Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1193 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1193/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." (πρώην "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γούναρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/11/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 438/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας την αγωγή τoυ αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξόφλησης ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της απόφασης που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Η ένσταση εξόφλησης, ως καταχρηστική ένσταση, πρέπει να προβάλλεται ορισμένα και παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 123/2020), ο δε οφειλέτης φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 204/2021, ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010). Εάν η ένσταση δεν περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 868/2024, ΑΠ 701/2023). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της ένστασης (όπως και της αγωγής), γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της ένστασης, η οποία υπάρχει αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά το οποίο υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές και σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Συγκεκριμένα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών, ενώ το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, καθώς δεν επιδρούν αυτοτελώς στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 775/2022).
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011). Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 757/2024, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 535/2019, ΑΠ 974/2018). Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ. αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 675/2013). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος) λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 (και όχι και από τους αριθ. 1 και 8) και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, απορρίπτοντας, αφενός μεν ως αόριστη την προβληθείσα ένστασή της περί εξόφλησης της επίδικης απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, αφετέρου δε (με επάλληλη σκέψη) ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση αυτή, μεταθέτοντας εσφαλμένα στην ίδια το βάρος της απόδειξής της, καθώς αξίωσε από αυτήν, όχι μόνο να αποδείξει την εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί εξόφλησης του επίδικου δανείου, αλλά να προσκομίσει προς τούτο και άλλα ισχυρότερα αποδεικτικά στοιχεία. Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ασκηθείσας έφεσης, προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο, πρόβαλε, προς αντίκρουση της αγωγής, την ένσταση εξόφλησης του επίδικου δανείου, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την κοινοποιηθείσα σ' αυτήν από 16.9.2015 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωσή του, ομολόγησε ότι το δάνειο που χορήγησε στην εταιρεία, συνολικού ποσού 145.563,34 ευρώ, έχει εξοφληθεί και ότι δύναται ανά πάσα στιγμή να της χορηγήσει τα απαραίτητα έγγραφα για τη διαγραφή της οφειλής του από τα βιβλία της εταιρείας, γεγονός που συζητήθηκε και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η ένσταση εξόφλησης είναι αόριστη, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία εξόφλησε τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή με μία ή με περισσότερες καταβολές, τον χρόνο που έγιναν αυτές και ποιο ποσό ειδικότερα αφορούσαν. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αόριστη την ένσταση εξόφλησης, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και δεν αξίωσε για το ορισμένο της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή της και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη - επικουρική - πλεοναστική αιτιολογία της αποφάσεως ότι "από μόνη την ανωτέρω δήλωση του ενάγοντα, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, δεν αποδεικνύεται η εξόφληση του δανείου χωρίς την επίκληση και προσκόμιση και άλλων ισχυρότερων αποδεικτικών στοιχείων, όπως έγγραφη απόδειξη με την υπογραφή του ενάγοντα, ή αποδεικτικό κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό....", η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό, διατακτικό της προσβαλλομένης, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της ένστασης εξόφλησης ως αόριστης αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία, για την οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβασίμου του συναφούς πρώτου αναιρετικού λόγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1933/2022, ΑΠ 24/2022, ΑΠ 1079/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 59/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί εξόφλησης της επίδικης οφειλής, που περιελήφθη στην από 16.9.2015 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωσή του, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, δεχόμενο αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφενός μεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία κατά νόμο είναι ισοδύναμα, αφετέρου δε απόκειται σε αυτό να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα καθενός (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 81/2007), ενόψει της κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που ο νόμος προσδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 ΚΠολΔ) ή έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθ. 438 επ., 445 ΚΠολΔ). Επομένως στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δώσει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος και δη εκείνος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 593/2014). Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.(ΑΠ 497/2023, ΑΠ 558/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο απέδωσε στην εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί εξόφλησης της επίδικης απαίτησής, που διαλαμβάνεται στην από 16.9.2015 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωσή του, μικρότερη αποδεικτική δύναμη έναντι άλλων αποδεικτικών μέσων, ενώ , αν είχε κρίνει ορθά, θα είχε δεχθεί ότι η εταιρεία έχει αποδείξει πλήρως την προβληθείσα με την έφεσή της ένσταση εξόφλησης, χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, πέραν της εξώδικης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω δήλωση του αναιρεσίβλητου περί εξόφλησης του δανείου που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω εξώδικη απάντηση, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και δεν συνήγαγε εκ του εγγράφου αυτού ομολογία (εξώδικη) του αναιρεσιβλήτου, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 478 Α.Κ. "αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή". Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ των ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα. Η σύμβαση αυτή, καλουμένη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκάστου (ΑΠ 620/2018, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 1752/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 453 ΑΚ, όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση. Η ενοχή αναβιώνει μόλις πάψει η σύγχυση αυτή (ΑΠ 208/2012, ΑΠ 1225/2012, ΑΠ 1829/2011, ΑΠ 1045/2006). Σύγχυση είναι η ένωση στο ίδιο πρόσωπο των υποκειμένων της ενοχής, δηλαδή του δανειστή και του οφειλέτη. Έτσι προϋπόθεση της σύγχυσης είναι ο οφειλέτης να αποκτήσει ως προς τη συγκεκριμένη οφειλή του και την ιδιότητα του δανειστή, ή ο δανειστής να αποκτήσει ως προς το συγκεκριμένο ενοχικό του δικαίωμα και την ιδιότητα του οφειλέτη. Η ένωση αυτή των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη στο ίδιο πρόσωπο είναι δυνατόν να επέλθει λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής του δανειστή από τον οφειλέτη ή αντιστρόφως, ενώ δεν υπάρχει σύγχυση, όταν υφίσταται χωρισμός της περιουσίας του οφειλέτη από την περιουσία του δανειστή που περιέρχεται σ` αυτόν (ΑΠ 1829/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 453 και 478 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τον όρο 5 του προσυμφώνου μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών σύμβαση ελευθερώσεως μεταξύ των πωλητών και των νέων μετόχων της εναγομένης εταιρείας και δεν αποσβέστηκε η επίδικη οφειλή λόγω σύγχυσης, λόγω της συνένωσης στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου τόσο της ιδιότητας του δανειστή όσο και της ιδιότητας του οφειλέτη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, που προβάλλεται επικουρικά από την εκκαλούσα, ήτοι με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης του ως άνω πρώτου λόγου της έφεσης, η τελευταία ισχυρίζεται ότι με την ανάληψη καταβολής των υποχρεώσεων της εναγόμενης εταιρίας που δεν είχαν καταγραφεί και συμπεριληφθεί στα επισυναπτόμενα στο υπ' αριθμ. 1860/14-05-2015 προσύμφωνο μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών έγγραφα και από μέρους του ενάγοντα ως πωλητή των δικών του μετοχών προς την εκκαλούσα σύμφωνα με τον ως άνω όρο 5 του παραπάνω προσυμφώνου, καταρτίστηκε μεταξύ των πωλητών και των νέων μετόχων της εναγόμενης σύμβαση ελευθερώσεως κατ' άρθρο 478 Α.Κ. κατά την οποία στην προκειμένη περίπτωση το πρόσωπο του υποσχόμενου στην καταβολή των οφειλών της εναγόμενης συμπίπτει με το πρόσωπο του δανειστή, δεδομένου ότι μια εξ αυτών είναι και η απαίτηση του ενάγοντος ποσού 146.563 ευρώ προερχόμενη από την ως άνω σύμβαση δανείου με συνέπεια η τελευταία να έχει αποσβεσθεί λόγω σύγχυσης, δηλαδή λόγω συνένωσης στο ίδιο πρόσωπο τόσο της ιδιότητας του δανειστή, όσο και της ιδιότητας του οφειλέτη. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι μη νόμιμος. Τούτο διότι, πρώτον από την ως άνω διάταξη του άρθρου 478 Α.Κ. που διαλαμβάνεται στην ως άνω σχετική νομική σκέψη, συνάγεται σαφώς ότι η σύμβαση ελευθερώσεως μπορεί μεν να καταρτίζεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ήτοι στον οφειλέτη και τον τρίτο που υπόσχεται να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη προϋποθέτει όμως την ύπαρξη δανειστή. Επομένως δεν νοείται ο τρίτος που υπόσχεται στον οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του στον δανειστή του να είναι ταυτόχρονα ο ίδιος ο δανειστής.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σύμφωνα με το άρθρο 173 Α.Κ. και αφετέρου ότι οι συμβάσεις πρέπει να ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 200 Α.Κ, στη συμφωνία του όρου 5 του ως άνω προσυμφώνου, όσον αφορά τη δήλωση βούλησης από μέρους του ενάγοντα περί ανάληψης της ευθύνης καταβολής των υποχρεώσεων της εναγόμενης εταιρίας στην αγοράστρια εταιρία, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, δεν περιλαμβάνεται η ανωτέρω οφειλή της εναγόμενης εταιρίας προς τον ενάγοντα. Επισημαίνεται δε ότι η σύγχυση ήτοι η ταύτιση στο πρόσωπο του οφειλέτη και δανειστή που έχει ως συνέπεια την απόσβεση της ενοχής επέρχεται λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής, ενώ δεν υπάρχει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική νομική σκέψη όταν υφίσταται χωρισμός της περιουσίας του οφειλέτη από την περιουσία του δανειστή.
Εν προκειμένω, αν θέλει θεωρηθεί ότι η ανωτέρω συμφωνία συνιστά σύμβαση ελευθερώσεως, δεν υπάρχει περίπτωση καθολικής ή ειδικής διαδοχής για να υφίσταται σύγχυση. Σε κάθε όμως περίπτωση ο οφειλέτης γίνεται δανειστής του τρίτου ή αλλιώς ο τρίτος γίνεται οφειλέτης του πρώτου, μόνο όταν τούτος (οφειλέτης) καταβάλει το χρέος του στον δανειστή, οπότε και δικαιούται να απαιτήσει από τον τρίτο την καταβολή προς αυτόν του ανωτέρω χρέους βάσει της ως άνω σχέσεως του.
Συνεπώς, ακόμα και σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα της εκκαλούσας, πριν από την καταβολή της εναγόμενης εταιρίας του χρέους στον ενάγοντα, τούτος δεν καθίσταται οφειλέτης αυτής, οι περιουσίες τους είναι χωριστές και δεν συμπίπτει στο ίδιο πρόσωπο η ιδιότητα του οφειλέτη και του δανειστή και ως εκ τούτου δεν υφίσταται σύγχυση και δεν επέρχεται απόσβεση της ενοχής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 453 και 478 του ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθώς δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλομένης, όρο 5 του ως άνω προσυμφώνου, μεταξύ των υποχρεώσεων της εναγομένης εταιρείας (πωλήτριας), για την καταβολή των οποίων στην αγοράστρια εταιρεία (αναιρεσείουσα) ανέλαβε την ευθύνη ο αναιρεσίβλητος (πωλητής), δεν περιλαμβάνεται η ανωτέρω οφειλή της εναγομένης εταιρείας προς τον αναιρεσίβλητο από τη σύμβαση δανείου ποσού 146.563 ευρώ και συνεπώς δεν καταρτίστηκε σύμβαση ελευθερώσεως μεταξύ των πωλητών και των νέων μετόχων της εναγομένης εταιρείας και δεν αποσβέστηκε η επίδικη οφειλή λόγω σύγχυσης, αφού δεν ενώθηκαν στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου οι ιδιότητες του δανειστή και του οφειλέτη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ( ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ612/2012, ΑΠ 1567/2008), αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 68/2012). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1083/2017, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1623/2012). Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου και φυσικά κρίνεται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 836/2017, ΑΠ 38/2015). Μόνη πάντως η επίκληση ισχυρισμών, με τους οποίους τίθεται σε αμφιβολία η ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την θεμελίωση καταχρηστικής άσκησής του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 911/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και όγδοο (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τη νομίμως προταθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα : "Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της έφεσης που προβάλλεται επίσης επικουρικά, ήτοι με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης του πρώτου και δεύτερου λόγων της έφεσης, η εκκαλούσα προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, ισχυριζόμενη ότι ενώ κατά τους ισχυρισμούς του στην αγωγή, το εν λόγω δάνειο που χορήγησε στην εναγόμενη υποχρεούτο τούτη να αποδώσει στον ίδιο, το αργότερο μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2011, ο ενάγων ουδέποτε όχλησε την εναγόμενη, ούτε αναζήτησε τα χρήματά του παρά μόνο με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στις 22-07-2016, ήτοι μετά παρέλευση πέντε ετών και μάλιστα μετά τη σύνταξη του ως άνω οριστικού συμβολαίου πώλησης των μετοχών της εναγόμενης στην εκκαλούσα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ανωτέρω απαίτησή του, δεν είχε συμπεριληφθεί στους επισυναπτόμενους στο ως άνω προσύμφωνο πίνακες, ούτε έγινε λόγος για την ύπαρξη της κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αλλά και κατά την υπογραφή των δύο ανωτέρω συμβολαίων πώλησης μετοχών ( προσυμφώνου και οριστικού), ο δε ενάγων με την ως άνω από 16-09-2015 εξώδικη απάντηση προς την εκκαλούσα συνομολόγησε την εξόφλησή της.
Συνεπώς, όλα τα ανωτέρω συνιστούν κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη και στην εντιμότητα των συναλλαγών και ως εκ τούτου κατάφορα καταχρηστική. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ωστόσο είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τούτο διότι αποδείχθηκε: α) ότι τα ποσά των 58.233,44 ευρώ και 88.330 ευρώ ως προερχόμενα από δάνειο του ενάγοντα προς την εταιρία, είχαν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας στις 03-09-2010 (προφανώς από παραδρομή γράφτηκε 3 αντί του ορθού 8) και 19-10-2010 αντίστοιχα και συνεπώς ήλθαν σε γνώση των ως άνω αγοραστών των μετοχών (και ήδη εκκαλούσα), οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα και ευχέρεια να προβούν στον λογιστικό έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της εναγόμενης, μέχρι την πλήρη εξόφληση του τιμήματος των μετοχών, ήτοι μετά την υπογραφή τόσο του προσυμφώνου, όσο και του οριστικού συμβολαίου πώλησης των μετοχών της εναγόμενης, ενέργεια στην οποία και προέβησαν, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 04-09-2015 εξώδικης διαμαρτυρίας τους προς τους μετόχους της εναγόμενης κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και ως εκ τούτου δεν ασκεί καμία επιρροή αν είχαν εγγραφεί ή μη όλες οι υποχρεώσεις και οφειλές της εναγόμενης εταιρίας στους επισυναπτόμενους στο ως άνω προσύμφωνο πίνακες, αλλά ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων δεν έκανε οποιαδήποτε μνεία για την ύπαρξη της απαίτησής του τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις όσο και κατά την υπογραφή των δύο ως άνω συμβολαίων, β) ότι ο ενάγων ουδέποτε συνομολόγησε προς την εκκαλούσα την εξόφληση του εν λόγω δανείου και γ) ότι η εκκαλούσα ουδέποτε προέβη σε αναζήτηση έγγραφων στοιχείων που να αποδεικνύουν πράγματι την εξόφληση του δανείου από την εναγόμενη προς τον ενάγοντα, αλλά αρκέστηκε σε μια δήλωση περιεχόμενη σε ένα έγγραφο στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει η υπογραφή του συντάκτη δικηγόρου.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερες περιστάσεις και περιστατικά τέτοια που συνδεόμενα αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του ενάγοντα και της εκκαλούσας, να δημιουργήσουν την καλόπιστη πεποίθηση της τελευταίας ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτής ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, μόνο η παρέλευση πενταετίας και πλέον από τη χορήγηση του δανείου μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν αρκεί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, να χαρακτηρίσει την ενέργεια του ενάγοντα να διεκδικήσει δικαστικά την απαίτησή του ως καταχρηστική". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, τα οφειλόμενα ποσά των 58.233,44 ευρώ και 88.330 ευρώ, ως προερχόμενα από δάνειο του αναιρεσιβλήτου προς την εταιρεία, είχαν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας στις 03-09-2010 και 19-10-2010 αντίστοιχα και συνεπώς ήλθαν σε γνώση των αγοραστών των μετοχών, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα και ευχέρεια να προβούν στον λογιστικό έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της εταιρείας, ενέργεια στην οποία και προέβησαν και ως εκ τούτου δεν ασκεί καμία επιρροή αν είχαν εγγραφεί ή μη όλες οι υποχρεώσεις και οφειλές της εταιρείας στους επισυναπτόμενους στο ως άνω προσύμφωνο πίνακες, αλλά ούτε και το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έκανε οποιαδήποτε μνεία για την ύπαρξη της απαίτησής του τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις όσο και κατά την υπογραφή των δύο ως άνω συμβολαίων, ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε συνομολόγησε προς την αναιρεσείουσα την εξόφληση του δανείου και η τελευταία ουδέποτε προέβη σε αναζήτηση έγγραφων στοιχείων που να αποδεικνύουν πράγματι την εξόφληση του δανείου από την εταιρεία, αλλά αρκέστηκε σε μια δήλωση περιεχόμενη σε ένα έγγραφο, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ως εκ τούτου, μόνη η παρέλευση πενταετίας από τη χορήγηση του δανείου μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν αρκεί να χαρακτηρίσει την ενέργεια του αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει δικαστικά την απαίτησή του ως καταχρηστική. Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο όγδοος αναιρετικός λόγος (κατά το δεύτερο σκέλος) από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αριθμ. 8 περ. β` του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 51/2024, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 372/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 51/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον επιμέρους ισχυρισμό της, στον οποίο στηριζόταν η προταθείσα ένστασή της από το άρθρο 281 ΑΚ, ότι ο αναιρεσίβλητος απέκρυψε από τους αγοραστές την επίδικη οφειλή της εταιρείας προς αυτόν. Όμως, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του το ως άνω πραγματικό περιστατικό που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα για τη στήριξη του ισχυρισμού της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο συνεκτίμησε και αξιολόγησε με τα λοιπά προταθέντα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη. Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της, T. W., από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, αφενός μεν δεν είχε γνωστοποιήσει κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου πώλησης των μετοχών την ένδικη απαίτησή του, αφετέρου δε με την εξώδικη απάντησή του συνομολόγησε την εξόφληση αυτής και β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, Ν. Α., κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της έφεσής της, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι, αν ο αναιρεσίβλητος είχε πράγματι αξίωση έναντι της εταιρείας από το ένδικο δάνειο, θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει αυτή κατά την υπογραφή του προσυμφώνου πώλησης των μετοχών, πράγμα που δεν έπραξε. Από τη ρητή βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος - εφεσίβλητου που εξετάστηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, και η με αριθμ. ...2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα (ον.) T. (Τ.) ( επ.) W. (Β.) του S. (Σ.) και της H. (Χ.), που δόθηκε με την επιμέλεια της εκκαλούσας ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Πολωνία κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εφεσίβλητου, ήτοι προ δύο (2) εργάσιμων ημερών από την ένορκη βεβαίωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Πατρών, Ε. Σ., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εκκαλούσα", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά. Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του ότι η εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί εξόφλησης του επίδικου δανείου δεν ήταν αληθής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.11.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 438/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης