Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1194 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1194/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου διανομής της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελευθέριο Καστρήσιο και Ειρήνη Κούρου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Π., κατοίκου Πειραιώς, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στυλιανού Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1501/2019, 1960/2021 μη οριστικές και 3241/2022 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2022 αίτησή της και τους από 20/2/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 3241/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας ως προς την κύρια βάση της και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς την επικουρική της βάση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Οι από 20.2.2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26.2.2024 και επιδόθηκε αυθημερόν στην αναιρεσίβλητη (βλ. τη με αριθ. 8661Δ/26.2.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (1.4.2024), κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που πλήττονται και με την αναίρεση και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ.), είναι παραδεκτοί. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν με αυτήν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 116 παρ.1β Ν. 4842/2021, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν. 4871/2021, τέτοια δε, είναι και η προκειμένη υπόθεση που ήταν εκκρεμής στο Εφετείο κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού), προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση. Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της συζήτησης για αναφερόμενο στο άρθρο 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 572/2023, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 712/2021, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 1126/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.2 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση (ΑΠ 26/2019). Η απόδειξη δε της μη νόμιμης συγκρότησης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ 415/2024, ΑΠ 1854/2022, ΑΠ 26/2019, ΑΠ 502/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι δίκασε κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση με διαφορετική σύνθεση και χωρίς να αιτιολογήσει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι. Ο λόγος αυτός παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι, εκτός του ότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής συγκρότησης του δικαστηρίου, αφορά στη δημόσια τάξη κατ' άρθρο 562 παρ. 2γ ΚΠολΔ (ΑΠ 1854/2022, ΑΠ 311/2022, ΑΠ 26/2019, ΑΠ 502/2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα : Επί της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αρ. 1/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1960/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων που αναφέρονται σε αυτήν. Μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και κλήση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η έφεση συζητήθηκε εκ νέου, στις 30.5.2022, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, με διαφορετική όμως σύνθεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων και συγκεκριμένα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, οπότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, μπορούσε το δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο κατά την ανασυζήτηση της υπόθεσης δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 3241/2022 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη. Παράλληλα, με τη διάταξη αυτή, καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν οι ζημίες που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους, ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (Ν. ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 ΑΚ) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 ΑΚ), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 ΑΚ) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 ΑΚ) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 ΑΚ). Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών. Έτσι δεν ρυθμίζεται και η ευθύνη για ζημίες τρίτων από εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, από τη λειτουργία των οποίων δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος, ενώ και οι εκμεταλλευτές των εγκαταστάσεων αυτών αποκομίζουν από τη λειτουργία τους σημαντικό κέρδος, ενώ ρυθμίζεται και υπάρχει αντικειμενική ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε, του κατόχου μη κατοικιδίου ζώου ή κτίσματος, από την κατοχή των οποίων γεννάται πολύ μικρότερος κίνδυνος. Ειδικότερα η σύγχρονη εκρηκτική επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου, που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου πρόκλησης ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών και η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων. Η πρόκληση ζημίας από μία τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκατάστασης της ζημίας του, διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, αποκλείει την αποζημίωσή του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μίας τέτοιας πηγής κινδύνου, όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα. Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος, ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας, ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μίας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαιϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται συνεπώς μία διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων, η οποία πρέπει να είναι η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα, που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ` αυτόν.
Συνεπώς η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του. Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη, ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν είναι πράξη, όπως στις περιπτώσεις εκείνες που η ζηµία που έχει προκληθεί δεν οφείλεται σε κάποια πράξη ή παράλειψη των αρµοδίων οργάνων πχ της ..., αλλά σε κάποιο ενδογενές, ανυπαίτιο γι' αυτήν, αίτιο της τεχνικής λειτουργίας των εγκαταστάσεών της. Πλην όμως, η παρανοµία, ναι µεν δεν σχετίζεται, στα πλαίσια της ευθύνης από διακινδύνευση, ως αντικειµενικής ευθύνης, µε την αποδοκιµασία από την έννοµη τάξη της συµπεριφοράς ενός προσώπου, ταυτίζεται όμως µε την πραγµάτωση µιας απαγορευµένης από την έννοµη τάξη σχέσης αιτιότητας. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαιϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές. Η αποκλειστική προσήλωση στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξης να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι` αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση, όταν η ζημία του αιτία έχει μία τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα, μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι` αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξης, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα. Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994). η) Η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος. Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως, όπως αναφέρθηκε, στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών. Επίσης, η θεμελίωση ευθύνης από διακινδύνευση στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορεί να γίνει και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξαιτίας της περιπτωσιολογικής ρύθμισης που ακολούθησε, εκφράσθηκε στενότερα απ` ό,τι ήθελε. Οπωσδήποτε, όμως, στις αρρύθμιστες αυτές περιπτώσεις, όταν προϋφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, προκειμένου να επιρριφθεί στον κάτοχο ένα επιζήμιο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από μια τέτοια πηγή κινδύνων, πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ότι τούτο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το σχετικό αντικείμενο ή την επικίνδυνη δραστηριότητα, να έχει δηλαδή η ζημία ως άμεση αιτία μία τέτοια πηγή κινδύνου, αποτελώντας αποκλειστική συνέπεια αυτής καθ' εαυτής της κινδυνώδους λειτουργίας του αντικειμένου ή της δραστηριότητας, που θα μπορούσε να προκληθεί και χωρίς τον ανωτέρω συμβατικό δεσμό (ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022, ΑΠ 827/2020). Επίσης, εφόσον η έννοµη τάξη καθιερώνει την ευθύνη ενός προσώπου για την ανόρθωση των υλικών ζηµιών στηριζόμενη στην αρχή της διακινδύνευσης, υφίσταται και υποχρέωση παροχής χρηµατικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, όπως συμβαίνει όταν η ευθύνη σε ανόρθωση ζηµιών στηρίζεται στην αρχή της υποκειµενικής ευθύνης. Άλλωστε το άρθρο 932 του ΑΚ θέτει ως προϋπόθεση της αξίωσης για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την ύπαρξη αδικοπραξίας, ανεξάρτητα αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα ή µη του ζηµιώσαντος. Εποµένως, το γεγονός ότι στην ευθύνη από διακινδύνευση η υπαιτιότητα δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεµελίωση αξίωσης προς αποζηµίωση, δε δικαιολογεί την ανυπαρξία αξίωσης αποζηµίωσης λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου, είναι δυνατή, δυνάµει του άρθρου 932 ΑΚ, η επιδίκαση χρηµατικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Περαιτέρω, με το Ν. 4001/22-8-2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού, σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων, και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ" (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους. Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ..... (στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου... παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ...(ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. (η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις. (θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς, και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ..., και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επέκτασης αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (... ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ... ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ... που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ... ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι "Η ... ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους, του ΕΔΔΗΕ, ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ" και στην παρ. 5 ότι "5. Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ... ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22" (ΑΠ 132/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 25 του Συντ., 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 924 και 925 ΑΚ, 4 ν.ΓπΝ/1911, του ν.314/1976 για την ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο,
ΙΙ του ν.563/1977 περί ευθύνης για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα, 29 ν.1650/1986 περί ευθύνης για ζημίες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος, του ν. 1758/1988 περί ευθύνης για ζημίες από πυρηνικό ατύχημα, 106-121 ν.1815/1988 περί ευθύνης για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά, 6 ν.2251/1994 περί ευθύνης για ζημίες από ελαττωματικά προϊόντα και 127 ν.4001/2011 περί ευθύνης της ... ΑΕ, δεχόμενο εσφαλμένα την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, που στηρίζεται στην ευθύνη της αναιρεσείουσας ... από διακινδύνευση, ως νόμιμη, άλλως θα έπρεπε να δεχθεί ότι κατ' άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 για την ευθύνη του εργοδότη από εργατικό ατύχημα (η οποία επίσης αποτελεί περίπτωση ευθύνης από διακινδύνευση), δεν ευθύνεται σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ' αυτή τα εξής: Ότι στις 20.8.2012 και περί ώρα 14.00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην περιοχή "..." Τροιζηνίας, πλησίον και κάτω από τους στύλους της ΔΕΗ, νυν ..., με υποσταθμό μέσης τάσης διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία οφείλεται σε αμέλεια των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Ότι οι ειδικά αναφερόμενες παραλείψεις συντήρησης και επισκευής του δικτύου διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, μηχανημάτων, μετασχηματιστών, υποσταθμών και εγκαταστάσεών της, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί θερμικό φαινόμενο, να πέσουν τα πυρακτωμένα τήγματα των αγωγών παροχής ηλεκτρικού ρεύματος κάτω και πλησίον του υποσταθμού στο έδαφος, όπου υπήρχε πλούσια και ξηρή βλάστηση, καθώς η εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για την αποψίλωσή της στη βάση των ξύλινων πυλώνων και σε ακτίνα δύο μέτρων πέριξ αυτής και να αναφλεγεί αυτή και να προκληθεί πυρκαγιά, η οποία στη συνέχεια, με τη βοήθεια ισχυρών ανέμων, επεκτάθηκε και κατέκαυσε τεράστια έκταση δυτικά, βόρεια και βορειοδυτικά. Ότι επικουρικά, η πυρκαγιά ξεκίνησε από την ως άνω εγκατάσταση της εναγομένης, που συνιστά ένα πλήρες, μονοπωλιακό δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και λόγω της φύσης του εκπορεύεται από αυτό ένας ιδιαίτερος κίνδυνος, με αποτέλεσμα η τελευταία, ως κάτοχος και εξουσιαστής τέτοιας πηγής κινδύνου που αντλεί οφέλη από τη λειτουργία της, να είναι υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την πραγμάτωσή του (ιδιαίτερου αυτού κινδύνου), σύμφωνα με την αρχή της διακινδύνευσης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, για την ζημία που της προκλήθηκε από την πυρκαγιά, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής της ζημίας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας σε αυτήν ηθικής βλάβης. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι, ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω νομική σκέψη, νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα ότι η ζημία της ενάγουσας προήλθε από αυτή καθ' εαυτή την κινδυνώδη λειτουργία της επίδικης εγκατάστασης μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν την αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της εναγομένης, η οποία, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ήταν κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και επομένως και του επίδικου υποσταθμού, έχουσα την ευθύνη της συντήρησης και λειτουργίας του, αποκομίζοντας από τη λειτουργία του, παράλληλα με τη ΔΕΗ, σημαντικό κέρδος. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 25 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 924 και 925 ΑΚ, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων που προβλέπουν περιπτωσιολογικά την ευθύνη από διακινδύνευση, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αποδίδοντας σε αυτές περιεχόμενο που δεν έχουν και συνάγοντας από αυτές, εσφαλμένα, αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, αφού η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι υπήρξε διαφυγή της κινδυνώδους κατάστασης του ηλεκτρικού ρεύματος από το δίκτυο της εναγομένης, με πτώση θερμών και πυρακτωμένων τηγμάτων από τους αγωγούς του δίστηλου υποσταθμού μέσης τάσης διανομής που προκάλεσε πυρκαγιά, από την οποία υπέστη την περιγραφόμενη στην αγωγή ζημία και ηθική βλάβη. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Επομένως, ο λόγος ιδρύεται και όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο και να μην στηρίζεται σε πλήρη δικανική πεποίθηση. (ΑΠ 917/2021). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. (δ) σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 925 ΑΚ (των τελευταίων αναλογικά εφαρμοζομένων), ως προς το στοιχείο της παράνομης συμπεριφοράς της, διότι, με ανεπαρκείς - ενδοιαστικές, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι υφίσταται ευθύνη της από διακινδύνευση, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων της, προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, η οποία θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, παρότι δέχθηκε ότι δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή προκλήθηκε. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " [ί] Ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ν. 4001/22-8-2011 και ειδικότερα, στα άρθρα 122 επ. και 123 παρ. 1, 2, 3 (ΦΕΚ Α' 179/22-8-2011) και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, η λειτουργία συντήρησης και ανάπτυξης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ανατέθηκε στην εναγόμενη, έχει δε συντελεσθεί με τη διαδικασία της απόσχισης και εισφοράς κλάδου ο νομικός και λειτουργικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων, που υπάγονταν στη Γενική Διεύθυνση Διανομής και τη Διεύθυνση Διανομής Νήσων της "...", από τις λοιπές δραστηριότητες αυτής, συγχωνευθέντος του κλάδου αυτού δι' απορροφήσεως από την εναγόμενη και, ως εκ τούτου, η τελευταία υποκατέστησε τη "...", ως καθολική διάδοχος αυτής, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Η εναγόμενη τυγχάνει κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ κυρία και εξουσιαστής εξακολουθεί να παραμένει η "...". [ιι] Ότι στις 20 Αυγούστου του έτους 2012 και περί ώρα 14:00, σε καιρικές συνθήκες αιθρίου καιρού, με ανερχόμενη θερμοκρασία περί τους τριάντα ένα (31) βαθμούς κελσίου και με ανέμους οι οποίοι και έπνεαν από βόρειες διευθύνσεις, ριπαίοι και ενισχυμένοι, ενώ η ένταση των ρύπων ενδεχομένως προσέγγιζε τους θυελλώδεις (9 μποφόρ), με ταχύτητα ανέμων κυμαινόμενη μεταξύ 60 και 75 χλμ/ώρα, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε δασική έκταση με ελαιόδεντρα, ξερά χόρτα και θάμνους στη θέση "..." του Δήμου Πόρου. Η ευρύτερη περιοχή στην οποία εκδηλώθηκε η πυρκαγιά εντοπίζεται νοτιοανατολικά του Πόρου, εξυπηρετείται δε από την επαρχιακή ασφάλτινη οδό που συνδέει τον Πόρο με το Μετόχι και διακλαδώνεται με αγροτικούς χωμάτινους δρόμους που εξυπηρετούν τις καλλιέργειες και τις σχετικές υποδομές. Μετά την εκδήλωσή της, η πυρκαγιά επεκτάθηκε άμεσα και δη σε σύντομο χρονικό διάστημα σε απόσταση τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων δυτικά, βόρεια και βορειοδυτικά, σε άλλες αγροτικές περιοχές και δασικές εκτάσεις καθώς και οικίες διαφόρων ιδιοκτητών μέχρι και την περιοχή "...", καταστρέφοντας ολοσχερώς περί τα επτά χιλιάδες (7.000) στρέμματα δασικής εκτάσεως με ξερά χόρτα, θάμνους, πουρνάρια, βένια, σχοίνα όπως και τρεις χιλιάδες (3.000) στρέμματα αγροτικής καλλιέργειας και σχετικών υποδομών (αρδευτικών συστημάτων και περιφράξεων), ενώ υπήρξαν και φθορές αλλά και καταστροφές οικιών και βοηθητικών χώρων-κτισμάτων, μηχανοκίνητων μέσων (Ι.Χ.Ε. και Ι.Χ.Φ.), πλωτών μέσων (βαρκών), καθώς και φθορές σε επαγγελματικές εγκαταστάσεις. Η ανωτέρω πυρκαγιά τελικώς κατασβέστη από την Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ. Τροιζήνας) με τη συνδρομή και άλλων Πυροσβεστικών υπηρεσιών, των δήμων Τροιζηνίας, Πόρου, Ερμιονίδας, εθελοντών πυροσβεστών, εναέριων μέσων, καθώς και με τη συνδρομή της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιωτών. Με τον τρόπο αυτό, η πυρκαγιά επεκτάθηκε μέχρι τη θάλασσα και κατέκαυσε περί τα 3.000 στρέμματα αγροτικής έκτασης με ελιές και περί τα 7.000 στρέμματα δασικής έκτασης με πουρνάρια, σχοίνα, βένια, κτλ (βλ. από 20-08-2012 έκθεση απλής αυτοψίας του Υποπυραγού Κ. Α.), ενώ σε αναχαίχησή της τάχθηκαν το Π.Κ Τροιζήνας με συνδρομή και των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών των Δήμων Τροιζηνίας, Πόρου, Ερμιονίδας, καθώς και εθελοντών, εναέριων μέσων, της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιωτών, γεγονός που καταδεικνύει την παρά τα μέτρα άκρας επιμέλειας για περιορισμό της ζημιάς εκ μέρους της ενάγουσας καταστροφική μανία της φωτιάς, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της παραδεκτά προβληθείσας αντίστοιχης ενστάσεως της εκκαλούσης περί συνυπαιτιότητας αυτής. [ιιι] Συγκεκριμένα, η ως ανωτέρω εκδηλωθεία πυρκαγιά επεκτάθηκε με κατεύθυνση από βόρεια βορειανατολικά προς νότια νοτιοδυτικά, εισερχόμενη διαμέσω των αγροκτημάτων των κληρονόμων Κ. Β. και Χ. Β. και κληρονόμων Λ. Γ., στα τρία όμορα και συνεχόμενα αγροκτήματα της ενάγουσας κείμενα στην περιοχή "..." συνολικής επιφάνειας 144.434,84 τ.μ. του Δήμου Πόρου, προκαλώντας σημαντικές υλικές σε αυτά ζημίες. Συγκεκριμένα, κατέκαυσε ολοσχερώς 450 ελαιόδεντρα ποικιλίας "μανάκι", ηλικίας άνω των εκατό (100) ετών, σε κανονική πυκνότητα φύτευσης (15 δένδρα ανά στρέμμα) τα οποία καλλιεργούνταν με βιολογικό τρόπο και ποτίζονταν από αρδευτικό σύστημα, και 520 ελαιόδεντρα ποικιλίας "μανάκι" ηλικίας πλήρους παραγωγικής ηλικίας, σε κανονική πυκνότητα φύτευσης (15 δένδρα ανά στρέμμα) τα οποία καλλιεργούνταν με βιολογικό τρόπο και ποτίζονταν από αρδευτικό σύστημα, των οποίων καταστράφηκαν οι πρωτογενείς βραχίονες/κλάδοι, ενώ κατέστρεψε ολοκληρωτικά και 50 πορτοκαλιές ποικιλίας "Βαλένσια" ηλικίας 1-2 ετών, με πυκνότητα φύτευσης 45 δέντρα ανά στρέμμα, ενώ επίσης κατέκαυσε ολοσχερώς τη φυσική περίφραξη (φράχτη) καθ' όλη τη δυτική και βόρεια πλευρά των όμορων αγροκτημάτων της, μήκους συνολικά 940μ., η οποία προστάτευε από παρεμβάσεις ζώων και τρίτων τις εντός αυτής καλλιέργειες καθώς και το δίκτυο άρδευσης σε ολόκληρη τη βορειοδυτική πληγείσα από την πυρκαγιά πλευρά αυτών, εκτάσεως περί των 31 στρεμμάτων. Η ενάγουσα (και ήδη εφεσίβλητη - καθής η κλήση), η οποία τυγχάνει ιδιοκτήτης σημαντικής χερσαίας κείμενης στην περιοχή αυτή έκτασης, ήτοι καλλιεργητής ελαιοδέντρων, εγγεγραμμένη στο σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών του Ελαιοκομικού τομέα του Υπουργείου Γεωργίας και μέλος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Πόρου-Γαλατά, και πιστοποιημένη βιοκαλλιεργητής από τον οργανισμό ελέγχου και πιστοποίησης "ΔΗΩ", δεν αποζημιώθηκε από τον Οργανισμό Γεωργικών Ελληνικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) για την ως άνω καταστροφή στις καλλιέργειές της. Στην κατάσβεση της φωτιάς προσέτρεξαν τόσο ο σύζυγός της όσο και οι δύο εργάτες της M. K. και T. R., χορηγώντας νερό στα διερχόμενα πυροσβεστικά οχήματα από την εντός αυτού δεξαμενή ύδατος, λαμβάνοντας τα κατά το δυνατόν κατάλληλα για την περίσταση προστατευτικά μέτρα, προκειμένου να μην επεκταθεί η πυρκαγιά εντός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Τα ανωτέρω προκύπτουν, μεταξύ άλλων και κυρίως από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την πλευρά της εφεσίβλητης - ενάγουσας : (α) αντίγραφο της από 27/2/2004 και υπ αρ. πρωτ. 502/2004 Βεβαιώσεως της Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Τροιζηνίας, από την οποία προκύπτει, ότι η ίδια τυγχάνει εγγεγραμμένη στο σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών του Ελαιοκομικού Τομέα του Υπουργείου Γεωργίας, ως αναγνωρισμένη ως καλλιεργητής ελαιοδέντρων, (β) αντίγραφα των Ενιαίων Δηλώσεων Εκμετάλλευσης, που υπέβαλε προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ετησίως και συγκεκριμένα κατά τα έτη 2011 και 2012 (γ) αντίγραφο της από 14/8/2007 Αναφοράς Πιστοποίησης του οργανισμού ελέγχου και πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων "ΔΗΩ", από την οποία αποδεικνύεται η συνολική έκταση που καλλιεργήθηκε από την ίδια και η ημερομηνία έναρξης του προγράμματος βιολογικής καλλιέργειας, ήτοι η 9/5/2006. [ίν] Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς πραγματοποιήθηκε άμεσα με επιτόπια έρευνα και καταγραφή και με εισέτι "νωπά" και πλήρως άμεσα διά των αισθήσεων των διενεργούντων επιτόπια αυτοψία διακριτά τα σημάδια της διευρυμένης περιβαλλοντικής καταστροφής, προανάκριση από την πυροσβεστική υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε η από 20-8-2012 έκθεση αυτοψίας από τον Υποπυραγό Α. Κ. και τον Πυρονόμο Γ. Μ. (ως β' ανακριτικός υπάλληλος), δυνάμει της οποίας η εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται "πλησίον - κάτω" διστύλου υποσταθμού της Δ.Ε.Η. (δύο στύλοι εκ των οποίων ο ένας φέρει τα στοιχεία 138 - ΡΝ, Cl - 81, ΕΙ και μετασχηματιστή ο οποίος φέρει τα στοιχεία Α1600, 183 31, 11-82), ο οποίος υποσταθμός χρησιμοποιείται για την ηλεκτροδότηση των εγκατεστημένων τοπικών καταναλωτικών ηλεκτρικών φορτίων χαμηλής τάσεως (ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός αντλιοστασίων, οικιών κλπ) της περιοχής ηλεκτροδοτείται δε από εναέρια γραμμή τοπικού δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσης 20KV του ...., αποτελούμενη από 3 αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 16 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 136 Amper, που αποτελεί τη διακλάδωση No 104 μιας κεντρικής γραμμής μέσης τάσης αποτελούμενης από 3 αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 95 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 448 Amper και ο οποίος ευρίσκεται εντός αγροκτήματος ιδιοκτησίας της Π. Π. του Π., σε απόσταση 40-50 εκατοστών από την περίφραξη του ανωτέρω ακινήτου και ανατολικά της επαρχιακής οδού και ανατολικά της επαρχιακής οδού Ερμιόνης-Γαλατά και παράλληλα σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, δεν ανευρέθη στο χώρο που φέρεται ότι εκδηλώθηκε η ανωτέρω πυρκαγιά κάποιος εμπρηστικός μηχανισμός, υπολείμματα αυτού ή κάποιο άλλο αξιοποιήσιμο στοιχείο. Εξάλλου, δυνάμει του υπ' αρ. πρωτ 2486Φ706.12/23-8-2012 εγγράφου του Διοικητή της Π.Υ. Ναυπλίου ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας για τη διερεύνηση των αιτίων και των συνθηκών υπό τις οποίες προκλήθηκε η ανωτέρω πυρκαγιά, η Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΤΕ Χ. Λ., η οποία, αφού επισκέφθηκε στις 23-9-2012 το χώρο που φέρεται ότι εκδηλώθηκε η πυρκαγιά και έλαβε γνώση του υλικού της προανάκρισης, συνέταξε και κατέθεσε στην Π.Υ. Ναυπλίου την από 8-2-2013 πραγματογνωμοσύνη το συμπέρασμα της οποίας είναι το εξής: "............Η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίσθηκε σε οικοπεδικό χώρο με καλλιέργειες ελαιόδεντρων όπου εντός αυτού υπάρχει ο υπό στοιχεία Α 1600/183-31/11-82 και κωδικό στύλου 13B-PN/C181/EΙ δίστυλος υποσταθμός μέσης τάσης διανομής της εταιρίας ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Συγκεκριμένα κάτω από τον υποσταθμό και μεταξύ του ξύλινου διστύλου και σε απόσταση από αυτόν περί τα 25 εκατοστά όπου υπήρχαν ξηρά χόρτα, φαίνεται η έντονη και επίμονη καύση του σημείου αυτού όπου προφανώς έπεφταν τα πυρακτωμένα τήγματα των αγωγών, προκαλώντας έτσι την ανάφλεξη της πλούσιας ξηρής βλάστησης (φωτο 14), ενώ στη συνέχεια η φωτιά επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο που ήταν πλούσιος σε ξηρή βλάστηση προκαλώντας πυρκαγιά η οποία έδρασε γρήγορα ωθούμενη από τους ανέμους και ακολουθώντας την κατεύθυνσή τους αλλά και την προσφερόμενη βλάστηση. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η περιοχή δεν είναι δύσβατη είναι σχετικά απομακρυσμένη από τα κεντρικά σημεία της περιοχής και η ώρα που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά είναι ώρα με ελάχιστη έως καθόλου κίνηση έτσι ο χρόνος που μεσολάβησε από την εκδήλωσή της μέχρι να γίνει αντιληπτή και κινητοποιηθούν οι πυροσβεστικές δυνάμεις ήταν κρίσιμα και καθοριστικά για την εξέλιξή της. .....Η πυρκαγιά δεν μπορεί να αποδοθεί σε εμπρηστικούς ή εκρηκτικούς μηχανισμούς διότι κάτι τέτοιο δεν διαπιστώθηκε......Η περίπτωση εκδήλωσης της πυρκαγιάς από υπολείμματα καπνίσματος θα πρέπει να αποκλεισθεί γιατί δεν εντοπίστηκαν από την έρευνα....Η έναρξη της πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποδοθεί στο κάπνισμα μελισσών καθώς στο σημείο που αρχικά αυτή εκδηλώθηκε αλλά και στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχαν κυψέλες παραγωγών. .....Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα και αποκλείοντας τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, κατά τη γνώμη της υπογράφουσας η έναρξη της πυρκαγιάς αποδίδεται σε θερμικό- διηλεκτρικό φαινόμενο στους αγωγούς μεταξύ του δικτύου και του υποσταθμού.". Τονίζεται ότι το πόρισμα της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα - εναγόμενη και για το λόγο αυτό ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη για ψευδορκία πραγματογνώμονα, πλην όμως η ίδια αθωώθηκε δυνάμει της υπ' αρ. ΑΤ-309, AT-1455 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε ότι το συμπέρασμά της ήταν ελαττωμένης επιστημονικής αξιοπιστίας [όπως αντίστοιχα και κρίθηκε με την απόφαση με τον αριθμό 1022/8-3-2019 του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ότι οι ενέργειες για τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης ήταν πλημμελείς (εξέταση αγωγών μακροσκοπικά, συμπεράσματα βάσει επισκόπησης φωτογραφιών και ελλιπών δεδομένων- στοιχείων), η δε έκθεσή της προχείρως συνταχθείσα βάσει προσχεδίου, το δε συμπέρασμά της όχι πλήρως και επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο, πλην όμως (κρίθηκε διά της ανωτέρω απόφασης) ότι η παραπάνω πραγματογνώμονας δεν είχε τις εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις που απαιτούνταν στη συγκεκριμένα περίπτωση καθώς και τα χορηγούμενα αρμοδίως στοιχεία εκείνα από τη ..., ώστε να αξιολογήσει άλλως όσα ευρήματα υπέπεσαν στην αντίληψή της, με αποτέλεσμα να κριθεί τελικώς ότι η ίδια δεν διατηρούσε άμεσο δόλο ως προς τη σύνταξη της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης. Έτσι, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΑΤ-309, AT-1455/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η τελευταία κρίθηκε αθώα για την πράξη για την οποία κατηγορούνταν, ενώ παράλληλα έγινε δεκτό ότι ήταν αληθή τα αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη της περί πλημμελούς συντηρήσεως του επιδίκου πυλώνα της Δ.Ε.Η. και περί ξηρής βλάστησης στη βάση του πυλώνα, καθώς και ότι, μολονότι το συμπέρασμα της δεν ήταν πλήρως και επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο βασιζόμενο σε ελλιπή στοιχεία (εξέταση των αγωγών μακροσκοπικά με τη λήψη μόνο φωτογραφιών), πλην όμως ήταν εκείνο που μπορούσε αυτή να εξάγει με βάση τα ελλιπή στοιχεία που είχε στη διάθεση της και τις επιστημονικές της γνώσεις επιπέδου Τ.Ε.Ι. και όχι Α.Ε.Ι., δίχως πάντως το τελευταίο να θεμελίωνε υποχρέωση ή να αποτελούσε νόμιμο λόγο αποποίησης του διορισμού της στην υπό κρίση υπόθεση ως πραγματογνώμονος από την αρμόδια για τη διεξαγωγή της προανάκρισης υπηρεσία της πυροσβεστικής. Άλλωστε, όπως επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του, συνυπογράφοντος την έκθεση αυτοψίας της πυροσβεστικής, Υποπυραγού Α. Κ., στην ως άνω ποινική δίκη, η εν λόγω πραγματογνώμονας ζήτησε από την υπηρεσία της πυροσβεστικής γερανοφόρο όχημα προκειμένου να εξετάσει ενδελεχώς τους αγωγούς, πλην όμως τούτο δεν της διατέθηκε, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση στην ίδια ως άνω ποινική δίκη του, επίσης συμπεριλαμβανομένου στη λίστα πραγματογνωμόνων, Μηχανολόγου μηχανικού Θ. Ψ., σε κάποιες περιπτώσεις η Δ.Ε.Η. παρέχει στοιχεία και κάποιες φορές όχι, ενώ επιπροσθέτως αναφέρει ότι σε μία περίπτωση η Δ.Ε.Η. δεν διέθεσε στους πραγματογνώμονες (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος) καλαθοφόρο όχημα, ενώ όταν τους το διέθεσε δεν τους επέτρεψε τη λήψη φωτογραφιών στην οποία ήθελαν να προβούν. Παράλληλα, στις 1-12-2016 υποβλήθηκε έγκληση από τον Δ. Λ., υπάλληλο της εναγομένης σε βάρος του Γ. Μ. για τα όσα είχε καταθέσει στην υπ' αρ. 3676/2016 Ένορκη βεβαίωση του (για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη επί της υπ' αρ. 20/2016 αγωγής του I.. Β. κατά της εναγομένης) και σε βάρος του Ι. Β. για ηθική αυτουργία στην πράξη του ενόρκως βεβαιούντος (αρ. 363 - 362, 224 παρ. 2 και 386 παρ. 1 σε απόπειρα) η οποία απορρίφθηκε κατ' αρ. 47 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ με διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά, αφού κατά την κρίση της δεν προέκυψαν στοιχεία για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω αδικημάτων. Δεδομένου δε ότι ο ανωτέρω υποσταθμός υπαγόταν (ως προς την εν γένει τεχνική συντήρηση και επιμέλεια του περιβάλλοντος αυτού χώρου) κατά το χρόνο πρόκλησης της πυρκαγιάς στα καθήκοντα του Ε. Κ. του Ι., υπό την ιδιότητά του ως Προϊσταμένου του Πρακτορείου Πόρου της εταιρίας "....", εναντίον του τελευταίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη του εμπρησμού δασικής και μη έκτασης από αμέλεια. Εξάλλου, με δυνάμει της υπ' αρ. 691,800/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση των αιτιών της επίδικης πυρκαγιάς και ορίσθηκαν πραγματογνώμονες οι Α. Κ. και Σ. Π., οι οποίοι συνέταξαν την από 27-7-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης στο πλαίσιο της οποίας συνεκτιμήθηκαν α) η ως άνω διαλαμβανομένη πραγματογνωμοσύνη της Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ΤΕ Χ. Λ., β) το υπ' αρ 50834/2014 πόρισμα της εταιρίας "....". γ) η από 29-5-2016 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Ναυπηγός Μηχανολόγος Μηχανικός Α. Κ. για λογαριασμό της ανωτέρω πραγματογνώμονος, δ) η από 4-5-2015 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Κ. Κ., που συνετάγη με πρωτοβουλία της ενάγουσας Α. Σ., ε) η από 30-1-2018 τεχνική έκθεση του Μηχανολόγου Μηχανικού Θ. Χ., που συνετάγη με πρωτοβουλία της ενάγουσας, ζ) η από 24-4-2015 τεχνική έκθεση της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΛΕΞΙΠΥΡΟ" που υπογράφεται από τον αντιστράτηγο-υπαρχηγό Π.Σ. ε.α. Ν. Δ. και τον αντιστράτηγο Π.Σ. ε.α. Α. Κ., η οποία συνετάγη με πρωτοβουλία της "....", η) η από Απριλίου 2014 αρχική και τις από Μαίου και Σεπτεμβρίου 2015 (συμπληρωματικές) εκθέσεις του Ομότιμου Καθηγητή Ε.Μ.Π. Ηλεκτρολόγου Μηχανικού Π. Μ. και του Ηλεκτρολόγου Μηχανικού Ε.Μ.Π. Κ. Χ., που συνετάγη με πρωτοβουλία της ...." και θ) η από Ιανουάριου 2015 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του Π. Μ.. Σύμφωνα με την υποβληθείσα ως ανωτέρω από 27-7-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η εκδηλωθείσα πυρκαγιά δεν είναι δυνατόν να προήλθε από κανενός είδους θερμικό - διηλεκτρικό φαινόμενο που να οφείλεται στους αγωγούς ή τον λοιπό ηλεκτροτεχνικό εξοπλισμό του υποσταθμού 54 Γαλατά, δεδομένου ότι από την αρχική επιτόπια έρευνα δεν ευρέθη κανένα στοιχείο που να τεκμαίρει ή έστω να αποτελεί ένδειξη για την αιτία της πυρκαγιάς, το σύνολο του ηλεκτροτεχνικού εξοπλισμού του υποσταθμού δεν έφερε κανενός είδους εμφανή ζημιά ή φθορά, ενώ τα όποια ίχνη ανιχνεύθηκαν μακροσκοπικά επί των καθοδικών αγωγών δεν δύναται να είναι τήγματα αγωγών, κρίθηκε δε ότι δεν μπορεί να υπάρξει υπερένταση ικανή να προκαλέσει αύξηση τη θερμοκρασίας και τήξη των αγωγών, διότι ενεργοποιούνται οι ασφαλιστικές διατάξεις και θέτουν τον υποσταθμό και τη γραμμή εκτός λειτουργίας. Πλέον αυτού, η λειτουργία υπό το μέγιστο ρεύμα αυξάνει τη θερμοκρασία μόλις κατά 0,4° C, δεν υπήρξε βραχυκύκλωμα για κανένα λόγο (επαφή ή προσέγγιση ατάνυστων αγωγών, υπερπήδηση μονωτήρα) διότι ουδέποτε διεκόπη αυτόματα (από τις ασφαλιστικές διατάξεις) η λειτουργία του υποσταθμού, ενώ ο υποσταθμός ο οποίος και λειτουργούσε πριν την εκδήλωση και κατά την εξάπλωση της πυρκαγιάς, η λειτουργία του διεκόπη κατόπιν αιτήσεως της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και η επαναλειτουργία του την επομένη έγινε χωρίς καμία επισκευαστική επέμβαση, είτε αντικατάσταση στοιχείου του. Καταλήγοντας δε, τονίζεται ότι η αιτία της πυρκαγιάς, με βάση τα διατιθέμενα στοιχεία, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, ενώ σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν έχει σχέση με τον υποσταθμό 54 και το σύνολο του εξοπλισμού του. Σημειώνεται ότι δυνάμει της υπ' αρ. 1022/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την έκδοση της οποίας συνεκτιμήθηκε και η παραπάνω διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, ο κατηγορούμενος Ευάγγελος Κούλης αθωώθηκε, οπότε και κατά της απόφασης αυτή ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα της έδρας, λόγω θανάτου όμως του κατηγορουμένου η έφεση δεν εκδικάσθηκε και έπαυσε οριστικά η εναντίον του ποινική δίωξη. Πλην όμως, οι ανωτέρω πραγματογνώμονες Α. Κ. και Σ. Π., οι οποίοι δεν έκαναν αυτοψία στο χώρο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, αλλά συνέταξαν την πραγματογνωμοσύνη τους στηριζόμενοι στις παραπάνω αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις δεν ήλεγξαν τον ισχυρισμό περί βραχυκυκλώματος (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (ΣΥΑ) και στη συμβολή του στην πρόκληση της πυρκαγιάς, δεν αναφέρουν στην έκθεση πραγματογνωμοσύνη τους σε κανένα σημείο τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα τεχνικές εκθέσεις του Α. Ε., ο οποίος εκτενώς αναφέρεται στο βραχυκύκλωμα (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (Σ.Υ.Α.) και στη συμβολή του στην πρόκληση της πυρκαγιάς, όπως επίσης δεν κάνουν οποιαδήποτε αναφορά οι ίδιοι στο σφάλμα υψηλής αντίστασης. Και τούτο καθόσον, με βάση όμως την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την πλευρά της ενάγουσας - εφεσίβλητης, από 21-5-2018 τεχνική έκθεση του Α. Ε., διπλωματούχου μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου Ε.Μ.Π., όπως και από την από 6-6-2018 τεχνική έκθεση του ιδίου, η αιτία της πυρκαγιάς εντοπίζεται σε βραχυκύκλωμα (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (Σ.Υ.Α.). Κρίσιμα δε στοιχεία για το ως άνω συμπέρασμα του Α. Ε. προκύπτει να αποτέλεσαν (α) η ύπαρξη σπινθηρισμών πάνω στο στύλο, για τους οποίους έχουν καταθέσει μάρτυρες, οι οποίοι όμως με τη σειρά τους αμφισβητούνται από τους τεχνικούς συμβούλους της εκκαλούσας και δη ότι τυχόν από μόνοι τους δύνανται να αποτελέσουν αιτία πυρκαγιάς και (β) η παύση της λειτουργίας του υποσταθμού, η οποία προσδιορίζεται από μεν την ενάγουσα στα 30 με 45 λεπτά μετά την έναρξη της πυρκαγιάς ενώ από την εκκαλούσα επί τρίωρο σε συνδυασμό με το ανωτέρω φαινόμενο, καθώς κατά με την κατάθεση του Α. Ε. είναι δυνατή η λειτουργία του υποσταθμού, ενώ αντίθετα κατά την κρίση των τεχνικών συμβούλων της εκκαλούσας το παραπάνω φαινόμενο θα προκαλούσε την άμεση παύση λειτουργίας του σταθμού.....Στην προκειμένη περίπτωση, δυνάμει της υπ' αρ. 1960/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο εκδίκασε την υπό κρίσιν έφεση, αφού έκρινε το παραδεκτό της εφέσεως, στη συνέχεια ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, καθόσον κρίθηκε ότι λόγω των ανωτέρω αντικρουόμενων τεχνικών εκθέσεων και της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης και επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω, ανακύπτουν και ζητήματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις επιστήμης για να γίνουν αντιληπτά, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, να διατάξει, αναβάλλοντας την έκδοση απόφασης, νέες, συμπληρωματικές, αποδείξεις και ειδικότερα τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες, ενόψει της φύσης της υπόθεσης και των αντικρουόμενων απόψεων, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου μηχανικού, οπότε, διαταχθείσης σχετικής πραγματογνωμοσύνης, διορίστηκαν πραγματογνώμονες οι 1) Γ. Α. του Ν., Μηχανολόγο- Ηλεκτρολόγο, κατοίκου Αλίμου Αττικής (οδός .... τηλ. ...) και 2) Α. Δ. του Χ., Μηχανολόγο - Μηχανικό, κάτοικο Περιστεριού Αττικής (... 11, τηλ. ...), οι οποίοι υποχρεώθηκαν σε σύνταξη σχετικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τα εξής ως κάτωθι επιμέρους αναφερόμενα ζητήματα επί των αμφισβητούμενων θεμάτων της πρόκλησης αυτής ήτοι της τυχόν πρόκλησή της από βραχυκύκλωμα (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (ΣΥΑ) και αν αυτό συνάδει με την συνέχιση της λειτουργίας του υποσταθμού. Ιδίως επί των αμφισβητούμενων θεμάτων της πρόκλησης αυτής ήτοι: α) της τυχόν πρόκλησής της από βραχυκύκλωμα (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (ΣΥΑ) και αν αυτό συνάδει με τη συνέχιση λειτουργίας του υποσταθμού, β) της πορείας του ανέμου και αν ήταν δυνατόν να προσεγγίσει με οπισθοπορεία το δίστηλο, γ) να ερευνηθεί η πιθανότητα υπερφόρτωσης του δικτύου λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και τις ειδικότερες περιστάσεις των εξυπηρετούμενων καταναλωτών, δ) να διερευνηθεί και αποσαφηνιστεί το ζήτημα του σημείου έναρξης της φωτιάς και της ύπαρξης και πτώσης, αντίστοιχα....Οι άνω πραγματογνώμονες ήδη συνέταξαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις Εκθέσεις Πραγματογνωμοσύνης τους, και δη (α) ο Γ. Α. κατέθεσε την 12.1.2022 την από Ιανουαρίου 2022 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του (συνταγείσης της σχετικής υπ' αριθ. ...2022 Πράξεως Καταθέσεως) και (β) ο Α. Δ. κατέθεσε την 10.1.2022 την από Ιανουαρίου 2022 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του (συνταγείσης της σχετικής υπ' αριθ. 34/10.1.2022 Πράξεως Καταθέσεως). Σύμφωνα με την αιτιολόγηση των συνθηκών πρόκλησης της ένδικης πυρκαγιάς, καθώς και με βάση το αντίστοιχο το αποδεικτικό συμπέρασμα -πόρισμα αυτών : [α] στην από 8-1-2022 προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την πλευρά της εκκαλούσης έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Δ., τονίζεται μεταξύ άλλων, ως αξιολογούμενο συμπέρασμα (βλ. σελ. 159 αυτής) ότι "......δεν έχει ουδεμία σχέση ο υποσταθμός Γαλατά 54, ο ηλεκτροτεχνικός εξοπλισμός του και οι αγωγοί του με τη διερευνούμενη πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε περί την 2.00 μμ της 20-8-2012, στη θέση ... Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου και τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν αλλού, πιθανόν εμπρησμός από αμέλεια ή πρόθεση και όχι ηλεκτρικό αίτιο.....". Και τούτο καθόσον ο ανωτέρω πραγματογνώμονας διέλαβε στην αιτιολογία της έκθεσής του ότι ".... 1. Το σφάλμα υψηλής αντίστασης είναι δυνατόν να παρουσιαστεί και να μην ανιχνευθεί από εγκατεστημένα μέσα προστασίας που λειτουργούν με την αρχή της ανίχνευσης της αυξημένης τιμής της έντασης του ρεύματος και έτσι να αποδοθεί σε αυξομείωση της τιμής του φορτίου. Τα συστήματα που συνήθως είναι εγκαταστημένα στα δίκτυα εντοπίζουν μεγάλη αύξηση της έντασης και έτσι στην ουσία να μην εντοπίζουν μικρές αυξήσεις της έντασης που συνοδεύονται με μεγάλες τιμές της αντίστασης. Στη περίπτωση της εμφάνισης ΣΥΑ λόγω του φαινομένου συνεχίζεται η λειτουργία του συστήματος μέχρι και την τήξη των υλικών (τήγματα, κοχλιοσυνδετήρες κλπ) δηλαδή δημιουργία θερμικού φαινομένου και τελικά διακοπή στην ρευματοδότηση των καταναλωτών που τροφοδοτούνται μετά τον μετασχηματιστή. Όμως παρά το γεγονός της ύπαρξης σφαλμάτων ως προς την με μεγάλες τιμές αντίστασης, δεν πρέπει να ξεχνάμε το αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου που είναι η τήξη των αγωγών. Στην περίπτωσή μας, ούτε τήξη αγωγών ταυτοποιήθηκε ούτε κλαδιά δέντρων γειτνίαζαν με τους αγωγούς μέσης τάσης, ώστε να προκαλέσουν τέτοιο φαινόμενο.
Συνεπώς, δεν είχαμε φαινόμενο ΣΥΑ. 2. Συμπερασματικά διαπίστωσα ότι η φωτιά ήταν δυνατόν να προσεγγίσει με οπισθοπορεία δίστυλο, με βάσει τα βιβλιογραφικά δεδομένα, αλλά και την ανάλυση που προέκυψε. 3. Από τις καταναλώσεις προέκυψε ότι η κατανάλωση (ζήτηση) στα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται είναι στην κυριολεξία "ελάχιστη" σε σχέση με την ισχύ του μετασχηματιστή 160KVA. Δεν προκύπτει λοιπόν σε καμία περίπτωση φαινόμενο υπερέντασης και με δεδομένο ότι το ηλεκτρικό φορτίο της μέσης τάσης προστατεύεται από τηκτή ασφαλείας 12Α στη διακλάδωση 104 που τροφοδοτεί τον μετασχηματιστή. Επιπρόσθετα υπάρχουν ασφάλειες 80 Α προς τις καταναλώσεις 400/230V. 4. Προέκυψαν ότι δεν δημιουργήθηκαν πυρακτωμένα τήγματα, και επομένως, δεν έπεσαν στο έδαφος πυρακτωμένα τήγματα από τους γυμνούς αγωγούς αλουμινίου του υποσταθμού 54 Γαλατά, δεδομένου ότι : α) παρά το γεγονός ότι ερευνήθηκε ο χώρος και από την προανακριτική αρχή αλλά και από την πραγματογνώμονα, δεν κατέστη δυνατό να το έδαφος, αλλά και δεν προέκυψε από κανέναν εργαστηριακό έλεγχο η τυχόν ύπαρξή τους, β) δεν μπορούσαν να δημιουργηθούν τήγματα από τους αγωγούς μέσης τάσης, αφού όπως έχει προαναφερθεί στα προηγούμενα, η αύξηση της θερμοκρασίας σε αυτούς (και στα εξαρτήματα σύνδεσής τους) είναι άνευ σημασίας και τέλος γ) δεν προέκυψε, μετά από λεπτομερή οπτικό έλεγχο που έκανα, στις φωτογραφίες της Χ. Λ., ότι υπήρχαν στους αγωγούς του υποσταθμού 54 Γαλατά, τήγματα του υλικού τους, ή στερεοποιημένα πολλαπλά τήγματα του υλικού τους, ή άλλες αλλοιώσεις του υλικού τους, όπως και στα λοιπά υλικά του δίστυλου, κοχλιοσυνδετήρες, μονωτήρες, αλεξικέραυνα, χιτώνια συστροφής. Το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς σε καμία περίπτωση δεν ήταν κάτω από το δίστυλο αλλά θα έπρεπε να αναζητηθεί Νότια-Δυτικά του διστύλου, οριακά στις παρυφές του χωματόδρομου, στην πάνω-βόρεια πλευρά αυτού, αλλά κυρίως στα αγροκτήματα κάτω-νότια του χωματόδρομου. Η πυρκαγιά στην περιοχή του δίστυλου εισήλθε οπισθοχωρούσα από Ν/Δ αυτού, λίγο πριν από τον μαυρισμένο στύλο. Εάν η αρχική εστία της πυρκαγιάς ήταν κοντά στο δίστυλο (όπως υποστηρίζουν η Χ. Λ., η Πυροσβεστική Υπηρεσία και μάρτυρες) θα έπρεπε πρώτα να έχουν καεί τα ξηρά χόρτα που είναι στο χωμάτινο δρόμο, και στο κάτω αγρόκτημα (γεγονότα που δεν ισχύουν), καθόσον αυτά είναι στην εμπροσθοπορεία της πυρκαγιάς και στην κατεύθυνση του ανέμου.............". [β] στην, αντίστοιχη, από 11-1-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Γ., (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την πλευρά της εκκαλούσης υπ' αρ. 72/2022 από 12-1-2022 πράξη κατάθεσης) τονίζεται, μεταξύ άλλων ότι : "..........τα αίτια της διερευνούμενης πυρκαγιάς θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού, και όχι σε ηλεκτρικό αίτιο σε σχέση με τον υποσταθμό 54 Γαλατά, όπως εμπρησμός από αμέλεια, ή εμπρησμός από πρόθεση από αγνώστους, ή από τυχαίο γεγονός, (όπως από γυαλί που λειτούργησε σαν συγκεντρωτικός φακός), που είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της φωτιάς, λόγω των ισχυρών ή /και θυελλωδών πνεόντων ανέμων στην περιοχή.......". Και τούτο καθόσον, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε αυτήν : [α] ".......επειδή δεν συνέβη διακοπή της ηλεκτροδότησης προκύπτει ότι δεν προκλήθηκε η επίδικη πυρκαγιά από βραχυκύκλωμα που τυχόν συνέβη στον υποσταθμό 54 Γαλατά, και αυτό συνάδει προφανώς με την συνέχιση της λειτουργίας του υποσταθμού πριν την πρόκληση της πυρκαγιάς, κατά την εξάπλωση της πυρκαγιάς και μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Περαιτέρω επειδή κρίνεται ότι δεν εντοπίσθηκε, έστω και ένα πραγματικό εύρημα, ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο, ώστε να ταυτοποιείται τεκμηριώνεται) ότι συνέβη στον υποσταθμό 54 Γαλατά συγκεκριμένο Σφάλμα Υψηλής Αντίστασης (=ΣΥΑ), το οποίο να προκάλεσε με συγκεκριμένο τρόπο την έναρξη της επίδικης πυρκαγιάς, εκτιμάται ότι δεν προκλήθηκε η επίδικη πυρκαγιά, από τυχόν Σφάλμα Υψηλής Αντίστασης (=ΣΥΑ), που συνέβη στο υποσταθμό 54 Γαλατά...." [β] "......ότι η υπερφόρτωση (και προφανώς και η υπερένταση) ουδέποτε απετέλεσαν πρόβλημα του ηλεκτρικού δικτύου του υποσταθμού Γαλατά 54 και συνεπώς δεν έχουν ουδεμία σχέση με την διερευνούμενη πυρκαγιά, αφού ο υποσταθμός 54 Γαλατά είχε ονομαστική ισχύ το 2012 (και είναι σήμερα) 160 KVA, ενώ η αθροιστική ηλεκτρική ζήτηση όλων των καταναλώσεων που εξυπηρετούσε ο υποσταθμός, το έτος 2012, ήταν μόνο 2,58 KVA,......................" [γ] "..........εκτιμάται ότι δεν δημιουργήθηκαν πυρακτωμένα τήγματα, και επομένως δεν έπεσαν στο έδαφος πυρακτωμένα τήγματα από τους γυμνούς αγωγούς αλουμινίου του υποσταθμού 54 Γαλατά, δεδομένου ότι α} παρά το γεγονός ότι ερευνήθηκε ο χώρος επί μακρόν δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν και να συλλέγουν τήγματα από το έδαφος, β] εκτιμάται ότι ήταν αδύνατον να δημιουργηθούν πυρακτωμένα τήγματα αλουμινίου από υπερένταση, την οποία προκάλεσε η τυχόν υπερφόρτιση του τοπικού ηλεκτρικού δικτύου, δεδομένου του ότι ο υποσταθμός 54 Γαλατά είχε το 2012 (και είναι σήμερα) 160 MVA και η μέση ηλεκτρική ζήτηση, όλων των καταναλώσεων που εξυπηρετούσε το 2012, ήταν μόνο 2,58 ΚVA........." [δ] "..............εκτιμάται, μετά από λεπτομερή έλεγχο που έγινε, στις φωτογραφίες Νο6, Νο6Α, No7 και Νο7Α της Έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της Χ. Λ., ότι δεν προκύπτει ότι υπήρχαν στους αγωγούς του υποσταθμού 54 Γαλατά, τήγματα του υλικού τους, ή στερεοποιημένα πολλαπλά τήγματα του υλικού τους, ή άλλες αλλοιώσεις του υλικού τους. Τέλος στην από 24.4.2015 Έκθεση των Τεχνικών Συμβούλων Ν.. Δ. και Α.. Κ., αφού αξιολογούνται οι φωτογραφίες της δικογραφίας, οι καιρικές συνθήκες, η παραεδάφια ψηλή ξηρή βλάστηση στην λωρίδα του χωμάτινου δρόμου, οι κλίσεις του εδάφους, καθώς και οι δείκτες κατεύθυνσης πυρκαγιάς, συμπεραίνονται .................το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς θα έπρεπε να αναζητηθεί Νότια - Δυτικά του δίστυλου, οριακά στις παρυφές του χωματόδρομου, στην πάνω - βόρεια πλευρά αυτού, αλλά κυρίως στα αγροκτήματα κάτω - νότια του χωματόδρομου.................εάν η αρχική εστία της πυρκαγιάς ήτα κοντά στο δίστυλο θα έπρεπε πρώτα να έχουν καεί τα ξηρά χόρτα που είναι στο χωμάτινο δρόμο και στο κάτω αγρόκτημα (γεγονότα που δεν ισχύουν), καθόσον αυτά είναι στην εμπροσθοπορεία της πυρκαγιάς και στην κατεύθυνση του ανέμου.............", αντίστοιχα. Τα δε ανωτέρω συμπεράσματα των (δικαστικώς ορισθέντων) πραγματογνωμόνων, Α. Δ. και Γ. Α., μεταξύ των τεχνικών εκθέσεων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγομένη, προσεγγίζει και η από τη από Ιανουαρίου 2022 Τεχνική Έκθεση του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. και του ηλεκτρολόγου μηχανικού του Ε.Μ.Π. Κ. Χ., ενώ διαφοροποιούνται καταλήγοντας σε αντίθετα συμπεράσματα (που ταυτίζονται με εκείνα της πρώτης χρονικά από 8-2-2013 πραγ/νης της Χ. Λ.) οι τεχνικές εκθέσεις του Δ/ρος μηχανικού ΜΙΤ (1984), Μηχανολόγου - Ηλ/γου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Ε., του Αναπληρωτή καθηγητή Παν/μιου Πατρών Τμήμα μηχανολόγων μηχανικών και αεροναυπηγών Θ. Χ. και του μηχανολόγου - μηχανικού Κ../νου Κ.. που προσκομίζει, μεταξύ άλλων η αντίδικη πλευρά της εναγομένης. {νι} Τα ανωτέρω όμως επιμέρους διαλαμβανόμενα δεν δύνανται να αναιρεθούν άνευ τινός μόνο από τα συμπεράσματα της διενεργηθείσας και διαταχθείσας δυνάμει της προαναφερομένης υπ' αρ. 1960/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου στις 10-1-2022 και στις 12-1-2022, αντίστοιχα, πραγματογνωμοσύνης [δεδομένου ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης κατατέθηκαν ως εξής : (α) ο Α. Δ. κατέθεσε την 10.1.2022 την από Ιανουάριου 2022 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του, συνταχθείσης της υπ' αριθ. 33/10.1.2022 Πράξεως Καταθέσεως και (β) ο Γ. Α. κατέθεσε την 12.1.2022 την από Ιανουάριου 2022 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του, συνταχθείσης της υπ' αριθ. 72/12.1.2022 Πράξεως Καταθέσεως, αντίστοιχα], δεδομένης της ουσιαστικής αντίθεσης αυτών με τα ήδη εξαχθέντα επιμέρους αποδεικτικά πορίσματα των από 20-8-2012 έκθεση αυτοψίας από τον Υποπυραγό Α. Κ. και τον Πυρονόμο Γ. Μ. (ως β' ανακριτικός υπάλληλος) { δυνάμει της οποίας η εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται "πλησίον-κάτω" διστύλου υποσταθμού της ΔΕΗ (δύο στύλοι εκ των οποίων ο ένας φέρει τα στοιχεία 138- ΡΝ, C1 -81, ΕΙ και μετασχηματιστή ο οποίος φέρει τα στοιχεία Α1600, 183 31, 11-82), ο οποίος υποσταθμός χρησιμοποιείται για την ηλεκτροδότηση των εγκατεστημένων τοπικών καταναλωτικών ηλεκτρικών φορτίων χαμηλής τάσεως (ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός αντλιοστασίων, οικιών κλπ) της περιοχής ηλεκτροδοτείται δε από εναέρια γραμμή τοπικού δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσης 20KV του Δ.ΕΔ.Δ.Η.Ε. Α.Ε., αποτελούμενη από 3 αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου ".ACSR" των 16 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 136 Amper, που αποτελεί τη διακλάδωση No 104 μιας κεντρικής γραμμής μέσης τάσης αποτελούμενης από 3 αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 95 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 448 Amper} της από 8-2-2013 πραγματογνωμοσύνης της Χ.. Λ., (η οποία επίσης εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο), της από 21-5-2018 τεχνικής έκθεσης του Α. Ε., διπλωματούχου μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου ΕΜΠ, όπως και από την από 6-6-2018 τεχνική έκθεση του ιδίου, σύμφωνα με την οποία η αιτία της πυρκαγιάς εντοπίζεται βραχυκύκλωμα (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (ΣΥΑ), δεδομένης της ουσιαστικής σύνδεσης της ανωτέρω τεχνικής έκθεσης με τα πορίσματα της από 20-8-2021 έκθεσης αυτοψίας, καθόσον κρίσιμα στοιχεία για το ως άνω συμπέρασμα του Α. Ε. προκύπτει να αποτέλεσαν (α) η ύπαρξη σπινθηρισμών πάνω στο στύλο, για τους οποίους έχουν καταθέσει διάφοροι μάρτυρες και οι οποίοι αμφισβητούνται από τους τεχνικούς συμβούλους της εκκαλούσας και δη ότι τυχόν από μόνοι τους δύνανται να αποτελέσουν αιτία πυρκαγιάς και (β) η παύση της λειτουργίας του υποσταθμού, η οποία προσδιορίζεται από μεν τον ενάγοντα στα 30 με 45 λεπτά μετά την έναρξη της πυρκαγιάς ενώ από την εκκαλούσα επί τρίωρο σε συνδυασμό με το ανωτέρω φαινόμενο, καθώς κατά με την κατάθεση του Α. Ε. είναι δυνατή η λειτουργία του υποσταθμού, ενώ αντίθετα κατά την κρίση των τεχνικών συμβούλων της εκκαλούσας το παραπάνω φαινόμενο θα προκαλούσε την άμεση παύση λειτουργίας του σταθμού, αλλά και της τοπικής - υπαρκτικής (ως ενιαίο βιοτικο συμβάν), αλλά και πρωτίστως λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης χρονικής απόστασης της επιγενομένης πραγματογνωμοσύνης με βάση την υπ' αρ. 1960/2021 απόφαση του Δικαστηρί τούτου, η οποία και διενεργήθηκε τελικά μετά από μέγιστο χρονικό διάστημα από την συντέλεση του επιδίκου βλαπτικού αποτελέσματος, ήτοι μετά από την πάροδο τουλάχιστον εννέα (9) ετών από την εκδήλωση - πρόκληση της επίδικης πυρκαγιάς (20-8-2012), γεγονός που σαφώς δημιουργεί ουσιαστικό προβληματισμό αναφορικά με το ανταποκρινόμενο στις συνθήκες εκδήλωσης της επίδικης πουρκαγιάς πραγματικό αποτέλεσμα που να εκτιμά τις συνθήκες που επικρατούσαν ακριβώς την κρίσιμη εκείνη ημέρα της εκδήλωσης αυτής, ήτοι μιας τέτοιας φύσεως χρονική και υπαρκτική απόσταση από το επίδικο συμβάν να αμβλύνει ουσιαστικά την ποιότητα των συμπερασμάτων μιας όψιμα διενεργηθείσας αυτοψίας και αντίστοιχης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, απέχοντας με τον τρόπο αυτό από τα ως ανωτέρω αναφερόμενα άμεσα και ενεστώτα της προκληθείσας πυρκαγιάς αποδεικτικά πορίσματα της επιτόπιας έρευνας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Και τούτο καθόσον θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα που οριοθετείται από το χρόνο επέλευσης της επίδικης ως ανωτέρω αναφέρεται ζημίας, μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίσιν έφεσης, έχουν ήδη παρέλθει περί τα εννέα (9) τουλάχιστον έτη, με ταυτόχρονη λειτουργία της επιχείρησης της εκκαλούσης, την επισκευή και εν γένει πλήρη λειτουργική συντήρηση του δικτύου αυτής, με αποτέλεσμα να έχει πλέον ουσιαστικά καταστεί αδύνατη η διεξαγωγή [με κριτήρια πρακτικά και πραγματικά "στο ενεστώς πεδίο της εκδήλωσης της πυρκαγιάς" και όχι με κριτήρια "εξιδανικευμένα" και με βάση υποθετικές παραμέτρους και μάλιστα επί ενός κυρίως θεωρητικού επιπέδου ζητημάτων και δη χρήσης αρτίων υλικών συντήρησης δικτύου (όπως γίνεται στις ανωτέρω πραγματογνωμοσύνες), αλλά πραγματικά και πρακτικά αποδιδόμενα στις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη συντέλεση του επιδίκου βλαπτικού αποτελέσματος της πρόκλησης και αιτιώδους επέκτασης της πυρκαγιάς] οποιασδήποτε τεχνικής έρευνας ή πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από την εφεσίβλητη ή τις πραγματικά διενεργηθείσες επιμέρους εργασίες προς συντήρηση του ανωτέρω επιδίκου υποσταθμού. Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων...... [νί] Με βάση επομένως τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα, η εκκαλουμένη απόφαση ορθώς μεν έκρινε και έγινε αντίστοιχα δεκτό ότι η εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται "πλησίον - κάτω" διστύλου υποσταθμού της Δ.Ε.Η. (δύο στύλοι εκ των οποίων ο ένας φέρει τα στοιχεία 138- ΡΝ, C1-81, ΕΙ και μετασχηματιστή ο οποίος φέρει τα στοιχεία Α1600, 183 31, 11-82), ο οποίος υποσταθμός χρησιμοποιείται για την ηλεκτροδότηση των εγκατεστημένων τοπικών καταναλωτικών ηλεκτρικών φορτίων χαμηλής τάσεως (ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός αντλιοστασίων, οικιών κλπ) της περιοχής ηλεκτροδοτείται δε από εναέρια γραμμή τοπικού δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσης 20KV του ...., αποτελούμενη από 3 αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 16 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 136 Amper, που αποτελεί τη διακλάδωση No 104 μιας κεντρικής γραμμής μέσης τάσης αποτελούμενης από 3 αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 95 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 448 Amper, [βλ. αντίγραφο του Αποσπάσματος Βιβλίου Συμβάντων της 20/8/2012 της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ναυπλίου, από το οποίο και προκύπτει ότι η επίδικη πυρκαγιά ξεκίνησε από την περιοχή "..." του Δήμου Πόρου - Πειραιώς, ότι κάηκε δασική έκταση 7.000 στρεμμάτων και γεωργική έκταση 3.000 στρεμμάτων, καθώς και ότι το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς οριοθετείται πλησίον στήλων ΔΕΗ με μετασχηματιστή. Η αρχική εστία της φωτιάς προσδιορίζεται ότι στην πραγματικότητα ήταν πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, ιδιαίτερα όμως από το γεγονός ότι σε αυτήν τη θέση εντοπίστηκε η έναρξη της φωτιάς και από τους διενεργούντες την αυτοψία πυροσβέστες, ήτοι τους κατεξοχήν έμπειρους για μια τέτοια διαπίστωση, αλλά και από τη διορισθείσα από την Πυροσβεστική υπηρεσία Πραγματογνώμονα Χ.. Λ., οι οποίοι ήρθαν σε άμεση προσωπική διά των αισθήσεών τους επαφή με τα ευρήματα και μάλιστα σε άμεσο χρόνο μετά την κατάσβεση της φωτιάς, ήτοι εντός τριών ημερών, ενώ ακόμη αυτά (τα ευρήματα) διασώζονταν σε κατάσταση που μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες για την έναρξη και την αιτία της φωτιάς, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διορισθέντες πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα σε δεύτερο χρόνο, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να κρίνουν με χρονική και τοπική - υπαρκτική απόσταση από το συμβάν και μάλιστα σε θεωρητικό κυρίως επίπεδο, με γνώμονα εξαγωγής συμπερασμάτων εξ εγγράφων και φωτογραφιών. Χαρακτηριστικές επ' αυτού τυγχάνουν οι εμπεριεχόμενες στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, όπως και από τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες ήδη κατά το στάδιο της προανάκρισης, όπως ενδεικτικά: α) ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβίου μάρτυρας Γ. Μ. (κατά την από 27-9-2012 προανακριτική του κατάθεση), ο οποίος ανέφερε ότι την ώρα που ξεκίνησε η φωτιά είδε να είναι αυτή κοντά σε κολώνες της ΔΕΗ με μετασχηματιστή στα βόρεια της έκτασης που κάηκε, β) ο μάρτυρας Σωτήριος Ζαχαράτος (κατά την από 24-8-2012 προανακριτική του κατάθεση), ο οποίος ανέφερε ότι είδε τη φωτιά να έχει μόλις εκδηλωθεί κάτω από το μετασχηματιστή της ΔΕΗ και σε ακτίνα 15-12 μέτρων περίπου και γ) η μάρτυρας (εντός της οποίας το κτήμα ευρίσκετο ο επίδικος υποσταθμός) Π. Π. (κατά την από 24-8-2012 προανακριτική της κατάθεση), η οποία και ανέφερε ότι στο μέσον του βορείου τμήματος του κτήματος της πλησίον του αγροτικού δρόμου ευρίσκεται ο μετασχηματιστής της ΔΕΗ στηριγμένος σε δύο ξύλινες κολώνες, και ότι η φωτιά φαίνεται ότι ξεκίνησε από το κτήμα της (και μάλιστα το βόρειο μέρος του) δεδομένου ότι βορειότερα από το δικό της δεν υπάρχει άλλο κτήμα καμμένο και η κατεύθυνση του αέρα ήταν από το βορρά. Ωστόσο, κάτωθι του υποσταθμού υπήρχαν ξερά χόρτα (όπως τούτο εξάλλου, έγινε δεκτό και από το υπ' αριθμ ΑΤ 309, AT 1455/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά στη σελ 33 του σκεπτικού), ενώ τα κλαδιά του ελαιόδεντρου που φύεται εγγύτερα όλων των άλλων δένδρων στον υποσταθμό, με βάση τις φωτογραφίες δεν έφταναν σε τέτοιο ύψος, ώστε να ευρίσκονται πλησίον των αγωγών επί των οποίων η πραγματογνώμονας εντοπίζει ενδείξεις τήξεως και δη σε τέτοια απόσταση από τους εν λόγω αγωγούς που να ήταν αναμενόμενο υπό τις δεδομένες συνθήκες ανέμου της τάξεως των 8 μποφόρ, σε περίπτωση περιδίνησης των συγκεκριμένων αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους να έρθουν σε επαφή με αυτά (τα κλαδιά) ή να εισέλθουν (τα κλαδιά) στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών προκαλώντας διηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο. Όμως, τα κλαδιά του προαναφερόμενου ελαιόδεντρου που φύεται εγγύτερα όλων των άλλων δένδρων στον επίδικο υποσταθμό, με βάση τις φωτογραφίες πλησιάζουν εγγύτατα με το κιβώτιο ασφαλειών του υποσταθμού καθώς και με τα υπόλοιπα στοιχεία του εξοπλισμού που είναι συνδεδεμένα σε αυτό, αν και με βάση τις φωτογραφίες δεν φαίνονται (τα κλαδιά) να έχουν επηρεαστεί από τη φωτιά. Περαιτέρω, στις φωτογραφίες 6, 6α, 7 και 7α φαίνεται ότι οι απεικονιζόμενοι αγωγοί φέρουν σε κάποια τμήματά τους ενδείξεις τήξεως, καθώς και ελλείμματος υλικού (βλ. και σελ 3 της από 4-5-2015 τεχνικής έκθεσης του μηχανολόγου μηχανικού Κ.. Κ.), καθόσον παρατηρούνται σημάδια αλλοίωσης της αρχικής διατομής του αγωγού ASCR 16mm2 τα οποία, ενόψει μάλιστα του σφαιρικού σχήματος τους, παραπέμπουν σε συγκεντρώσεις τηγμάτων. Εξάλλου, το φαινόμενο της οξείδωσης του αλουμινίου, δεδομένου ότι η εξωτερική στιβάδα του αγωγού ήταν από αυτό το υλικό [ο εν λόγω αγωγός αποτελείται από κλώνους αλουμινίου περιελιγμένους γύρω από ένα χαλύβδινο κλώνο, όπου ο χάλυβας εξυπηρετεί τη μηχανική αντοχή του αγωγού (με αμελητέο διερχόμενο ρεύμα) και το αλουμίνιο την ηλεκτροδότηση], που προτείνεται ως εξήγηση των φωτογραφιών από την εναγομένη, δεν εκδηλώνεται με την απεικονιζόμενη στις ως άνω φωτογραφίες μορφή, ενώ οι οξειδώσεις που παρουσιάζονται στο παράστημα VI της τεχνικής έκθεσης του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. αφορούν γενικά τα μέταλλα αλλά δεν αφορούν ειδικά το υλικό του αλουμινίου (βλ. σελ. 10 της από 6-6-2018 τεχνικής εκθέσεως του Δ/ρος μηχανικού ΜΙΤ (1984), Μηχανολόγου - Ηλ/γου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Ε. και σελ. 1 και 3 της από 4-5-2015 τεχνικής εκθέσεως του μηχανολόγου - μηχανικού Κ../νου Κ..). Ειδικότερα, το φαινόμενο της οξείδωσης του αλουμινίου εκδηλώνεται με αλλοίωση της λειότητας (εκτράχυνση) της επιφάνειας του αλουμινίου, και μάλιστα αλλοίωση λευκού χρώματος και όχι καφέ. Για τον ίδιο ως άνω λόγο, τα καφέ χρώματος σημάδια επί του ως άνω αγωγού αλουμινίου αποτελούν σημάδια εκκένωσης και όχι οξείδωσης, αφού, σε αντίθεση με άλλα μέταλλα το αλουμίνιο δεν εμφανίζει οξείδωση με τέτοια καφέ σημάδια. Σημειώνεται, επίσης, ότι από μόνη την επισκόπηση των προαναφερομένων φωτογραφιών, είναι εμφανής, τουλάχιστον σε έναν αγωγό, και η διακοπή του συνεχούς της κανονικής περιέλιξης των κλώνων αλουμινίου (δηλαδή της εξωτερικής στιβάδας του αγωγού), ήτοι των κλώνων από τους οποίους διέρχεται το ηλεκτρικό ρεύμα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετά σημεία του εν λόγω αγωγού που να μην είναι πλήρως καλυμμένα από περιελιγμένο ρευματοφόρο κλώνο αλουμινίου. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα καφέ σημάδια που εμφανίζονται ως αλλοιώσεις της βαφής επί του κιβωτίου ασφαλειών του επίμαχου υποσταθμού παραμπέμπουν σε θερμικό φαινόμενο (κάψιμο) και όχι σε διάβρωση. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η βαφή δεν επιτρέπει την οξείδωση του μετάλλου, γι αυτό και αυτή (η οξείδωση του μετάλλου), που στο κοινό μέταλλο εμφανίζεται με καφέ χρώμα (σκουριά) μπορεί να εμφανιστεί μόνο στα σημεία που έχει ξεφλουδίσει η βαφή και έτσι έχει μείνει πλέον ακάλυπτο το μέταλλο, εκτεθειμένο στην ατμόσφαιρα. Εντούτοις στην επιφάνεια της ίδιας της βαφής (της μπογιάς) μπορεί να εμφανιστεί καφέ χρώμα ως αποτέλεσμα θερμικής αλλοίωσης (λόγω φωτιάς).
Εν προκειμένω, δεν φαίνεται από τις φωτογραφίες ξέφτισμα - ξεφλούδισμα της μπογιάς επί του ως άνω κιβωτίου, αλλά αλλοίωση του χρώματος που παραπέμπει σε αποτέλεσμα θερμικής αλλοίωσης (λόγω φωτιάς). Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τις φωτογραφίες διατηρούνται ανέπαφοι από τη φωτιά οι κλάδοι του πλησιέστερου στο υποσταθμό ελαιοδένδρου, οι πυλώνες, η τραβέρσα και οι μονωμένοι αγωγοί μέσης και χαμηλής τάσης, ήτοι τα στοιχεία που βρίσκονται πλησίον του ως άνω κιβωτίου, τα οποία θα ήταν αναμενόμενο να ήταν και αυτά επηρεασμένα (με σημάδια καψίματος) εάν το ως άνω σημάδι καψίματος του κιβωτίου ήταν εξωτερικής προέλευσης, ήτοι εάν είχαν προκληθεί από φωτιά που πλησίασε στον υποσταθμό από έτερη πηγή προέλευσης.. Παράλληλα, οι αγωγοί και τα τήγματα για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω, δεν έφεραν σημάδια καπνού, αιθάλης ή άνθρακα κατά το χρόνο της αυτοψίας της πραγματογνώμονος Χ.. Λ., γεγονός που επίσης απομακρύνει το ενδεχόμενο τα ως άνω τήγματα να προήλθαν από εξωτερική αιτία, ήτοι από φωτιά που πλησίασε στον υποσταθμό (σελ. 11 της πραγματογνωμοσύνης της X.. Λ.). Η ανωτέρω μάλιστα διαπίστωση έγινε από πραγματογνώμονα που εξέτασε με αυτοψία τα ευρήματα εντός χρονικού διαστήματος της τάξης των τριών ημερών μετά την εκδήλωση της επίδικης πυρκαγιάς, ο οποίος και ατομικά ήρθε σε επαφή και με τις αισθήσεις της με τα ευρήματα και μάλιστα σε άμεσο χρόνο μετά την κατάσβεση της φωτιάς. Επίσης, παρατηρείται από τις φωτογραφίες ότι το μεσαίο εκ των τριών αλεξικέραυνων του υποσταθμού έχει κλίση προς τα δεξιά ενώ τα υπόλοιπα στέκονται κατακόρυφα, χωρίς όμως να μπορεί να εξακριβωθεί εάν αυτό οφείλεται σε αρχική (ορθή ή σφαλμένη) τοποθέτηση του ή σε μετατόπιση του μεταγενεστέρως. Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα εάν έλαβε χώρα ή όχι διακοπή ρευματοδότησης ή οιαδήποτε βλάβη λόγω συμβάντος στη λειτουργία του επίδικου υποσταθμού την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν διαθέτει καταγραφικά για τη μέση τάση, δεδομένου μάλιστα ότι ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει τέτοια για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι δεν υπήρξε βλάβη στον υποσταθμό. Προσκομίζεται μετ' επικλήσεως βέβαια από την εναγομένη, το δελτίο αναφορών - παραπόνων πελατών για προβλήματα στην ηλεκτροδότηση για τον μήνα Αύγουστο του επιδίκου έτους (παρατίθεται και στην τελ. σελ. πραγματογνωμοσύνης Α.), από όπου δεν προκύπτει ότι την κρίσιμη ημέρα υπήρξε αναφορά - παράπονο πολίτη για πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση που παρείχε ο επίδικος υποσταθμός. Τούτο όμως, από μόνο του, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση. Το ως άνω δελτίο συνιστά εσωτερικό έγγραφο που συντάσσει ή ίδια η εναγομένη, και ως εκ τούτου για να θεωρηθεί υψηλής αξιοπιστίας θα πρέπει να υποτεθεί ως δεδομένο ότι εάν υπήρχε καταγγελία - παράπονο για τη λειτουργία του υποσταθμού, τον κρίσιμο χρόνο που είχε ξεσπάσει η φωτιά, εκείνη θα το κατέγραφε, εν γνώσει της ότι τούτο θα αποβεί εις βάρος της στη διερεύνηση της αιτίας της φωτιάς. Εξάλλου, τη στιγμή που οι πελάτες της εναγομένης που ευρίσκονταν στο πεδίο εξυπηρέτησης από τον επίδικο υποσταθμό, αντιλαμβάνονται τη φωτιά να ξεκινάει πλησίον του υποσταθμού και να κινείται με μεγάλη ταχύτητα απειλώντας τις περιουσίες τους και τις ζωές τους, δεν ήταν αναμενόμενο να καλέσουν τη ΔΕΗ (σε περίπτωση διακοπής ηλεκτροδότησης) αλλά την πυροσβεστική. Έτσι, η διακοπή της ηλεκτροδότησης έγινε, το πρώτον, όταν το ζήτησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία από την ΔΕΗ προκειμένου η πρώτη να επιχειρήσει με ασφάλεια την κατάσβεση της φωτιάς, καίτοι δεν είναι ουσιώδες εάν έλαβε χώρα ή όχι διακοπή ρευματοδότησης λόγω συμβάντος στη λειτουργία του επίδικου υποσταθμού την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς και τούτο διότι : 1) ήταν εφικτή, στην εξεταζόμενη περίπτωση, με βάση τα πορίσματα της επιστήμης, η πρόκληση ηλεκτρικού φαινομένου, όπως το σφάλμα υψηλής αντίστασης (που απαιτεί ειδικό εξοπλισμό για την αντιμετώπιση του χωρίς να επαρκούν οι ασφάλειες που χρησιμοποιούσε η εναγομένη στον επίδικο υποσταθμό) και ειδικότερα οι επαναλαμβανόμενες ή έρπουσες υπερπηδήσεις τάσεως με τη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου, που όταν λάβουν χώρα μπορούν να προξενήσουν φωτιά χωρίς να προκληθεί διακοπή ρευματοδότησης από τον υποσταθμό στο οποίο εμφανίστηκαν (βλ. από 28-1-2018 τεχνική έκθεση του Αναπληρωτή καθηγητή Παν/μιου Πατρών Τμήμα μηχανολόγων μηχανικών και αεροναυπηγών Θ. Χ., σελ. 11-15, 19 και 21), 2) είναι εφικτή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πρόκληση φωτιάς από συμβάν στη λειτουργία υποσταθμού, όπως του επιδίκου, και χωρίς να λάβει χώρα διακοπή ηλεκτροδότησης, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων, και από την ένορκη βεβαίωση του Χ.. Σ. και την ένορκη βεβαίωση του Γ.. Μ., 3) Τυχόν διακοπή ηλεκτροδότησης, δεν θα οδηγούσε, κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα από μόνη της ότι η φωτιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα του υποσταθμού, αφού θα μπορούσε να αποδοθεί (η διακοπή) στην επίδραση της τυχόν ήδη προκληθείσης από άλλη αιτία φωτιάς στη λειτουργία του υποσταθμού και 4) δεν εξετάστηκε εξαρχής (όταν τα ευρήματα είναι "νωπά") στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά ο υποσταθμός στα επι μέρους στοιχεία του, ώστε να προκύψει εάν λειτουργούσαν κανονικά τα πάσης φύσεως μέτρα προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.), ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η μη διακοπή ηλεκτροδότησης στην υπό κρίση περίπτωση σημαίνει την απουσία βραχυκυκλώματος, υπερτάσεως, υπερεντάσεως ή οιουδήποτε άλλου μη κανονικού φαινομένου στη λειτουργία του υποσταθμού. Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι στο εξεταζόμενο βιοτικό συμβάν χρειάστηκε η κατάσβεση οιουδήποτε τμήματος του υποσταθμού (ούτε υπήρξε καμμία μαρτυρία περί φωτιάς του ίδιου του υποσταθμού ή τμήματος του στο επίδικο συμβάν) ή η τυχόν επισκευή του λόγω παύσης της λειτουργίας του ένεκα βλάβης. Με βάση τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα, στην υπό κρίση περίπτωση έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο (βλ. ενδεικτικά την από 28-1-2018 τεχνική έκθεση του Αναπληρωτή καθηγητή Παν/μιου Πατρών Τμήμα μηχανολόγων μηχανικών και αεροναυπηγών Θ. Χ., σελ. 11-21 και σελ. 6- 7 της από 6-6-2018 τεχνικής εκθέσεως του Δ/ρος μηχανικού ΜΙΤ (1984), Μηχανολόγου - Ηλ/γου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Ε. και την από 4-5-2015 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Κ.. Κ. σελ. 2-3), με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος, προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά. Εξάλλου, η πειραματική διερεύνηση των θερμικών φαινομένων που παρατίθεται σε τεχνική έκθεση του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. και του ηλεκτρολόγου μηχανικού του Ε.Μ.Π. Κ. Χ., για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να στην υπό κρίση περίπτωση να έλαβε χώρα οιοδήποτε θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο στον υποσταθμό ικανό να προξενήσει φωτιά, λαμβάνει ως δεδομένα, την καλή κατάσταση των υλικών, των συνδέσεων, και την κανονική λειτουργία των επί μέρους στοιχείων του και ειδικά των μέτρων προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.) και λειτουργία του υποσταθμού υπό κανονικές συνθήκες, που όμως ουδόλως τυγχάνουν δεδομένα, αλλά ζητούμενα στην υπό κρίση περίπτωση, και ως εκ τούτου το συμπέρασμα της, κρίνεται μη ανταποκρινόμενο στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την εκδήλωση της επίδικης πυρκαγιά, δεδομένου ότι, θεωρώντας (ένας πραγματογνώμων) δεδομένα την καλή κατάσταση των υλικών, των συνδέσεων, και την κανονική λειτουργία των επί μέρους στοιχείων του υποσταθμού και ειδικά των μέτρων προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.) και λειτουργία του υποσταθμού υπό κανονικές συνθήκες, τότε κατά συνέπεια, εκ των πραγμάτων ουσιαστικά απέχει από την εκτίμηση των πραγματικών συνθηκών έναρξης και επέκτασης της πυρκαγιάς, και κατά συνέπεια καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα ότι εάν είχε συμβεί κάποιο θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο στο υποσταθμό ικανό να προξενήσει φωτιά (εκτός από το σφάλμα υψηλής αντίστασης) θα είχε προκληθεί διακοπή ρευματοδότησης. Όμως, από την εξακολουθητική ως άνω αντίφαση (αντίθεση) των πορισμάτων των συνταχθεισών εκθέσεων των πραγματογνωμώνων και των αντίστοιχων των ορισθέντων προς τούτο τεχνικών συμβούλων ως προς τα πορίσματα έναρξης και επέκτασης της επίδικης πυρκαγιάς, δεν μπορεί σε επίπεδο εξαγωγής πλήρως ασφαλούς δικανικής κρίσης ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο προκλήθηκε η φωτιά από τον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, λόγω ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο με αποτέλεσμα τη βροχή τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω (βλ. από 28-1-2018 τεχνική έκθεση του Αναπληρωτή καθηγητή Παν/μιου Πατρών Τμήμα μηχανολόγων μηχανικών και αεροναυπηγών Θ. Χ., σελ. 11-21 και σελ. 6-7 της από 6-6-2018 τεχνικής εκθέσεως του Δ/ρος μηχανικού ΜΙΤ (1984), Μηχανολόγου - Ηλ/γου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Ε. και την από 4-5-2015 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Κ.. Κ. σελ. 2-3), καίτοι αυτό θα μπορούσε να έχει εξακριβωθεί εάν εξεταζόταν εξαρχής (όταν τα ευρήματα ήταν "νωπά") στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά ο υποσταθμός στα επί μέρους στοιχεία του, ώστε να προκύψει : 1) πότε και ποιο μη κανονικό συμβάν μεσολάβησε στη λειτουργία του που προκάλεσε ή μπορούσε να προκαλέσει φωτιά, 2) ποια τυχόν βλάβη έχει υποστεί οποιοδήποτε στοιχείο του, από υψηλή θερμοκρασία λόγω έκρηξης ή φωτιάς από μη εξωτερικό αίτιο και 3) εάν λειτουργούσαν κανονικά τα επί μέρους στοιχεία του και ειδικά τα μέτρα προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.). Όπως προκύπτει άλλωστε από την τεχνική έκθεση του ορισθέντος τεχνικού συμβούλου, (Ε.), τα Σφάλματα (ή βραχυκυκλώματα) Υψηλής Αντιστάσεως (ΣΥΑ) στα συστήματα διανομής (εννοεί τα ηλεκτρικά δίκτυα διανομής), δημιουργούν μοναδικές προκλήσεις για τον μηχανικό προστασίας και τα ΣΥΑ τα οποία συμβαίνουν δεν παράγουν αρκετό ρεύμα ώστε να είναι ανιχνεύσιμα από συμβατικά ρελέ ή ασφάλειες υπερεντάσεως και συνεπώς συμπεραίνεται ότι το θέμα των ΣΥΑ είναι, πασίγνωστα διεθνώς, μη ανιχνεύσιμο από τα μέσα προστασίας του δικτύου της .... Έτσι, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά από τον ως άνω υποσταθμό δεν επιτρέπει τη διαπίστωση της συνδρομής αιτιώδους και δη αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγόμενης, αφού ακόμη και εάν υφίσταται σαφής πλημμέλεια στη συμπεριφορά της αναφορικά με την υποχρέωση της συντηρήσεως του υποσταθμού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σύμφωνα με την Οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί εν προκειμένω εάν τελεί αυτή σε αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο που επισυνέβη στον επίδικο υποσταθμό και προκάλεσε την επίδικη φωτιά. Εξαίρεση στην ανωτέρω παραδοχή αφορά η μομφή που αποδίδεται στην εναγομένη αναφορικά με την παραβίαση της υποχρέωση της για αποψίλωση της βλάστησης γύρω από τον υποσταθμό σε ακτίνα 2μ. περιξ του υποσταθμού, αφού τέτοια πλημμέλεια θα συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της φωτιάς εκ του υποσταθμού όποιο και εάν ήταν το ηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο που έλαβε χώρα στον υποσταθμό, δεδομένου ότι η εστία της φωτιάς εντοπίζεται στο σημείο ακριβώς που υπήρχαν ξερά χόρτα πλησίον - κάτωθι του υποσταθμού, δεδομένου ότι από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι υπήρχαν ξερά χόρτα στη βάση του υποσταθμού τον κρίσιμο χρόνο της πρόκλησης της φωτιάς, με την ανάφλεξη εξάλλου τον οποίων ξεκίνησε η φωτιά, πλην όμως όπως προκύπτει από το υπ' αρ. 17/18-6-2012 ημερήσιο δελτίο εργασίας κλαδεμάτων ή κοπής δένδρων και καθαρισμού αποζευκτικών σημείων (αποψιλώσεως) της αρμόδιας περιοχής του Ναυπλίου ..., που προσκομίζει η εναγομένη, μόλις περίπου 2 μήνες πριν τη φωτιά, δια αναθέσεως της σχετικής εργασίας σε εργολάβο, η εναγομένη εκπλήρωσε την αμέσως προαναφερόμενη υποχρέωση της σύμφωνα με την οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης. [viii] Επομένως, έσφαλε το δικαστήριο, κατά την κρίση του ότι η επίδικη αγωγή τυγχάνει ουσία βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και θα πρέπει για το λόγο αυτό να εξαφανιστεί, το δε παρόν δικαστήριο αφού κρατήσει την υπόθεση θα πρέπει να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής......Περαιτέρω, η επικουρική βάση της αγωγής είναι παραδεκτή και νόμιμη, θεμελιούμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και εκείνες των άρθρων 297, 298, 346, 914, 932 ΑΚ, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ' απόρριψη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών την εναγομένης και τυγχάνει και κατά τα ανωτέρω ουσιαστικά βάσιμη. Εξάλλου, έτερες αιτίες εκδήλωσης της φωτιάς, όπως λ.χ. γυαλί που λειτούργησε ως συγκεντρωτικός φακός, εμπρηστικοί ή εκρηκτικοί μηχανισμοί, σπινθήρας από λειτουργία μηχανημάτων όπως λόγω χάρη γεωργικού ελκυστήρα, ή κάψιμο ξερών χόρτων ή κάπνισμα μελισσών, δεν αποδείχθηκαν και παρέμειναν σε επίπεδο εικασιών (βλ. από 20-08-2012 έκθεση απλής αυτοψίας του Υποπυραγού Κ. Α.). [ιχ] Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αφού αποδείχτηκε η πρόκληση της φωτιάς από τον επίδικο υποσταθμό της εναγομένης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της (λόγω συνδρομής ευθύνης της από διακινδύνευση), προκύπτει, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης και η εξ αυτής αιτιωδώς συνδεόμενη προξενηθείσα σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας ζημία.". Με τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς την επικουρική της βάση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 102.160 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κρίνοντας όμως έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 925 του ΑΚ διότι από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόστηκαν ενώ οι διαλαμβανόμενες σ'αυτήν ενδοιαστικές, ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το παράνομο της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, με την έννοια της πραγμάτωσης του κινδύνου, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται πλησίον-κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ότι άλλες αιτίες εκδήλωσης της φωτιάς δεν εντοπίστηκαν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, παρότι δέχεται ότι δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή προκλήθηκε, διαλαμβάνοντας τις ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες ότι: "Με βάση τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα, στην υπό κρίση περίπτωση έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο...με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος, προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά....Όμως, από την εξακολουθητική ως άνω αντίφαση (αντίθεση) των πορισμάτων των συνταχθεισών εκθέσεων των πραγματογνωμόνων και των αντίστοιχων των ορισθέντων προς τούτο τεχνικών συμβούλων ως προς τα πορίσματα έναρξης και επέκτασης της επίδικης πυρκαγιάς, δεν μπορεί σε επίπεδο εξαγωγής πλήρως ασφαλούς δικανικής κρίσης ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο προκλήθηκε η φωτιά από τον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, λόγω ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο με αποτέλεσμα τη βροχή τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω...", με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ισχυρές αμφιβολίες για την ορθότητα ή μη της παραδοχής ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, δεδομένου ότι δεν αιτιολογείται σε τι συνίστατο εν τέλει η παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ήτοι η πραγμάτωση του κινδύνου. Με τις ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αυτές αιτιολογίες, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ή όχι για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 925 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πραγμάτωσης του κινδύνου. Οι ανωτέρω πλημμέλειες ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. (δ) σκέλος του, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών πρόσθετων λόγων αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 24.11.2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 20.2.2024 πρόσθετους λόγους.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3241/2022 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης