ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1170/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1170/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1170/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1170 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1170/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ" (πρώην "ALLIANZ Ελλάς ΑΑΕ"), που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1720/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4165/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.7.2023 (αρ. εκθ. κατ. 6325/640/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 περ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 4165/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 20.06.2018 αγωγή του, εξέθεσε ότι, στις 29.06.2017 στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη Πειραιά, από υπαιτιότητα (αμέλεια) του Ι. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο υπέστη αυτός σοβαρό τραυματισμό, ζήτησε δε να επιδικαστούν σε αυτόν ως αποζημίωση για τις προκληθείσες ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1720/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος Ι. Κ., έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 19.507,48€ ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης το ποσό των 18.000 ευρώ. Κατά της άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 13.10.2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 4165/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε τυπικά και, εν μέρει, κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δέχθηκε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το ποσό των 19.507,48 ευρώ και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 5.475,54 ευρώ ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες αυτού και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη διάταξη του αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2024, ΑΠ 346/2016, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 -465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 1687/2017, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014). Ήδη ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκόμισε με επίκληση και συγκεκριμένα: α) του εντύπου με αριθμό 3 με την επικεφαλίδα "Αναγγελία Πρόσληψης" β) του εντύπου με αριθμό 4, με την επικεφαλίδα "Πίνακας Προσωπικού", και γ) του εντύπου με αριθμό 6 με την επικεφαλίδα "Άτακτη Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου", τα οποία ανέγνωσε εσφαλμένα, ως προς την ιδιότητα υπό την οποία προσελήφθη αυτός από την επιχείρηση πρατηρίου άρτου, δεχόμενη ότι αυτός προσελήφθη ως εργάτης και όχι ως υπάλληλος, επιπροσθέτως δε ότι το έντυπο με αριθμό 3 της Αναγγελίας Πρόσληψης ανέγνωσε εσφαλμένα και ως προς το χρόνο υποβολής της αναγγελίας, δεχόμενη ότι αυτή έλαβε χώρα εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να απορρίψει τους ισχυρισμούς που συνδέονται με την απώλεια εισοδήματος, ύψους 19.507,49 ευρώ. Σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον μέρος της απώλειας εισοδήματος του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Όμως, από την επισκόπηση των μετ' επικλήσεως εγγράφων που προσκομίζει ο ενάγων συγκεκριμένα από το Έντυπο 3 της Αναγγελίας Πρόσληψης, το Έντυπο 4 του Πίνακα Προσωπικού, το Έντυπο 6 Άτακτη Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, την χωρίς ημεροχρονολογία δήλωση ατυχήματος προς το ΙΚΑ και την από 17-7-2017 απορριπτική απόφαση του ΙΚΑ, αποδεικνύεται ότι στο Έντυπο 3 Αναγγελία Πρόσληψης, ο ενάγων αναγράφεται ότι προσλήφθηκε από την παραπάνω εργοδότρια ατομική επιχείρηση στις 23-6-2017 ως εργάτης, και ανέλαβε άμεσα εργασία κατά τον αγωγικό ισχυρισμό του στις 23-6-2017, δηλαδή 6 ημέρες πριν από το τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό του, η σχετική όμως Αναγγελία ρητά καταγράφεται ότι υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, διότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει ηλεκτρονικά αυτή την Αναγγελία στις αρμόδιες Αρχές (ΟΑΕΔ και Σ.ΠΕ.Ε), το αργότερο ως και την ίδια ημέρα πρόσληψης και πάντως πριν από την ανάληψη υπηρεσίας του εργαζόμενου, όπως οι παραπάνω εγγραφές και υποχρεώσεις σημειώνονται στην τελευταία σελίδα του συγκεκριμένου εντύπου, επιπλέον αυτή δεν φέρει ημερομηνία παραλαβής και υπογραφή από τον μισθωτό εργαζόμενο, δηλαδή τον ενάγοντα, στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας την συγκεκριμένη ημεροχρονολογία της 23-6-2017, ενώ επιπρόσθετα στο Έντυπο 4. Πίνακας Προσωπικού ο ενάγων καταγράφεται ότι εργάζεται ως υπάλληλος πωλητής της επιχείρησης, χωρίς στο συγκεκριμένο έντυπο να αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία κατάθεσης στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, στο δε Έντυπο 6 Άτακτης Καταγγελίας Σύμβασης Εργασίας Αορίστου χρόνου, σημειώνεται στη δεύτερη σελίδα αυτής, ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του εργάτη, με ημερομηνία πρόσληψης στις 23-6-2017 και ημερομηνία απόλυσης στις 21.7.2017, χωρίς καταβολή αποζημίωσης αλλά με μικτές αποδοχές ύψους 1.320 ευρώ κατά τον χρόνο της φερομένης απόλυσης, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να προσκομίζεται εκ μέρους του ενάγοντος σχετικό έγγραφο μισθοδοσίας από την εργοδότιδα ατομική επιχείρηση, περί καταβολής του μισθού του για τον χρόνο που ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε, αλλά και έγγραφο από τον ασφαλιστικό του φορέα ΙΚΑ για την αγορά των αντιστοίχων ασφαλιστικών εισφορών για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που ισχυρίζεται ότι εργάσθηκε και μάλιστα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Επιπρόσθετα, στο έντυπο της Δήλωσης Ατυχήματος που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι υπέβαλε στον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ προκειμένου να επιδοτηθεί, καταγράφεται ως επάγγελμα αυτού "υπάλληλος- πωλητής", δεν υπάρχει η υπογραφή του ενάγοντος στο συγκεκριμένο έγγραφο στη θέση "ο παθών", ούτε αναγράφεται η ημερομηνία δήλωσης, ο φορέας, τα στοιχεία του αρμόδιου φορέα, όπως αυτά προσδιορίζονται στην πρώτη σελίδα. Σε κάθε περίπτωση και ο εξετασθείς μάρτυρας και πατέρας του ενάγοντος-εφεσίβλητου, Η. Κ., .....δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τα παραπάνω περιστατικά περί συγκεκριμένης εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος υιού του, βεβαιώνοντας άγνοια επ' αυτού και σε κάθε περίπτωση, αναφέροντας άλλες άσχετες ημεροχρονολογίες έναρξης της φερόμενης εργασιακής απασχόλησης σε σχέση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος υιού του (σελ. 6 των πρακτικών). Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος-εφεσίβλητου (και ήδη αναιρεσείοντος), ότι εργαζόταν στην ατομική επιχείρηση του Γ. Μ., από τις 23-6-2017, δηλαδή έξι (6) ημέρες πριν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό του, όπως μνημονεύεται η σχετική περικοπή στο δικόγραφο της αγωγής του, και ότι λόγω του τραυματισμού του και της εξ αιτίας αυτού ανικανότητάς του επί 13 μήνες για εργασία, απώλεσε εισοδήματα συνολικού ποσού 19.507,48 ευρώ μετά των αναλογουσών εισφορών και Δώρων Εορτών (μέλλουσα περιουσιακή ζημία-αποθετική ζημία ή διαφυγόντα κέρδη), στερείται ουσιαστικής βασιμότητας και είναι απορριπτέος. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο και στη συνέχεια αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 19.507,49 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση του ενώπιον του εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού, καθόσον έπρεπε να το απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο....". Σε αντίθεση, όμως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, από τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με νόμιμη επίκληση, προκύπτει, ότι: α) στη σελίδα 2 του εντύπου με αρ. 3 "Αναγγελία Πρόσληψης" στο πεδίο Ε με κεφαλίδα "Ε. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ" στο τετραγωνίδιο "ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ" έχει τεθεί ηλεκτρονικά το σημείο "Χ" και στη σελίδα 3 αυτού στο πεδίο "ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ" έχει τεθεί, επίσης ηλεκτρονικά το ίδιο σημείο ("Χ") στο τετραγωνίδιο "ΟΧΙ", ενώ στην 1η σελίδα του ιδίου εντύπου έχουν καταχωρηθεί ηλεκτρονικά από την αρμόδια υπηρεσία τα στοιχεία του εργοδότη και η ημερομηνία έναρξης απασχόλησης (23.6.2017), β) στο έντυπο με αρ. 4 "ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ" στο πινακίδιο "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ", στα τετραγωνίδια "ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ" και "ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ" αναγράφονται ηλεκτρονικά η ειδικότητα (υπάλληλος = πωλητής - αορίστου χρόνου πλήρης) και ο αριθμός πρωτοκόλλου (1123525) με την ημερομηνία της πρόσληψης (23.06.2027, 09.12), αντίστοιχα, και γ) στη σελίδα 2 του εντύπου με αρ. 6, στο πεδίο "Ε. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ - ΑΠΟΛΥΣΗΣ - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ" σημειώνεται η ιδιότητα "ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ" με την ένδειξη "Χ" στο αντίστοιχο τετραγωνίδιο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των, ως άνω, αποδεικτικών εγγράφων, εξ αιτίας δε των διαγνωστικών αυτών σφαλμάτων, ότι δηλαδή στα ανωτέρω έντυπα αναγράφεται ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εργοδότρια ατομική επιχείρηση στις 23-6-2017 ως εργάτης και ότι η σχετική αναγγελία, ρητά καταγράφεται, ότι υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, η προσβαλλομένη οδηγήθηκε στην κρίση, ότι δεν επιβεβαιώθηκε η πρόσληψη του ενάγοντος - αναιρεσείοντος 6 ημέρες πριν το ένδικο ατύχημα και η συγκεκριμένη εργασιακή απασχόληση στην ατομική επιχείρηση του Γ. Μ. και απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το κονδύλιο απώλειας εισοδήματος. Ενόψει τούτων, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017). Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ. ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης χρηματικό ποσό, το οποίο υπολείπεται καταφανώς αυτών που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Στις 29.6.2017 και περί ώρα 22.25 μμ, στον Άγ. Ι. Ρέντη, ο ενάγων Ν. Κ. στεκόταν πεζός επάνω στη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας η οποία διαχωρίζει την οδό ... σε δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, στο σημείο πριν από τη σύμβολή της με την οδό ... Την ίδια χρονική στιγμή, ο Α. Σ., (μη διάδικος), οδηγώντας το αυτοκίνητο του, κινείτο σύννομα επί της παραπάνω οδού με κατεύθυνση προς την ..., ενώ στην ίδια οδό και πριν από την συμβολή της οδού ... με την οδό ..., είχε σταθμεύσει προσωρινά ο αρχικά εναγόμενος οδηγός Ι. Κ. το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΣΕ αυτοκίνητο του, .... Μόλις ο οδηγός Α. Σ., επιχείρησε να εισέλθει στην συμβολή των παραπάνω οδών, ο αρχικά εναγόμενος οδηγός, Ι. Κ., αιφνιδιαστικά έθεσε σε κίνηση και πορεία το προσωρινά σταθμευμένο αυτοκίνητο του, ....επιχείρησε ελιγμό προς αριστερά...., παρεμβάλλοντας στην πορεία του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου του οδηγού Α. Σ., την οποία διέκοψε αιφνιδιαστικά, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, και το αυτοκίνητο του οδηγού Α. Σ., να εκτραπεί της πορείας του, να ανέλθει επί της νησίδας ασφαλείας και να επιπέσει επί του ενάγοντος, τον οποίο τραυμάτισε. ....η επελθούσα σωματική βλάβη του ενάγοντος πεζού, οφείλονται αποκλειστικά στην υπαίτια (αμελή) παράνομη οδηγική συμπεριφορά (πράξεις και παραλείψεις) του αρχικά εναγόμενου οδηγού, Ι. Κ., ...περιστατικό το οποία ρητά συνομολόγησε και αποδέχθηκε ο ίδιος ...γεγονός που αποτελεί πλήρη απόδειξη. Μετά το ατύχημα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", όπου κατόπιν κλινικό- εργαστηριακού ελέγχου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση (ΑΡ) γόνατος και ο θεράπων ιατρός τον συνέστησε ανάπαυση σκέλους για δέκα ημέρες, αποφυγή φόρτισης και επανεξέταση, σύμφωνα με το από 29-6-2017 ιατρικό έγγραφο τον εν λόγω Νοσοκομείου. Στις 12-7-2017 υποβλήθηκε σε εξετάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση ΑΡ γόνατος, ΔΕ ώμου, και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και οίδημα και επώδυνος περιορισμός κινητικότητας ΑΡ γόνατος καθώς και άλγος ΔΕ ώμου, βλάβες οι οποίες αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά και τον χορηγήθηκε και αναρρωτική άδεια ενός μήνα, σύμφωνα με την από 12-7-2017 γνωμάτευση των θεραπόντων ιατρών τον ιδίου Νοσοκομείου... Στις 26-7-2017 ο ενάγων εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία τον ιδίου Νοσοκομείου ΚΑΤ με την ίδια διάγνωση και του συστήθηκε η συνέχιση της βάδισης με πατερίτσα και παράταση της αναρρωτικής άδεια για ακόμα ένα μήνα, αρχόμενη από 11-8-2017, σύμφωνα με την από 26-7-2017 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση των θεραπόντων ιατρών τον ιδίου Νοσοκομείου, ενώ στις 6-9-2017 επανεξετάσθηκε στα ίδια ιατρεία τον Νοσοκομείου, οπότε και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από "καθ' έξιν εξάρθρημα ΑΡ επιγονατίδας με έντονα λειτουργικά ενοχλήματα", και τότε για πρώτη φορά οι θεράποντες ιατροί του σύστησαν την χειρουργική αντιμετώπιση τον τραυματισμού τον, και του χορηγήθηκε επιπλέον αναρρωτική άδεια ενός μήνα, η οποία στις 4-10-2017 ανανεώθηκε για έναν ακόμα μήνα, σύμφωνα με τις από 6-9- 2017 και 4-10-2017 ιατρικές-γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών τον ιδίου Νοσοκομείου. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 12-10-2017, (3 1/2 μήνες μετά το ατύχημα), ο ενάγων υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία αριστερού γόνατος με ευρήματα ελαφράς διόγκωσης και ασαφοποίησης τον οπισθίου χιαστού συνδέσμου, χωρίς να αναδεικνύεται ρήξη του έσω και έξω μηνίσκου, αλλοιώσεις οστεοχονδοπάθειας στην επιγονατίδα χωρίς ρήξη των καθελκτικών συνδέσμων της επιγονατίδας και τελικά, στις 24-10-2017, (4 μήνες μετά το ατύχημα), ο ενάγων εισήχθη στο ιδιωτικό θεραπευτήριο ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ στην Αθήνα και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χονδροπλαστικής της ΑΡ επιγονατίδας και ταυτόχρονη συρραφή του έσω καθελκτικού συνδέσμου. Στις 20-12-2017 ο ενάγων εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου ΚΆΤ, και διαπιστώθηκε χειρουργική αστάθεια ΑΡ επιγονατίδας και χόνδρινη βλάβη ΑΡ γόνατος με εμμονή των ενοχλημάτων, του συνεστήθη αναρρωτική άδεια ενός μήνα, η οποία στις 31-10-2018 παρατάθηκε για έναν ακόμα μήνα, σύμφωνα με τις από 20-12-2017 και 31-10-2018 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών του ίδιου Νοσοκομείου, που παρατάθηκε στις 26-2-2018 για έναν επιπλέον μήνα και στις 28-3-2018 για έναν ακόμα επιπλέον μήνα σύμφωνα με τις από 26-2-2018 και 28-3-2018 ιατρικές βεβαιώσεις- γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών του ίδιου Νοσοκομείου. Δηλαδή, συνολικά ο ενάγων, εξαιτίας του τραυματισμού που υπέστη, έλαβε δέκα φορές αναρρωτικές άδειες ενός μήνα κάθε φορά, από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι και την 28-4-2018, ήτοι αναρρωτικές άδειες για συνολικό χρονικό διάστημα 10 μηνών, σύμφωνα με τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις- γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών των Νοσοκομείων "ΤΖΑΝΕΙΟ" και "ΚΑΤ" που προαναφέρθηκαν, και όχι για χρονικό διάστημα 13 μηνών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, επικαλούμενος την σύσταση των επιπλέον τριών μηνών από τον ιδιώτη θεράποντα χειρουργό, Σ. Κ., σύσταση που καταγράφεται στο από 27-4-2018 ιδιωτικό σημείωμα αυτού χωρίς να συνοδεύεται από εργαστηριακό έλεγχο και ιατρικές αιτιολογίες. Εξάλλου και ο χειρουργός ορθοπαιδικός ιατρός, Κ. Κ., που εξέτασε τον ενάγοντα δύο φορές, ενεργώντας για λογαριασμό και κατ' εντολή της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, στις από 18-7-2018 και 29-9-2020 συνταχθείσες Ιατρικές Εκθέσεις του, προσδιόρισε ότι ο χρόνος ανάρρωσης και ανικανότητας προς εργασία για τον ενάγοντα ήταν 6-7 εβδομάδες από το ατύχημα, και 3-4 μήνες από την χειρουργική επέμβαση στη οποία υποβλήθηκε, ήτοι χρονικό διάστημα πολύ μικρότερο των 13 μηνών, ενώ σύσταση για συνέχιση της αναρρωτικής άδειας περαιτέρω) των 10 μηνών, δεν χορήγησαν οι θεράποντες ιατροί των παραπάνω Νοσοκομείων, οι οποίοι είχαν πλήρη γνώση του ιατρικού φακέλου του ενάγοντος ......Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ότι η χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων-παθών συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό που υπέστη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτό και δεν οφείλεται σε προηγούμενο και ανεξάρτητο από αυτό τραυματισμό του, ορθά εκτίμησε το εισφερθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με τον σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα......

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων ήδη εφεσίβλητος, αφότου ενημερώθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ" στις 6-9-2017, ότι πάσχει από "καθ' έξιν εξάρθρημα ΑΡ επιγονατίδας με έντονα λειτουργικά ενοχλήματα", και του συνέστησαν οι τελευταίοι την χειρουργική αντιμετώπιση, ενήργησε άμεσα και σε απολύτως αναγκαίο και σύντομο χρονικό διάστημα, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, και εισήχθη στις 24-10-2017 στο ιδιωτικό θεραπευτήριο ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ στην Αθήνα, οπότε και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χονδροπλαστικής της ΑΡ επιγονατίδας και ταυτόχρονη συρραφή του έσω καθεκτικού συνδέσμου. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, ο τραυματισθείς ενάγων μερίμνησε και υποβλήθηκε άμεσα στις επιβαλλόμενες από τους θεράποντες ιατρούς ιατρικές εξετάσεις και θεραπείες, καθώς και στην διενέργεια εγχείρησης κατόπιν σύστασης αυτών, όταν οι τελευταίοι έκριναν ότι ήταν απαραίτητη και προέβλεπαν βάσιμα (θεραπευτικά αποτελέσματα, δηλαδή ο ενάγων τήρησε το καθήκον μειώσεως των συνεπειών της ζημίας του από τις προκληθείσες σωματικές βλάβες.... Ο ενάγων ηλικίας 22 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος.... αποδείχθηκε ότι......., υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας, της ταλαιπωρίας, του πόνου που υπέστη από τον ένδικο τραυματισμό του, (καθ' έξιν εξάρθρημα ΑΡ επιγονατίδας με έντονα λειτουργικά ενοχλήματα), που τον εμπόδισε επί τρεις (3) μήνες να αυτοεξυπηρετείται. Εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλιζόμενου αυτοκινήτου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στην πρόκληση αυτού και στις επελθούσες ζημίες, την βαρύτητα του τραυματισμού του ενάγοντος, την ταλαιπωρία που υπέστη, την χρονική διάρκεια της νοσηλείας του κατ' οίκον και την χρονική διάρκεια της ανικανότητας προς αυτοεξυπηρέτηση, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του, (εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης-εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική... το Δικαστήριο κρίνει ότι, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, και συνεπώς προσήκει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση ..η καταβολή του ποσού των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ,. ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως βάσιμο τον όγδοο λόγο της εφέσεως της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσιβλήτου) ασφαλιστικής εταιρείας με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό των 18.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, είναι υψηλό και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κατά τούτο επεδίκασε για την άνω αιτία το ποσό των 5.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο παραπάνω ποσό, παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν στην απώλεια εισοδήματος και στο ύψος της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4165/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα κεφάλαια αυτής, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή