Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1197 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1197/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου διανομής της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελευθέριο Καστρήτσιο και Ειρήνη Κούρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Στάικου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1924/2021 μη οριστική και 3124/2022 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2022 αίτησή της και τους από 20/2/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 3124/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, μετά την έκδοση της μη οριστικής υπ' αρ. 1924/2021 αποφάσεως του ιδίου ως άνω δικαστηρίου που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αφού έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 22/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας και εξαφανίστηκε αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή, κατά την επικουρική της βάση, η από 5-12-2016 αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, οφείλει, λόγω ευθύνης της από διακινδύνευση, να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 47.533 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 20-2-2024 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-2-2024 και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, στις 27-2-2024, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικαστούν, αφού είναι συναφείς (246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). A. Από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 116 παρ.1β Ν. 4842/2021, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν. 4871/10-12-2021 - τέτοια δε, είναι και η προκειμένη υπόθεση που ήταν εκκρεμής στο Εφετείο κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου αυτού), προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής αποφάσεως, την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση. Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επαναλήψεως της συζητήσεως, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της συζητήσεως για αναφερόμενο στο άρθρο 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υποθέσεως, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 572/2023, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 712/2021, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 1126/2019). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.2 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση (ΑΠ 26/2019). Η απόδειξη δε της μη νόμιμης συγκροτήσεως γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ 26/2019, ΑΠ 502/2017).
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι δίκασε κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση με διαφορετική σύνθεση και χωρίς να αιτιολογήσει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι. Ο λόγος αυτός παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι, εκτός του ότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής συγκροτήσεως του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη κατ' άρθρο 562 παρ. 2γ ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2019, ΑΠ 502/2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Επί της εφέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αρ. 22/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1924/2021 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων, που αναφέρονται σε αυτήν. Μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και ύστερα από κλήση της νυν αναιρεσείουσας, η ως άνω έφεση συζητήθηκε εκ νέου, στις 30-5-2022, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου με διαφορετική όμως σύνθεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για ανασυζήτηση της υποθέσεως, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων και συγκεκριμένα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, οπότε, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα μπορούσε το δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο κατά την ανασυζήτηση της υποθέσεως, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 3124/2022 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Γ. Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη. Παράλληλα, με τη διάταξη αυτή, καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν. ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 ΑΚ) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 ΑΚ), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 ΑΚ) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 ΑΚ) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 ΑΚ). Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρυθμίσεως αυτών. Έτσι δεν ρυθμίζεται και η ευθύνη για ζημίες τρίτων από εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, από τη λειτουργία των οποίων δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος, ενώ και οι εκμεταλλευτές των εγκαταστάσεων αυτών αποκομίζουν από τη λειτουργία τους σημαντικό κέρδος, ενώ ρυθμίζεται και υπάρχει αντικειμενική ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε, του κατόχου μη κατοικιδίου ζώου ή κτίσματος, από την κατοχή των οποίων γεννάται πολύ μικρότερος κίνδυνος. Ειδικότερα η σύγχρονη εκρηκτική επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου, που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου προκλήσεως ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών και η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων. Η πρόκληση ζημίας από μία τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκαταστάσεως της ζημίας του, διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, αποκλείει την αποζημίωσή του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μίας τέτοιας πηγής κινδύνου, όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα. Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος, ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας, ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μίας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαιϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται συνεπώς μία διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων, η οποία πρέπει να είναι η αναγνώριση της υποχρεώσεως για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα, που λόγω της δομής και οργανώσεως των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ` αυτόν.
Συνεπώς η αρχή της διακινδυνεύσεως συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του. Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη, ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν είναι πράξη, όπως στις περιπτώσεις εκείνες που η ζηµία που έχει προκληθεί δεν οφείλεται σε κάποια πράξη ή παράλειψη των αρµόδιων οργάνων πχ της ..., αλλά σε κάποιο ενδογενές, ανυπαίτιο γι' αυτήν, αίτιο της τεχνικής λειτουργίας των εγκαταστάσεών της. Πλην όμως, η παρανοµία, ναι µεν δεν σχετίζεται, στα πλαίσια της ευθύνης από διακινδύνευση, ως αντικειµενικής ευθύνης, µε την αποδοκιµασία από την έννοµη τάξη της συµπεριφοράς ενός προσώπου, ταυτίζεται όμως µε την πραγµάτωση µιας απαγορευµένης από την έννοµη τάξη σχέσης αιτιότητας. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαιϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές. Η αποκλειστική προσήλωση στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξεως να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι` αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξιώσεως για πλήρη αποζημίωση, όταν η ζημία του αιτία έχει μία τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα, μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι` αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξεως, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρεώσεως για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα. Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994). η) Η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος. Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως, όπως αναφέρθηκε, στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών. Επίσης, η θεμελίωση ευθύνης από διακινδύνευση στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορεί να γίνει και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων, που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε, εκφράσθηκε στενότερα απ` ό,τι ήθελε. Οπωσδήποτε, όμως, στις αρρύθμιστες αυτές περιπτώσεις, όταν προϋφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, προκειμένου να επιρριφθεί στον κάτοχο ένα επιζήμιο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από μια τέτοια πηγή κινδύνων, πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ότι τούτο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το σχετικό αντικείμενο ή την επικίνδυνη δραστηριότητα, να έχει δηλαδή η ζημία ως άμεση αιτία μία τέτοια πηγή κινδύνου, αποτελώντας αποκλειστική συνέπεια αυτής καθ' εαυτής της κινδυνώδους λειτουργίας του αντικειμένου ή της δραστηριότητας, που θα μπορούσε να προκληθεί και χωρίς τον ανωτέρω συμβατικό δεσμό (ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022, ΑΠ 827/2020).Επίσης, εφόσον η έννοµη τάξη καθιερώνει την ευθύνη ενός προσώπου για την ανόρθωση των υλικών ζηµιών στηριζόμενη στην αρχή της διακινδυνεύσεως, υφίσταται και υποχρέωση παροχής χρηµατικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, όπως συμβαίνει όταν η ευθύνη σε ανόρθωση ζηµιών στηρίζεται στην αρχή της υποκειµενικής ευθύνης. Άλλωστε το άρθρο 932 του ΑΚ θέτει ως προϋπόθεση της αξιώσεως για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την ύπαρξη αδικοπραξίας, ανεξάρτητα αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα ή µη του ζηµιώσαντος. Εποµένως, το γεγονός ότι στην ευθύνη από διακινδύνευση η υπαιτιότητα δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεµελίωση αξιώσεως προς αποζηµίωση, δε δικαιολογεί την ανυπαρξία αξιώσεως αποζηµιώσεως λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου είναι δυνατή δυνάµει του άρθρου 932 ΑΚ η επιδίκαση χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης σε περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Περαιτέρω, με το Ν. 4001/22-8-2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους. Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ..... (στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου... παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ...(ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοση της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. (η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις. (θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεων του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς, και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επεκτάσεως αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχειρίσεως του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχειρήσεώς της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (... ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ... ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ... ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι "Η ... ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους, του ΕΔΔΗΕ ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ" και στην παρ. 5 ότι "5. Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ... ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22" (ΑΠ 132/2023). Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, που είναι αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του ίδιου κώδικα, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, AΠ 1867/2023, ΑΠ 247/2022, ΑΠ 705/2022). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 25 του Συντ.,1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 924 παρ.2 και 925 ΑΚ, 4 ν.ΓπΝ/1911, των άρθρων του ν.314/1976 για την ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο,
ΙΙ του ν.563/1977 περί ευθύνης για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα, 29 ν.1650/1986 περί ευθύνης για ζημίες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος, ν. 1758/1988 περί ευθύνης για ζημίες από πυρηνικό ατύχημα, 106-121 ν.1815/1988 περί ευθύνης για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά, 6 ν.2251/1994 περί ευθύνης για ζημίες από ελαττωματικά προϊόντα και 127 ν.4001/2011 περί ευθύνης της ... ΑΕ, δεχόμενο την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση που στηρίζεται στην ευθύνη της αναιρεσείουσας ... από διακινδύνευση, ως νόμιμη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων-ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτή τα εξής: Ότι στις 20.8.2012 και περί ώρα 14.00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην περιοχή "..." Τροιζηνίας, πλησίον και κάτω από τους στύλους της ΔΕΗ, νυν ..., με υποσταθμό μέσης τάσης διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία οφείλεται σε αμέλεια των υπαλλήλων της εναγομένης (αναιρεσείουσας). Ότι οι ειδικά αναφερόμενες παραλείψεις συντηρήσεως και επισκευής του δικτύου διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, μηχανημάτων, μετασχηματιστών, υποσταθμών και εγκαταστάσεών της, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί θερμικό φαινόμενο, να πέσουν τα πυρακτωμένα τήγματα των αγωγών παροχής ηλεκτρικού ρεύματος κάτω και πλησίον του υποσταθμού στο έδαφος, όπου υπήρχε πλούσια και ξηρή βλάστηση, καθώς η εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για την αποψίλωσή της σε ακτίνα δύο μέτρων από τη βάση των ξύλινων πυλώνων και να αναφλεγεί αυτή να προκληθεί πυρκαγιά, η οποία στη συνέχεια, με τη βοήθεια ισχυρών ανέμων, επεκτάθηκε και κατέκαυσε τεράστια έκταση δυτικά και νοτιοδυτικά. Ότι επικουρικά, η πυρκαγιά ξεκίνησε από την ως άνω εγκατάσταση της εναγομένης, που συνιστά ένα μονοπωλιακό δίκτυο παραγωγής ενέργειας και λόγω της φύσεώς του εκπορεύεται από αυτό ένας ιδιαίτερος κίνδυνος, με αποτέλεσμα η τελευταία, ως κάτοχος και εξουσιαστής τέτοιας πηγής κινδύνου, που αντλεί οφέλη από τη λειτουργία της, να είναι υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την πραγμάτωση του (ιδιαίτερου αυτού κινδύνου), σύμφωνα με την αρχή της διακινδυνεύσεως, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για την ζημία που του προκλήθηκε από την πυρκαγιά, το συνολικό ποσό των 103.444,64 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας σε αυτόν ηθικής βλάβης. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι, ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη ως άνω μείζονα σκέψη, νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα ότι η ζημία του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου προήλθε από αυτή καθ' εαυτή την κινδυνώδη λειτουργία της επίδικης εγκαταστάσεως μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν την αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της εναγομένης-αναιρεσείουσας, η οποία, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ήταν κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και επομένως και του επίδικου υποσταθμού, έχουσα την ευθύνη της συντηρήσεως και λειτουργίας του, αποκομίζοντας από τη λειτουργία του, παράλληλα με τη ΔΕΗ, σημαντικό κέρδος. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 5, 17 και 25 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 924 παρ.2 και 925 ΑΚ, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων που προβλέπουν περιπτωσιολογικά την ευθύνη από διακινδύνευση, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αποδίδοντας σε αυτές περιεχόμενο που δεν έχουν και συνάγοντας από αυτές, εσφαλμένα, αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, αφού ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε διαφυγή της κινδυνώδους καταστάσεως του ηλεκτρικού ρεύματος από το δίκτυο της εναγομένης με πτώση θερμών και πυρακτωμένων τηγμάτων από τους αγωγούς του δίστηλου υποσταθμού μέσης τάσης διανομής, που προκάλεσε πυρκαγιά, από την οποία υπέστη την περιγραφόμενη στην αγωγή ζημία και ηθική βλάβη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ε. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα, και προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας (με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία) υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 1127/2021).Επομένως, ο λόγος ιδρύεται και όταν η διατύπωση της αποφάσεως είναι ενδοιαστική, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο και να μην στηρίζεται σε πλήρη δικανική πεποίθηση.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πέμπτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 925 ΑΚ, ως προς το στοιχείο της παράνομης συμπεριφοράς της διότι, με ανεπαρκείς - ενδοιαστικές, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι υφίσταται ευθύνη της από διακινδύνευση, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων της, προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, η οποία θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, παρότι δέχθηκε ότι δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή προκλήθηκε. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε,ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Η εναγόμενη τυγχάνει κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ κυρία και εξουσιαστής εξακολουθεί να παραμένει η "ΔΕΗ ΑΕ". Περαιτέρω, στις 20 Αυγούστου του έτους 2012 και περί ώρα 14:00' εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε δασική έκταση με ελαιόδεντρα, ξερά χόρτα και θάμνους, στη θέση "..." Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου. Μετά την εκδήλωσή της, η πυρκαγιά επεκτάθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε απόσταση τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων δυτικά, βόρεια και βορειοδυτικά, σε άλλες αγροτικές περιοχές και δασικές εκτάσεις, καθώς και σε οικίες διαφόρων ιδιοκτητών, μέχρι και την περιοχή "Βλαχεϊκα", καταστρέφοντας ολοσχερώς περί τα 7.000 στρέμματα δασικής έκτασης με ξερά χόρτα, θάμνους, πουρνάρια, βένια, σχοίνα, όπως και 3.000 στρέμματα αγροτικής καλλιέργειας και σχετικών υποδομών (αρδευτικών συστημάτων και περιφράξεων). Η ανωτέρω πυρκαγιά κατασβήσθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ. Τροιζηνίας) με τη συνδρομή και άλλων Πυροσβεστικών υπηρεσιών, των Δήμων Τροιζηνίας, Πόρου, Ερμιονίδας, εθελοντών πυροσβεστών, εναέριων μέσων, καθώς και με τη συνδρομή της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιωτών. Η ευρύτερη περιοχή, στην οποία εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, εντοπίζεται νοτιοανατολικά του Πόρου, εξυπηρετείται δε από την επαρχιακή ασφάλτινη οδό που συνδέει τον Πόρο με το Μετόχι και διακλαδώνεται με αγροτικούς χωμάτινους δρόμους, που εξυπηρετούν τις καλλιέργειες και τις σχετικές υποδομές. Καθ' ο δε χρόνο εκδηλώθηκε η ανωτέρω πυρκαγιά, ο καιρός ήταν αίθριος, η θερμοκρασία ανερχόταν στους 31 βαθμούς κελσίου και οι άνεμοι έπνεαν από βόρειες διευθύνσεις, ριπαίοι και ενισχυμένοι, ενώ η ένταση των ρύπων ενδεχομένως να έφθανε και τους θυελλώδεις (9 μποφόρ), με ταχύτητα ανέμων κυμαινόμενη μεταξύ 60 και 75 χλμ/ώρα. Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, πραγματοποιήθηκε προανάκριση από την πυροσβεστική υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε η από 20-8-2021 έκθεση αυτοψίας από τον Υποπυραγό Α. Κ. και τον Πυρονόμο Γ. Μ. (ως β' ανακριτικό υπάλληλο). Δυνάμει δε της ανωτέρω έκθεσης αυτοψίας, η εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται "πλησίον - κάτω" διστύλου υποσταθμού της "ΔΕΗ" (δύο στύλοι εκ των οποίων ο ένας φέρει τα στοιχεία 138-ΡΝ, C1- 81, Ε1 και μετασχηματιστή, ο οποίος φέρει τα στοιχεία Α1600, 183 31, 11- 82), ο οποίος ευρίσκεται εντός αγροκτήματος ιδιοκτησίας της Π. Π. του Π., σε απόσταση 40-50 εκατοστών από την περίφραξη του ανωτέρω ακινήτου και ανατολικά της επαρχιακής οδού .... Εξάλλου, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, δεν ανευρέθη στο χώρο που φέρεται, ότι εκδηλώθηκε η ανωτέρω πυρκαγιά κάποιος εμπρηστικός μηχανισμός, υπολείμματα αυτού ή κάποιο άλλο αξιοποιήσιμο στοιχείο. Ο ανωτέρω υποσταθμός χρησιμοποιείται για την ηλεκτροδότηση των εγκατεστημένων τοπικών καταναλωτικών ηλεκτρικών φορτίων χαμηλής τάσεως (ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός αντλιοστασίων, οικιών κλπ) της περιοχής, ηλεκτροδοτείται δε από εναέρια γραμμή τοπικού δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, μέσης τάσης 20KV της εναγομένης, αποτελούμενη από τρείς αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 16 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 136 Amper, που αποτελεί τη διακλάδωση No 104 μίας κεντρικής γραμμής μέσης τάσης αποτελούμενης από τρείς αγωγούς αλουμινίου με χαλύβδινη ψυχή, τύπου "ACSR" των 95 mm2 και ονομαστικού ρεύματος 448 Amper. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ίδιας ως άνω προανακρίσεως, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. 2486Φ706.12/23-8-2012 εγγράφου του Διοικητή της Π.Υ. Ναυπλίου, ορίσθηκε, ως πραγματογνώμονας, για τη διερεύνηση των αιτιών και των συνθηκών, υπό τις οποίες προκλήθηκε η ανωτέρω πυρκαγιά, η ηλεκτρολόγος μηχανολόγος ΤΕ Χ. Λ.. Η ανωτέρω πραγματογνώμονας, αφού επισκέφθηκε στις 23-9-2012 το χώρο που φέρεται, ότι εκδηλώθηκε η πυρκαγιά και έλαβε γνώση του υλικού της προανάκρισης, συνέταξε και κατέθεσε στην Π.Υ. Ναυπλίου, την από 8-2-2013 πραγματογνωμοσύνη, το συμπέρασμα της οποίας είναι το εξής: "α) Η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίσθηκε σε οικοπεδικό χώρο με καλλιέργειες ελαιοδέντρων, όπου εντός αυτού υπάρχει ο υπό στοιχεία A 1600/183-31/11-82 και κωδικό στύλου 13B-PN/C181/E1 δίστυλος υποσταθμός μέσης τάσης διανομής της εταιρίας ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Συγκεκριμένα, κάτω από τον υποσταθμό και μεταξύ του ξύλινου διστύλου και σε απόσταση από αυτόν περί τα 25 εκατοστά όπου υπήρχαν ξερά χόρτα, φαίνεται η έντονη και επίμονη καύση του σημείου αυτού, όπου προφανώς έπεφταν τα πυρακτωμένα τήγματα των αγωγών, προκαλώντας έτσι την ανάφλεξη της πλούσιας ξηρής βλάστησης. Στη συνέχεια η φωτιά επεκτάθηκε σε όλο το χώρο που ήταν πλούσιος σε ξηρή βλάστηση προκαλώντας πυρκαγιά η οποία έδρασε γρήγορα ωθούμενη από τους ανέμους και ακολουθώντας την κατεύθυνσή τους αλλά και την προσφερόμενη βλάστηση. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η περιοχή δεν είναι δύσβατη, είναι σχετικά απομακρυσμένη από τα κεντρικά σημεία της περιοχής και η ώρα που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά είναι ώρα με ελάχιστη έως καθόλου κίνηση, έτσι ο χρόνος που μεσολάβησε από την εκδήλωσή της μέχρι να γίνει αντιληπτή και να κινητοποιηθούν οι πυροσβεστικές δυνάμεις, ήταν κρίσιμα και καθοριστικά για την εξέλιξή της. 4.2 Η πυρκαγιά δεν μπορεί να αποδοθεί σε εμπρηστικούς ή εκρηκτικούς μηχανισμούς διότι κάτι τέτοιο δεν διαπιστώθηκε. 4.3 Η περίπτωση εκδήλωσης της πυρκαγιάς από υπολείμματα καπνίσματος θα πρέπει να αποκλεισθεί γιατί δεν εντοπίστηκαν από την έρευνα. 4.4 Η έναρξη της πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποδοθεί στο κάπνισμα μελισσών καθώς στο σημείο που αρχικά αυτή εκδηλώθηκε αλλά και στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχαν κυψέλες παραγωγών. 4.5 Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα και αποκλείοντας τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, κατά τη γνώμη της υπογράφουσας, η έναρξη της πυρκαγιάς αποδίδεται σε θερμικό-διηλεκτρικό φαινόμενο στους αγωγούς μεταξύ του δικτύου και του υποσταθμού". Η παραπάνω πραγματογνωμοσύνη αμφισβητήθηκε από την εναγομένη και ασκήθηκε εναντίον της πραγματογνώμονα κατόπιν υποβληθείσης εγκλήσεως ποινική δίωξη για ψευδορκία πραγματογνώμονα. Ωστόσο, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΑΤ-309, ΑΤ-1455/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η τελευταία κρίθηκε αθώα για την οποία κατηγορούνταν. Μάλιστα, η ως άνω απόφαση δέχτηκε ότι ήταν αληθή τα αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη της περί πλημμελούς συντηρήσεως του επιδίκου πυλώνα της ΔΕΗ και περί ξηρής βλάστησης στη βάση του πυλώνα. Επίσης δέχτηκε ότι μολονότι το συμπέρασμα της δεν ήταν πλήρως και επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο βασιζόμενο σε ελλιπή στοιχεία (εξέταση των αγωγών μακροσκοπικά με τη λήψη μόνο φωτογραφιών), πλην όμως ήταν εκείνο που μπορούσε αυτή να εξάγει με βάση τα ελλιπή στοιχεία που είχε στη διάθεση της και τις επιστημονικές της γνώσεις επιπέδου ΤΕΙ και όχι ΑΕΙ, δίχως πάντως το τελευταίο να θεμελίωνε υποχρέωση ή να αποτελούσε νόμιμο λόγο αποποίησης του διορισμού της στην υπό κρίση υπόθεση ως πραγματογνώμονος από την αρμόδια για τη διεξαγωγή της προανάκρισης υπηρεσία της πυροσβεστικής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του, συνυπογράφοντας την έκθεση αυτοψίας της πυροσβεστικής, Υποπυραγού Α. Κ., στην ως άνω ποινική δίκη, η εν λόγω πραγματογνώμονας ζήτησε από την υπηρεσία της πυροσβεστικής γερανοφόρο όχημα προκειμένου να εξετάσει ενδελεχώς τους αγωγούς, πλην όμως τούτο δεν της διατέθηκε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την κατάθεση στην ίδια ως άνω ποινική δίκη του, επίσης συμπεριλαμβανομένου στη λίστα πραγματογνωμόνων, Μηχανολόγου μηχανικού Θ. Ψ., σε κάποιες περιπτώσεις η ΔΕΗ παρέχει στοιχεία και κάποιες φορές όχι, ενώ επιπροσθέτως αναφέρει ότι σε μία περίπτωση η ΔΕΗ δεν διέθεσε στους πραγματογνώμονες (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος) καλαθοφόρο όχημα, ενώ όταν τους το διέθεσε δεν τους επέτρεψε τη λήψη φωτογραφιών στην οποία ήθελαν να προβούν. Ανεξάρτητα από την παρά το νόμο επιλογή των πραγματογνωμόνων να εξαρτήσουν τη συγκέντρωση των στοιχείων (και κατ' επέκταση επιστημονική αξία του πορίσματος τους) από τη βούληση του ίδιου του ελεγχόμενου που ήταν η ΔΕΗ, στο ζήτημα του καλαθοφόρου οχήματος και τη λήψη φωτογραφιών, στο παρατιθέμενο παράδειγμα του μάρτυρα, όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν τις δυσχέρειες και τα προσκόμματα που συναντά ο πραγματογνώμονας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ειδικά σε περιπτώσεις όπως η επίδικη. Παράλληλα, στις 1-12-2016 υποβλήθηκε και έτερη έγκληση από τον Δ. Λ., υπάλληλο της εναγομένης σε βάρος του Γ. Μ. για τα όσα είχε καταθέσει στην υπ' αρ. 3676/2016 Ένορκη βεβαίωση του (για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη επί της υπ' αρ. 20/2016 αγωγής του I.. Β. κατά της εναγομένης) και σε βάρος του Ι. Β. για ηθική αυτουργία στην πράξη του ενόρκως βεβαιούντος (.....) η οποία απορρίφθηκε κατ' αρ. 47 παρ.1 και 2 ΚΠΔ με διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά, αφού κατά την κρίση της δεν προέκυψαν στοιχεία για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω αδικημάτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω υποσταθμός υπαγόταν (τεχνική συντήρηση και επιμέλεια του περιβάλλοντος αυτού χώρου), κατά το χρόνο πρόκλησης της πυρκαγιάς, στα καθήκοντα του Ε. Κ. του Ι., υπό την ιδιότητά του ως Προϊσταμένου του Πρακτορείου Πόρου της εναγομένης, εναντίον του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη του εμπρησμού δασικής και μη έκτασης από αμέλεια. Με τη με αριθμ. 691/800/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση των αιτιών της επίδικης πυρκαγιάς και ορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες οι Α. Κ. και Σ. Π., οι οποίοι συνέταξαν την από 27-7-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στο πλαίσιο της οποίας συνεκτιμήθηκαν: α) η προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη της ηλεκτρολόγου μηχανικού ΤΕ Χ. Λ., β) το υπ' αριθμ. 50834/2014 πόρισμα της εναγομένης, γ) η από 29-5-2016 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός Α. Κ. για λογαριασμό της ανωτέρω πραγματογνώμονος, δ) η από 4-5-2015 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Κ. Κ., που συνέταγη με πρωτοβουλία έτερης πυροπαθούς, ήτοι της Α. Σ., ε) η από 30-1-2018 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Θ. Χ., που συνετάγη με πρωτοβουλία έτερης πυροπαθούς, ζ) η από 24-4-2015 τεχνική έκθεση της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που υπογράφεται από τον αντιστράτηγο-υπαρχηγό Π.Σ. ε.α. Ν. Δ. και τον αντιστράτηγο Π.Σ. ε.α. Α. Κ., η οποία συνετάγη με πρωτοβουλία της εναγομένης, η) η από Απριλίου 2014 αρχική και τις συμπληρωματικές από Μαΐου και Σεπτεμβρίου 2015 εκθέσεις του ομότιμου καθηγητή Ε.Μ.Π. ηλεκτρολόγου μηχανικού Π. Μ. και του ηλεκτρολόγου μηχανικού Ε.Μ.Π. Κ. Χ., που συνετάγησαν με πρωτοβουλία της εναγομένης και θ) η από Ιανουαρίου 2015 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του Π. Μ.. Σύμφωνα με την παραπάνω από 27-7-2018 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης "Η εκδηλωθείσα πυρκαγιά δεν είναι δυνατόν να προήλθε από κανενός είδους θερμικό-διηλεκτρικό φαινόμενο που να οφείλεται στους αγωγούς ή τον λοιπό ηλεκτροτεχνικό εξοπλισμό του υποσταθμού 54 ΓΑΛΑΤΑ. Συγκεκριμένα: Από την αρχική επιτόπια έρευνα δεν ευρέθη κανένα στοιχείο που να τεκμαίρει ή έστω να αποτελεί ένδειξη για την αιτία της πυρκαγιάς. Το σύνολο του ηλεκτροτεχνικού εξοπλισμού του υποσταθμού δεν έφερε κανενός είδους εμφανή ζημιά ή φθορά. Τα όποια ίχνη ανιχνεύθηκαν μακροσκοπικά επί των καθοδικών αγωγών δεν δύναται να είναι τήγματα αγωγών. Δεν μπορεί να υπάρξει υπερένταση ικανή να προκαλέσει αύξηση της θερμοκρασίας και τήξη των αγωγών, διότι ενεργοποιούνται οι ασφαλιστικές διατάξεις και θέτουν τον υποσταθμό και τη γραμμή εκτός λειτουργίας. Πλέον αυτού, η λειτουργία υπό το μέγιστο ρεύμα αυξάνει τη θερμοκρασία μόλις κατά 0.4°C. Δεν υπήρξε βραχυκύκλωμα για κανένα λόγο (επαφή ή προσέγγιση ατάνυστων αγωγών, υπερπήδηση μονωτήρα), διότι ουδέποτε διεκόπη αυτόματα (από τις ασφαλιστικές διατάξεις) η λειτουργία του υποσταθμού. Ο υποσταθμός λειτουργούσε πριν την εκδήλωση και κατά την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Η λειτουργία του διεκόπη κατόπιν αιτήσεως της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και η επαναλειτουργία του την επομένη έγινε χωρίς καμία επισκευαστική επέμβαση, είτε αντικατάσταση στοιχείου του. Η αιτία της πυρκαγιάς, με βάση τα διατιθέμενα στοιχεία, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν έχει σχέση με το υποσταθμό 54 και το σύνολο του εξοπλισμού του". Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1022/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, κατά την έκδοση της οποίας συνεκτιμήθηκε και η παραπάνω διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, ο κατηγορούμενος Ε. Κ. αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών (σελ. 54 της απόφασης). Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα της έδρας, λόγω θανάτου όμως του κατηγορουμένου, η έφεση δεν εκδικάσθηκε και έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά της εναγομένης ασκήθηκαν σωρεία αστικών αγωγών από διάφορους πυροπαθείς εκ της υπό κρίσης πυρκαγιάς. Επί των ως άνω αγωγών που έγιναν εν μέρει δεκτές σε πρώτο βαθμό, εξεδόθησαν οκτώ αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ως Εφετείου) επί επτά ασκηθεισών εφέσεων εκ μέρους της εναγομένης και δη οι με αριθμ. 1960/2021, 1970/2021, 1924/2021, 1927/2021, 1928/2021, 1926/2021 και 2620/2021 αποφάσεις, οι οποίες, ανέβαλαν την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξαν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διορίζοντας ως πραγματογνώμονες τους Γ. Α. και Α. Δ., προκειμένου αυτοί να γνωμοδοτήσουν εγγράφως και αιτιολογημένα περί των αιτιών της υπό κρίση πυρκαγιάς και ειδικότερα, επί των αμφισβητούμενων θεμάτων της πρόσκλησης αυτής από βραχυκύκλωμα (σφάλμα) υψηλής αντίστασης (ΣΥΑ) και, αν αυτό συνάδει με τη συνέχιση της λειτουργίας του υποσταθμού, περί της πορείας του ανέμου και αν ήταν δυνατόν να προσεγγίσει με οπισθοπορεία το δίστυλο, της αποσαφήνισης της πιθανότητας υπερφόρτωσης του δικτύου, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και τις ειδικότερες περιστάσεις των εξυπηρετούμενων καταναλωτών στην περιοχή αυτή, της αποσαφήνισης του ζητήματος του σημείου έναρξης της φωτιάς και της ύπαρξης και πτώσης πυρακτωμένων τηγμάτων από τα καλώδια κοντά στο δίστυλο του εν λόγω υποσταθμού. Εν συνεχεία, ο διορισθείς, δυνάμει της με αριθμό 2620/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Τμήμα Εφέσεων - Τακτική Διαδικασία), πραγματογνώμονας Α. Δ., με την από Φεβρουάριου 2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: ".... 1. Το σφάλμα υψηλής αντίστασης είναι δυνατόν να παρουσιαστεί και να μην ανιχνευθεί από εγκατεστημένα μέσα προστασίας που λειτουργούν με την αρχή της ανίχνευσης της αυξημένης τιμής της έντασης του ρεύματος και έτσι να αποδοθεί σε αυξομείωση της τιμής του φορτίου. Τα συστήματα που συνήθως είναι εγκαταστημένα στα δίκτυα εντοπίζουν μεγάλη αύξηση της έντασης και έτσι στην ουσία να μην εντοπίζουν μικρές αυξήσεις της έντασης που συνοδεύονται με μεγάλες τιμές της αντίστασης. Στη περίπτωση της εμφάνισης ΣΥΑ λόγω του φαινομένου συνεχίζεται η λειτουργία του συστήματος μέχρι και την τήξη των υλικών (τήγματα, κοχλιοσυνδετήρες κλπ) δηλαδή δημιουργία θερμικού φαινομένου και τελικά διακοπή στην ρευματοδότηση των καταναλωτών που τροφοδοτούνται μετά τον μετασχηματιστή. Όμως παρά το γεγονός της ύπαρξης σφαλμάτων ως προς την με μεγάλες τιμές αντίστασης, δεν πρέπει να ξεχνάμε το αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου που είναι η τήξη των αγωγών. Στην περίπτωσή μας, ούτε τήξη αγωγών ταυτοποιήθηκε ούτε κλαδιά δέντρων γειτνίαζαν με τους αγωγούς μέσης τάσης, ώστε να προκαλέσουν τέτοιο φαινόμενο.
Συνεπώς, δεν είχαμε φαινόμενο ΣΥΑ. 2. Συμπερασματικά διαπίστωσα ότι η φωτιά ήταν δυνατόν να προσεγγίσει με οπισθοπορεία δίστυλο, με βάσει τα βιβλιογραφικά δεδομένα, αλλά και την ανάλυση που προέκυψε. 3. Από τις καταναλώσεις προέκυψε ότι η κατανάλωση (ζήτηση) στα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται είναι στην κυριολεξία "ελάχιστη" σε σχέση με την ισχύ του μετασχηματιστή 160KVA. Δεν προκύπτει λοιπόν σε καμία περίπτωση φαινόμενο υπερέντασης και με δεδομένο ότι το ηλεκτρικό φορτίο της μέσης τάσης προστατεύεται από τηκτή ασφαλείας 12Α στη διακλάδωση 104 που τροφοδοτεί τον μετασχηματιστή. Επιπρόσθετα υπάρχουν ασφάλειες 80 Α προς τις καταναλώσεις 400/230V. 4. Προέκυψαν ότι δεν δημιουργήθηκαν πυρακτωμένα τήγματα, και επομένως, δεν έπεσαν στο έδαφος πυρακτωμένα τήγματα από τους γυμνούς αγωγούς αλουμινίου του υποσταθμού 54 Γαλατά, δεδομένου ότι: α) παρά το γεγονός ότι ερευνήθηκε ο χώρος και από την προανακριτική αρχή αλλά και από την πραγματογνώμονα, δεν κατέστη δυνατό να το έδαφος, αλλά και δεν προέκυψε από κανέναν εργαστηριακό έλεγχο η τυχόν ύπαρξή τους. β) δεν μπορούσαν να δημιουργηθούν τήγματα από τους αγωγούς μέσης τάσης, αφού όπως έχει προαναφερθεί στα προηγούμενα, η αύξηση της θερμοκρασίας σε αυτούς (και στα εξαρτήματα σύνδεσής τους) είναι άνευ σημασίας και τέλος γ) δεν προέκυψε, μετά από λεπτομερή οπτικό έλεγχο που έκανα, στις φωτογραφίες της Χ. Λ., ότι υπήρχαν στους αγωγούς του υποσταθμού 54 Γαλατά, τήγματα του υλικού τους, ή στερεοποιημένα πολλαπλά τήγματα του υλικού τους, ή άλλες αλλοιώσεις του υλικού τους, όπως και στα λοιπά υλικά του δίστυλου, κοχλιοσυνδετήρες, μονωτήρες, αλεξικέραυνα, χιτώνια συστροφής. Το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς σε καμία περίπτωση δεν ήταν κάτω από το δίστυλο αλλά θα έπρεπε να αναζητηθεί Νότια-Δυτικά του διστύλου, οριακά στις παρυφές του χωματόδρομου, στην πάνω-βόρεια πλευρά αυτού, αλλά κυρίως στα αγροκτήματα κάτω-νότια του χωματόδρομου. Η πυρκαγιά στην περιοχή του δίστυλου εισήλθε οπισθοχωρούσα από Ν/Δ αυτού, λίγο πριν από τον μαυρισμένο στύλο. Εάν η αρχική εστία της πυρκαγιάς ήταν κοντά στο δίστυλο (όπως υποστηρίζουν η Χ. Λ., η Πυροσβεστική Υπηρεσία και μάρτυρες) θα έπρεπε πρώτα να έχουν καεί τα ξηρά χόρτα που είναι στο χωμάτινο δρόμο, και στο κάτω αγρόκτημα (γεγονότα που δεν ισχύουν), καθόσον αυτά είναι στην εμπροσθοπορεία της πυρκαγιάς και στην κατεύθυνση του ανέμου. Συμπερασματικά από την προηγηθείσα διερεύνηση όλων των διατιθέμενων στοιχείων, προέκυψε ότι δεν έχει ουδεμία σχέση ο υποσταθμός Γαλατά 54, ο ηλεκτροτεχνικός εξοπλισμός του και οι αγωγοί του με την διερευνούμενη πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε περί την 2μμ. της 20-8-2012, στη θέση ... Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου και τα αίτια αυτά πρέπει να αναζητηθούν αλλού πιθανόν εμπρησμός από αμέλεια ή πρόθεση και όχι ηλεκτρικό φορτίο". Επιπλέον, από τη με αριθμ. 580/14-2-2022 Πράξη κατάθεσης έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, δυνάμει της με αριθμό 2620/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Τμήμα Εφέσεων - Τακτική Διαδικασία), πραγματογνώμονα, Γ. Α., μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: "... 1. Επειδή δεν συνέβη διακοπή της ηλεκτροδότησης προκύπτει ότι δεν προκλήθηκε η επίδικη πυρκαγιά από βραχυκύκλωμα που τυχόν συνέβη στον υποσταθμό 54 Γαλατά και αυτό συνάδει προφανώς με τη συνέχιση λειτουργίας του υποσταθμού πριν την πρόκληση της πυρκαγιάς, κατά την εξάπλωση της πυρκαγιάς και μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Περαιτέρω επειδή κρίνεται ότι δεν εντοπίστηκε, έστω και ένα πραγματικό εύρημα, ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο, ώστε να ταυτοποιείται (=τεκμηριώνεται) ότι συνέβη στον υποσταθμό 54 Γαλατά συγκεκριμένα Σφάλμα Υψηλής Αντίστασης (ΣΥΑ), το οποίο να προκάλεσε με συγκεκριμένο τρόπο την έναρξη της επίδικης πυρκαγιάς, εκτιμάται ότι δεν προκλήθηκε η επίδικη πυρκαγιά, από τυχόν Σφάλμα Υψηλής Αντίστασης (ΣΥΑ), που συνέβη στον υποσταθμό 54 Γαλατά. 2. Από την διερεύνηση και αξιολόγηση όλων των μετεωρολογικών δεδομένων, από τους μετεωρολογικούς σταθμούς που ευρίσκονται σχετικά κοντά στο σημείο που εκδηλώθηκε η διερευνούμενη πυρκαγιά (Υδρας, Κρανιδίου, Σπετσών και Ελευσίνας), προκύπτει ότι η πορεία των ανέμων στο σημείο είχε μεταβλητές διευθύνσεις, αλλά και εντάσεις με ριπές, και ήταν συνδυασμός Βορείων, Βορειοδυτικών και Νοτίων διευθύνσεων και συνεπώς δικαιολογείται η αλλαγή της πορείας τους, ώστε η διεύθυνση της πυρκαγιάς να αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση και να δημιουργούνται και διαφορετικά μέτωπα.
Συνεπώς εκτιμάται ότι δικαιολογείται η δυνατότητα αλλαγής της κατεύθυνσης του μετώπου και συνεπώς και η οπισθοπορεία της φωτιάς, από το συνδυασμό: α) της από 24-04-2015 Έκθεσης του Ν.. Δ. και Α.. Κ. (Αντιστρατήγων ε.α. της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας), της οποίας ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι "η πυρκαγιά στην περιοχή του δίστυλου εισήλθε οπισθοχωρούσα από Ν/Δ αυτού", β) με τα αναλυτικά μετεωρολογικά δεδομένα, από τα οποία προέκυψε ότι στο σημείο εκδήλωσης της φωτιάς είχε μεταβλητές διευθύνσεις, αλλά και εντάσεις με ριπές, και ήταν συνδυασμός Βορείων, Βορειοδυτικών και Νοτίων διευθύνσεων και συνεπώς δικαιολογείται η αλλαγή της πορείας τους, ώστε η διεύθυνση της πυρκαγιάς να αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση και να δημιουργούνται και διαφορετικά μέτωπα. 3. Εκτιμάται, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και τις ειδικότερες περιστάσεις των εξυπηρετούμενων καταναλωτών, ότι η υπερφόρτωση (και προφανώς και η υπερένταση) ουδέποτε αποτέλεσαν πρόβλημα του ηλεκτρικού δικτύου του υποσταθμού Γαλατά 54 και συνεπώς δεν έχουν ουδεμία σχέση με την διερευνούμενη πυρκαγιά, αφού ο υποσταθμός 54 Γαλατά είχε ονομαστική ισχύ το 2012 (και είναι σήμερα) 160 KVA, ενώ η αθροιστική ηλεκτρική ζήτηση όλων των καταναλώσεων που εξυπηρετούσε ο υποσταθμός, το έτος 2012, ήταν μόνο 2,58 KVA. 4. Εκτιμάται ότι δεν δημιουργήθηκαν πυρακτωμένα τήγματα, και επομένως δεν έπεσαν στο έδαφος πυρακτωμένα τήγματα από τους γυμνούς αγωγούς αλουμινίου του υποσταθμού 54 Γαλατά, δεδομένου ότι α) παρά το γεγονός ότι ερευνήθηκε ο χώρος επί μακρόν δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν και να συλλεγούν τήγματα από το έδαφος, β) εκτιμάται ότι ήταν αδύνατον να δημιουργηθούν πυρακτωμένα τήγματα αλουμινίου από υπερένταση, την οποία προκάλεσε η τυχόν υπερφόρτωση του τοπικού ηλεκτρικού δικτύου, δεδομένου του ότι ο υποσταθμός 54 Γαλατά είχε το 2012 (και είναι σήμερα) 160 MVA και η μέση ηλεκτρική ζήτηση όλων των καταναλώσεων που εξυπηρετούσε το 2012, ήταν μόνο 2,58 KVA και τέλος γ) εκτιμάται, ότι μετά από λεπτομερή έλεγχο που έγινε, στις φωτογραφίες Νο6, Νο6Α, Νο7 και Νο7Α της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της Χ. Λ., ότι δεν προκύπτει ότι υπήρχαν στους αγωγούς του υποσταθμού 54 Γαλατά, τήγματα του υλικού τους, ή στερεοποιημένα πολλαπλά τήγματα του υλικού τους, ή άλλες αλλοιώσεις του υλικού τους. Τέλος, στην από 24.4.2015 Έκθεση των Τεχνικών Συμβούλων Ν.. Δ. και Α.. Κ., αφού αξιολογούνται οι φωτογραφίες της δικογραφίας, οι καιρικές συνθήκες, η παραεδάφια ψηλή ξηρή βλάστηση στην λωρίδα του χωμάτινου δρόμου, οι κλίσεις του εδάφους, καθώς και οι δείκτες κατεύθυνσης πυρκαγιάς συμπεραίνονται για την διερευνούμενη στην παρούσα Έκθεση πυρκαγιά, μεταξύ των άλλων και τα εξής 2 βασικά συμπεράσματα: α) το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς θα έπρεπε να αναζητηθεί Νότια-Δυτικά του διστύλου, οριακά στις παρυφές του χωματόδρομου, στην πάνω-βόρεια πλευρά αυτού, αλλά κυρίως στα αγροκτήματα κάτω-νότια του χωματόδρομου και β) εάν η αρχική εστία της πυρκαγιάς ήτα κοντά στο δίστυλο θα έπρεπε πρώτα να έχουν καεί τα ξηρά χόρτα που είναι στο χωμάτινο δρόμο και στο κάτω αγρόκτημα (γεγονότα που δεν ισχύουν), καθόσον αυτά είναι στην εμπροσθοπορεία της πυρκαγιάς και στην κατεύθυνση του ανέμου. Συμπερασματικά από την προηγηθείσα διερεύνηση όλων των διαθέσιμων στοιχείων, εκτιμάται ότι δεν έχει ουδεμία σχέση ο υποσταθμός Γαλατά 54, ο ηλεκτροτεχνικός εξοπλισμός του και οι αγωγοί του με την διερευνούμενη πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε περί την 2μμ. της 20-8-2012, στη θέση ... Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου. Τέλος, εκτιμάται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ότι τα αίτια της διερευνούμενης πυρκαγιάς θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού, και όχι σε ηλεκτρικό φορτίο σε σχέση με τον υποσταθμό 54 Γαλατά, όπως εμπρησμός από αμέλεια ή εμπρησμός από πρόθεση από αγνώστους, ή από τυχαίο γεγονός (όπως από γυαλί που λειτούργησε σαν συγκεντρωτικός φακός), που είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της φωτιάς, λόγω των ισχυρών ή/και θυελλωδών πνεόντων ανέμων στην περιοχή". Με τα ανωτέρω συμπεράσματα των δικαστικών πραγματογνωμόνων Α. Δ. και Γ. Α. συντάσσεται, μεταξύ των τεχνικών εκθέσεων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγομένη, και η από τη από Ιανουαρίου 2022 Τεχνική Έκθεση του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. και του ηλεκτρολόγου μηχανικού του Ε.Μ.Π. Κ. Χ., ενώ διαφοροποιούνται καταλήγοντας σε αντίθετα συμπεράσματα (που ταυτίζονται με εκείνα της πρώτης χρονικά από 8-2-2013 πραγ/νης της Χ. Λ.) οι τεχνικές εκθέσεις του Δ/ρος μηχανικού ΜIT (1984), Μηχανολόγου - Ηλ/γου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Ε., του Αναπληρωτή καθηγητή Παν/μιου Πατρών Τμήμα μηχανολόγων μηχανικών και αεροναυπηγών Θ. Χ. και του μηχανολόγου - μηχανικού Κ./νου Κ. που προσκομίζει, μεταξύ άλλων η αντίδικη πλευρά της εναγομένης.
Στην υπό κρίση περίπτωση, θα πρέπει να διακριθούν δύο ζητήματα που χρήζουν διαδοχικής διερεύνησης επί της ουσίας της υποθέσεως. Το πρώτο είναι εάν η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό και το δεύτερο (σε καταφατική απάντηση επί του πρώτου) εάν η εναγομένη υπέχει ευθύνη για αυτό ενεργώντας (δια των προστηθέντων της) παράνομα και υπαίτια. Το δεύτερο είναι κρίσιμο στο στάδιο της διερεύνησης της κυρίας βάσης της αγωγής. Για τη διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, λοιπόν, πρωτίστως πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα εάν η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αντίδικες πλευρές, αλλά και οι τεχνικοί τους σύμβουλοι, καθώς και οι αυτεπαγγέλτως διορισθέντες πραγματογνώμονες, ασχολήθηκαν επίσης με το ζήτημα του τρόπου δια του οποίου προκλήθηκε ή ήταν πιθανό ή απίθανο με βάση τα δεδομένα της εξεταζόμενης περίπτωσης να προκληθεί η φωτιά από το συγκεκριμένο υποσταθμό. Το ζήτημα του τρόπου είναι κρίσιμο για την απάντηση στο καίριο ως άνω ερώτημα εάν η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, πρωτίστως κατά το μέρος που αφορά την αποφατική του διάσταση. Δηλαδή, εάν αποδειχτεί ότι με κανέναν τρόπο δεν ήταν δυνατόν σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα δεδομένα της εξεταζόμενης περίπτωσης, να προκληθεί η φωτιά από το συγκεκριμένο υποσταθμό, τότε και η απάντηση στο καίριο ως άνω ερώτημα θα πρέπει κατά λογική αλληλουχία να είναι αρνητική. Σε αυτήν την παραδοχή κατατείνουν και οι ισχυρισμοί της εναγομένης καθώς και τα συμπεράσματα των τεχνικών συμβούλων της αλλά και των ως άνω δικαστικών πραγματογνωμόνων (με εξαίρεση την Χ.. Λ.).
Κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η αρχική εστία της φωτιάς ήταν πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού. Τούτο, προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, ιδιαίτερα όμως από τα ακόλουθα : Α) από το γεγονός ότι σε αυτήν τη θέση εντοπίστηκε η έναρξη της φωτιάς και από τους διενεργούντες την αυτοψία πυροσβέστες, ήτοι τους κατεξοχήν έμπειρους για μια τέτοια διαπίστωση, αλλά και από τη διορισθείσα από την Πυροσβεστική υπηρεσία Πραγματογνώμονα Χ.. Λ., οι οποίοι μάλιστα, αφενός δεν είχαν ίδιο όφελος από την έκβαση της υπόθεσης, αφετέρου (και αυτό είναι το σημαντικότερο) ήρθαν σε επαφή με τις αισθήσεις τους με τα ευρήματα και μάλιστα σε άμεσο χρόνο μετά την κατάσβεση της φωτιάς (3 ημέρες μετά), ήτοι ενώ ακόμη αυτά (τα ευρήματα) διασώζονταν σε κατάσταση που μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες για την έναρξη και την αιτία της φωτιάς, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διορισθέντες πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα σε δεύτερο χρόνο, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να κρίνουν με χρονική και τοπική απόσταση από το συμβάν κυρίως εξ εγγράφων και φωτογραφιών, Β) πέραν των αναφερόμενων στις προσκομιζόμενες για την υποστήριξη της αγωγής ένορκες βεβαιώσεις, από τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες, όχι μόνο μεταγενεστέρως ενόψει των αστικών και ποινικών δικών, αλλά ήδη κατά το στάδιο της προανάκρισης, και κυρίως, α) ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβίου μάρτυρας Γ. Μ. (κατά την από 27-9-2012 προανακριτική του κατάθεση), ο οποίος ανεφερε ότι την ώρα που ξεκίνησε η φωτιά είδε να είναι αυτή κοντά σε κολώνες της ΔΕΗ με μετασχηματιστή στα βόρεια της έκτασης που καήκε, β) ο μάρτυρας Σ. Ζ. (κατά την από 24-8-2012 προανακριτική του κατάθεση), ο οποίος μάλιστα δεν αξίωσε αποζημίωση από τη ΔΕΗ, και ανέφερε ότι είδε τη φωτιά να έχει μόλις εκδηλωθεί κάτω από το μετασχηματιστή της ΔΕΗ και σε ακτίνα 15-12 μέτρων περίπου και γ) ή μάρτυρας (εντός της οποίας το κτήμα ευρίσκετο ο επίδικος υποσταθμός) Π. Π. (κατά την από 24-8-2012 προανακριτική της κατάθεση), ανέφερε ότι στο μέσον του βορείου τμήματος του κτήματος της πλησίον του αγροτικού δρόμου ευρίσκεται ο μετασχηματιστής της ΔΕΗ στηριγμένος σε δύο ξύλινες κολώνες, και ότι η φωτιά φαίνεται ότι ξεκίνησε από το κτήμα της (και μάλιστα το βόρειο μέρος του) δεδομένου ότι βορειότερα από το δικό της δεν υπάρχει άλλο κτήμα καμμένο και η κατεύθυνση του αέρα ήταν από το βορρά.
Περαιτέρω, κατά την εξέταση του χώρου, στο εμβαδόν που καλύπτει το γεωτεμάχιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε το πρώτον η φωτιά, αλλά και την περιοχή πέριξ αυτού, τόσο από τους πυροσβέστες - διενεργούντες την αυτοψία, όσο και από την πραγματογνώμονα X.. Λ., δεν εντοπίστηκε κανένα εύρημα στο έδαφος, όπως εμπρηστικοί μηχανισμοί ή εύφλεκτα υλικά, από το οποίο να προκύπτει η αιτία της φωτιάς, αλλά ούτε και οιοδήποτε άλλο εύρημα από το οποίο να μπορεί να αποδοθεί η φωτιά σε τυχόν αγροτικές ή μελισσοκομικές εργασίες. Ωστόσο, κάτωθι του υποσταθμού υπήρχαν ξερά χόρτα (όπως τούτο εξάλλου, έγινε δεκτό και από το υπ' αριθμ. ΑΤ-309, ΑΤ-1455/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά στη σελ. 33 του σκεπτικού). Επίσης, τα κλαδιά του ελαιόδεντρου που φύεται εγγύτερα όλων των άλλων δένδρων στον υποσταθμό, με βάση τις φωτογραφίες δεν έφταναν σε τέτοιο ύψος, ώστε να ευρίσκονται πλησίον των αγωγών επί των οποίων η πραγματογνώμονας εντοπίζει ενδείξεις τήξεως και δη σε τέτοια απόσταση από τους εν λόγω αγωγούς που να ήταν αναμενόμενο υπό τις δεδομένες συνθήκες ανέμου της τάξεως των 8 μποφόρ, σε περίπτωση περιδίνησης των συγκεκριμένων αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους να έρθουν σε επαφή με αυτά (τα κλαδιά) ή να εισέλθουν (τα κλαδιά) στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών προκαλώντας διηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο. Εξάλλου, οι φωτογραφίες 10, 11, και 12 που επικαλείται η αμέσως ανωτέρω πραγματογνώμονας και απεικονίζουν την εισέλευση κλάδων ελαιοδένδρου μεταξύ οριζόντιων αγωγών, αφορούν άλλο σημείο και άλλο ελαιόδεντρο της περιοχής και παρατίθενται προκειμένου να στηρίξει τη διαπίστωση της ότι στην περιοχή δεν έχουν ληφθεί τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας από τους προστηθέντες της ΔΕΗ αναφορικά με την αποκοπή κλαδιών - κλάδεμα δένδρων, που γειτνιάζουν με στοιχεία του εξοπλισμού της. Παρόλα ταύτα, τα κλαδιά του προαναφερόμενου ελαιόδεντρου που φύεται εγγύτερα όλων των άλλων δένδρων στον επίδικο υποσταθμό, με βάση τις φωτογραφίες πλησιάζουν εγγύτατα με το κιβώτιο ασφαλειών του υποσταθμού καθώς και με τα υπόλοιπα στοιχεία του εξοπλισμού που είναι συνδεδεμένα σε αυτό, αν και με βάση τις φωτογραφίες δεν φαίνονται (τα κλαδιά) να έχουν επηρεαστεί από τη φωτιά.
Περαιτέρω, στις φωτογραφίες 6, 6α, 7 και 7α φαίνεται ότι οι απεικονιζόμενοι αγωγοί φέρουν σε κάποια τμήματά τους ενδείξεις τήξεως, καθώς και ελλείμματος υλικού ...... Ειδικότερα, παρατηρούνται σημάδια αλλοίωσης της αρχικής διατομής του αγωγού ASCR 16mm2 τα οποία, ενόψει μάλιστα του σφαιρικού σχήματος τους, παραπέμπουν σε συγκεντρώσεις τηγμάτων. Εξάλλου, το φαινόμενο της οξείδωσης του αλουμινίου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η εξωτερική στιβάδα του αγωγού ήταν από αυτό το υλικό [ο εν λόγω αγωγός αποτελείται από κλώνους αλουμινίου περιελιγμένους γύρω από ένα χαλύβδινο κλώνο, όπου ο χάλυβας εξυπηρετεί τη μηχανική αντοχή του αγωγού (με αμελητέο διερχόμενο ρεύμα) και το αλουμίνιο την ηλεκτροδότηση], που προτείνεται ως εξήγηση των φωτογραφιών από την εναγομένη, δεν εκδηλώνεται με την απεικονιζόμενη στις ως άνω φωτογραφίες μορφή, ενώ οι οξειδώσεις που παρουσιάζονται στο παράστημα VI της τεχνικής έκθεσης του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. αφορούν γενικά τα μέταλλα αλλά δεν αφορούν ειδικά το υλικό του αλουμινίου........ Ειδικότερα, το φαινόμενο της οξείδωσης του αλουμινίου εκδηλώνεται με αλλοίωση της λειότητας (εκτράχυνση) της επιφάνειας του αλουμινίου, και μάλιστα αλλοίωση λευκού χρώματος και όχι καφέ ........ Για τον ίδιο ως άνω λόγο, τα καφέ χρώματος σημάδια επί του ως άνω αγωγού αλουμινίου αποτελούν σημάδια εκκένωσης και όχι οξείδωσης, αφού, όπως προεξετέθη σε αντίθεση με άλλα μέταλλα το αλουμίνιο δεν εμφανίζει οξείδωση με τέτοια καφέ σημάδια........ Σημειώνεται, επίσης, ότι από μονή την επισκόπηση των προαναφερομένων φωτογραφιών, είναι εμφανής, τουλάχιστον σε έναν αγωγό, και η διακοπή του συνεχούς της κανονικής περιέλιξης των κλώνων αλουμινίου (δηλαδή της εξωτερικής στιβάδας του αγωγού), ήτοι των κλώνων από τους οποίους διέρχεται το ηλεκτρικό ρεύμα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετά σημεία του εν λόγω αγωγού που να μην είναι πλήρως καλυμμένα από περιελιγμένο ρευματοφόρο κλώνο αλουμινίου. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα καφέ σημάδια που εμφανίζονται ως αλλοιώσεις της βαφής επί του κιβωτίου ασφαλειών του επίμαχου υποσταθμού παραμπέμπουν σε θερμικό φαινόμενο (κάψιμο) και όχι σε διάβρωση. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η βαφή δεν επιτρέπει την οξείδωση του μετάλλου, γι αυτό και αυτή (η οξείδωση του μετάλλου), που στο κοινό μέταλλο εμφανίζεται με καφέ χρώμα (σκουριά) μπορεί να εμφανιστεί μόνο στα σημεία που έχει ξεφλουδίσει η βαφή και έτσι έχει μείνει πλέον ακάλυπτο το μέταλλο, εκτεθειμένο στην ατμόσφαιρα. Εντούτοις στην επιφάνεια της ίδιας της βαφής (της μπογιάς) μπορεί να εμφανιστεί καφέ χρώμα ως αποτέλεσμα θερμικής αλλοίωσης (λόγω φωτιάς).
Εν προκειμένω, δεν φαίνεται από τις φωτογραφίες ξέφτισμα - ξεφλούδισμα της μπογιάς επί του ως άνω κιβωτίου, αλλά αλλοίωση του χρώματος που παραπέμπει σε αποτέλεσμα θερμικής αλλοίωσης (λόγω φωτιάς). Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τις φωτογραφίες διατηρούνται ανέπαφοι από τη φωτιά οι κλάδοι του πλησιέστερου στο υποσταθμό ελαιοδένδρου (για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω), οι πυλώνες, η τραβέρσα και οι μονωμένοι αγωγοί μέσης και χαμηλής τάσης, ήτοι τα στοιχεία που βρίσκονται πλησίον του ως άνω κιβωτίου, τα οποία θα ήταν αναμενόμενο να ήταν και αυτά επηρεασμένα (με σημάδια καψίματος) εάν το ως άνω σημάδι καψίματος του κιβωτίου ήταν εξωτερικής προέλευσης, ήτοι εάν είχαν προκληθεί από φωτιά που πλησίασε στον υποσταθμό (ξεκινώντας από αλλού)...... Σε συμφωνία με τα ως άνω, επισημαίνεται επίσης, ότι οι αγωγοί και τα τήγματα για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω, δεν έφεραν σημάδια καπνού, αιθάλης ή άνθρακα κατά το χρόνο της αυτοψίας της πραγματογνώμονος X.. Λ., γεγονός που επίσης απομακρύνει το ενδεχόμενο τα ως άνω τήγματα να προήλθαν από εξωτερική αιτία, ήτοι από φωτιά που πλησίασε στον υποσταθμό (ξεκινώντας από αλλού)......... Η ανωτέρω μάλιστα διαπίστωση έγινε από πραγματογνώμονα που εξέτασε με αυτοψία τα ευρήματα 3 ημέρες μετά τη φωτιά, ήτοι ήρθε σε επαφή και με τις αισθήσεις της με τα ευρήματα και μάλιστα σε άμεσο χρόνο μετά την κατάσβεση της φωτιάς, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διορισθέντες πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα σε δεύτερο χρόνο, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να κρίνουν με χρονική και τοπική απόσταση από το συμβάν κυρίως εξ εγγράφων και φωτογραφιών. Επίσης, παρατηρείται από τις φωτογραφίες ότι το μεσαίο εκ των τριών αλεξικέραυνων του υποσταθμού έχει κλίση προς τα δεξιά ενώ τα υπόλοιπα στέκονται κατακόρυφα, χωρίς όμως να μπορεί να εξακριβωθεί εάν αυτό οφείλεται σε αρχική (ορθή ή σφαλμένη) τοποθέτηση του ή σε μετατόπιση του μεταγενεστέρως. Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα εάν έλαβε χώρα ή όχι διακοπή ρευματοδότησης ή οιαδήποτε βλάβη λόγω συμβάντος στη λειτουργία του επίδικου υποσταθμού την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν διαθέτει καταγραφικά για τη μέση τάση......., δεδομένου μάλιστα ότι ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει τέτοια για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι δεν υπήρξε βλάβη στον υποσταθμό. Προσκομίζεται μετ' επικλήσεως βέβαια από την εναγομένη, το δελτίο αναφορών - παραπόνων πελατών για προβλήματα στην ηλεκτροδότηση για τον μήνα Αύγουστο του επιδίκου έτους (παρατίθεται και στην τελ. σελ. πραγματογνωμοσύνης Α.), από όπου δεν προκύπτει ότι την κρίσιμη ημέρα υπήρξε αναφορά - παράπονο πολίτη για πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση που παρείχε ο επίδικος υποσταθμός. Τούτο όμως, από μόνο του, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση. Το ως άνω δελτίο συνιστά εσωτερικό έγγραφο που συντάσσει ή ίδια η εναγομένη, και ως εκ τούτου για να θεωρηθεί υψηλής αξιοπιστίας θα πρέπει να υποτεθεί ως δεδομένο ότι εάν υπήρχε καταγγελία - παράπονο για τη λειτουργία του υποσταθμού, τον κρίσιμο χρόνο που είχε ξεσπάσει η φωτιά, εκείνη θα το κατέγραφε, εν γνώσει της ότι τούτο θα αποβεί εις βάρος της στη διερεύνηση της αιτίας της φωτιάς. Εξάλλου, τη στιγμή που οι πελάτες της εναγομένης που ευρίσκονταν στο πεδίο εξυπηρέτησης από τον επίδικο υποσταθμό, αντιλαμβάνονται τη φωτιά να ξεκινάει πλησίον του υποσταθμού και να κινείται με μεγάλη ταχύτητα απειλώντας τις περιουσίες τους και τις ζωές τους, δεν ήταν αναμενόμενο να καλέσουν τη ΔΕΗ (σε περίπτωση διακοπής ηλεκτροδότησης) αλλά την πυροσβεστική. Παρ' όλα ταύτα, με βάση με το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και των λαμβανομένων υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, συνδυαζόμενων με το ανωτέρω δελτίο της εναγομένης, το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της εκδοχής ότι η διακοπή της ηλεκτροδότησης έγινε, το πρώτον, όταν το ζήτησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία από την ΔΕΗ προκειμένου η πρώτη να επιχειρήσει με ασφάλεια την κατάσβεση της φωτιάς. Παρ' όλα ταύτα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τυγχάνει ουσιώδες το εάν έλαβε χώρα ή όχι διακοπή ρευματοδότησης λόγω συμβάντος στη λειτουργία του επίδικου υποσταθμού την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς και τούτο διότι: 1) ήταν εφικτή, στην εξεταζόμενη περίπτωση, με βάση τα πορίσματα της επιστήμης, η πρόκληση ηλεκτρικού φαινομένου, όπως το σφάλμα υψηλής αντίστασης (που απαιτεί ειδικό εξοπλισμό για την αντιμετώπιση του χωρίς να επαρκούν οι ασφάλειες που χρησιμοποιούσε η εναγομένη στον επίδικο υποσταθμό) και ειδικότερα οι επαναλαμβανόμενες ή έρπουσες υπερπηδήσεις τάσεως με τη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου, που όταν λάβουν χώρα μπορούν να προξενήσουν φωτιά χωρίς να προκληθεί διακοπή ρευματοδότησης από τον υποσταθμό στο οποίο εμφανίστηκαν......., 2) είναι εφικτή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πρόκληση φωτιάς από συμβάν στη λειτουργία υποσταθμού, όπως του επιδίκου, και χωρίς να λάβει χώρα διακοπή ηλεκτροδότησης, .......... 3) Τυχόν διακοπή ηλεκτροδότησης, δεν θα οδηγούσε, κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα από μόνη της ότι η φωτιά προκληθηκε από βραχυκύκλωμα του υποσταθμού, αφού θα μπορούσε να αποδοθεί (η διακοπή) στην επίδραση της τυχόν ήδη προκληθείσης από άλλη αιτία φωτιάς στη λειτουργία του υποσταθμού και 4) δεν εξετάστηκε εξαρχής (όταν τα ευρήματα είναι "νωπά") στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά ο υποσταθμός στα επι μέρους στοιχεία του, ώστε να προκύψει εάν λειτουργούσαν κανονικά τα πάσης φύσεως μέτρα προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.), ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η μη διακοπή ηλεκτροδότησης στην υπό κρίση περίπτωση σημαίνει την απουσία βραχυκυκλώματος, υπερτάσεως, υπερεντάσεως ή οιουδήποτε άλλου μη κανονικού φαινομένου στη λειτουργία του υποσταθμού....... Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι στο εξεταζόμενο βιοτικό συμβάν χρειάστηκε η κατάσβεση οιουδήποτε τμήματος του υποσταθμού (ούτε υπήρξε καμμία μαρτυρία περί φωτιάς του ίδιου του υποσταθμού ή τμήματος του στο επίδικο συμβάν) ή η τυχόν επισκευή του λόγω παύσης της λειτουργίας του ένεκα βλάβης. Συνοψίζοντας, από όλες τις ανωτέρω παραδοχές, και κυρίως με βάση το σημείο έναρξης της φωτιάς πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού και τα ως άνω ευρήματα θερμικής αιτιολογίας, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούσαν στον επίδικο χρόνο και τόπο, ήτοι υψηλές θερμοκρασίες, ισχυροί βόρειοι - βορειοανατολική άνεμοι της τάξεως των 8 μποφόρ και ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικο υποσταθμού, το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση οπωσδήποτε έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο....., με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος, προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά.
Άλλωστε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, που περιλαμβάνονται σε ένορκες καταθέσεις τους στα ακροατήρια του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, τόσο στην υπόθεση με κατ/νο τον Κ. Ε., όσο και στην υπόθεση με κατ/νη την Χ.. Λ., έχουν προκληθεί πολλές φορές φωτιές από υποσταθμούς της περιοχής μεταξύ των οποίων και από τον επίδικο (προγενεστέρως του επιδίκου συμβάντος). Εξάλλου, η πειραματική διερεύνηση των θερμικών φαινομένων που παρατίθεται σε τεχνική έκθεση του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. και του ηλεκτρολόγου μηχανικού του Ε.Μ.Π. Κ. Χ., για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να στην υπό κρίση περίπτωση να έλαβε χώρα οιοδήποτε θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο στον υποσταθμό ικανό να προξενήσει φωτιά, λαμβάνει ως δεδομένα, την καλή κατάσταση των υλικών, των συνδέσεων, και την κανονική λειτουργία των επί μέρους στοιχείων του και ειδικά των μέτρων προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.) και λειτουργία του υποσταθμού υπό κανονικές συνθήκες, που όμως ουδόλως τυγχάνουν δεδομένα, αλλά ζητούμενα στην υπό κρίση περίπτωση, και ως εκ τούτου το συμπέρασμα της, κρίνεται εσφαλμένο (...........). Στο αυτό εξάλλου σφάλμα υποπίπτουν και οι πραγματογνώμονές Κ. και Π. καθώς και Α. και Δ., θεωρώντας δεδομένα την καλή κατάσταση των υλικών, των συνδέσεων, και την κανονική λειτουργία των επί μέρους στοιχείων του υποσταθμού και ειδικά των μέτρων προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.) και λειτουργία του υποσταθμού υπό κανονικές συνθήκες, και κατά συνέπεια καταλήγουν σε εσφαλμένο συμπέρασμα ότι εάν είχε συμβεί κάποιο θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο στο υποσταθμό ικανό να προξενήσει φωτιά (εκτός από το σφάλμα υψηλής αντίστασης) θα είχε προκληθεί διακοπή ρευματοδότησης. Επιπροσθέτως, η μαθηματική απόδειξη της θερμοκρασίας των υποτιθέμενων τηγμάτων όταν αυτά φτάνουν στο έδαφος που παρατίθεται επίσης στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση, για να καταλήξει και πάλι στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να στην υπό κρίση περίπτωση να έλαβε χώρα οιοδήποτε θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο στον υποσταθμό ικανό να προξενήσει φωτιά, αντικρούεται πειστικά από τη μαθηματική απόδειξη που παρατίθεται στην από 6-6-2018 τεχνική έκθεση του Δ/ρος μηχανικού ΜΙΤ (1984), Μηχανολόγου - Ηλ/γου Μηχανικού ΕΜΠ Α. Ε. (...). Εξάλλου, όπως ορθώς επισημαίνεται και στην από 4-5-2015 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Κ.. Κ. σελ. 2 ερευνητέο δεν είναι μόνο τι θα συνέβαινε εάν έπιπτε στη γή μόνο ένα πυρακτωμένο τηγμα μετάλλου διαμέτρου 1mm, αλλά και (κυρίως) εάν έπιπταν τήγματα αγωγού μεγαλύτερης μάζας ή μία βροχή τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, όπως συμβαίνει συχνά σε περίπτωση βραχυκυκλώματος. Παρ' όλα ταύτα, δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο (ή αλλιώς ο λόγος για τον οποίο) προκλήθηκε η φωτιά από τον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, λόγω ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο με αποτέλεσμα τη βροχή τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω (.........). Το ανωτέρω, θα μπορούσε να έχει πιθανότατα εξακριβωθεί εάν εξεταζόταν εξαρχής (όταν τα ευρήματα ήταν "νωπά") στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά ο υποσταθμός στα επι μέρους στοιχεία του, ώστε να προκύψει: 1) πότε και ποιο μη κανονικό συμβάν μεσολάβησε στη λειτουργία του που προκάλεσε ή μπορούσε να προκαλέσει φωτιά, 2) ποια τυχόν βλάβη έχει υποστεί οποιοδήποτε στοιχείο του, από υψηλή θερμοκρασία λόγω έκρηξης ή φωτιάς από μη εξωτερικό αίτιο και 3) εάν λειτουργούσαν κανονικά τα επί μέρους στοιχεία του και ειδικά τα μέτρα προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.). Τέτοια εξέταση δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω. Παρ' όλα ταύτα, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά, δεν αναιρεί τη διαπίστωση της πρόκλησης αυτής από τον επίδικο υποσταθμό, αφού για την παραδοχή αυτή αρκούν όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στοιχεία, όπως συνεκτιμώνται μεταξύ τους. Προς επίρρωση των ανωτέρω θα πρέπει να σημειωθεί και το συμβάν που αναφέρει ο Δ. βλάχος στην από 5-12-2016 εξώδικη διαμαρτυρία του κατά εναγομένης και του υπεύθυνου της για τη λειτουργία του επιδίκου υποσταθμού Ε. Κ., και επαναλαμβάνει και στην ένορκη κατάθεση του στο ακροατήριο του Β' Τρ. Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (1022/2019 απόφαση) το οποίο επιβεβαιώνει ως αληθινό και ο I. Βλάχος, σύμφωνα με το οποίο, ο Ε.. Κ. τον απείλησε επανειλημμένως, με υποβολή μήνυσης, εάν δεν δηλώσει εγγράφως ότι ο μάρτυρας Χ. Σ. έχει πει ψέματα στην κατάθεση του για την εστία της φωτιάς, ενώ ταυτόχρονα παραδέχτηκε σε αυτόν (στον Δ.. Β.) ότι ευθύνεται ο υποσταθμός της ΔΕΗ για τη φωτιά, αλλά προσπάθησε να τον αποθαρρύνει διαβεβαιώνοντας τον ότι οι πυρόπληκτοι δεν θα δικαιωθούν, αλλά θα ταλαιπωρούνται για χρόνια στα δικαστήρια, διότι η ΔΕΗ έχει καλούς δικηγόρους. Ωστόσο, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά από τον ως άνω υποσταθμό δεν επιτρέπει τη διαπίστωση υπαιτιότητας της εναγόμενης, αφού ακόμη και εάν υφίσταται πλημμέλεια στη συμπεριφορά της αναφορικά με την υποχρέωση της συντηρήσεως του υποσταθμού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σύμφωνα με την Οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί εν προκειμένω εάν τελεί αυτή σε αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο που επισυνέβη στον επίδικο υποσταθμό και προκάλεσε την επίδικη φωτιά. Εξαίρεση στην ανωτέρω παραδοχή αφορά η μομφή που αποδίδεται στην εναγομένη αναφορικά με την παραβίαση της υποχρέωση της για αποψίλωση της βλάστησης γύρω από τον υποσταθμό σε ακτίνα 2μ. περιξ του υποσταθμού, αφού τέτοια πλημμέλεια θα συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της φωτιάς εκ του υποσταθμού όποιο και εάν ήταν το ηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο που έλαβε χώρα στον υποσταθμό, δεδομένου ότι η εστία της φωτιάς εντοπίζεται στο σημείο ακριβώς που υπήρχαν ξερά χόρτα πλησίον - κάτωθι του υποσταθμού. Από τη διαπίστωση από την πραγματογνώμονα Χ.. Λ. (όπως μνημονεύει στην πραγματογνωμοσύνη της) αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι υπήρχαν ξερά χόρτα στη βάση του υποσταθμού τον κρίσιμο χρόνο της πρόκλησης της φωτιάς, με την ανάφλεξη εξάλλου τον οποίων ξεκίνησε η φωτιά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. 17/18-6-2012 ημερήσιο δελτίο εργασίας κλαδεμάτων ή κοπής δένδρων και καθαρισμού αποζευκτικών σημείων (αποψιλώσεως) της αρμόδιας περιοχής του Ναυπλίου ..., που προσκομίζει η εναγομένη, μόλις περίπου 2 μήνες πριν τη φωτιά, δια αναθέσεως της σχετικής εργασίας σε εργολάβο, η εναγομένη εκπλήρωσε την αμέσως προαναφερόμενη υποχρέωση της σύμφωνα με την οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης.
Συνεπώς, ανεξαρτήτως της αιτίας για την οποία αναπτύχθηκε εκ νέου, στο διαδραμόν διάστημα από την αποψίλωση, τέτοια βλάστηση στη βάση του υποσταθμού, δεν μπορεί να αποδοθεί η ύπαρξη αυτής σε αμέλεια της εναγομένης......... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αφού αποδείχτηκε η πρόκληση της φωτιάς από τον επίδικο υποσταθμό της εναγομένης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της, προκύπτει....... το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης και τυγχάνει εξεταστέο το ζήτημα εάν υφίσταται και αιτιωδώς συνδεόμενη προξενηθείσα σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ζημία....".Κρίνοντας όμως έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 925 του ΑΚ, διότι από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρφόστηκαν, ενώ οι διαλαμβανόμενες σ'αυτήν ενδοιαστικές, ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το παράνομο της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, με την έννοια της πραγματώσεως του κινδύνου, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται πλησίον-κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ότι άλλες αιτίες εκδήλωσης της φωτιάς δεν εντοπίστηκαν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, παρότι δέχεται ότι δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή προκλήθηκε, διαλαμβάνοντας τις ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες ότι: "στην υπό κρίση περίπτωση οπωσδήποτε έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπηδήσεως υψηλής τάσεως στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντιστάσεως, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο, με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων, τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά", με αποτέλεσμα από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως να δημιουργούνται ισχυρές αμφιβολίες για την ορθότητα ή μη του πορίσματος ότι η επίδικη πυρκαγιά προκλήθηκε από τον παραπάνω υποσταθμό, δεδομένο ότι δεν αιτιολογείται σε τι συνίστατο η παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δηλαδή η πραγμάτωση του κινδύνου. Οι ανωτέρω πλημμέλειες ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πέμπτο σκέλος του, είναι βάσιμος. Δεδομένου δε, ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρόσθετων λόγων. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως, λόγω της νίκης της. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 24-10-2022 αίτηση αναιρέσεως και τους από 20-2-2024 πρόσθετους λόγους.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3124/2022 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, παραπάνω, Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, από αυτόν, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε, για την άσκηση της αναιρέσεως.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης