Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1186 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1186/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος κατέθεσε δεν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BCD TRAVEL GREECE ΑΕ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΑΞΙΔΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Παπαγιαννούλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 9/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5407/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 24-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8975/891/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5407/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση συνεκδικάστηκαν και έγιναν τυπικά δεκτές οι από 28-2-2022 και 1-3-2022 εφέσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθ. 9/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, και ακολούθως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή και κατά το μέρος που αυτή είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει τον διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ. και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό. Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ήτοι, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 680/2024, 233/2022, 847/2013, 1728/2009).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 224, 237, 242 παρ. 1, 261, 262 παρ. 1 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να επιδιώξει είτε την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή, προβάλλοντας με ένσταση νέα πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, είτε να αρνηθεί, εν όλω ή εν μέρει, την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, αμφισβητώντας απλώς την αλήθειά τους ή προσθέτοντας στην αμφισβήτηση αυτή και τους λόγους που δικαιολογούν την αναλήθειά τους. Η διάκριση μεταξύ απλής ή αιτιολογημένης άρνησης αφενός και ένστασης αφετέρου έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην περίπτωση της άρνησης ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής του πραγματικών περιστατικών, ενώ στην περίπτωση της ένστασης ο εναγόμενος - ενιστάμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του. Ο ενάγων υπέχει το βάρος να αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν μια ένσταση, όχι όμως και τα γεγονότα που στηρίζουν την αιτιολογία άρνησης της αγωγής του. Τέλος, η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ συντρέχει μόνο όταν ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας αφορά την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και όχι της αιτιολογημένης άρνησης (ΑΠ 59/2017).
Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 559 ή 560 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τον κανόνα αυτό, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, καθώς και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους και, σε περίπτωση εφαρμογής περισσοτέρων διατάξεων, πρέπει να μνημονεύεται, χωριστά για καθεμία, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή τους (ΑΠ 492/2020, 290/2013, πρβλ. ΑΠ 324/2023).
Εν προκειμένω, με την πρώτη, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε ως αναπόδεικτο το αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας για χορήγηση αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας των ετών 2011 έως 2014, με την αυτολεξεί παρατιθέμενη αιτιολογία ότι "...δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα άδεια για τα έτη 2011 έως 2014, παρά τα συνεχή αιτήματά της, όπως ισχυρίζεται, δοθέντος ότι ενώ αιτείται αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας για τα προαναφερόμενα έτη, κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν πήρε άδεια μόνο το έτος 2011, ενώ αναφορικά με τα επόμενα έτη κατέθεσε ότι υπάρχουν υπόλοιπα αδειών, τα οποία όμως δεν προσδιορίζει... απορριπτομένου συνολικά του αιτουμένου κονδυλίου ως ουσιαστικά αβάσιμου....". Ειδικότερα, η ως άνω αιτίαση συνίσταται στο ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 4 παρ. 3 του Α.Ν. 539/45, όπως αντικ. με άρθρ. πρώτο Υποπαρ. ΙΑ.5, περ. 2 του Ν. 4254/2014, οι οποίες ορίζουν σχετικά με την τήρηση του βιβλίου αδειών, η τήρηση αυτή είναι υποχρεωτική και συνεπώς το βάρος επίκλησης και απόδειξης της χορήγησης αυτούσιας της αδείας φέρει ο εργοδότης με την προσκομιδή του βιβλίου αδειών, αφού αρκεί η επίκληση εκ μέρους του εργαζομένου της μη χορήγησης αδείας. Ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε τη μη χορήγηση αδειών, αφ' ενός παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, αφ' ετέρου ανέστρεψε το βάρος απόδειξης, αφού η μη προσκομιδή του βιβλίου αδειών αρκούσε για να αποδειχθεί η μη χορήγηση αδείας, ενώ η απόσβεση της αξίωσής της μόνον εγγράφως θα μπορούσε να αποδειχθεί με σχετική ένσταση εξόφλησης, κατά τα άρθρα 416, 417 παρ. 1 και 424 εδ. α' του ΑΚ, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εναγομένης. Ότι, περαιτέρω, εφόσον το βιβλίο αδειών είναι επαγγελματικό βιβλίο που τηρείται κατά τις ισχύουσες διατάξεις και απευθύνεται υποχρεωτικά στις αρμόδιες αρχές, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ' αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445-448 ΚΠολΔ. Κατά το πρώτο, εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (άρθρ. 338 ΚΠολΔ) για καταβολή αποζημίωσης λόγω μη ληφθείσης αδείας των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014, η δε εναγομένη φέρει το βάρος ανταπόδειξης. Ως εκ τούτου δεν έχει έδαφος εφαρμογής ο λόγος εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2102/2022). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 445-448 ΚΠολΔ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα και των οποίων οι προϋποθέσεις εφαρμογής δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το άρθρο 448 ΚΠολΔ ορίζει ότι τα βιβλία που τηρούνται από εμπόρους και επαγγελματίες που αναφέρονται στο άρθρο 444 του ίδιου Κώδικα, εφόσον έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, αποτελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, ενώ κατά προσώπων που δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν αυτά τα βιβλία (όπως η ενάγουσα) αποτελούν πλήρη απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης (του τηρούντος το βιβλίο εμπόρου ή επαγγελματία), εφόσον η ύπαρξή της είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο, και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή, εκτός αν ο υπόχρεος αναγνώρισε με την υπογραφή του το περιεχόμενο. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως ψευδή ερμηνεία, των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3 του Α.Ν. 539/45, όπως αντικ. με άρθρ. πρώτο Υποπαρ. ΙΑ.5, περ. 2 Ν. 4254/2014, 416, 417 παρ. 1, 424 εδ.α' ΑΚ, 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, όσον αφορά το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας, τα εξής: "...δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα άδεια για τα έτη 2011 έως 2014, παρά τα συνεχή αιτήματά της, όπως ισχυρίζεται, δοθέντος ότι ενώ αιτείται αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας για τα προαναφερόμενα έτη, κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν πήρε άδεια μόνο το έτος 2011, ενώ αναφορικά με τα επόμενα έτη κατέθεσε ότι υπάρχουν υπόλοιπα αδειών, τα οποία όμως δεν προσδιορίζει, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. 1922/2017 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απορριπτομένου συνολικά του αιτουμένου κονδυλίου ως ουσιαστικά αβάσιμου....". Με αυτές τις παραδοχές, ήτοι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε, ότι κατά τα έτη 2011 έως 2014 η εναγομένη αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα αιτηθείσα άδεια, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 του Α.Ν. 539/45, όπως αντικ. με άρθρ. πρώτο Υποπαρ. ΙΑ.5, περ. 2 Ν. 4254/2014, συνεπώς είναι αβάσιμος ως προς τούτο ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, επιπρόσθετα δε, όσον αφορά την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ. 1, 424 εδ.α' ΑΚ, 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984, ο ίδιος λόγος κατά το προαναφερόμενο σκέλος του είναι επίσης αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το σχετικό αίτημα της αγωγής δεν απορρίφθηκε κατά παραδοχή ένστασης του εναγομένου περί απόσβεσης οφειλής με καταβολή.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2061/2022, 2034/2022). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) Το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, 1091/2019). Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, απαιτείται να έχει επικαλεστεί ο αναιρεσείων νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, επίκληση που είναι αναγκαία ακόμα και αν το αποδεικτικό μέσο έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως (π.χ. ομολογία) [ΟλΑΠ 498/1978, ΑΠ 352/2023, 53/2022, 845/2022], ενώ για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού πρέπει ο αναιρεσείων να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 145/2024, 1320/2021, 172/2020).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο εξ αυτών, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι: α) Παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον, αφού δέχθηκε, σε σχέση με την υπερωριακή της απασχόληση και την εργασία της Σάββατα και Κυριακές, ότι "δεν περιγράφεται στην αγωγή το αντικείμενο απασχόλησης κατά το επίδικο διάστημα", ήτοι θεώρησε ότι επρόκειτο για αοριστία, έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτο, απορρίπτοντας ως αόριστο το σχετικό αίτημα της αγωγής της και όχι να απορρίψει τούτο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, β) περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, αφού, σε σχέση με το ίδιο ως άνω αγωγικό αίτημα, αρκέστηκε στη διατύπωση "δεν αποδείχθηκε", χωρίς καμία περαιτέρω αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, και γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και από τα οποία προέκυπτε η υπεραπασχόλησή της, ειδικότερα δε, δεν έλαβε υπόψη πλήθος ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mails) από το εταιρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, καθώς και τις υπ' αριθ. 44959/13-7-2021, 45363/7-10-2021, ... και 46433/28-4-2022 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά στην εξέταση του παρόντος αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθ. ....2021, ....2021, ... και ....2022 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, που διατηρεί γραφείο οργάνωσης ταξιδίων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως προϊσταμένη του λογιστηρίου της εναγομένης εταιρείας, αναλαμβάνοντας τη διενέργεια των λογιστικών εγγραφών, των εισπράξεων και πληρωμών, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα από ώρα 09:00 έως 17:00, έναντι μηνιαίου μισθού ποσού 1.936,53 ευρώ [....]. Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της με την προαναφερόμενη ιδιότητα έως την 27.1.2015, οπότε ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, διαπιστώνοντας κατόπιν λογιστικού ελέγχου ότι η ενάγουσα τη χρονική περίοδο από τον Απρίλιο του έτους 2011 έως τον Ιανουάριο του έτους 2015, με ανακριβείς εγγραφές στο ηλεκτρονικά τηρούμενο λογιστικό σύστημα της εναγομένης εταιρείας, προέβαινε σε συστηματική υπεξαίρεση χρηματικών ποσών, αρνήθηκε να αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες της [....]. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης από την πρόσληψή της και μέχρι τη λήξη της εργασιακής της σχέσης απασχολήθηκε υπερωριακά, εργαζόμενη καθημερινά τέσσερις ώρες επιπλέον του συμφωνηθέντος ωραρίου της καθώς και δύο Σάββατα εκάστου μηνός και δύο Κυριακές εκάστου μηνός, το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν καθημερινά επί 12 ώρες, όπως ισχυρίζεται, λαμβανομένου υπόψη ότι αφενός δεν περιγράφει αναλυτικά στην αγωγή της το αντικείμενο ενασχόλησής της το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να παρέχει επί τόσες ώρες εξαντλητική εργασία καθώς και την ανάγκη απασχόλησής της Σάββατο και Κυριακή, αφετέρου δεν αποδείχθηκε το είδος της εργασίας της, αναφορικά και με την ιδιότητά της ως προϊστάμενη του λογιστηρίου, που καθιστούσε επιτακτική ανάγκη να απασχολείται καθημερινά τόσες πολλές ώρες, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αιτουμένων κονδυλίων για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, γενομένου δεκτού και του σχετικού λόγου εφέσεως ως βάσιμου και απορριπτομένης της υπό κρίση αγωγής αναφορικά με τα αιτούμενα κονδύλια της υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης και παροχής εργασίας σε ημέρα Σάββατο και Κυριακή....".
Όσον αφορά το εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση σε σχέση με το συγκεκριμένο αίτημα (αμοιβή λόγω απασχόλησης καθ' υπέρβαση του ωραρίου, Σάββατα και Κυριακές), ενώ η φράση ότι η ενάγουσα "δεν περιγράφει αναλυτικά στην αγωγή της το αντικείμενο ενασχόλησής της το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να παρέχει επί τόσες ώρες εξαντλητική εργασία, καθώς και την ανάγκη απασχόλησής της Σάββατο και Κυριακή" δεν συνιστά κρίση περί αοριστίας της αγωγής ως προς το επίμαχο αίτημα, αλλά πλεοναστική αιτιολογία προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας το εν λόγω αίτημα ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, σε σχέση με την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, αφού ουδόλως αναφέρονται και δη ενάριθμα οι φερόμενες ως παραβιασθείσες εκ πλαγίου διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, ως προς το εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, όσον αφορά την από το Εφετείο μη λήψη υπόψη των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αφού τα μηνύματα αυτά ουδόλως προσδιορίζονται στο αναιρετήριο, ενώ όσον αφορά τη μη λήψη υπόψη των προσκομισθεισών από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ενόρκων βεβαιώσεων είναι αβάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και από τη μνεία στο σκεπτικό αυτής ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τις ως άνω ένορκες βεβαίωσεις.
IV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, που είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, 597/2015). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και νέων γεγονότων τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας, χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1017/2022, 910/2017). Ωσαύτως δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 753/2020, 100/2018, 1152/2017, 517/2017). Αντιθέτως, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της έγγραφης προδικασίας και επάγεται απαράδεκτο, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 482/2024, 1183/2015, 962/2012). Σε τέτοια περίπτωση, εφόσον δηλαδή ο διάδικος προέβη στην πιο πάνω μεταβολή και στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας έκρινε αυτή παραδεκτή και την ερεύνησε περαιτέρω, ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ σε περίπτωση που χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη ιστορική βάση το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει στην έρευνά της, ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος (ΑΠ 482/2024).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθείας, άλλως εκ πλαγίου, παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αξίωση της αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι οι συνάδελφοί της έλαβαν γνώση του λόγου της απόλυσής της, αξίωσε περισσότερα των απαιτουμένων στοιχεία για την προσβολή της προσωπικότητας, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για εξύβριση, αφού από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποπομπή της από την εργασία της, προκύπτει σκοπός εξύβρισης κατευθυνόμενης ειδικά στην προσβολή της τιμής της, με αμφισβήτηση της ηθικής/κοινωνικής αξίας της, πράγμα που δεν εξέτασε το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση δε, εφόσον υποβλήθηκε μήνυση σε βάρος της, αόριστος αριθμός προσώπων έλαβε γνώση των αναληθών κατηγοριών και, συνεπώς, θεμελιωνόταν αυτοτελώς η προσβολή της προσωπικότητάς της.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, προκειμένου να θεμελιώσει την απαίτησή της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς της, μόνο το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας ανακοίνωσε ενώπιον των συναδέλφων της (αναιρεσείουσας) την απόλυσή της, καθώς και τον λόγο αυτής, ήτοι ότι τέλεσε το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βάρος της εργοδότριας, την ως άνω δε απαίτησή της έκρινε το Εφετείο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επειδή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της. Ήδη η αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αίτησή της, επικαλείται νέα πραγματικά περιστατικά (εξυβριστική συμπεριφορά, υποβολή αβάσιμης έγκλησης), τα οποία συνιστούν νέες αυτοτελείς ιστορικές βάσεις του ως άνω αιτήματος (επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης).
Συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει ιστορικές βάσεις που δεν περιέχονταν στην αγωγή, αντιθέτως, εάν είχε προβεί στην εξέτασή τους, θα υπέπιπτε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης.
V. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί στην αναιρεσίβλητη που νίκησε, ελλείψει σχετικού αιτήματός της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2023 (αριθ. εκθ. κατάθ. 8975/891/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5407/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ