Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1198 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1198/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Παππά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ' αρ. 47/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έφεση κατά της υπ' αρ. 78/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και εξαφανίστηκε αυτή, ακυρώθηκε εν μέρει και συγκεκριμένα, κατά το ποσό των 18.000 ευρώ, η υπ' αρ. 58/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατά μερική παραδοχή της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα ανακοπής. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Με τον πρώτο λόγο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416ΑΚ, με το να απορρίψει, με αντιφατικές, αλλά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τον προταθέντα με την ένδικη ανακοπή του ισχυρισμό εξοφλήσεως της ένδικης απαιτήσεως, κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε σε αυτό με την έφεση του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα, κατά το ποσό των 12.000 ευρώ. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος είναι ελεύθερος επαγγελματίας και διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ποτών στην ... και ο καθ' ου και ήδη εκκαλών είναι αρχιτέκτων μηχανικός ο οποίος είχε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις επί πολλά έτη με τον πατέρα του ανακόπτοντος, Γ. Ζ., που δραστηριοποιούνταν επίσης στο χώρο της εμπορίας ποτών. Κατά το έτος 2013, ο ανακόπτων, ο οποίος αντιμετώπιζε έντονη οικονομική και ταμειακή δυσχέρεια στην επιχείρησή του, ζήτησε από τον καθ' ου να του δανείσει ένα χρηματικό ποσό. Έτσι, στις 23-9-2013, μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου, καταρτίστηκε η με την ως άνω ημεροχρονολογία σύμβαση δανείου ποσού 30.000 ευρώ, δυνάμει της οποίας ο καθ' ου δάνεισε στον ανακόπτοντα το ποσό των 30.000 ευρώ και ο ανακόπτων ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό αυτό άτοκα, μέχρι τις 23-9-2015, όπως αναφέρεται ρητά στην ως άνω σύμβαση. Προς εξασφάλιση της ως άνω δανειακής σύμβασης, ο καθ' ου εξέδωσε στην Καβάλα στις 23-9-2013, μία (1) συναλλαγματική, την οποία ο ανακόπτων αποδέχθηκε αυθημερόν, ποσού 30.000 ευρώ και λήξης στις 23-9-2015, ενώ για τον ίδιο λόγο, δυνάμει της υπ' αρ. 728/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), επιτράπηκε στον καθ' ου να εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 40.000 ευρώ σε τρία ακίνητα ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος. Ωστόσο, αν και καταβλήθηκε το ποσό των 30.000 ευρώ, μετά την ορισθείσα ημεροχρονολογία αποπληρωμής του ποσού του δανείου και τη λήξη της συναλλαγματικής, ο καθ' ου απέστειλε στον ανακόπτοντα, μέσω του συνηγόρου του μία επιστολή με την οποία τον καλούσε να του επιστρέψει το ποσό του δανείου και μετά από λίγους μήνες την από 6-3-2017 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκλησή του με την οποία όχλησε τον ανακόπτοντα να του επιστρέψει το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ. Στη συνέχεια, κατόπιν αίτησης του καθ' ου εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αρ. 58/2017 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ' ου το ποσό των 30.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση την επίδικη συναλλαγματική, την οποία είχε εκδώσει ο καθ' ου στην Καβάλα σε διαταγή του κι είχε αποδεχθεί ο ανακόπτων προς εξασφάλιση της δανειακής σύμβασης και δεν είχε ο ανακόπτων εξοφλήσει, κατά τους ισχυρισμούς του καθ' ου. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι, μετά τη σύναψη του επίδικου δανείου και πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο ανακόπτων προέβη σε διάφορες ημεροχρονολογίες στην κατάθεση διαφόρων χρηματικών ποσών στους υπ' αρ. 9800754709, 9800363488 και 6618133325111 τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο καθ' ου η ανακοπή στην τράπεζα με την επωνυμία "... Α.Ε." και στην τράπεζα με την επωνυμία "... Α.Ε." αντίστοιχα, συνολικού ύψους 16.925 ευρώ, και ειδικότερα κατέθεσε: 1) στις 3-10-2013 το ποσό των 200 ευρώ, 2) στις 30-12-2013 το ποσό των 400 ευρώ, 3) στις 2-1-2014 το ποσό των 550 ευρώ, 4) στις 20-1- 2014 το ποσό των 200 ευρώ, στις 5-2-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 6) στις 6- 2-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 7) στις 27-3-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 8) στις 16-4-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 9) στις 23-4-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 10) στις 13-5-2014 το ποσό των 195 ευρώ, 11) στις 3-6-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 12) στις 20-6-2014 το ποσό των 200 ευρώ, 13)( στις 28-7- 2014 το ποσό των 2.500 ευρώ, 14) στις 5-8-2014 το ποσό των 500 ευρώ, 15) στις 18-8-2014 το ποσό των 200 ευρώ, 16) στις 28-8-2014 το ποσό των 1.000 ευρώ, 17) στις 24-9-2014 το ποσό των 190 ευρώ, 18) στις 30-9-2014 το ποσό των 1.000 ευρώ, 19) στις 17-10-2014 το ποσό των 190 ευρώ, 20) στις 4-11- 2014 το ποσό των 500 ευρώ, 21) στις 19-1-2015 το ποσό των 200 ευρώ, 22) στις 27-4-2015 το ποσό των 200 ευρώ, 22) στις 14-5-2015 το ποσό των 300 ευρώ, 23) στις 4-6-2015 το ποσό των 400 ευρώ και 24) στις 28-8-2015 το ποσό των 5.000 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου προκειμένου να ενισχύσει ταμειακά τον ανακόπτοντα είχε λάβει από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." καταναλωτικό δάνειο με αριθμό δανειακού λογαριασμού 1618/00002995634, το προϊόν του οποίου παρέδωσε στον ανακόπτοντα. Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι το τρίτο δεκαήμερο του Ιουλίου του 2014 κατέβαλε στον καθ' ου το ποσό των 12.000 ευρώ σε μετρητά, που δανείστηκε από τους Μ. Σ., Α. Ζ., Ε. Μ. και Φ. Β., ενώ για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αναφέρει ότι το γεγονός της καταβολής του ποσού έλαβε χώρα εντός καφετέριας απέναντι από το κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας στην Καβάλα. Ωστόσο, αν και ο ανακόπτων έκανε καταβολές στους τραπεζικούς λογαριασμούς του καθ' ου που προαναφέρθηκαν για ποσά από 400 ευρώ έως 5.000 ευρώ, για τις οποίες προσκομίστηκαν οι αντίστοιχες αποδείξεις-παραστατικά των οικείων Τραπεζών, το μεγάλο ποσό των 12.000 ευρώ δεν το είχε καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό και δεν είχε λάβει σχετική απόδειξη είσπραξης από τον καθ' ου, ενέργεια που σύμφωνα με τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής θα έπρεπε να είχε πράξει για να έχει απόδειξη με βέβαιη χρονολογία. Από τα παραπάνω, επίσης, καθίσταται σαφές ότι ο ανακόπτων κατάφερε μεν να συγκεντρώσει το ποσό των 12.000 ευρώ από τους παραπάνω, οι οποίοι είχαν προηγουμένως εισπράξει από την Τράπεζα της Ελλάδας ως προϊόν πλειστηριασμού, όπως ο μάρτυράς του κατέθεσε, το ποσό των 10.000 ευρώ ο καθένας και του δάνεισαν 3.000 ευρώ έκαστος, με έκδοση των αντίστοιχων παραστατικών, ωστόσο δεν προέβη στην καταβολή του ποσού των 12.000 ευρώ προς τον καθ' ου και για αυτό το λόγο δεν έλαβε απόδειξη και δεν ζήτησε να του επιστραφεί από τον καθ' ου η συναλλαγματική που είχε αποδεχθεί, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, ούτε έπραξε αυτό ακόμη και μετά την καταβολή από αυτόν του ποσού των 1.075 ευρώ το Σεπτέμβριο του 2015. Το γεγονός της συγκέντρωσης και δανεισμού του ποσού των 12.000 ευρώ από τον ανακόπτοντα μέσω των τεσσάρων γνωστών του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ειδικώς από το Δικαστήριο, πλην όμως αποδείχθηκε ότι αυτό το ποσό δεν παραδόθηκε ποτέ στον καθ' ου, διότι ο ανακόπτων πιθανόν το χρησιμοποίησε για να καλύψει άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του, δεδομένου ότι διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας ποτών. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία διατάχθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό των 30.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, συνυπολογιζομένου του ποσού των 18.000 ευρώ, τυγχάνει εν μέρει ακυρωτέα....... Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ανακοπή και ακύρωσε στο σύνολό της την υπ' αρ. 58/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, δεχόμενο "ότι ο ανακόπτων εξόφλησε το χρέος προς τον καθ' ου από την επίμαχη σύμβαση δανείου και συνακόλουθα την επίδικη συναλλαγματική" έσφαλε κατά τούτο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει, κατόπιν αυτών, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος, και αφού κρατηθεί η υπόθεση και ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο (....), να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να ακυρωθεί εν μέρει η υπ' αριθμ. 58/2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατά το ποσό των 18.000 ευρώ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόστηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, μετά τη σύναψη, στις 23-9-2013, μεταξύ των διαδίκων του επιδίκου δανείου, ύψους 30.000 ευρώ και πριν την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής με βάση την ισόποση συναλλαγματική, που εκδόθηκε προς εξασφάλιση αυτού, ο αναιρεσείων, κατέβαλλε σε τραπεζικούς λογαριασμούς του αναιρεσιβλήτου επιμέρους ποσά από 200 ευρώ έως 5.000 ευρώ, που κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2013 έως 28-8-2015, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 16.925 ευρώ, για τα οποία έλαβε αντίστοιχες αποδείξεις - παραστατικά των οικείων τραπεζών, ενώ το ποσό των 12.000 ευρώ, που επικαλείται αυτός ότι επίσης, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο τον Ιούλιο του 2014 δεν το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου ούτε και του το κατέβαλε σε μετρητά και για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεν έλαβε απόδειξη ούτε και ζήτησε να του επιστραφεί από τον αναιρεσίβλητο η παραπάνω συναλλαγματική που είχε αποδεχθεί, όταν, το Σεπτέμβριο του 2015, του κατέβαλε το τελευταίο ποσό των 1.075 ευρώ. Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022). Ειδικότερα, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι το ποσό των 12.000 ευρώ που αυτός δανείστηκε σε μετρητά από τους Φ. Β., Μ. Σ., Α. Ζ. και Ε. Μ. πιθανόν το χρησιμοποίησε για να καλύψει άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του. Ωστόσο, το επικαλούμενο ως άνω από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου αντλούμενο από τις αποδείξεις και συνεπώς, αφού δεν συνιστά "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν θεμελιώνει την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Γ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021). Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015). Στην κατ' έφεση δίκη, είναι κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της εφέσεως, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (529 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το άρθρο 421 ΚΠολΔ προβλέπεται ρητά ότι οι ένορκες βεβαιώσεις προσάγονται προαποδεικτικώς, διατύπωση που υποδηλώνει τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως πριν από τη συζήτηση.
Συνεπώς, οι ένορκες βεβαιώσεις, υπό την ισχύ του Ν. 4335/2015, πρέπει να προσκομίζονται στην μεν τακτική διαδικασία προαποδεικτικώς μέσα στην προθεσμία του άρθρου 237 παρ. 1ΚΠολΔ, στις δε ειδικές διαδικασίες, μικροδιαφορές, ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και στις δίκες της εκουσίας δικαιοδοσίας επί της έδρας, ενώ είναι δυνατή η προσκομιδή τους :α) στην τακτική διαδικασία και στην προθεσμία της αντικρούσεως του άρθρου 237 παρ. 2ΚΠολΔ υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζονται προς αντίκρουση ισχυρισμού που προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις και β) στις ειδικές διαδικασίες και στην προθεσμία της αντικρούσεως υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζονται προς αντίκρουση ισχυρισμού που προβλήθηκε το πρώτον στο ακροατήριο (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1055/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν την 1-1-2022 και την τροποποίησή της με το άρθρο 23 του Ν. 4842/2021, ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των διατάξεων 421-423 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του προσκόμισε, προκειμένου να αποδείξει την καταβολή από αυτόν του ποσού των 12.000 ευρώ στον αναιρεσίβλητο, άλλως δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι τα έλαβε υπόψη και ειδικότερα : α) την ένορκη κατάθεση του Γ. Ζ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και β) την υπ' αρ. 91/2018 ένορκη βεβαίωση του Ε. Μ. που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας. Επίσης, με τον έκτο (υπό την ορθή αρίθμηση από το δικαστήριο) λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αρ. 585/9-12-2020 ένορκη βεβαίωση του Φ. Β. που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε με την προσθήκη- αντίκρουση των προτάσεών του προς αντίκρουση των διαλαμβανομένων στις προτάσεις που κατέθεσε στην κατ' έφεση δίκη ο αναιρεσίβλητος.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι επανεκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα, η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος (Γ. Ζ.) που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, καθώς και ότι λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων και η υπ' αρ. 91/2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσκομισθείσας από τον αναιρεσείοντα υπ' αρ. 585/9-12-2020 ένορκης βεβαιώσεως που δόθηκε στην Ειρηνοδίκη Καβάλας από τον Φ. Β. προκύπτει ότι με αυτήν ο τελευταίος βεβαίωσε ενόρκως ότι το ποσό των 12.000 ευρώ που έλαβε, ως δάνειο, ο αναιρεσείων, από τον ίδιο, τον Μ. Σ., τον Α. Ζ. και τον Ε. Μ., το κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του δανείου που είχε λάβει από τον τελευταίο.
Συνεπώς, η ως άνω ένορκη βεβαίωση η οποία λήφθηκε εντός της προθεσμίας της προσθήκης - αντίκρουσης, προσκομίστηκε από τον τότε εφεσίβλητο και νυν αναιρεσείοντα για την αντίκρουση των όσων διαλαμβάνονται στην έφεση που είχε ασκήσει ο νυν αναιρεσίβλητος, καθώς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, με αυτή ο τελευταίος παραπονούνταν για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων του κατέβαλε το ποσό των 12.000 ευρώ προς πλήρη εξόφληση της προς αυτόν οφειλής του. Επομένως, αφού η ως άνω ένορκη βεβαίωση δεν δόθηκε προς αντίκρουση ισχυρισμού περιεχομένου στις προτάσεις του τότε εκκαλούντος και νυν αναιρεσιβλήτου, αλλά προς αντίκρουση λόγου της έφεσης, που ο τελευταίος είχε ασκήσει, δεν προσκομίστηκε παραδεκτώς και ορθώς σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Κατόπιν αυτών, οι τρίτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1559/2022).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προταθέντα λόγο εφέσεως με το να ακυρώσει την επίδικη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 18.000 ευρώ, ενώ ο αναιρεσίβλητος με την έφεσή του εκκαλούσε την πρωτοβάθμια απόφαση μόνο για το ποσό των 12.000 ευρώ. Από τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι, από το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ που δανείστηκε ο αναιρεσείων από τον αναιρεσίβλητο εξόφλησε το ποσό των 18.000 ευρώ, καταβάλλοντάς του 16.925 ευρώ με καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς του και 1.075 ευρώ σε μετρητά, στη συνέχεια ερεύνησε τον λόγο της ένδικης έφεσης του αναιρεσιβλήτου, που αφορούσε στη μη καταβολή σε αυτόν του ποσού των 12.000 ευρώ και ακολούθως, αφού δέχθηκε τον λόγο αυτό ως βάσιμο κατ'ουσίαν, καθώς και την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε ακυρώσει την προσβληθείσα με την ανακοπή διαταγή πληρωμής, για όλο το ποσό αυτής των 30.000 ευρώ, δεχόμενη εξόφληση του χρέους του αναιρεσείοντος από το επίδικο δάνειο, εξαφάνισε αυτήν και ακύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής μόνο κατά το ποσό των 18.000 ευρώ, καθώς δέχθηκε ότι το υπόλοιπο ποσό των 12.000 ευρώ δεν έχει καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο και εξακολουθεί να του οφείλεται από τον αναιρεσείοντα (επικυρώνοντας, δηλαδή, επί της ουσίας τη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό αυτό). Μετά ταύτα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ε. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1333/2018). Με τον πέμπτο (υπό την ορθή αρίθμηση από το δικαστήριο) αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για την μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στη διάταξη του άρθρου 416ΑΚ παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η ύπαρξη φιλικών και οικογενειακών σχέσεων επί πολλά έτη μεταξύ των μερών δικαιολογεί, λόγω της σχέσεως εμπιστοσύνης, να γίνεται η καταβολή ποσών συνεπεία συναλλαγών ή δανείων μεταξύ τους με μετρητά και όχι απαραίτητα με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, ή τη λήψη αποδείξεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τον αναιρεσείοντα και αφετέρου διότι με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΣΤ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 231/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, καταρχήν είναι απαράδεκτη η πρόταση στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, ως τέτοιοι δε ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ενστάσεως, αντενστάσεως ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί θεμελιωτικών ενστάσεων πραγματικών περιστατικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης (ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 284/2008). Με τον έβδομο (υπό την ορθή αρίθμηση από το δικαστήριο) λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προβαλλόμενο με την ένδικη έφεση, για πρώτη φορά και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527ΚΠολΔ, ισχυρισμό του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι ουδέποτε του καταβλήθηκε το ποσό των 12.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο στην ένδικη έφεση αποτελεί αρνητικό του λόγου της ένδικης ανακοπής ισχυρισμό, με τον οποίο (λόγο) ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε την απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε σε βάρος του η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής και δεν συνιστά πραγματικό ισχυρισμό με την προεκτεθείσα έννοια του όρου, ώστε να υπόκειται στην από το άρθρο 527 του ΚΠολΔ απαγόρευση. Σε κάθε δε, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος διότι από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις προτάσεις, που κατέθεσε σε αυτό ο καθ' ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι αυτός αμφισβητώντας την ουσιαστική βασιμότητα της ανακοπής, αρνήθηκε εξ αρχής την επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα εξόφληση του συνόλου της απαιτήσεώς του, αλλά και ειδικά την καταβολή σε αυτόν από τον αναιρεσείοντα του επιδίκου ποσού των 12.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης