Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1169 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1169/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "RONTIS HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "RONTIS HELLAS Α.Ε.Β.Ε." (πρώην Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΣΠΕΣ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΝΤΙΣΠΕΣ Α.Ε.Β.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννα Σκαργιώτη και Λυδία Βιττώρια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4398/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1998/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/4/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ, με την επωνυμία ''Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης'' (e-ΕΦΚΑ), προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1998/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως εφετείο, απέρριψε την έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία, ''Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)'' και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, για το οποίο κρίθηκε ότι συνεχίζει τη δίκη στη θέση του ΕΟΠΥΥ, κατά της 4398/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 30-5-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση της (από συμβάσεις πώλησης), υποχρεώνοντας το ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ, να της καταβάλει το ποσό των 4.563,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η εν λόγω αίτηση, για την οποία δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (αρθρ. 62 παρ. 3 περ. Θ του ν. 4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 Ν. 4445/2016), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558 και 564 ΚΠολΔ.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Για τις προμήθειες του Ι.Κ.Α., κατά τον κρίσιμο χρόνο (το έτος 2007), εφαρμόζονταν οι σχετικές διατάξεις του ν. 2362/1995, ''Δημόσιο Λογιστικό - Έλεγχος Δαπανών κλ.π.'' και οι διατάξεις του ν. 2286/1995, ''Προμήθειες του Δημόσιου Τομέα κλπ '', ενώ η διαδικασία τους ρυθμιζόταν από το π.δ. 118/2007, ''περί Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου'', το οποίο αντικατέστησε το π.δ. 394/1996 (ΑΠ 624/2022). Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995, ''Δημόσιο Λογιστικό κλπ'', που καταργήθηκε με το άρθρο 177 ν. 4270/2014, αλλά ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (2007), προκύπτει ότι, για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, (όπως αναπροσαρμόσθηκε με την ΥΑ 2/ 59649/0026/2001, από 1-1-2002), ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι η πρόταση κατάρτισης της σύμβασης και η αποδοχή της μπορεί να γίνουν και με χωριστό έγγραφο, ενώ η μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης (ΑΠ 1823/2023). Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβανόταν και στις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ 496/1974, ''περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.'', με τις οποίες ειδικότερα οριζόταν ότι, '' κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν.π.δ.δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 ευρώ βάσει της 2/42053/0094/2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, Φ.Ε.Κ. 1033 Β) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση, όμως, για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Ωστόσο, με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 και επομένως και από την παραπάνω ρύθμιση, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπηρεσιών (ΑΠ 1321/2022), μεταξύ των οποίων και το ΙΚΑ, το οποίο αποτελεί ν.π.δ.δ. και τελεί ''υπό την ανωτέραν εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην υπό του Υπουργού Εργασίας'', κατ' άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 (ΑΠ 298/2022), ενώ με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 305/1985, καταργήθηκε η εξαίρεση αυτή για τους πιο πάνω ασφαλιστικούς οργανισμούς, εκτός, όμως, από το ΙΚΑ και τον ΟΓΑ. Επίσης, κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, ''Προμήθειες του δημόσιου τομέα, κλπ'', που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών του δημοσίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ν.π.δ.δ., οι οποίες ομοίως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων (2007), πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 377 παρ. 1 περ. 53 του ν. 4412/2016, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, σε συνδυασμό και με τις προαναφερθείσες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 80 ν. 2362/1995, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ΝΠΔΔ ή αναλόγως του Δημοσίου, ως άνω συμβάσεις, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ άκυρη τη σύμβαση και, συνεπώς, θεωρούμενη κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι, όμως, και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 591/2023, ΑΠ 624/2022, ΑΠ 1426/2021, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 137/2019). Έτσι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, για μεν τις συμβάσεις που έχουν αντικείμενο μέχρι το ποσό των 2.500 ευρώ, δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, για δε τις συμβάσεις μεγαλύτερου ποσού απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει εγγράφως (ΑΠ 591/2023).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 ν. 2362/1995, για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων, για ετήσια δαπάνη, μέχρι του ποσού των 1.500.00 δραχμών, ποσό που δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Yπουργού Οικονομικών. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του άνω νόμου, εκδόθηκε η YA 2/45564/0026/2001, με έναρξη ισχύος από 1-1-2002, με την οποία η ετήσια δαπάνη για απευθείας ανάθεση αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ενώ στη συνέχεια, με την ΥΑ 35130/739/9-8-2010, η ετήσια δαπάνη αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 1308/2021). Συμβάσεις δε, που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του ως άνω ν. 2362/1995, είναι άκυρες, κατ' άρθρο 85 του ίδιου νόμου και δεν παράγουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 689/2023, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 738/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1260/2018, AΠ 327/2018). Αντίστοιχες ρυθμίσεις με τις παραπάνω περιλαμβάνονται και στις διατάξεις του ν. 2286/1995, που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών του δημόσιου τομέα, οι οποίες ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 377 παρ. 1 περ. 53 του ν. 4412/2016. Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 12 εδ. γ και 13 του νόμου αυτού, εκδόθηκε η 7446/2002 (ΦΕΚ 112 Β) απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καθόρισε την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών, για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή με απευθείας ανάθεση) μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ με Φ.Π.Α. και με συνοπτικές διαδικασίες (πρόχειρο διαγωνισμό) μέχρι το ποσό των 45.000 ευρώ με Φ.Π.Α., ενώ με την 3305/2010 (ΦΕΚ 1789 Β) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τα ποσά αναπροσαρμόστηκαν σε 20.000 και 60.000 ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α., αντίστοιχα. Η σύμβαση δε προμήθειας, με απευθείας ανάθεση, επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πίστωσης προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά.
Προκειμένου να διαπιστωθεί το ποσό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη συγκεκριμένης προμήθειας, και κατ' επέκταση η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής της, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται ετησίως για να καλυφθούν οι ανάγκες του ν.π.δ.δ. σε αγαθά που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συναλλακτικές αντιλήψεις, θεωρούνται όμοια ή ομοειδή, ή που, ως εκ της φύσης τους, του αντικειμένου τους ή της λειτουργικότητάς τους, εντάσσονται σε όμοιες ή παρεμφερείς κατηγορίες αγαθών (ΑΠ 1823/2023, ΑΠ 624/2022). Στις περιπτώσεις που δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη, το δε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή αντίστοιχα το δημόσιο είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή προμηθευτή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 243/2021, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 766/2014).
Εξάλλου, με το Ν. 3918/2-3-2011, ''Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις'', προκειμένου (όπως αναφέρεται στην Εισηγητική του Έκθεση) να εξασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και να επιτευχθεί η σύμπραξη όλων των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τις υπάρχουσες δομές όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας ενιαίου δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ορίστηκαν και τα ακόλουθα: Στο άρθρο 17 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 ν. 3984/2011, ορίστηκε ότι: ''1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008 , ως προς τις παροχές σε είδος. 3... 4. ... 5. ...''. Στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου, ''1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ΟΠΑΔ ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων... 3. ... 4. ...''.
Εξάλλου, με το άρθρο 23 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι: ''1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. β...''.
Περαιτέρω, στο άρθρο 29 του νόμου αυτού, ορίστηκε ότι: ''1. Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. 2 ... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.'', ενώ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι: ''Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.''. Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ββ' του ν. 3918/2011 εκδόθηκε η Υ.Α. .../2009 (....2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 1-1-2012, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 266/1989, μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του Ν. 3918/2011 συστήθηκε ως ΝΠΔΔ, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 9 και 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των ΦΚΑ, που εντάσσονται σε αυτόν, στα οποία περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, οι δε συμβάσεις των εντασσομένων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ 759/2020). Επομένως, μετά το Ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ συνεχίζει τις σχετικές δίκες ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, 343/2018, ΣτΕ 759/2020). Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν με το ν. 4238/2014, ''Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις'', ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 56 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17-2-2014), με τον οποίο ορίστηκε στην παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού, με τον τίτλο, ''Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας'', που εντάσσεται στο πρώτο κεφάλαιο του νόμου, ότι: ''Στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) συνιστάται Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της Χώρας'' και στο άρθρο 2 ότι: ''1. Τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε. αποτελούν τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ.... 2. ... 3. Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε. ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του Ε.Ο.ΠΥ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό. 4. ...'', καθόσον όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 21 παρ. 4,5, 6,8 και 9 του νόμου αυτού, για τις συμβάσεις προμηθειών του κλάδου Υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με το Ν. 3918/2011, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες ΔΥ.Πε. (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ 759/2020). Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/12-5-2016 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία, ''Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης'' (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ορίστηκε ότι από 1/1/2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ. του ίδιου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και την ένταξη των ανωτέρω νοσοκομείων του στο Ε.Σ.Υ., των οποίων Φ.Κ.Α. ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος, ως σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. δε, ορίστηκε η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους, που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία, με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους ........., γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α., ενώ με το άρθρο 51 Α παρ. 1 του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4670/2020, που άρχισε να ισχύει από 1/3/2020, ο Ε.Φ.Κ.Α. μετονομάσθηκε από την 1.3.2020, σε ''Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης'', αποκαλούμενος στο εξής ''e-Ε.Φ.Κ.Α.''. Εξάλλου ο Ν. 4430/31-10-2016, στην παρ. 1 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο, ''Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης'', όρισε ότι: ''1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), ''φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ.'' [όπως το εντός εισαγωγικών τμήμα προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 περ. α του ν. 4447/2016 ...] β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31.12.2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί'', ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 όριζε ότι: ''4. Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του Ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30-6-2017''. Η διάταξη αυτή της παρ. 4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α ν. 4486/ 7-8-2017, ως ακολούθως: ''4. Μετά τις 30-6-2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο''. Μεταγενέστερα, ο ν. 4578/3-12-2018 όρισε στο άρθρο 12 αυτού, που φέρει τον τίτλο, ''Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α. που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.'', όπως η περιπτ. α' της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε από τότε που άρχισε να ισχύει με το άρθρο 44 του ν. 4611/17-5-2019, ότι: ''1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ, και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31.12.2019. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 .... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1-1-2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος'' και στο άρθρο 13, με τίτλο, ''Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ.'' ότι: ''1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 , την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 ...... και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 ..., στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες''. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τις 30.6.2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως είναι και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως προαναφέρθηκε, (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), ''μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.)'' και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και συνεπώς στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται να παραστεί ο Ε.Ο.Π.Π.Υ, αλλά ο ΕΦΚΑ και ήδη ο e-ΕΦΚΑ (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 343/2018, ΣτΕ 759/2020).
Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από 1.1.2006 και εντεύθεν, όρισε με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018, ότι οι υποχρεώσεις αυτές, ''εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α.'' μέχρι 31.12.2019 (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), ήδη δε, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, μέχρι τις 31/12/2022, δυνάμει της Υ.Α. 60855/2022 (ΦΕΚ Β 3354/2022), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 85 ν. 4825/2021.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του Ε.Φ.Κ.Α. υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται σε βάρος του. Η διάταξη, όμως, αυτή, ορώμενη σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 52 ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 ''μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.'' (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 ''εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α.''), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α, διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ. 4 ν. 4430/2016, όπως ισχύει και άρθρο 12 ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΑΠ 795/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 222/2022, ΑΠ 624/2022, ΣτΕ 759/2020). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη - ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "RONTIS HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΩΝ ΕΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "RONTIS HELLAS ΑΕΒΕ", υπό την προηγούμενη επωνυμία της, ("ΜΕΝΤΙΣΠΕΣ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕΒΕ"), άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 30-5-2011 αγωγή της, απευθυνόμενη κατά του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία, "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", με την οποία εκθέτοντας ότι η ίδια, δραστηριοποιείται στην εμπορία και παραγωγή ιατρικών ειδών - υλικών και ότι στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας, κατά το χρονικό διάστημα από 31-5-2007 μέχρι 31-10-2007, με διαδοχικές (άτυπες) συμβάσεις πώλησης, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, (το τίμημα καθεμιάς των οποίων δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ), πώλησε στο άνω εναγόμενο και παρέδωσε στο, ''ΑΤΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΕ'', για ασθενείς ασφαλισμένους του, εκδίδοντας τα αναγραφόμενα στην αγωγή, τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα αναφερόμενα σ' αυτά εμπορεύματα, συνολικής αξίας 4.563,22 ευρώ και ότι το εναγόμενο δεν της κατέβαλε το ποσό αυτό, ζήτησε, να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, κυρίως με βάση την ενδοσυμβατική του ευθύνη και επικουρικά σε περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής της από την ενδοσυμβατική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρέλευσης 60 ημερών, από το χρόνο έκδοσης καθενός τιμολογίου, βάσει της παρ. 4 του άρθρου 4 του π.δ 166/2003, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου, παραστάθηκε το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία, ''ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)'', ως καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου, ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, συνεχίζοντας την εκκρεμή δίκη. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 4398/2013 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως προς το ΝΠΔΔ, Ε.Ο.Π.Υ.Υ, κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη (έγκυρες συμβάσεις πώλησης) και το υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 4.563,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση καθενός τιμολογίου. Κατά της απόφασης αυτής το ΕΟΠΥΥ, άσκησε την από 2-4-2015 έφεση και το ήδη αναιρεσείον, e - ΕΦΚΑ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ, ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, τους από 25-7-2019 πρόσθετους λόγους, κατά τη συζήτηση των οποίων, στις 24-9-2021, παραστάθηκαν στο ακροατήριο, τόσο το ΕΟΠΥΥ, όσο και ο ΕΦΚΑ. Επί των άνω, έφεσης και πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέβαλλε από τη δίκη το ΝΠΔΔ, ΕΟΠΥΥ, ως μη νομιμοποιούμενο παθητικά, αφού δέχθηκε ότι, ''με βάση τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, μετά τις 30-6-2017 οι ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που προέρχονται από Φ.ΚΑ. των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.ΟΠ.Υ.Υ, όπως οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.ΦΚΑ., ενώ οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προ?πολογισμού του Ε.Φ.ΚΑ'' και ακολούθως απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ήδη, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (e- ΕΦΚΑ), με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο, ότι οι ένδικες συμβάσεις πώλησης (το αντικείμενο καθεμιάς των οποίων υπολειπόταν του ποσού των 2.500 ευρώ), είναι έγκυρες, αν και δεν είχε τηρηθεί για την κατάρτισή τους η απαιτούμενη για την προμήθεια και αγορά των αναφερόμενων στην αγωγή υλικών διαδικασία, όπως προβλεπόταν από την Π1/7446/2002 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ενόψει του ότι οι συνολικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από προμήθειες, φαρμακευτικού και υγειονομικού υλικού, ανήλθαν σε μεγαλύτερο ποσό από τις ένδικες και δη για το έτος 2007 σε 98.548,47 και 66,766,36 ευρώ και κατ' ακολουθία ότι η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του ν. 2362/1995 (άρθρα 82-85), του ν. 2286/1995 και αυτές της Π1/7446/2002 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης με τη μη εφαρμογή τους, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 41 του νδ 496/1974, με την εσφαλμένη εφαρμογή της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίστηκε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη είναι μη νόμιμη, καθόσον οι ένδικες συμβάσεις πώλησης τυγχάνουν άκυρες, διότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία των ανοιχτών προμηθειών, με τις παραδοχές ότι, ''...... όλες οι ένδικες συμβάσεις πώλησης, όπως περιγράφονται στο σκεπτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, υπολείπονται των 2.500 ευρώ, επομένως για την εγκυρότητά τους δεν απαιτείτο, ούτε ο έγγραφος τύπος, ούτε η διαδικασία του ανοιχτού ή οποιουδήποτε άλλου διαγωνισμού απ? τους συµβαλλόμενους ... και επομένως η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή της νυν εφεσίβλητης, κατά την κύρια νομική της βάση, η οποία στηριζόταν στις διατάξεις από τη σύµβαση, ουδόλως έσφαλε". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 2286/1995 και 80 του ν. 2362/1995, που περιλαμβάνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις με αυτές του καταργηθέντος ήδη για τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για την εγκυρότητα των ανωτέρω επιμέρους διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ιατρικών υλικών, που έχουν αντικείμενο κάτω από το ποσό των 2.500 ευρώ, η δε συνολική δαπάνη των ένδικων αξιώσεων, ανερχόμενη στο ποσό των 4.563,22 ευρώ, δεν ξεπερνούσε το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως ίσχυε κατά το έτος 2007, που καταρτίστηκαν οι ένδικες συμβάσεις, δεν ήταν υποχρεωτικός ο δημόσιος διαγωνισμός, ούτε ήταν απαραίτητο να καταρτιστούν αυτές εγγράφως. Επομένως, είναι αβάσιμος ο άνω από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, με τους δεύτερο και έβδομο λόγους της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι για τις ένδικες αξιώσεις υπόχρεο είναι το ίδιο ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και όχι το ν.π.δ.δ Ε.Ο.Π.Υ.Υ., το οποίο εξακολούθησε να διατηρεί τον κλάδο υγείας και τυγχάνει καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, με την εσφαλμένη εφαρμογή τους και τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4578/2018 με τη μη εφαρμογή της. Σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα παραδεκτά άσκησε την άνω από 30-5-2011 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 31-5-2007 μέχρι 31-10-2007, κατά του αρχικά εναγομένου, ΙΚΑ ΕΤΑΜ, στη θέση του οποίου, ήδη κατά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, υπεισήλθε το νπδδ ΕΟΠΥΥ, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 29 του ν. 3918/2011 του Ν. 3918/2011, με τις οποίες μεταφέρθηκαν, από 1.1.2012, στο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ oι Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ, και με τις οποίες ορίστηκε ότι για τις προμήθειες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ, συνεχίζει τις σχετικές δίκες ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το ΕΟΠΥΥ. Όπως ήδη εκτέθηκε, η αγωγή αυτή έγινε δεκτή, κατά την κυρία (από τη σύμβαση) βάση της, με την 4398/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε το Ν.Π.Δ.Δ. - ΕΟΠΥΥ, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ, να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.563,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση καθενός τιμολογίου. Ήδη, όμως, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, με βάση τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, όπως αυτή αντικαταστάθηκε, στο μεταξύ, με το άρθρο 97 παρ. 1α Ν. 4486/2017 (ΦΕΚ Α 115/7-8-2017), για τις επίδικες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, που προέρχονται από τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ με τον άνω ν. 3918/2011, δεν νομιμοποιείτο παθητικά το ΕΟΠΥΥ, αλλά ο e-ΕΦΚΑ, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, μετά τις 30-6-2017, οι εν λόγω αξιώσεις μεταφέρθηκαν περαιτέρω στον ΕΦΚΑ και ήδη e-ΕΦΚΑ, ο οποίος και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης. Επομένως, το Εφετείο δεχόμενο ότι μετά τη δημοσίευση του άνω νόμου νομιμοποιείται ο ΕΦΚΑ και ήδη e-ΕΦΚΑ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 Ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 97 παρ. ια' Ν. 4486/2017, η οποία ήταν εφαρμοστέα και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4578/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ποσού 4.5653,22 ευρώ, από τις αναφερόμενες στην απόφαση 15 έγκυρες συμβάσεις πώλησης ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, οι οποίες συνάφθηκαν και εκτελέστηκαν μέχρι τις 31/12/2011 και δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι τις 30/6/2017 τόσο από το ΙΚΑ, όσο και από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του - αρχικά εναγόμενο ΕΟΠΥΥ, και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η εκκρεμής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη, αφορώσα στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ (και παρέμειναν σε αυτόν και μετά το Ν. 4238/2014 αφού δεν μεταφέρθηκαν στις Δ.Υ.Πε.) συνεχίστηκε νομίμως πλέον από τον ΕΦΚΑ (και ήδη τον e-ΕΦΚΑ), στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές μεταφέρθηκαν και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης, και ο οποίος πλέον μόνος νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να παύσει μεταγενέστερα η νομιμοποίηση αυτή του ΕΦΚΑ δυνάμει του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, γιατί το άρθρο αυτό δεν αφορά στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια του Ν. 4486/2017, ''μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ'', αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκος Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30/6/2017 προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, καθόσον εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του. Επομένως, οι άνω δεύτερος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 666/2020). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη. Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης να αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επαντένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους, είτε βάσει της διάταξης του άρθρου 422 εδ. β ΑΚ (ΑΠ 428/2023, 133/2022, 666/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 1127/2021). Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο επανέφερε την προβληθείσα από το ίδιο πρωτοδίκως και απορριφθείσα ένσταση εξόφλησης των ένδικων απαιτήσεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παρόλο που τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη έγγραφα απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντας την παραδοχή της ένστασής του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: '' Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) ..... στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, κατόπιν διαδοχικών προφορικών συµβάσεων, πώλησε και μεταβίβασε στο αρχικώς εναγόµενο ν.π.δ.δ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σειρά ιατροφαρµακευτικών υλικών, για τις δε καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης εξέδωσε τα ένδικα δεκαπέντε (15) συνολικά τιμολόγια, τα οποία προσκοµίζει. Συγκεκριµένα εξέδωσε, α) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 225,64 ευρώ, β) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 222,48 ευρώ, γ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 715,06 ευρώ, δ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 169,53 ευρώ, ε) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 225,64 ευρώ, στ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 222,48 ευρώ, ζ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 715,06 ευρώ, η) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 225,64 ευρώ, θ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 792,76 ευρώ, ι) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 711,90 ευρώ, ια) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 225,64 ευρώ, ιβ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 222,48 ευρώ, ιγ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 160,47 ευρώ, ιδ) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 146,99 ευρώ και ιε) το ...-2007 τιμολόγιο αξίας 146,99 ευρώ. Από τα σώματα όλων των τιμολογίων προκύπτει ότι εκδόθηκαν στο όνοµα του αρχικώς εναγόµενου ν.π.δ.δ. ΙΚΑ, για λογαριασμό ασθενών - ασφαλισμένων του, οι οποίοι νοσηλεύονταν στο ΑΤΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΕ, ενώ σε όλα αναγράφεται η σχετική συμφωνία των μερών για πληρωμή των τιμολογίων µε βάση τις διατάξεις του π.δ.166/2003. Εξάλλου, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προσκοµίζει και τα αντίστοιχα εκδοθέντα από αυτή δελτία αποστολής των ενδικων προϊόντων, από τα οποία προκύπτει ότι αυτά παραδόθηκαν στο ως άνω ιδιωτικό θεραπευτήριο για λογαριασμό συγκεκριμένων ασθενών. .... Το ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης ν.π.δ.δ. επαναφέρει τον ισχυρισμό που προβλήθηκε πρωτοδίκως από το αρχικώς εναγόµενο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ότι τα ένδικα τιμολόγια έχουν εξοφληθεί (όπως αναλύεται στους τέταρτο και πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσης) και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκοµίζει, α) το υπ' αριθ. πρωτ. ....2012 έγγραφο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ - Τμήμα εκκαθάρισης δαπανών, στο οποίο αναφέρεται ότι από τα στοιχεία που τηρούνται στην υπηρεσία του δεν υπάρχουν ανεξόφλητα τιμολόγια της ενάγουσας εταιρείας, β) το υπ' αριθ. πρωτ. ....2012 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, στο οποίο αναφέρεται το ίδιο γεγονός και περαιτέρω επισυνάπτονται ακριβή φωτοαντίγραφα ενταλµάτων πληρωμών που πραγματοποίησε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προς το ΑΤΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΑΕ, γ) το υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας στο οποίο αναφέρεται περαιτέρω ότι στα ένδικα τιμολόγια δεν διευκρινίζεται σε ποιο ΑΦΜ έχουν εκδοθεί, ενώ όλες οι νοσηλείες στο ανωτέρω ιδιωτικό θεραπευτήριο έχουν εξοφληθεί και δ) το υπ' αριθ. πρωτ. ....2019 έγγραφο του τμήματος οικονοµικής διαχείρισης του ΕΦΚΑ, στο οποίο αναφέρονται οι εντολές πληρωμής µε τις οποίες εξοφλήθηκε η ενάγουσα, µε επισύναψη τόσο αυτών των εντολών, όσο και τις αποδείξεις είσπραξης της ενάγουσας. Στο σηµείο αυτό επισημαίνεται ότι το τελευταίο ως άνω υπό (5) έγγραφο προσκοµίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς συντάχθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο από την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και λαμβάνεται υπόψη κατά τη διάταξη του αρ. 529 παρ. 1 εδ. α ΙζΠοΛΔ. Αναφορικά µε το ότι στα τηρούµενα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αρχεία δεν υπάρχουν ανεξόφλητα τιμολόγια της ενάγουσας εταιρείας, τονίζεται ότι από το γεγονός αυτό ουδόλως αποδεικνύεται εξόφληση των ένδικων τιμολογίων, η οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί µόνο µε σχετικές συγκεκριμένες καταβολές (416 ΑΚ) έναντι συγκεκριμένων απαιτήσεων. Τα εντάλµατα πληρωμής του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προς το ΑΤΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΑΕ (που επισυνάπτονται στο υπό β ως άνω έγγραφο), ομοίως δεν κατατείνουν σε απόδειξη εξόφλησης των ένδικων απαιτήσεων, καθόσον σε αυτό νοσηλεύονταν πολλοί ασφαλισμένοι και όχι µόνο τα δεκαπέντε (15) άτοµα που αναγράφονται στα ένδικα τιμολόγια, ενώ εξάλλου οι πληρωμές που έχει πραγματοποιήσει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προς το ιδιωτικό θεραπευτήριο δεν αφορούσαν κατ' ανάγκη µόνο ιατροφαρμακευτικά υλικά - τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν πωλήθηκαν από αυτό (θεραπευτήριο), αλλά από εταιρείες σαν την ενάγουσα - αλλά την νοσηλεία καθ' εαυτή των ασφαλισμένων ασθενών. Εξάλλου, όλα τα ένδικα τιμολόγια αναφέρουν ότι εκδόθηκαν σε διαταγή του ΙΚΑ µε αναφορά στο ΑΦΜ του στο σώμα όλων, παρά τα όσα αναφέρονται στο ως άνω υπό γ' έγγραφο. Αυτό που αποδεικνύεται από τα παραπάνω έγγραφα που προσκομίζει το ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης νπδδ είναι ότι η συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δεν αφορούσε µόνο τα ένδικα δεκαπέντε (15) τιμολόγια, αλλά ήταν διαρκής και αφορούσε και έτερες πραγµατοποιηθείσες πωλήσεις, αναφορικά µε έτερους (ή καιτους ίδιους) ασθενείς - ασφαλισμένους. Ειδικότερα, στο ως άνω ....2019 έγγραφο του ΕΦΚΑ (υπό δ? επισυνάπτονται πίνακες µε σειρά ονομάτων ασθενών - ασφαλισμένων, για τους οποίους αγοράσθηκαν ιατρικά υλικά από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και εξοφλήθηκαν στην ενάγουσα. Στους πίνακες αυτούς, δίπλα σε κάθε όνοµα αναγράφεται ο αριθµός του σχετικού τιμολογίου που έχει εκδοθεί και εξοφληθεί (κατά τους ισχυρισμούς του ΕΦΚΑ), πλην όµως παρόλο που στα ονόματα των ασθενών περιλαμβάνονται πράγματι και ονόματα, για λογαριασμό των οποίων εκδόθηκαν κάποια από τα ένδικα τιμολόγια, παρόλα αυτά, τα τιμολόγια αυτά - που εμφαίνονται ως εξοφληµένα στον πίνακα που προσκοµίζει το νπδδ e-ΕΦΚΑ είναι διαφορετικά απ? τα ένδικα και στη σχετική στήλη του πίνακα µε τα εξοφλημένα τιμολόγια δεν περιλαμβάνεται κανένα από τα ένδικα δεκαπέντε (15) τιμολόγια, απορριπτοµένου ως ουσιαστικά αβάσιµου του ισχυρισμού του ΕΦΚΑ περί εξόφλησής τους ........ Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι τα ένδικα τιμολόγια δεν έχουν εξοφληθεί, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του εναγόµενου ν.π.δ.δ, καθώς και ότι µε την εξόφλησή τους βαρύνεται το εναγόµενο ν.π.δ.δ., ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που προσκοµίσθηκε από τους διαδίκους, µε παρόμοια αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται κατ' αρ. 534 ΚΠολΔ µε αυτή της παρούσας και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιµοι ο τέταρτος και πέμπτος πρόσθετος λόγος έφεσης, µε τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση περί κακής εκτίµησης των αποδείξεων....''. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι, την 4398/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΕΟΠΥΥ, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.563,22 ευρώ, για το οφειλόμενο τίμημα των άνω διαδοχικών πωλήσεων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένστασης εξόφλησης του τιμήματος των καταρτισθεισών μεταξύ αυτού και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 416 ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δεν εξόφλησε το αιτούμενο από την ενάγουσα τίμημα των επίδικων πωλήσεων και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από αυτό ένσταση εξόφλησης του τιμήματος. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, α) ότι δεν αποδείχθηκε η εξόφληση του ποσού αυτού, β) ότι από το γεγονός ότι στα τηρούμενα στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ αρχεία δεν υπάρχουν ανεξόφλητα τιμολόγια της ενάγουσας, ουδόλως αποδεικνύεται εξόφληση των ένδικων τιμολογίων, γ) ότι τα εντάλματα πληρωμής του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προς το ΑΤΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΑΕ, δεν κατατείνουν σε απόδειξη εξόφλησης των ένδικων απαιτήσεων, καθόσον σε αυτό νοσηλεύονταν πολλοί ασφαλισμένοι και όχι µόνο τα δεκαπέντε (15) άτοµα που αναγράφονται στα ένδικα τιμολόγια, δ) ότι η συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δεν αφορούσε µόνο τα ένδικα δεκαπέντε (15) τιμολόγια, αλλά ήταν διαρκής και αφορούσε και έτερες πραγµατοποιηθείσες πωλήσεις, αναφορικά µε έτερους (ή καιτους ίδιους) ασθενείς - ασφαλισμένους και ότι, στο ως άνω ....2019 έγγραφο του ΕΦΚΑ επισυνάπτονται πίνακες µε σειρά ονομάτων ασθενών - ασφαλισμένων, για τους οποίους αγοράσθηκαν ιατρικά υλικά από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και εξοφλήθηκαν στην ενάγουσα και ε) ότι στους πίνακες αυτούς, δίπλα σε κάθε όνοµα αναγράφεται ο αριθµός του σχετικού τιμολογίου που έχει εκδοθεί και εξοφληθεί (κατά τους ισχυρισμούς του ΕΦΚΑ), πλην, όµως, παρόλο που στα ονόματα των ασθενών περιλαμβάνονται πράγματι και ονόματα, για λογαριασμό των οποίων εκδόθηκαν κάποια από τα ένδικα τιμολόγια, παρόλα αυτά, τα τιμολόγια αυτά - που εμφαίνονται ως εξοφληµένα στον πίνακα που προσκοµίζει το νπδδ e-ΕΦΚΑ, είναι διαφορετικά απ? τα ένδικα και στη σχετική στήλη του πίνακα µε τα εξοφλημένα τιμολόγια δεν περιλαμβάνεται κανένα από τα ένδικα δεκαπέντε (15) τιμολόγια. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον καταβολές, στα πλαίσια δε της ουσιαστικής έρευνας της προβληθείσας από αυτό ένστασης εξόφλησης και προς αιτιολόγηση του πορίσματος αυτού και μόνον γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι από αυτά δεν αποδεικνύονται οι επικαλούμενες καταβολές, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης εξόφλησης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκων και δη ότι έλαβε υπόψη αντένσταση που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες, ως επί αναληθούς προϋπόθεσης στηριζόμενες, καθόσον από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση εξόφλησης, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες καταβολές για τις ένδικες αξιώσεις και όχι κατ' αποδοχή αντένστασης εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στο ότι έλαβαν μεν χώρα οι καταβολές αυτές από το εναγόμενο, πλην, όμως, δεν αφορούσαν τα επίδικα χρέη, αλλά διαφορετικά χρέη, ισχυρισμό που δεν προέβαλε, άλλωστε, η αναιρεσίβλητη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 68, 73 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης και απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε επιμέρους λόγο αυτής. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι άμεσο και ατομικό του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 319/2022, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 985/2015). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 198/2023, ΑΠ 319/2022, ΑΠ 1163/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον έκτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 5, 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο ουδόλως επιλήφθηκε του όγδοου πρόσθετου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο το ίδιο παραπονούνταν για την κήρυξη της πρωτόδικης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, και ότι με την παράλειψή του αυτή, α) άφησε αίτηση αδίκαστη, και συγκεκριμένα το σχετικό λόγο έφεσης, β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 ν. 1902/1990, κατά την οποία δεν διατάσσεται προσωρινή εκτέλεση σε βάρος του Ι.Κ.Α. και γ) δεν διέλαβε αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλα τα σκέλη του και ειδικότερα κατά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός λόγος έφεσης ερευνήθηκε και απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, κατά δε τα λοιπά σκέλη του ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και άρα εκτελεστή, η δε προσωρινή εκτελεστότητα κατά τα άρθρα 907 επ. ΚΠολΔ αφορά δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν τελεσιδικήσει, επομένως τυχόν βασιμότητα του λόγου δεν θα έθιγε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος ο ισχυρισμός του ότι με την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 ν. 1902/1990 καθιερώνεται επιπλέον η αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του κάθε τελεσίδικης απόφασης, τόσο κατά την προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης, όσο και από την άσκησή της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο λόγος έφεσης, αφορούσε αποκλειστικά την κήρυξη της πρωτόδικης απόφασης προσωρινά εκτελεστής και όχι το ζήτημα της εκτελεστότητας της απόφασης του ίδιου του Εφετείου, το οποίο δεν τέθηκε προς κρίση ενώπιόν του και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 306/2017). Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση, ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κλπ (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26-06/10-07-1944 ''Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου'': ''Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής''. Εξάλλου, με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ. 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5-6-2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29-6-2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, που συνεπάγεται την παράδοση αγαθών, ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρα 1 - 3 του Π. Δ/τος 166/2003). Έτσι, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του ως άνω πδ, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα, που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν τριάντα (30) ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών αυξάνεται σε εξήντα (60) ημέρες (ΑΠ 643/2023, ΑΠ 1308/2021). Με το ίδιο άρθρο 4 του Π. Δ/τος 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον (α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του, και (β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (παρ. 3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες (7%) μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι (6) μήνες (παρ. 4). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τις οφειλές Ν.Π.Δ.Δ., από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που του παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, το ΝΠΔΔ καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα (60) ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών, που έγινε μετά την 5-6-2003, ημερομηνία έναρξης ισχύος του π.δ/τος 166/2003, και όχι από την επίδοση αγωγής, το οφειλόμενο δε ποσοστό τόκου ορίζεται στο ίδιο π.δ. (ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 766/2014). Η εφαρμογή, όμως, του ως άνω π.δ/τος προϋποθέτει αξίωση αμοιβής στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση και ως εκ τούτου, δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της, όταν η αξίωση κατά του Ν.Π.Δ.Δ. συνίσταται σε απόδοση πλουτισμού, λόγω ακυρότητας της μεταξύ του Ν.Π.Δ.Δ. και του ιδιώτη προμηθευτή συναφθείσας σύμβασης, διότι αυτή λογίζεται, κατ' άρθρο 180 του ΑΚ, ως μη γενόμενη Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: ''Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1) Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2). Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 1303/2022).
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (45) του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-4-2019, θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 1-5-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 1303/2022). Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 Θ του Ν. 4387/2016, που ορίζει ότι ο Ε.Φ.Κ.Α. έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου (ΑΠ 407/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε ως προς τους τόκους τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον οι ένδικες συμβάσεις ήταν άκυρες και όχι τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος ''Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου'', η οποία ήταν εφαρμοστέα για το χρονικό διάστημα μέχρι 30-4-2019, ενώ με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε ως προς τους τόκους, την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής. Όπως ήδη εκτέθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε την αγωγή ως προς το ΝΠΔΔ, Ε.Ο.Π.Υ.Υ, κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη (έγκυρες συμβάσεις πώλησης) και το υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 4.563,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση καθενός τιμολογίου, δηλαδή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 4 του π.δ/τος 166/2003, ενώ το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης, δεχόμενο και αυτό την εγκυρότητα των συμβάσεων. Ενόψει αυτών ο άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις ήταν έγκυρες. Κατά το μέρος, όμως, που οι ένδικες περί τόκου αξιώσεις ανάγονται σε χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής, το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/24-4-2019, αφού η ως άνω διάταξη η οποία, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος τις 24-4-2019, ίσχυε τόσο κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (24-9-2021), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (24-2-2022) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24-4-2019 ένδικη αξίωση της ιδιώτη ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης για επιδίκαση τόκου κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 45 ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και έτσι δεν έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε υποχρεώσει τον ΕΟΠΥΥ, του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.563,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση καθενός τιμολογίου, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1-5-2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το πδ/γμα 166/2003, το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα. Επομένως ο άνω πέμπτος λόγος της αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης σε βάρος αυτού τόκων υπερημερίας και αφού ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτό, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον που συνεχίζει την δίκη ως οιονεί καθολικός διάδοχος του εναγομένου ΕΟΠΥΥ, να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό των 4.563,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση καθενός τιμολογίου και με το επιτόκιο του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003, για το διάστημα έως και τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019, για το διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β του ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και για το αναιρεσείον κατά το άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ ν. 4387/2016, όπως ισχύει (ΑΠ 853/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 259/2020), σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 1998/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της.
Δέχεται την από 2-4-2015 έφεση κατά της 4398/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης τόκων, επί του ποσού των 4.563,32 ευρώ.
Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Κρατεί και δικάζει την από 30-5-2011 αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Υποχρεώνει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ως διάδοχο του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ''Ε.Ο.Π.Υ.Υ.'', να καταβάλει στην ενάγουσα/ αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν (με τη με αριθμό 4398/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών), ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα τριών ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (4.563,22), με το νόμιμο τόκο, από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση καθενός τιμολογίου, με το επιτόκιο του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003, για το διάστημα έως και τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης