το επίμαχο διάστημα με βάση τα εισοδήματα του έτους, που προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά της εφορίας και όχι η σύνταξη ή ο μισθός ενός μεμονωμένου μηνός, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλεται από διαφόρους παράγοντες, όπως κρατήσεις για διαφόρους λόγους, ή προσαυξήσεις κλπ. Από τις προσκομισθείσες αποδείξεις καταβολής συντάξεων προκύπτει ότι το έτος συζήτησης της αίτησης (2017) η σύνταξη του αιτούντος κυμαινόταν περί τα 1.178 ευρώ μηνιαίως και ο μισθός της συζύγου του περί τα 1457 ευρώ (όπως αναγράφεται στην - πλέον κοντινή στη συζήτηση της αίτησης - απόδειξη πληρωμής μισθού για τον μήνα Ιανουάριο του 2017).
Συνεπώς το καθαρό μηναίο εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του ανερχόταν τουλάχιστον σε 2.635 ευρώ κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησής του. Όσον αφορά δε τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης της οικογένειας του αιτούντος, στην αίτηση αλλά και τις πρωτόδικες προτάσεις υπολογίζονται από αυτόν στο ποσό των 2.250 ευρώ και ειδικότερα ο αιτών ισχυρίζεται ότι καταβάλλει, μαζί με τη σύζυγό του, 200 ευρώ το μήνα για κοινόχρηστα, 600 ευρώ για δαπάνες διατροφής, 200 ευρώ για λογαριασμούς (ΔΕΚΟ και τηλέφωνο), 60 ευρώ για ένδυση - υπόδηση, 180 ευρώ για έξοδα μετακινήσεων, 40 ευρώ για ιατρικά έξοδα, 150 ευρώ για έξοδα συντήρησης αυτοκινήτου, 200 ευρώ για φορολογία- έκτακτες δαπάνες, 110 ευρώ για φροντιστήρια αγγλικών, 150 ευρώ για ιδιαίτερα μαθήματα γλώσσας και 200 ευρώ για ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών του υιού του αιτούντος ο οποίος είχε διαγνωσθεί στο γυμνάσιο με μαθησιακή δυσκολία (δυσλεξία), 80 ευρώ για ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών της κόρης του αιτούντος, 50 ευρώ για χαρτζιλίκι των παιδιών του και 30 ευρώ για σχολικά είδη. Οι παραπάνω δαπάνες και μάλιστα σε σταθερή, μηνιαία βάση, δεν αποδείχθηκαν. Το μόνο που προσκομίστηκε σχετικά είναι λογαριασμοί κοινοχρήστων από τους οποίους προκύπτει δαπάνη κοινοχρήστων περί τα 80 ευρώ τους θερινούς μήνες και 150 ευρώ τους χειμερινούς, εκκαθαριστικός λογαριασμός τετραμήνου ΔΕΗ ποσού 193 ευρώ, μηνιαίος λογαριασμός WIND (σταθερή και κινητή τηλεφωνία) ποσού 125 ευρώ και μία έκτακτη ορθοδοντική δαπάνη που αφορά την κόρη του αιτούντος. Με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο εκτιμά ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας του αιτούντος, η οποία ήταν τετραμελής κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης, καθώς τα τέκνα του ήταν τότε ανήλικα, ηλικίας 17 και 15 ετών, δεν ξεπερνούσαν κατά μέσο όρο το ποσό των 1.450 ευρώ, δεδομένου ότι δεν έχουν έξοδα ενοικίου και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να προσκομίστηκε δεν προκύπτει ότι υποβάλλονταν σταθερά σε έτερα πέραν των αναμενομένων εξόδων. Το ανωτέρω ποσό κρίνεται εύλογο από το παρόν δικαστήριο, δεδομένου ότι η εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ για τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης μιας τετραμελούς οικογένειας είχε προσδιοριστεί για τα κρίσιμα έτη μεταξύ 1.347 και 1.720 ευρώ. Με βάση τα προαναφερθέντα οικογενειακά εισοδήματα, ο αιτών ήταν σε θέση να ανταποκρίνεται στις δανειακές οφειλές του, η τελευταία ενήμερη δόση των οποίων ανερχόταν όπως προαναφέρθηκε σε 1.160 ευρώ και στις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του, τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του, όσο και κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής, παρά τη μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων από το 2012 και μετά. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, το έτος 2014, ο αιτών έλαβε εφάπαξ παροχή από το ασφαλιστικό του ταμείο, ποσού 24.731,17 ευρώ. Σύμφωνα με την κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ανάλωσε μέρος του κεφαλαίου της εφάπαξ παροχής, ποσού 5.500 ευρώ, για την αποπληρωμή τον Μάρτιο του 2014 δανείου αγοράς αυτοκινήτου μεγάλου κυβισμού που είχε λάβει από την "CREDICOM CONSUMER FINANCE ΑΕ", καθώς και για την αγορά ενός μεταχειρισμένου RENAULT CLIO έναντι 2.500 ευρώ τον Απρίλιο του 2014. Κατά τα λεγόμενά του, ό,τι έχει απομείνει από την εφάπαξ παροχή, το έχει αποταμιεύσει για ώρα ανάγκης. Επισημαίνεται ότι η ως άνω εφάπαξ παροχή δεν είχε αναφερθεί στην αίτηση, ωστόσο σχετική ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης δεν προτάθηκε από την καθ'ης και ήδη εκκαλούσα. Επισημαίνεται επίσης ότι ο αιτών θα μπορούσε ευχερώς να αυξήσει τα μηναία εισοδήματά του με την εκμίσθωση της κλειστής θέσης στάθμευσης ισογείου επιφάνειας 21,50 τ.μ. στην πολυκατοικία επί της οδού ... στη Γλυφάδα Αττικής. Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπήρξε ούτε αναμένετο να υπάρξει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων - καθώς ο αιτών είναι συνταξιούχος και η σύζυγός του διατηρεί την εργασία της ως υπάλληλος στο ΥΠΟΙΚ -, αρνητική σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, αλλά μόνο παροδική δυσκολία, λόγω της απότομης μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος μετά το 2012, όχι όμως σε επίπεδα που να τον εμποδίζουν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010 (μη περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του) και αφού δέχθηκε την προαναφερθείσα έφεση της εκκαλούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2805/2017 πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του, το, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος - αναιρεσείοντος στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, λόγω ελλείψεως μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους πιστωτές του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Εξ άλλου, το Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της ελλείψεως μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, των χρηματικών του οφειλών. Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος κάθε μίας των δύο δανειακών συμβάσεων που ανέλαβε ο αιτών με τους καθών η αίτηση, καθώς και τον χρόνο συνάψεως κάθε μίας (2004, 2007), β) την ηλικία του (γεννηθείς το έτος 1965), την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, με δύο τέκνα που γεννήθηκαν το έτος 2000 και 2002, αντιστοίχως), γ) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ως αρχιφύλακα και της συζύγου του, ήτοι 53.255,65 ευρώ το 2010 (23.567,83 ευρώ ατομικό και 29.687,82 της συζύγου), 52.573,21 ευρώ το 2011 (22.134,63 ευρώ ατομικό και 30.438,58 ευρώ της συζύγου), 39.090,23 ευρώ το 2012 (17.402,23 ευρώ ατομικό και 21.687,87 ευρώ της συζύγου), 36.145,68 ευρώ το 2013 (15.579,78 ευρώ ατομικό και 20.565,90 ευρώ της συζύγου), 36.145,44 ευρώ το 2014 (15.579,54 ευρώ ατομικό και 20.565 ευρώ της συζύγου) και 36.342,4 ευρώ το 2015 (16.239,44 ευρώ για τον αιτούντα και 20.102,96 ευρώ για τη σύζυγό του) και ότι το έτος συζητήσεως της αιτήσεως (2017) η σύνταξη του αιτούντος κυμαίνονταν περί τα 1.178 ευρώ μηνιαίως και ο μισθός της συζύγου του περί τα 1.457 ευρώ, οπότε το καθαρό μηναίο εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ανέρχονταν τουλάχιστον σε 2.635 ευρώ, δ) το ποσό της τελευταίας ενήμερης μηνιαίας δόσεως προς τους καθών η αίτηση οφειλέτες του σε ποσό 1.160 ευρώ (1.100 ευρώ προς την πρώτη και 60 ευρώ προς το τρίτο των καθών η αίτηση) και ε) το ύψος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών του σε ποσό 1.450 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, δηλαδή για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παραλλήλως με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του, οι οποίες ανέρχονται στο προαναφερόμενο ποσό, το Εφετείο έκρινε ότι ο αιτών - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και δεν τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, δεν πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ώστε να καταγνωσθεί ότι ο αναιρεσείων δεν τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται και τα μηνιαία εισοδήματά του και το ύψος της μηνιαίας δόσεως, που οφείλει να καταβάλει προς τους πιστωτές του για την κάλυψη των προς αυτούς δανειακών του υποχρεώσεων, καθώς και οι, βασικές τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογενείας του, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της υπάρξεως της δυνατότητας να ικανοποιήσει όλα αυτά και, συνεπώς, δεν δικαιούται να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη. Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας (δεν επικαλείται έλλειψη παντελούς αιτιολογίας) και εσφαλμένου υπολογισμού των οικονομικών στοιχείων του ιδίου και της συζύγου του, ως προς το κατά μήνα καθαρό εισόδημά του κατά τον χρόνο συζητήσεως της ενδίκου αιτήσεως αίτησης και ως προς το ύψος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών του, πέραν τις ουσιαστικής τους, κατά τα προαναφερόμενα, αβασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί της περιελεύσεώς του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (Α.Π. 624/2024, Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 1172/2022). Επιπροσθέτως, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση, χωρίς ενδοιασμούς, ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το Δικαστήριο εκφράσεις, που κλονίζουν το πόρισμα ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που έχει νόμιμη βάση.

Συνεπώς, οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 εδάφ. α' και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτήν του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αιτήσεως, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εννοιολογικό στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμον στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση κ.λπ. (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1296/2022, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1080/2020, Α.Π. 721/2017, Α.Π. 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητώς για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 98/2020) ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020) ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπ' όψιν τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα και δεν υπολόγισε ορθά αυτά και, συγκεκριμένα, αποδείξεις δαπανών για το αυχενικό πρόβλημα της συζύγου του, αποδείξεις δαπανών ορθοδοντικού που αφορούν την θυγατέρα του, αποδείξεις κοινοχρήστων δαπανών της κατοικίας του και τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, που αποτυπώνουν την απρόοπτη και σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όλες οι ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην πραγματικότητα, ανάγονται όχι στην μη λήψη υπ' όψιν "πραγμάτων", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 5 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά στην εσφαλμένη, κατά την γνώμη του, αξιολόγηση των αποδείξεων, όσον αφορά το ύψος των εισοδημάτων του, οι οποίες, όμως, ανωτέρω αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 224/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9449/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή