ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1176/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1176/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1176/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1176 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1176/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ψ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Ασημακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ,)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σοφίας Καρυτινού, πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1424/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6306/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8/11/2022 (αρ. κατ. 8838/985/11.11.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 6306/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν η από 29/3/2019 (αρ. κατ. 29519/2250/29.3.2019) έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, και η από 5/4/2019 (αρ. κατ. 32194/2444/5.4.2019) έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), ήδη αναιρεσιβλήτου, ως διαδόχου του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που ασκήθηκαν κατά της υπ'αριθμ. 1424/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την παραπάνω απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 15/10/2010 (αρ. κατ. 182062/6215/2010) αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ". Η αίτηση αναίρεσης, η οποία παραδεκτώς στρέφεται εναντίον του αναιρεσιβλήτου ΕΟΠΥΥ, ο οποίος ήταν αντίδικος της αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 558 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 11/11/2022 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 17/11/2020, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 ΚΠολΔ, τα οποία ρυθμίζουν, αντίστοιχα, την ικανότητα να είναι κανείς διάδικος και την ικανότητα παράστασης επί δικαστηρίου, προκύπτει ότι αν οι ως άνω διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, την ύπαρξη των οποίων το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), έλειπαν κατά την άσκηση της αγωγής, ενδίκου μέσου κλπ, ενώ υπάρχουν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί ομαλώς, γιατί κρίσιμος είναι σχετικώς ο χρόνος της τελευταίας συζήτησης, στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση. Αν όμως διαπιστωθεί η ύπαρξη των ως άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης κατά την άσκηση της αγωγής, των ενδίκων μέσων κλπ. και έλλειψη αυτών κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, περίπτωση η οποία συντρέχει και οσάκις πρόκειται περί οιονεί καθολικής διαδοχής (εν όλω ή εν μέρει) νομικού προσώπου από άλλο ήδη συσταθέν προηγουμένως νομικό πρόσωπο, τότε αυτά (αγωγή, ένδικα μέσα κλπ.) δεν απορρίπτονται ως απαράδεκτα, καθόσον οι ανωτέρω προϋποθέσεις υπήρχαν κατά το χρόνο άσκησής τους, αλλά θα κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή τους, προκειμένου η δίκη να συνεχισθεί από εκείνους, που υποκαθίστανται στη θέση του ενάγοντος, εναγομένου, εκκαλούντος, εφεσιβλήτου, αναιρεσείοντος, αναιρεσιβλήτου κλπ. (ΑΠ 443/2024, ΑΠ 189/2024, ΑΠ 1234/2021).

ΙΙ. Με τον Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011) "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", προκειμένου, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική του Έκθεση, να εξασφαλισθεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και να επιτευχθεί η σύμπραξη όλων των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τις υπάρχουσες δομές όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας ενιαίου δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ορίστηκαν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 17 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150/27.6.2011) και την παρ. 1 του άρθρου 10 και παρ. 11 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α 41/1.3.2012), ορίζονται τα εξής: "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης", με έδρα στο Μαρούσι. Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος". Στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου (3918/2011) ορίζονται τα εξής: "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ΟΠΑΔ ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων...", ενώ στο άρθρο 23 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος...". Περαιτέρω, με το άρθρο 29 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 53 παρ. 2α του ν. 4368/2016 (ΦΕΚ α 21/21.2.2016), ορίζεται ότι "1. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών". Τέλος, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ' του ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21/21.2.2016), ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Κατ` εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ββ` του ν. 3918/2011 εκδόθηκε η ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (ΦΕΚ Β 3010/29.12.2011), με την οποία μεταφέρθηκαν από 1/1/2012 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Π.Δ. 266/1989, μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του Ν. 3918/2011 συστάθηκε ως ΝΠΔΔ ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι ο ΕΟΠΥΥ, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 9 και 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των ΦΚΑ, που εντάσσονται σε αυτόν, στα οποία περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, οι δε συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ 759/2020). Επακολούθησε η έκδοση του ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21/21.2.2016), με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. Α' του οποίου προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 3918/2011, με την οποία ορίσθηκε ότι: "1. Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος. Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του ίδιου νόμου (4368/2016) αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ν. 3918/2011 ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/12.5.2016 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και ορίστηκε ότι από 1/1/2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ` αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ. του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του ΕΟΠΥΥ και την ένταξη των νοσοκομείων του στο ΕΣΥ με το άρθρο 32 του ανωτέρω Ν. 3918/2011, των οποίων ΦΚΑ ο ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος. Ως σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. ορίστηκε η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλισή του προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους ...γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α. ενώ με το άρθρο 51 Α` παρ. 1 του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4670/2020 (ΦΕΚ A' 43/28.02.2020), ο ΕΦΚΑ μετονομάσθηκε από την 1/3/2020, οπότε άρχισε η ισχύς του νόμου, σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενος στο εξής "e-Ε.Φ.Κ.Α.". Τέλος, με το άρθρο 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016 (ΦΕΚ Α 205/31.10.2016), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 (ΦΕΚ Α' 115/07/08/2017), ορίστηκε ότι: "4. Μετά τις 30/6/2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι αφενός μεν ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, αφετέρου δε ότι μετά τις 30/6/2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.) και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης από τον Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του ν. 4387/2016 (ΑΠ 668/2024, ΑΠ 1046/2023, ΑΠ 533/2020, ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 2362/2019, 2127/2019).

ΙIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 235/2023, ΑΠ 468/2010). Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον που θεμελιώνονται στην ανωτέρω διάταξη, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1046/2023, ΑΠ 343/2018). Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών δεν συνιστά ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεώς του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 1046/2023, ΑΠ 235/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020).

ΙV. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 15/10/2010 (αρ. κατ. 182062/6215/2010) αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στρεφόμενη κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 13/10/2005 από το εναγόμενο με σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) μέσω προγραμμάτων του ΟΑΕΔ και ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα ΤΕ Μαιευτικής στις Υγειονομικές Υπηρεσίες του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Μυτιλήνης, εργαζόμενη με πλήρες ωράριο σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, υπό τις οδηγίες και των έλεγχο των προϊσταμένων της, εκτελώντας την ίδια εργασία με τους υπαλλήλους που συνδέονταν με το ως άνω νομικό πρόσωπο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ή ήταν μόνιμοι υπάλληλοι αυτού. Ότι μετά το πέρας της πρώτης σύμβασης στις 12/4/2007, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της κατόπιν παρατάσεως από τις 13/4/2007 έως τις 23/5/2008 και στη συνέχεια, κατόπιν ανανεώσεως αυτής, από τις 26/1/2009 έως τις 25/7/2010, οπότε έληξε η σύμβαση. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι ο εργοδότης της ήταν το εναγόμενο ΝΠΔΔ "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", β) να αναγνωρισθεί ότι η έννομη σχέση που τη συνέδεε με το τελευταίο, από την αρχή της πρόσληψής της και καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της, δεν ήταν σύμβαση για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γ) να αναγνωρισθεί ότι η από 25/7/2010 λήξη της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης ισοδυναμεί με άκυρη (σιωπηρή) καταγγελία της πραγματικώς συνδέουσας αυτούς αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" να αποδέχεται τις βάσει της σύμβασης αυτής εξαρτημένης εργασίας προσφερόμενες υπηρεσίες της με την προαναφερόμενη ειδικότητα, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την εκδοθησόμενη απόφαση, ε) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" υποχρεούτο να της καταβάλει ως διαφορά μεταξύ των νόμιμων και των καταβληθεισών σ' αυτή αποδοχών, καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής της, το συνολικό ποσό των 32.952 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και, στ) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο όφειλε να την ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης Ι.Κ.Α., καθώς και ότι όφειλε να της καταβάλει τις αναλογούσες για την προϋπηρεσία της εργατικές και εργοδοτικές εισφορές, που αντιστοιχούν στην πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των υπαλλήλων που συνδέονταν με αυτό (αρχικώς εναγόμενο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ") με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούτο να της καταβάλει, για την ίδια αιτία, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 32.952 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Η συζήτηση επί της παραπάνω υπόθεσης επισπεύσθηκε, λόγω ματαίωσής της, από την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την από 11/11/2015 (αρ. κατ. 103641/3742/2015) κλήση, που απηύθυνε προς το καθού αυτή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), ως καθολικό διάδοχο στις υπηρεσίες υγείας του εναγομένου "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ". Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 4/12/2017, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, παραστάθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΟΠΥΥ", προβάλλοντας ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης, επικαλούμενο ότι μετά την ίδρυση του "Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", λόγω ένταξης σ'αυτό των υφιστάμενων Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), όπως το εναγόμενο "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", ο ΕΦΚΑ είχε καταστεί οιονεί καθολικός διάδοχος του εναγομένου "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ". Επί της πιο πάνω ένδικης αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1424/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του "ΕΟΠΥΥ" περί έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης, κρίνοντας ότι υπό τις επικαλούμενες από τον παριστάμενο για λογαριασμό του εναγομένου "ΕΟΠΥΥ" διατάξεις των άρθρων 51 ν. 4387/2016, με τον οποίο συστάθηκε ο "ΕΦΚΑ", και 97 ν. 4486/2017, με την οποία διάταξη οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του "ΕΟΠΥΥ", που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον "ΕΟΠΥΥ", μεταφέρονται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του "ΕΦΚΑ", επήλθε αυτοδίκαιη υποκατάσταση η οποία όμως δεν επέφερε μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης και ότι ο εναγόμενος (ΕΟΠΥΥ) ενεργεί εφεξής ως μη δικαιούχος διάδικος, β) απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως νόμω αβάσιμη, γ) έγινε αυτή εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, δ) αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 37.404,14 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν α) η από 5/4/2019 (αρ. κατ. 32194/2444/5.4.2019) έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου "ΕΟΠΥΥ", που στρεφόταν κατά της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, και κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", ζητώντας να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή της εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσείουσας, και κατά το μέρος που απορρίφθηκε η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, την οποία επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης και, β) η από 29/3/2019 (αρ. κατ. 29519/2250/29.3.2019) έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου "ΕΟΠΥΥ", ως διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής της. Επί των παραπάνω εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του εκκαλούντος "ΕΟΠΥΥ" κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του "ΕΦΚΑ", ως στρεφόμενη κατά νομικού προσώπου που δεν ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, συνεκδικάσθηκαν κατά τα λοιπά οι εφέσεις, έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση του ΕΟΠΥΥ, κρίνοντας ότι το εκκαλούν-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο δεν νομιμοποιούνταν παθητικά στην επίδικη υπόθεση και εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος ΕΟΠΥΥ, την έλλειψη της ως άνω διαδικαστικής προϋπόθεσης, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 15/10/2010 αγωγής, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτοντας σ'αυτή την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της το εφετείο έσφαλε κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 52 παρ. 4 ν. 4430/2016, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1 ν. 4486/2017. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από την επαναξιολόγηση των στοιχείων της δικογραφίας και σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει σαφώς ότι ήδη σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 4430/2016 και εν συνεχεία με τη διάταξη του άρθρου 97 του ν. 4486/2017, μετά τις 30/6/2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., ενώ οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. Επομένως, με βάση τις παραδοχές αυτές κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένδικης αγωγής, την 4.12.2017, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των προπαρατεθέντων άρθρων 62, 68, 73, 281 του ΚΠολΔ, 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016 και 97 ν. 4486/2017, η θέση του αρχικώς εναγόμενου, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", έπρεπε να παρασταθεί το από 30.6.2017 υπεισελθόν αυτοδικαίως ως διάδοχος αυτού ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), καθόσον στις απορρέουσες από την επικαλούμενη ως καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υποχρεώσεις, το πρώτο (αρχικώς εναγόμενο, ως άνω, νομικό πρόσωπο) έχει υποκατασταθεί από το τελευταίο, και μάλιστα χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης της δίκης. Εντούτοις, στην πρωτοβάθμια δίκη εμφανίστηκε και παραστάθηκε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος, όμως, ήδη έκτοτε δεν νομιμοποιούνταν παθητικά στην επίδικη υπόθεση. Εφόσον, επομένως, το αμέσως προηγούμενο νομικό πρόσωπο δεν νομιμοποιούνταν παθητικά τότε (στη δίκη του πρώτου βαθμού), αλλά ούτε και στα πλαίσια της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης, η ως άνω αγωγή ήταν και είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης της ως άνω διαδικαστικής προϋπόθεσης, στοιχείο που ελέγχεται αυτεπαγγέλτως αλλά και κατά το βάσιμο σχετικό πρώτο λόγο της δεύτερης των παραπάνω εφέσεων. Κατ' ακολουθίαν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν παραδεκτή και νόμιμη κατά την επικουρική της βάση και εν συνεχεία την έκανε δεκτή κατ' αυτή (επικουρική βάση) δεκτή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εκκαλούντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" να καταβάλει στην καλούσα - ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη το παραπάνω ποσό ως διαφορές αποδοχών, με τον επ' αυτών τόκο, ποσοστού 6%, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την εξόφληση, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. Επομένως, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), αλλά και κατά παραδοχή του βάσιμου σχετικού πρώτου λόγου της δεύτερης έφεσης, η τελευταία πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να απορριφθεί για τον ανωτέρω τυπικό λόγο, ως απαράδεκτη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011 και 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1 του ν. 4486/2017, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 13/10/2005 έως 25/7/2010, δηλ. πριν την ένταξη του εναγομένου "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" στον "ΕΟΠΥΥ" από 1/1/2012, παραδεκτά δε η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, έστρεψε την ένδικη από 15-10-2010 αγωγή σε βάρος του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", το οποίο νομιμοποιείτο παθητικά, έχοντας έννομο συμφέρον προς τούτο, αφού η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας αυτής είχε λήξει πριν τη μεταβίβαση των υγειονομικών υπηρεσιών του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" στον "ΕΟΠΥΥ". Στη συνέχεια ο "ΕΟΠΥΥ" κατέστη καθολικός διάδοχος του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού από 1/1/2012, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης ληξιπρόθεσμης υποχρέωσης, ενώ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, μετά τις 30/6/2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του "ΕΟΠΥΥ", που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον "ΕΟΠΥΥ", όπως και η ένδικη υποχρέωση, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του "ΕΦΚΑ", από τον οποίο εκκαθαρίζονται και πληρώνονται και ο οποίος, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του, νομιμοποιείται παθητικά και για την επίδικη υποχρέωση, που ανάγεται στο προ της ένταξης του ΙΚΑ στον ΕΟΠΥΥ χρονικό διάστημα. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε αντίθετα και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, επαναδίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης ως προς το αναιρεσίβλητο, ενώ θα έπρεπε, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως την ικανότητα παράστασης των διαδίκων στο εφετείο, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου η δίκη να συνεχισθεί από εκείνους, που υποκαθίστανται στη θέση του εναγομένου, ήτοι τον ΕΦΚΑ και ήδη "e-ΕΦΚΑ", παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1 και 4 Ν. 4430/2016, όπως αυτές τροποποιήθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καθώς και εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, αποτελεί δε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 6306/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179 περ. 2 και 183 ΚΠολΔ), λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν (ΑΠ 1045/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6306/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή