Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1196 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1196/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου διανομής της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήτσιο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Λ., χήρας Γ. Χ., 2) Σ. Χ. του Γ., 3) Π. - Χ. Χ. του Γ., κατοίκων Πειραιά, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μαστρομηνά και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2013 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Γ. Χ. του Σ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2822/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12849/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/9/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναίρεσης, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναίρεσης και της διάταξης του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναίρεσης, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους δεν περιέχει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 2072/2022, ΑΠ 999/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ο αρχικός ενάγων Γ. Χ., ο οποίος απεβίωσε στις 15-10-2015, άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας την από 18-6-2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να του καταβληθούν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Επί της αγωγής αυτής, η δίκη για την οποία συνεχίστηκε από τις θυγατέρες του αρχικού ενάγοντα καθολικές νόμιμες κληρονόμους του, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων (η δεύτερη εκπροσωπούμενη από την μητέρα της πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του προσώπου της, λόγω της ανηλικότητάς της κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής), εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2822/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα στρεφόμενη και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ατομικά. Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, όσον αφορά στην πρώτη αναιρεσίβλητη μη διάδικο στη πρωτόδικη δίκη, ως απαράδεκτη. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ενώ αυτή πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αναφορικά με τις δεύτερη (ήδη ενήλικη) και τρίτη εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες, στρέφεται και κατά της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ατομικά, χωρίς να περιέχεται και λόγος αναίρεσης που να αφορά στο πρόσωπο αυτής. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτη.
Περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 12849/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 2822/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της και είχε αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει, λόγω ευθύνης της από διακινδύνευση, να καταβάλει στην δεύτερη και Τρίτη των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, το συνολικό ποσό των 7.680,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη. Παράλληλα, με τη διάταξη αυτή, καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν. ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 ΑΚ) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 ΑΚ), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 ΑΚ) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 ΑΚ) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 ΑΚ). Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών. Έτσι δεν ρυθμίζεται και η ευθύνη για ζημίες τρίτων από εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, από τη λειτουργία των οποίων δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος, ενώ και οι εκμεταλλευτές των εγκαταστάσεων αυτών αποκομίζουν από τη λειτουργία τους σημαντικό κέρδος, ενώ ρυθμίζεται και υπάρχει αντικειμενική ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε, του κατόχου μη κατοικιδίου ζώου ή κτίσματος, από την κατοχή των οποίων γεννάται πολύ μικρότερος κίνδυνος. Ειδικότερα η σύγχρονη εκρηκτική επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου, που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου πρόκλησης ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών και η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων. Η πρόκληση ζημίας από μία τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκατάστασης της ζημίας του, διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, αποκλείει την αποζημίωσή του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μίας τέτοιας πηγής κινδύνου, όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα. Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος, ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας, ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μίας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαιϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται συνεπώς μία διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων, η οποία πρέπει να είναι η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα, που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ` αυτόν.
Συνεπώς η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του. Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη, ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν είναι πράξη, όπως στις περιπτώσεις εκείνες που η ζηµία που έχει προκληθεί δεν οφείλεται σε κάποια πράξη ή παράλειψη των αρµόδιων οργάνων πχ της ..., αλλά σε κάποιο ενδογενές, ανυπαίτιο γι' αυτήν, αίτιο της τεχνικής λειτουργίας των εγκαταστάσεών της. Πλην όμως, η παρανοµία, ναι µεν δεν σχετίζεται, στα πλαίσια της ευθύνης από διακινδύνευση, ως αντικειµενικής ευθύνης, µε την αποδοκιµασία από την έννοµη τάξη της συµπεριφοράς ενός προσώπου, ταυτίζεται όμως µε την πραγµάτωση µιας απαγορευµένης από την έννοµη τάξη σχέσης αιτιότητας. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαιϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές. Η αποκλειστική προσήλωση στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξης να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι` αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση, όταν η ζημία του αιτία έχει μία τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα, μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι` αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξης, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα. Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/ 1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/ 1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/ 1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/ 1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994). η) Η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος. Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως, όπως αναφέρθηκε, στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών. Επίσης, η θεμελίωση ευθύνης από διακινδύνευση στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορεί να γίνει και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων, που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρύθμισης που ακολούθησε, εκφράσθηκε στενότερα απ` ό,τι ήθελε. Οπωσδήποτε, όμως, στις αρρύθμιστες αυτές περιπτώσεις, όταν προϋφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, προκειμένου να επιρριφθεί στον κάτοχο ένα επιζήμιο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από μια τέτοια πηγή κινδύνων, πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ότι τούτο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το σχετικό αντικείμενο ή την επικίνδυνη δραστηριότητα, να έχει δηλαδή η ζημία ως άμεση αιτία μία τέτοια πηγή κινδύνου, αποτελώντας αποκλειστική συνέπεια αυτής καθ' εαυτής της κινδυνώδους λειτουργίας του αντικειμένου ή της δραστηριότητας, που θα μπορούσε να προκληθεί και χωρίς τον ανωτέρω συμβατικό δεσμό (ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022, ΑΠ 827/2020). Επίσης, εφόσον η έννοµη τάξη καθιερώνει την ευθύνη ενός προσώπου για την ανόρθωση των υλικών ζηµιών στηριζόμενη στην αρχή της διακινδύνευσης, υφίσταται και υποχρέωση παροχής χρηµατικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, όπως συμβαίνει όταν η ευθύνη σε ανόρθωση ζηµιών στηρίζεται στην αρχή της υποκειµενικής ευθύνης. Άλλωστε το άρθρο 932 του ΑΚ θέτει ως προϋπόθεση της αξίωσης για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την ύπαρξη αδικοπραξίας, ανεξάρτητα αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα ή µη του ζηµιώσαντος. Εποµένως, το γεγονός ότι στην ευθύνη από διακινδύνευση η υπαιτιότητα δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεµελίωση αξίωσης προς αποζηµίωση, δε δικαιολογεί την ανυπαρξία αξίωσης αποζηµίωσης λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου είναι δυνατή δυνάµει του άρθρου 932 ΑΚ η επιδίκαση χρηµατικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Περαιτέρω, με το Ν. 4001/22-8-2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους. Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ..... (στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου... παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ...(ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοση της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. (η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις. (θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεων του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επέκτασης αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον ανωτέρω χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (... ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/ 1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ... ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γέννησής τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ... ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι "Η ... ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους, του ΕΔΔΗΕ ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ" και στην παρ. 5 ότι "5. Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ... ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22" (ΑΠ 132/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, , η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 28/ 1998, ΑΠ 958/2022, ΑΠ 1140/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεχόμενο εσφαλμένα την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, που στηρίζεται στην ευθύνη της αναιρεσείουσας ... από διακινδύνευση, ως νόμιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αρχικώς ενάγων, ιστορούσε σ'αυτήν τα εξής: Ότι ετύγχανε κύριος, νομέας και κάτοχος του λεπτομερώς περιγραφόμενου στο δικόγραφο αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Άνω Επιδαύρου Αργολίδας και απέκτησε νόμιμα με παράγωγο τρόπο κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο. Ότι στο αναλυτικώς αναφερόμενο στην υπό κρίση αγωγή τμήμα του ως άνω αγροτεμαχίου, το οποίο τύγχανε δενδροφυτεμένο με τα σε αυτήν αναλυτικώς αναφερόμενα οπωροφόρα εσπεριδοειδή δένδρα, διερχόταν δίκτυο της "Δ.Ε.Η Α.Ε", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα. Ότι, την 14-07-2008, εξαιτίας βραχυκυκλώματος στους αγωγούς μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, εκδηλώθηκε στο ως άνω ακίνητο πυρκαγιά. Ότι από την πυρκαγιά αυτή αποτεφρώθηκε τμήμα του κτήματός του, επιφάνειας 900 τ.μ, στο οποίο βρίσκονταν "φυτεμένα 54 εσπεριδοειδή δέντρα, το οποία κάηκαν ολοσχερώς, καθώς και αρδευτικό σύστημα, το οποίο επίσης καταστράφηκε ολοσχερώς. Ότι το ως άνω βραχυκύκλωμα, το οποίο προκάλεσε την πυρκαγιά, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ζημιογόνο συμβάν ήταν τομεάρχης στο Ναύπλιο της (Δ.Ε.Η Α.Ε) δικαιοπαρόχου της δεύτερης εναγόμενης, είχε δε, εκ της ως άνω ιδιότητάς του ως προστηθείς αυτής, την υποχρέωση να επιμελείται για τη συνεχή επιθεώρηση και επαρκή συντήρηση του δικτύου της Δ.Ε.Η και γενικώς να λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα σωστής και ασφαλούς λειτουργίας του δικτύου της, την οποία (υποχρέωση) παρέβη, με αποτέλεσμα να χαλαρώσουν οι ηλεκτροφόροι αγωγοί χαμηλής τάσης της εναγόμενης στην άνω περιοχή, να μειωθεί εκ του λόγου αυτού η μεταξύ τους απόσταση ασφαλείας και εξαιτίας της ανεπαρκούς μόνωσης αυτών και της ταλάντωσής τους, η οποία προκλήθηκε από σμήνος πτηνών, να σημειωθεί βραχυκύκλωμα και να προκληθεί απ' αυτό η ζημιογόνος πυρκαγιά. Ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι τον πρώτο των εναγόμενων δεν βαρύνει υπαιτιότητα στην πρόκληση της προπεριγραφείσας πυρκαγιάς, η δεύτερη των εναγόμενων η οποία διαχειρίζεται μονοπωλιακά το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ήτοι τυγχάνει κάτοχος και εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαιτέρων κινδύνων, που αντλεί οφέλη από τη λειτουργία της, είναι υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την πραγμάτωση του (ιδιαίτερου αυτού κινδύνου), σύμφωνα με την αρχή της διακινδύνευσης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της. Ότι συνεπεία των ανωτέρω υπέστη την αναλυτικά περιγραφόμενη στην αγωγή θετική και αποθετική ζημία, που συνίσταται στην καταστροφή του φυτικού του κεφαλαίου και του εξοπλισμού του και στην απώλεια εισοδήματος από την αποστέρηση της εκμετάλλευσης της κατεστραμμένης δενδροφυτείας και ηθική βλάβη. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 19.499,32 ευρώ, με τον αναλυτικότερο επιμερισμό του ποσού που αναφέρεται στην υπό κρίση αγωγή του, προς αποζημίωσή του για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία των εναγόμενων, με το νόμιμο τόκο.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι, ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη ως άνω μείζονα σκέψη, νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η ζημία του ενάγοντος προήλθε από αυτή καθ' εαυτή την κινδυνώδη λειτουργία του επίδικου δικτύου μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν την αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της εναγομένης-αναιρεσείουσας, η οποία, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ήταν κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και επομένως και του δικτύου που διερχόταν από το ακίνητο του ενάγοντα, έχουσα την ευθύνη της συντήρησης και λειτουργίας του, αποκομίζοντας από τη λειτουργία του, παράλληλα με τη ΔΕΗ, σημαντικό κέρδος. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, κατά την επικουρική της βάση, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 297, 298, 299, 932 ΑΚ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας βραχυκυκλώματος που προκλήθηκε στους αγωγούς μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, που διέρχονταν πάνω από το ακίνητό του, εκδηλώθηκε πυρκαγιά, από την οποία υπέστη την περιγραφόμενη στην αγωγή ζημία και ηθική βλάβη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν αυτές (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12849/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης