ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1185/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1185/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1185/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1185 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1185/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Δράμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Πολύμνιας Μπανά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σουλτάνας Ναλμπαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν η 15/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 293/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 27-1-2023(αριθμ.έκθ.κατάθ.4/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 293/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατόπιν συνεκδίκασης των από 24.6.2021 (αριθμ.έκθ.κατάθ. 51/2021) και 14.5.2021 (αριθμ.έκθ.κατάθ.33/2021) αντίθετων εφέσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ. 15/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Η τελευταία αυτή απόφαση εκδόθηκε επί της από 30.7.2019 (αριθμ.έκθ.κατάθ.7/2019) αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί αναγνώρισης της ακυρότητας της γενόμενης από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, με αριθμ.297/10-5-2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει με αυτόν, ως παιδαγωγού ΠΕ στο Κέντρο Κοινότητας και Παράρτημα Ρομά Δράμας, διότι έλαβε χώρα κατά το χρόνο που ήταν έγκυος, χωρίς την ύπαρξη και γραπτή γνωστοποίηση σπουδαίου λόγου, άλλως ως καταχρηστικής. Επιπλέον επιδίωκε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και για το διάστημα πέραν της λήξης της εν λόγω σύμβασης (19.6.2019), ήτοι έως στις 30-6-2021,οπότε και αναμενόταν η λήξη της διαδοχικής ανανέωσης της εν λόγω σύμβασης, υποχρεούμενου του εναγόμενου με απειλή χρηματικής ποινής να αποδέχεται μέχρι τότε, τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και χρηματικής ικανοποίησης, συνολικού ποσού 25.692 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το αίτημα για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το διάστημα πέραν του χρόνου λήξης της ένδικης σύμβασης εργασίας και του συναφούς αιτήματος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ο εναγόμενος με απειλή χρηματικής ποινής, αναγνώρισε ως άκυρη την ένδικη καταγγελία σύμβασης, απέρριψε το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ως ουσιαστικά αβάσιμο και υποχρέωσε τον εναγόμενο δήμο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (1.626,30) ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως το χρόνο λήξης αυτής, με το νόμιμο τόκο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες αντίθετες εφέσεις, τις δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμες και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της (χάριν του ενιαίου του εκτελεστού τίτλου) την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, αναγνώρισε ως άκυρη τη καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως το χρόνο λήξης της, το ποσό των 1.549,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 495,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και προσκομίζεται η υπ'αριθμ. 28/2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος ΟΤΑ η οποία απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ.1 περ. ι του ν. 3852/2010 για να είναι παραδεκτή η άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ),. 2.1. Με το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 3996/2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ορίζεται ότι "Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η προστασία αυτή ισχύει για τη γυναίκα που εργάζεται τόσο με σύμβαση ή σχέση αορίστου όσο και ορισμένου χρόνου. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, η προστασία δεν μπορεί να παραταθεί πέραν από τη συμβατική διάρκεια του προκαθορισμένου χρόνου παροχής της εργασίας (ΑΠ 1217/2021,107/2019, 1341/2005). 2.2 Εξάλλου, με το άρθρ.10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ" ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφενός, αφετέρου δε ότι, η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής (ΑΠ 1217/2021, 954/2018, 21/2018). Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με τον λόγο, που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κριθεί σπουδαίος (ΑΠ 1217/2021, 433/2012). Ως σπουδαίος δε λόγος κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων για την ως άνω καταγγελία, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο αυτής που κοινοποιείται από τον εργοδότη στην εργαζόμενη έγκυο, όταν αυτός, τελώντας, σε γνώση της εγκυμοσύνης της, επιθυμεί την λύση της σύμβασης με αυτόν, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Το γεγονός μπορεί να είναι και τυχαίο ή να οφείλεται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκε, εφ' όσον όμως αυτά επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία της σύμβασης σε βαθμό που καθιστά μη ανεκτή τη συνέχισή της (ΑΠ 1217/2021, 954/2018, 21/2018). Η επίκληση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εργαζόμενης εγκύου αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για την αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 1217/2021, 308/2011). Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι η έννοια του σπουδαίου λόγου είναι αόριστη νομική έννοια υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών (ΑΠ 1246/2022, 1217/2021).
2.2 Κατά την παρ.1 εδ. α άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2024, 1/2016,7/2014, ΑΠ1217/2021, 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη νομικό σφάλμα, καθώς και το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με συνοπτικό τρόπο, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 1096/2022,932/2022). Περαιτέρω, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1226/2023).. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 191/2024, 1226/2023, 40/2020,). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε, εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι παραδοχές αυτής και όχι αποσπασματικά (ΑΠ 1377/2023, 1217/2021, 860/2018, 208/2018).
2.3. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ19/2022, 64/2022). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022). Τέλος, για το ορισμένο του λόγου τούτου πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, ΑΠ 582/2023,621/2020).
2.4. Τέλος, ο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λπ., όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα τούτου ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π.47/2023, 728/2023, 830/2021, 381/2021). Λόγος δε αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1952/2024, 57/2023, 1238/2022, 1432/2022). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Δήμος: α) με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφασή την πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ.α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της παραβίασης των άρθρων 15παρ.1 του ν.1483/1984 και 10 ΠΔ/τος 176/15.7.1997 και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του, τον οποίο είχε προβάλλει, πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης, ότι δεν γνώριζε, κατά το χρόνο κοινοποίησης στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη της με αριθμ.297/10.5.2019 απόφασης περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ότι κυοφορούσε, με συνέπεια να δεχθεί ως άκυρη αυτή (καταγγελία) και να επιδικάσει μισθούς υπερημερίας, ενώ όφειλε να κάνει δεκτό τον ως άνω ισχυρισμό του, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση και να απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας β) με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι, ότι χωρίς καμία απόδειξη δέχθηκε ως αβάσιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό του, ήτοι της μη γνώσης της κυοφορίας της εφεσίβλητης-ενάγουσας, κατά το χρόνο κοινοποίησης της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της γ) με τον τέταρτο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσής του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ελλειπείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε γνώση της κυοφορίας της ενάγουσας, και τέλος, δ)με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής του αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμ. 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 275 ν.3852/2010 "Προληπτικός Έλεγχος Ελεγκτικού Συνεδρίου", 1 έως 3 του άρθρου 69 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/2006), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενη ότι δεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας η υποχρέωση συμμόρφωσης αυτού (αναιρεσείοντος) με το περιεχόμενο της με αριθμ. 47/2019 απόφασης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών του Ι Τμήματος Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία απορρίφθηκε η θεώρηση του με αριθμ.325/2018 χρηματικού εντάλματος της Οικονομικής του Υπηρεσίας για την πληρωμή της μισθοδοσίας Ιουνίου 2018 της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης καθότι έκρινε ότι η ανανέωση της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν ήταν νόμιμη. Με το περιεχόμενο αυτό, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, επειδή δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά αποσπασματικά, μεμονωμένα τμήματα αυτής, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, ενώ επιπρόσθετα καθόσον αφορά τον τέταρτο λόγο με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρονται όπως θα έπρεπε και δη ενάριθμα οι διατάξεις που παραβιάστηκαν, ούτε προσδιορίζεται, τελικά, σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, ήτοι της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας ή της ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθώς και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022), ενώ τέλος, καθόσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, δεν αναφέρονται ποια είναι τα διδάγματα αυτά και η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Εφετείο στους επικαλούμενους κανόνες δικαίου. Σε κάθε δε περίπτωση οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθότι βασίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, το Εφετείο δέχθηκε με την προβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη καταγγελία ήταν άκυρη επειδή δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος, που να δικαιολογεί την καταγγελία και όχι επειδή ο εναγόμενος-εκκαλών (αναιρεσείων) Δήμος γνώριζε, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης την εγκυμοσύνη της, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη, ότι δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για την ακυρότητα της καταγγελίας η γνώση του εργοδότη της εγκυμοσύνης της εργαζόμενης και ότι η προστασία της εγκύου από την απόλυση, παρέχεται ανεξάρτητα της γνώσης ή μη της εγκυμοσύνης από τον εργοδότη. Ούτε παραβιάσθηκαν, ευθέως, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 275 ν.3852/2010 "Προληπτικός Έλεγχος Ελεγκτικού Συνεδρίου", 1 έως 3 του άρθρου 69 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/2006),όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη γιατί έγινε κατά το χρονικό διάστημα που ήταν έγκυος, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και κατά παράβαση των, προπαρατιθέμενων στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διατάξεων των άρθρων 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 και 15 του Ν. 1483/1984. 3. Για την ίδρυση του εκ του άρθρου 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει το αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή (ισχυρισμό) που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 42/2002, 2/2008, ΑΠ 242/2023, 963/2023,404/2021, 1217/2021, 40/2020). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη, στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Κ. Τ., από την οποία αποδεικνυόταν η βασιμότητα του απορριφθέντος από το Δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμού του περί άγνοιας της εγκυμοσύνης της ενάγουσας κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα ως προς το ζήτημα αυτό δεν ήταν χρήσιμη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότος που συγκροτεί ισχυρισμό λυσιτελή, ήτοι ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας. Τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκούσε έννομη επιρροή για την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας η γνώση της εγκυμοσύνης από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εργοδότη της κατά το χρόνο της καταγγελίας, αφού η προστασία της εγκύου από την απόλυση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα παρέχεται ανεξαρτήτως της γνώσης ή μη της εγκυμοσύνης από τον εργοδότη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
4. Τέλος, με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμ.19 εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν διέλαβε αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της ότι δεν συνιστά σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η υποχρέωση συμμόρφωσης αυτού (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) με το περιεχόμενο της με αριθμ.47/2019 πράξης του Κλιμακίου Ελέγχου Δαπανών του Ι Τμήματος Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία κρίθηκε μη θεωρητέο το με αριθμ.325/2018 χρηματικό ένταλμα της οικονομικής υπηρεσίας του για την καταβολή αποδοχών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, μηνός Ιουνίου 2018, με την αιτιολογία ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ήταν νόμιμη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη (2.3) νομική σκέψη, καθόσον δεν αναφέρονται: α) ποιες διατάξεις παραβιάστηκαν και δη ενάριθμα, β) δεν προσδιορίζεται ποια ακριβώς πλημμέλεια προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας ή της ανεπαρκούς και ελλιπούς αιτιολογίας, καθώς και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022), γ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται με σαφήνεια και όχι αποσπασματικά, με παράθεση μεμονωμένου τμήματος αυτής, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα συμπεριληφθεί στο διατακτικό της παρούσας, λόγω έλλειψης υποβολής σχετικού αιτήματος από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 1512/2024, 1632/2022) όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 27-2-2025 σημειώματός της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2023 (αριθμ.έκθ.κατάθ.4/2023) αίτηση αναίρεσης της με αριθμ.293/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή