Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1195 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1195/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Δαμιανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7851/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/1/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 498, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο αν αυτός διαμένει στην Ελλάδα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/ 2021, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. 2466Α'/27-6-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Δ. Δ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Όπως προκύπτει δε από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου που έχει κλητευθεί νομίμως (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 7851/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 303/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η εναντίον του αναιρεσίβλητου αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το οφειλόμενο λόγω δανείου ποσό των 5.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 28/ 1998, ΑΠ 958/2022, ΑΠ 1140/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης (που αντιστοιχεί στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 258/ 2022, ΑΠ 2043/2022, ΑΠ 1373/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η επίδικη σύμβαση δανείου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση και αφετέρου διότι, με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί του κατ'άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ παραβόλου δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, καθόσον στην αναιρεσείουσα έχει παρασχεθεί νομική βοήθεια (άρθρ. 1 επ., 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3226/2004), με την υπ' αριθμ. 213/ 2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1425/2022, ΑΠ 1640/2018). Τέλος, δεν θα επιδικαστούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, δικαστικά έξοδα, ελλείψει σχετικού αιτήματος του απόντος αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7851/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης