Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1168 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1168/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Ε., 2) Ε. Γ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Σαργκάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Διανελλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου (όπως αυτή διορθώθηκε με την 57/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) και 336/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 336/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 251/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, η από 19-6-2019 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, κατά την κύρια βάση της, για αξιώσεις του από συμβάσεις χρησιδανείου, υποχρεώνοντας τους τελευταίους να του αποδώσουν τη χρήση των χρησιδανεισθέντων ακινήτων του, μετά τη λήξη των συμβάσεων, λόγω καταγγελίας και να του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση απόδοσής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 του ΑΚ, προκύπτει ότι, η σύμβαση χρησιδανείου, η οποία φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί άτυπα, έστω και αν αφορά ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την από μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στο χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί, είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 810 του ΑΚ, προς αυτήν του άρθρου 816 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο, η σύμβαση λύνεται με καταγγελία από το χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 του ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 449/2014). Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό, είτε με αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων, 810, 816 επόμ., 980, 982, 984 παρ. 1, 987 και 998 του ΑΚ, σε περίπτωση άρνησης του χρησαμένου να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη - παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου ή όταν αντιποιείται τη νομή του (ΑΠ 273/2024, ΑΠ 793/2021, ΑΠ 1358/2014).
Σε περίπτωση επιλογής άσκησης της αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου, στο δικόγραφο αυτής πρέπει να αναφέρεται, η σύμβαση χρησιδανείου και η λήξη αυτής κατά νόμιμο τρόπο, τέτοιος δε είναι επί χρησιδανείου αόριστου χρόνου και η καταγγελία της σύμβασης, που επιδίδεται στον αντισυμβαλλόμενο - χρησάμενο (ΟλΑΠ 170/2003, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 757/2008, ΑΠ 958/2004).
Εξάλλου, σε περίπτωση μη επιστροφής του πράγματος κατά την ορισθείσα ημέρα λήξης του χρησιδανείου ή επιστροφής αυτού καθυστερημένα, ο χρησάμενος καθίσταται υπερήμερος και ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει εκτός από την παροχή, δηλαδή την επιστροφή του πράγματος, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση κατά τα άρθρα, 341 παρ. 1 και 343 παρ. 1 ΑΚ. Η αποζημίωση αυτή, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δικαιούχου (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία, ΑΠ 1410/2018, ΑΠ 449/2014). Τα περιστατικά δε που προσδιορίζουν τη ζημία, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή με την οποία διώκεται η ως άνω αποζημίωση, με σαφήνεια και πληρότητα.
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1487/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή του αναιρεσίβλητου, διότι δεν γίνεται αναφορά σ' αυτή του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης χρησιδανείου και των όρων της σύμβασης αυτής, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός της ως σύμβασης χρησιδανείου, ούτε γίνεται εξειδικευμένη και λεπτομερής αναφορά των περιστάσεων, που δικαιολογούν το ύψος της αιτηθείσας αποζημίωσης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, εκθέτει μεταξύ άλλων, σ' αυτή, τα εξής: Ότι δυνάμει συμβάσεων χρησιδανείου που έλαβαν χώρα, κατά τα έτη 2001 και 2003, παραχώρησε στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς αντάλλαγμα, για αόριστο χρόνο, τη χρήση των περιγραφόμενων διαμερισμάτων του, στον πρώτο όροφο και στο ισόγειο, αντίστοιχα, διόροφης οικοδομής της πλήρους κυριότητάς του, που βρίσκεται στην περιοχή Γιάννουλη της Λάρισας, επί της οδού ..., η ανοικοδόμηση της οποίας άρχισε το έτος 1984 και περαιώθηκε το έτος 1993, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν αυτά, ως κατοικία. Ότι με την από 8-9-2014 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στους εναγόμενους, στις 9-9-2004, κατάγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις χρησιδανείου, ζητώντας την απόδοση των διαμερισμάτων του, μετά δε την άρνησή τους να τα αποδόσουν, με την από 12-1-2018 νέα εξώδικη, που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 16-1-2018, κάλεσε εκ νέου αυτούς σε απόδοσή τους, πλην, όμως, οι τελευταίοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνήθηκαν να πράξουν τούτο. Ότι λόγω της μη απόδοσης των ακινήτων του μετά την ως άνω πρώτη καταγγελία, έχει υποστεί ζημία, συνιστάμενη στα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε, από τη μη εκμετάλλευση αυτών, με την εκμίσθωσή τους, κατά το χρονικό διάστημα από τη λήξη των συμβάσεων, από 9-9-2014, μέχρι την άσκηση της αγωγής, τον Ιούνιο του έτους του έτους 2019, με το αναφερόμενο μηνιαίο μίσθωμα για καθένα ακίνητο, ποσού 350 ευρώ και 300 ευρώ, αντίστοιχα, προσδιοριζόμενο στο άνω ύψος, με βάση την επιφάνεια καθενός ακινήτου (84,41 τμ), το χρόνο ανέγερσης και περαίωσής του, τα έτη 1987 και 1993, αντίστοιχα, και την περιοχή στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα, η οποία είναι ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη, οικιστικά και εμπορικά. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσίβλητος με την κύρια βάση της αγωγής του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν τα χρησιδανεισθέντα ακίνητα και να του καταβάλουν, ο πρώτος από αυτούς, το ποσό των 19.950 ευρώ και ο δεύτερος αυτών το ποσό των 17.100 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία (διαφυγόντα κέρδη), που υπέστη από τη μη επιστροφή των ως άνω χρησιδανεισθέντων ακινήτων, μετά τη λήξη των αορίστου χρόνου συμβάσεων χρησιδανείου, λόγω της καταγγελίας. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία, που συγκροτούν την κύρια βάση της, από τη σύμβαση χρησιδανείου. Ειδικότερα, αναφέρεται η κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου αόριστης διάρκειας, με καθένα των αναιρεσειόντων, ο χρόνος κατάρτισης καθεμιάς σύμβασης, (2001 και 2003, αντίστοιχα), καθώς και η καταγγελία καθεμιάς σύμβασης, που στηρίζει το αίτημα απόδοσης των ακινήτων. Όσον δε αφορά το αίτημα για την επιδίκαση αποζημίωσης για αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη), από την απώλεια μισθωμάτων, κατά το χρονικό διάστημα της μη απόδοσης των χρησιδανεισθέντων, αναφέρεται το μίσθωμα το οποίο θα εισέπραττε ο αναιρεσίβλητος, με βάση τα προσδιοριστικά αυτού στοιχεία (επιφάνεια καθενός ακινήτου, χρόνο ανέγερσης και περαίωσής του και την περιοχή στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα, περιοχή κατά τα εκτιθέμενα, ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη, οικιστικά και εμπορικά), χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον στοιχείων ως προς ακριβή χρόνο κατάρτισης της σύμβασης χρησιδανείου, καθώς και επιπλέον περιστάσεων που δικαιολογούν το ύψος της αποζημίωσης, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση χρησιδανείου, απορρίπτοντας τους αντίστοιχους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας και ως εκ τούτου ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, λόγω της μη παράθεσης των άνω στοιχείων, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015). Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 353/2020).
Εξάλλου, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 849/2007). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, '''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 1206/2008). Σε αμφότερες δε τις άνω περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των ίδιων συμφωνία, στα πλαίσια της οποίας παραχωρήθηκε από τον αναιρεσίβλητο η χρήση σε καθένα από αυτούς των αναφερόμενων ιδιοκτησιών, ήταν σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου, που λύθηκε με καταγγελία και όχι άτυπη γονική παροχή, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 810, 816 και 817, 288 και 281 ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε δε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της κατάρτισης σύμβασης χρησιδανείου, μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου και της λήξης της σύμβασης αυτής, α) δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες για την απόρριψη του πέμπτου λόγου της έφεσής τους, β) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης και ως προς το ζήτημα ότι οι ίδιοι δεν δαπάνησαν χρήματα για τα διαμερίσματα και επιπλέον, γ) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται την κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου, με αντικείμενο την παραχώρηση της χρήσης των επίδικων διαμερισμάτων, ακολούθως δέχεται ότι στη φορολογική δήλωση του αναιρεσιβλήτου στην αναφορά των άνω ακινήτων, υπήρχε η ένδειξη ''δωρεάν παραχώρηση''. Ωστόσο και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει την φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του και υπό τα οποία προκύπτει η παραβίαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της απόφασης για την επικαλούμενη εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής διάταξης, ούτε και ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ 5/2003, ΑΠ 555/2022, ΑΠ 572/2022, ΑΠ 1410/2021, ΑΠ 110/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για εκδίκαση της ένδικης αγωγής, δεχόμενο ότι πρόκειται για διαφορά αποτιμητή σε χρήμα, ενώ πράγματι η σχετική διαφορά δεν ήταν αποτιμητή σε χρήμα. Ωστόσο, η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, μη αναφερόμενη σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα, δεν ιδρύει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον άνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατόπιν αυτών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022). Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018).
Εξάλλου, από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι ''αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της δίκης εωσότου περαιωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη ...'', σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει, ότι ''όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα'', προκύπτει, ότι, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας και όταν ακόμη η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας μιας έννομης σχέσης που κρίνεται από άλλο πολιτικό δικαστήριο, η αναβολή ή όχι της εκδίκασης της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας εκκρεμούς διαφοράς απόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, γι' αυτό η κρίση του περί της αναβολής ή μη της εκδίκασης αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, το αίτημα περί αναβολής της δίκης και τα προς υποστήριξή του υποβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν ''πράγμα'', με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1807/2023, ΑΠ 360/2022, ΑΠ 391/2014). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό 3011/2014 ένορκη βεβαίωση των Ι. Ζ. και Ε. Κ. και την δοθείσα από το δεύτερο αυτών (αναιρεσειόντων) κατάθεση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, το έτος 2017, τις οποίες το Εφετείο ουδόλως μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι πιο πάνω καταθέσεις δεν αποτελούν ''πράγμα'' υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικό μέσο, η μη λήψη του οποίου δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης, υπόψη από το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, των άνω επικαλούμενων εγγράφων, οι αντίστοιχες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι στο αποδεικτικό πόρισμά του περί της κατάρτισης σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων και της λήξης αυτής, λόγω καταγγελίας από τον αναιρεσίβλητο, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και ''όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν'', (μεταξύ των οποίων και η πιο πάνω με αριθμό 3011/2014 ένορκη βεβαίωση, η οποία όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, λήφθηκε πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής για άλλη διαφορά των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτής στην απόφαση, αλλά απλό έγγραφο συνεκτιμώμενο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ΑΠ 276/2021, ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 556/2020), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα συγκεκριμένα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των αναιρεσειόντων κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους.
Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι απέρριψε το αίτημά τους για αναβολή της δίκης επί της ένδικης αγωγής, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της δίκης περί αποκτημάτων που είχε ασκήσει η (μη διάδικος) μητέρα τους κατά του αναιρεσίβλητου συζύγου της, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς τους, ότι το αποτέλεσμα της αγωγής των αποκτημάτων επηρεάζει άμεσα την ένδικη υπόθεση, καθώς εκεί θα κριθεί σε ποιον ανήκει η κυριότητα των επίδικων ακινήτων, γεγονός που συνιστά προδικαστικό ζήτημα της ένδικης αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου. Ωστόσο, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με όσα ήδη προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες θεμελιωτικοί του αιτήματός τους ισχυρισμοί, δεν αποτελούν ''πράγμα'', κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί απόρριψης του εν λόγω αιτήματος λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεών του ανήκει στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 336/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης