ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1173/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1173/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1173/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1173 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1173/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRAKTIKER HELLAS MON. A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Πηνιώτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 489/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 339/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-9-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29/9/2023 (αρ. καταθ. 49/29.9.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 339/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 14/12/2022 (αρ. κατ. 319/14.12.2022) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 489/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 12/10/2021 (αρ. κατ. ΜΕΙ509/13.10.2021) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, παρότι γίνεται σχετική επίκληση από την αναιρεσείουσα, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε προσκομιζόμενο έγγραφο η επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης, ούτε συνομολογείται το γεγονός αυτό από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο. Η αίτηση είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με την από 12/10/2021 αγωγή ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ως πωλητής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία την 1/12/1997 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ότι από 1/11/2017 απασχολήθηκε από την εναγομένη με την διπλή ειδικότητα του πωλητή και του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων (κλαρκ), ότι την 1/7/2021 η εναγόμενη του γνωστοποίησε τροποποίηση των όρων ατομικής σύμβασης, αναθέτοντας σ'αυτόν καθήκοντα μόνο πωλητή, που συνιστά, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, λόγω μεταβολής ασφαλιστικής κατηγορίας, απώλειας βαρέων ενσήμων, προσαυξήσεων, υπολογισμού στα συντάξιμα έτη κλπ., ενώ επίσης δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 4 περ. 2 Π.Δ. 240/2006, διότι δεν προηγήθηκε ενημέρωση και διαβούλευση με το Σωματείο εργαζομένων και, επομένως, η μεταβολή των όρων εργασίας του ήταν άκυρη. Για τον λόγο αυτό προσέφυγε στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ) και συντάχθηκε πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί του και, τέλος, ότι στις 24/9/2021, την επομένη της συζήτησης στο ΣΕΠΕ παρουσία της εναγομένης, η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Επικαλούμενος ακυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας, αφενός λόγω ενάσκησης δικαιώματος και μη αρεστής νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, αφετέρου λόγω καταχρηστικότητας αυτής, ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και, γ) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 5.556 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 489/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η βάση της αγωγής από αδικοπραξία, έγινε δεκτή η αγωγική βάση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας (άρθρο 281 ΑΚ), ενώ κρίθηκε ότι παρέλκει η εξέταση της βάσης αυτής για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω ενάσκησης δικαιώματος και συνδικαλιστικής δράσης [άρθρο 66 παρ. 1 περ. β' και γ' υποπερ. ια' ν. 4808/2021, ΦΕΚ Α 101/19.6.2021, ήδη κωδικοποιημένο στο άρθρο 339 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (π.δ. 80/2022, ΦΕΚ Α 222/4.12.2022)] και υποχρεώθηκε η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, και να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας το συνολικό ποσό των 2.833,56 ευρώ με τον νόμιμο τόκο. Η εναγόμενη άσκησε κατά της απόφασης αυτής έφεση, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της που δέχθηκε τη βάση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω καταχρηστικότητας, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση κατ'ουσίαν.

ΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 246/2024, ΑΠ 1040/2022). Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στην περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 246/2024, ΑΠ 667/2023).

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1883/2024, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 894/2020). Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος επιδίκασε καταλαμβάνει και αίτημα γενόμενο δεκτό με αναγνωριστική διάταξη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως εκείνη που περιλαμβάνεται σε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο (ΑΠ 893/2022). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 823/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 138/2020). Ο λόγος από τον αριθ. 9 δεν ιδρύεται, αν το αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 615/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 KΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` KΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη. Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 1352/2024, ΑΠ 898/2015, ΑΠ 1187/2015).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου, στο οποίο περιέχεται. Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1291/2019). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τέτοιος δε δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 488/2020, ΑΠ 590/2016, 462/2008). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν και τα εξής: α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτό ο νόμος και, δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1306/2021).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με τον νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 669/2024, ΑΠ 911/2022). Τέλος, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1952/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 1432/2022).

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της ένδικης έφεσης, με τους οποίους επανέφερε τον (αρνητικό της αγωγής) ισχυρισμό της ότι η μονομερής τροποποίηση των όρων της ατομικής εργασιακής σχέσης του αναιρεσιβλήτου αποτελούσε οργανωτικό μέτρο στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησής της και ότι αφορούσε 120 περίπου εργαζόμενους με την ειδικότητα του πωλητή, την αποδοτικότητα των οποίων ήθελε να αυξήσει και ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης του αναιρεσιβλήτου έγινε στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης αυτής. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού τμήματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος, μόλις η εκκαλούσα στις 1-7-2021 του κοινοποίησε εγγράφως τη μονομερή τροποποίηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στη διοίκηση της τελευταίας και εφόσον αυτή δεν ανακάλεσε τη σχετική απόφαση της και έπαυσε πλέον να τον απασχολεί στη χρήση του clark, ο ίδιος προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο, με την παρουσία εκπροσώπου της εκκαλούσας, στις 23-9-2021, αποφάνθηκε ότι η μονομερής εκ μέρους της (εκκαλούσας) τροποποίηση των όρων της εργασιακής σχέσης του εφεσίβλητου αποτελεί βλαπτική για τα συμφέροντά του μεταβολή των όρων εργασίας και κάλεσε την εκκαλούσα να τον επαναφέρει στο προηγούμενο καθεστώς απασχολώντας τον και ως χειριστή του clark, σύμφωνα με την ατομική του σύμβαση εργασίας. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 24-9-2021, η εκκαλούσα, κινούμενη αποκλειστικά και μόνο από ελατήρια εμπάθειας και εκδικητικότητας προς το πρόσωπο του εφεσίβλητου, λόγω της νόμιμης μεν, πλην όμως μη αρεστής στην ίδια ενέργειά του, ήτοι επειδή δεν αποδέχθηκε την τροποποίηση των όρων της εργασιακής του σχέσης και προσέφυγε στο Σ.ΕΠ.Ε., κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή αυτή σχέση και κάλεσε τον εφεσίβλητο να λάβει την αποζημίωση απόλυσης, ποσού 19.446 ευρώ. Η καταγγελία αυτή, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, είναι καταχρηστική και, ως εκ τούτου, άκυρη, διότι αντιστρατεύεται τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Ο σχετικός, δε, ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας είναι ορισμένος, αφού στην αγωγή εκτίθεται ότι η καταγγελία έγινε κακόβουλα και με εκδικητικότητα από την εκκαλούσα, λόγω προσφυγής του ίδιου (εφεσίβλητου) στο Σ.ΕΠ.Ε. και την έκδοση πορίσματος σε βάρος της.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η μονομερής τροποποίηση των όρων της ατομικής εργασιακής σχέσης του εφεσίβλητου αποτελούσε οργανωτικό μέτρο στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης της επιχείρησης και αφορούσε σε 120 περίπου εργαζόμενους με την ειδικότητα του πωλητή, την αποδοτικότητα των οποίων ήθελε να αυξήσει (για οικειοθελή παροχή bonus), κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι στο κατάστημα της εκκαλούσας υπήρξε μόνο ένα ανυψωτικό μηχάνημα clark, το οποίο χειριζόταν (και) ο εφεσίβλητος μόνιμα επί 3-4 ώρες στη βάρδια του επί 14 έτη, ενώ στο υπόλοιπο ωράριο του ο τελευταίος απασχολούνταν ως πωλητής, από το οποίο προκύπτει ότι το μηχάνημα αυτό και εντεύθεν και η συναφής απασχόληση του εφεσίβλητου ήταν αναγκαία για τη λειτουργία του καταστήματος, ενώ μετά την απόλυση του εφεσίβλητου η εκκαλούσα ανάρτησε στο διαδίκτυο αναγγελία πρόσληψης εργαζομένου με ειδικότητα χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος-υπαλλήλου αποθήκης με πλήρες ωράριο απασχόλησης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η καταγγελία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της εκκαλούσας, λόγους, που αφορούν στο οργανωτικό πλαίσιο αυτής, ενώ, εξάλλου, η ίδια δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει μονομερή τροποποίηση των όρων εργασιακής σύμβασης και άλλων σ' αυτή εργαζομένων". Με τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, λόγω καταχρηστικότητας, δεν έσφαλε και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, ενώ απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς αρνητικούς ισχυρισμούς της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) ότι η μονομερής τροποποίηση των όρων εργασίας του εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσιβλήτου, συνιστούσε οργανωτικό μέτρο στα πλαίσια αναδιάρθρωσης της επιχείρησής της. Η αναιρεσείουσα α) με το πρώτο σκέλος του πρώτου εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την ως άνω κρίση της περί ουσιαστικής αβασιμότητας του αρνητικού ισχυρισμού της ότι η μονομερής τροποποίηση των όρων της εργασιακής σχέσης του αναιρεσίβλητου αποτελούσε οργανωτικό μέτρο στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και ότι αφορούσε σε 120 πωλητές της, δεν έλαβε υπόψη της ότι ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αρνήθηκε τη βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού της, αλλά αντίθετα ρητά συνομολόγησε αυτόν και ότι μην λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω ομολογία του αναιρεσιβλήτου επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, β) με το δεύτερο εκ του αρ. 11 του ως άνω άρθρου σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου προσάπτει την πλημμέλεια ότι δεν ελήφθη υπόψη η επικαλούμενη ομολογία του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, και γ) με το τρίτο εκ του αρ. 12 του ως άνω άρθρου σκέλος του πρώτου λόγου, προσάπτει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ως προς την κατά τα ανωτέρω επικαλούμενη ομολογία. Ο πιο πάνω λόγος και κατά τα τρία σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων ομολόγησε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητος, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ενώ από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ως άνω προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον των πιο πάνω δικαστηρίων προκύπτει ότι αυτός ρητά αρνήθηκε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (ως εφεσίβλητος), στο οποίο η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης επανέφερε τον ως άνω ισχυρισμό.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έσφαλε κρίνοντας καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, ενώ όφειλε να κρίνει ότι ήταν νόμιμη και ότι στην κρίση της αυτή οδηγήθηκε παραβλέποντας την προαναφερθείσα ομολογία του αντιδίκου της περί της βασιμότητας του ισχυρισμού της ότι για οργανωτικούς λόγους της επιχείρησής της τροποποιήθηκαν οι συμβάσεις εργασίας των πωλητών και συνεπώς και του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρονται ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, παρά αποσπασματικά μονο και κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας, που δέχθηκε το Εφετείο και με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου είναι άκυρη ως καταχρηστική. Κατά το μέρος δε που με τον ως άνω αναιρετικό λόγο προσάπτεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την επικαλούμενη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ο άνω λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 475/2023, ΑΠ 888/2020, ΑΠ 816/2020), όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι οποίες καθορίζουν τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας (ΑΠ 1716/2009). Τέλος, κατά τις λοιπές με τον ως άνω λόγο αιτιάσεις ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα θεώρησε ότι αν υπάρξει βλαπτική μεταβολή και ο εργαζόμενος αρνηθεί να συναινέσει, η απόλυση μετά την άρνηση είναι σε κάθε περίπτωση καταχρηστική, αυτός είναι επίσης απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1242/2020), ούτε όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 613/2025, ΑΠ 976/2022, ΑΠ 356/2022). Ο λόγος αυτός (αλλά και ο λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται επίσης από την τυχόν παντελή έλλειψη ή ατελή ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 700/2024, ΑΠ 684/2021). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και, δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 199/2021, ΑΠ 109/2020). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος.
Με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί της ύπαρξης οικονομοτεχνικών λόγων, που δικαιολογούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, όπως "η αναδιοργάνωση των καθηκόντων των πωλητών, που είχαν και δεύτερη ειδικότητα, ώστε να επικεντρωθούν στα καθήκοντα του πωλητή", τις οποίες αιτιολογίες χαρακτηρίζει ανεπαρκείς και αντιφατικές, Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού νόμου και το περιεχόμενο αυτών, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σε σχέση με αυτήν, ούτε παρατίθενται οι πλήρεις παραδοχές της απόφασης, αλλά μόνο αποσπασματικές κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, η κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσα αναιρετική πλημμέλεια και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου ήταν καταχρηστική. Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι παρέλειψε να περιλάβει στο σχετικό μέρος της, όπου εκτίθεται η μείζονα πρόταση (σελ. 3 και 4 αυτής), ότι η μεταβολή των όρων εργασίας πρέπει να είναι όχι μόνο μονομερής και βλαπτική, αλλά επιπλέον να είναι παράνομη και ουσιώδης και να μην οφείλεται σε οργανωτικές ή τεχνικές μεταβολές του εργοδότη, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο ΙV νομική σκέψη, η τυχόν παντελής έλλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εμπίπτει στον πιο πάνω ή σε άλλο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1912/2024, ΑΠ 684/2021).

V. Με τον έκτο εκ των αριθμών 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες α) ότι δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι υπήρξε εκ μέρους της εναγομένης μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του με την αφαίρεση της παράλληλης με τα καθήκοντα του πωλητή απασχόλησής του και ως χειριστή του κλαρκ, καθότι η απώλεια των βαρέων ενσήμων θα επηρέαζε τα δικαιώματά του σχετικά με την ασφάλισή του και τη συνταξιοδότησή του και, β) ότι δεν έχει νόμιμη βάση, ούτε αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εκκαλούσας και τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην ως άνω κρίση του περί της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος. Όσον αφορά την επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτόν η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου, η οποία παραβιάσθηκε, ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σε σχέση με αυτήν, ούτε παρατίθενται οι πλήρεις παραδοχές της απόφασης, αλλά μόνο αποσπασματικές κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, η κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσα αναιρετική πλημμέλεια και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

VI. Με τη διάταξη του άρθρου 66 ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021), υπό τον τίτλο "Προστασία από τις απολύσεις", ορίζονται τα εξής: "1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: γα) που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ν. 4443/2016 (Α` 232) ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4443/2016, γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 13, γγ) των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 15 του ν. 1483/1984 (Α` 153), όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, γδ) ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στο Μέρος ΙΙΙ, σύμφωνα με το άρθρο 48, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31, γε) κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945 (Α` 229), γστ) των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων, που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τον ν. 2643/1998 (Α` 220), όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2643/1998, γζ) των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3514/1928 (Α` 77), γη) των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1077/1980 (Α` 225), γθ) που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 1387/1983 (Α` 110), γι) των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1264/1982 (Α` 79), καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1767/1988 (Α` 63), όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων, που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 56 του ν. 4052/2012 (Α` 41), σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 64 του ν. 4052/2012, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 14 του ν. 1264/1982, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 1264/1982, γιβ) λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 (Α` 101), γιγ) των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση, που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β` της παρ. 1 και την περ. β` της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, καθώς και των εργαζομένων που δεν υπέβαλαν αίτημα για διευθέτηση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη, γιδ) των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3846/2010 (Α` 66). 2... 3. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους της παρ. 1, το δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη". Με τις παραπάνω διατάξεις ο νόμος προέβη για πρώτη φορά σε διαφοροποίηση με βάση το είδος του ελαττώματος, καθώς αν ακυρότητα οφείλεται σε λόγο διαφορετικό από εκείνους της παρ. 1, το δικαστήριο αντί της κήρυξης της ακυρότητας και της επέλευσης των συνδεόμενων με την ακυρότητα αυτή συνεπειών (μισθοί υπερημερίας, αξίωση επαναπασχόλησης), επιδικάζει, ύστερα από αίτημα είτε του εργαζόμενου, είτε του εργοδότη, υπέρ του εργαζομένου πρόσθετη αποζημίωση, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών, ούτε μεγαλύτερο του διπλασίου της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον χρόνο της απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και δεσμεύει τον δικαστή να το αποδεχθεί. Ο εργοδότης μπορεί να υποβάλλει το αίτημα καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης και επικουρικά, για την περίπτωση που η καταγγελία ήθελε κριθεί άκυρη για λόγους διαφορετικούς από εκείνους της παρ. 1 του άρθρου 66, ώστε στην περίπτωση αυτή να επέλθει ως έννομη συνέπεια η ακυρότητα της καταγγελίας, κατά κανόνα δε θα υποβάλλεται επικουρικά, όταν ο εργοδότης αρνείται ότι η καταγγελία έχει ελάττωμα.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται, όμως, αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τα προαναφερόμενα παρέπεται ότι ισχυρισμός, ο οποίος θεμελιώνεται στο άρθρο 66 παρ. 3 του ν. 4808/2021, όπως και κάθε ισχυρισμός που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη από τον εκκαλούντα με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, από δε τον εφεσίβλητο με τις προτάσεις του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεων, διότι η μετά τη συζήτηση της έφεσης προσθήκη στις προτάσεις των διαδίκων περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 527 του ίδιου Κώδικος, και κατά συνέπεια δεν είναι παραδεκτή η με την προσθήκη υποβολή νέου αιτήματος, που κατά νόμο μπορούσε να υποβληθεί και με τις προτάσεις (πρβλ ΑΠ 1150/2024, ΑΠ 717/2024). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ για την προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και σε αρνητική περίπτωση τους απορρίπτει ως απαράδεκτους. Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αίτημα αδίκαστο, διότι δεν εξέτασε το αίτημα της αναιρεσείουσας από την παρ. 3 του άρθρου 66 ν. 4808/2021 για επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης στον εφεσίβλητο ίσης με τις τακτικές αποδοχές του τριών μηνών, που προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την προσθήκη των προτάσεών της. Ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο νομική σκέψη, δεν ιδρύεται παραβίαση του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το αίτημα είναι δικονομικά απαράδεκτο, όπως στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο σχετικός αναιρετικός λόγος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

VΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 868/2024, ΑΠ 108/2020).

Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 111/2020, ΑΠ 108/2020). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 707/2022).

VIIΙ. Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενη ότι, δεχόμενη την αγωγική βάση από το άρθρο 281 ΑΚ, η αναιρεσιβαλλόμενη παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, διότι έλαβε υπόψη αγωγική βάση περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω εμπάθειας ή εκδικητικότητας, που δεν υπήρχε στην ένδικη αγωγή. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται περιστατικά, που συνιστούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, όπως (σελ. 6 αγωγής) "η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας μου την αμέσως επόμενη ημέρα από την τριμερή συνάντηση για την επίλυση της διαφοράς... και την έκδοση του σε βάρος της πορίσματος από την Επιθεώρηση Εργασίας.... επειδή ακριβώς άσκησα το νόμιμο δικαίωμά μου να προσφύγω ενώπιον του ΣΕΠΕ, αποδεικνύοντας περίτρανα η δολιότητα και η καταχρηστικότητα εκ μέρους της... καθίσταται προφανές ότι η απόλυσή μου αποτέλεσε αντίδραση στην καθ'όλα νόμιμη συμπεριφορά που επέδειξα, διαμαρτυρόμενος για την παραβίαση εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας των εργασιακών δικαιωμάτων μου... δηλαδή η απόλυσή μου έλαβε χώρα κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που τίθενται από τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (281 ΑΚ) και εξ αυτού του λόγου είναι άκυρη ως καταχρηστική". Επομένως, δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική βάση από το άρθρο 281 ΑΚ, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με το παραπάνω περιεχόμενο ο ίδιος αναιρετικός λόγος καθίσταται κατά τις λοιπές αιτιάσεις του απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι με το πρόσχημα των επικαλούμενων πλημμελειών, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν καταχρηστική (ΑΠ 1883/2024, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 894/2020).

Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο (ΑΠ 1053/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/9/2023 (αρ. κατ. 49/29.9.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 339/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Επιβαλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή