ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1199/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1199/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1199/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1199 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1199/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Των αναιρεσειόντων:1) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Μαρδακιούπη, ο οποίος δήλωσε την παραίτησή του από το δικόγραφο ως προς την 1η αναιρεσίβλητη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "... ΑΒΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα που δεν παραστάθηκε. 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και δεν παραστάθηκε.3)της εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου Ν.Ιωνίας Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Μαρδακιούπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2018 αγωγή των A) ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1485/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4670/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι A) αναιρεσείοντες με την από 20-12-2022 αίτησή τους και η Β) αναιρεσείουσα με την από 23-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι των Α) αναιρεσειόντων και Β) αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιος της παραστάσας Α)3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1358/2024, 1151/2024, 3/2022, 205/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο συζητήθηκαν Α) η από 20-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10293/1184/2022) αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Χ. Μ. και Σ. Κ. και Β) η από 23-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10388/1194/2022) αίτηση αναίρεσης της τρίτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 4670/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, επειδή έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή (μετά τον Ν. 4335/2015) με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης. Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 460/2024, 387/2023, 1198/2021, 741/2020, 369/2019). Η παραίτηση αυτή, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αναδρομικά (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασης αυτής) κατάργηση της ανοιγείσας με την αναίρεση δίκης (ΟλΑΠ 20/1999, 7/1993, ΑΠ 142/2022, 146/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο δικηγόρος Ε. Μ., πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης δυνάμει των υπ' αριθ. 5601 και ...2024 πληρεξουσίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Δ., δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 20-12-2022 ένδικης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 4670/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, καθ' ο μέρος η ένδικη αίτηση στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη, παρά τη μη αποδεικνυόμενη κλήτευση της ως άνω αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί η από 20-12-2022 αίτηση αναίρεσης ως μη ασκηθείσα ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να κηρυχθεί ως προς αυτήν καταργημένη η ανοιγείσα με την εν λόγω αίτηση δίκη. Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος των παραιτηθέντων αναιρεσειόντων, καθόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και, ως εκ τούτου, δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα.

ΙΙΙ) Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, με το από 7-3-2025 υπόμνημά τους, και προσκομίζουν την υπ' αριθ. 1424Γ'/28-11-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Φ. Γ., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-3-2025), επιδόθηκε, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ε. Μ., στην ως άνω εταιρεία με θυροκόλληση του δικογράφου, εντός ενσφράγιστου φακέλου, στην κεντρική είσοδο του κτηρίου επί της οδού ..., στον Άλιμο Αττικής, όπου βρίσκεται η έδρα της τελευταίας, κατ' άρθρο 128 παρ. 4α' ΚΠολΔ, επειδή κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου δεν βρέθηκε στην ως άνω διεύθυνση. Ωστόσο, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν α) απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της έδρας της ανωτέρω εταιρείας ή, σε περίπτωση απουσίας του, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού τμήματος, κατ' άρθρο 128 παρ. 4β' ΚΠολΔ, και β) βεβαίωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή ότι ταχυδρόμησε στην ως άνω αναιρεσίβλητη έγγραφη ειδοποίηση περιέχουσα τα στοιχεία του άρθρου 128 παρ. 4γ' ΚΠολΔ. Δεδομένου δε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις επιδόσεις του άρθρου 128 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή με τα στοιχεία β' και γ', στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι συντελέστηκε η επίδοση της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία ερημοδικεί. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς την απολειπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με την παρισταμένη τρίτη αναιρεσίβλητη, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης ως προς την απολειπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ ως προς την τρίτη, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γεωργαντίδη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, στη μεν τρίτη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία "..." στις 24-11-2022, στις δε λοιπές αναιρεσίβλητες στις 22-11-2022, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες χωρίς να αμφισβητείται τούτο από την παρισταμένη τρίτη αναιρεσίβλητη, και οι υπό κρίση αιτήσεις ασκήθηκαν στις 21-12-2022 (των εναγόντων) και 23-12-2022 (της τρίτης εναγομένης).
Συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης άσκησαν κατά των ανωνύμων εταιρειών 1) "... Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμάκων και Καλλυντικών" και ήδη "...", 2) "..." και 3) "..." την από 15-10-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 96736/2564/2018) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν στις 29-3-2010 ο πρώτος και στις 10-9-2012 ο δεύτερος από την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκε ακολούθως σε αορίστου χρόνου, ως οδηγοί επιβατηγού αυτοκινήτου, φύλακες ασφαλείας και σωματοφύλακες των Γ. και Δ. Μ. - μελών του Δ.Σ. των εναγομένων εταιρειών, καθώς και των μελών της οικογενείας τους (συζύγων και τέκνων). Ότι η εργασιακή σχέση του πρώτου μεταβιβάστηκε την 1-1-2016, κατόπιν σχετικής έγγραφης συμφωνίας, στη δεύτερη εναγομένη, ακολούθως δε, την 1-3-2017, δυνάμει της υπ' αριθ. 8/16-1-2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης της ... Α.Ε. και επικυρώθηκαν οι συμφωνίες εξυγίανσης και μεταβίβασης της επιχείρησης), μεταβιβάστηκε στην τρίτη εναγομένη. Ότι η εργασιακή σχέση του δευτέρου μεταβιβάστηκε την 1-1-2016, κατόπιν σχετικής έγγραφης συμφωνίας, στη δεύτερη εναγομένη και έληξε στις 30-9-2016 με την οικειοθελή αποχώρηση αυτού από την εργασία του. Ότι οι συμβάσεις αμφοτέρων των εναγόντων προέβλεπαν απασχόληση πενθήμερη επί οκτώ ώρες ημερησίως, ο δε μηνιαίος μισθός τους είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 1.100 ευρώ και από 1-5-2016 στο ποσό των 2.600 ευρώ. Ότι, παρά τα συμφωνηθέντα, εργάζονταν επτά ημέρες την εβδομάδα επί 16 ώρες ημερησίως, ενώ τις υπόλοιπες ώρες βρίσκονταν σε ετοιμότητα. Ζήτησαν δε, κυρίως με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους και την εργατική νομοθεσία και επικουρικά, εφόσον κριθούν άκυρες οι ένδικες συμβάσεις, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά (για τα έτη 2013 έως 2018 ο πρώτος και 2013 έως 2016 ο δεύτερος) α) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες, β) ως αμοιβή και νόμιμη προσαύξηση 75% για εργασία τις Κυριακές, γ) ως αμοιβή και νόμιμη προσαύξηση 75% για εργασία σε ημέρες αργίας, δ) ως αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες και Β) να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.463,09 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών Μαρτίου έως και Ιουλίου 2018, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Ζήτησαν, επίσης, με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1485/2020 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της δεύτερης εναγομένης (... Α.Ε.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε την αγωγή α) ως αόριστη αφενός ως προς το αίτημα επιδίκασης των ποσών που αντιστοιχούν σε παράνομες υπερωρίες, επειδή τούτο κατέστη αόριστο μετά την μερική τροπή του σε αναγνωριστικό, και αφετέρου ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης για μη ληφθείσες άδειες, επειδή οι ενάγοντες δεν επικαλούνταν ότι ζήτησαν να λάβουν άδεια την οποία οι εναγόμενες αρνήθηκαν να τους χορηγήσουν, β) ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης και γ) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων εταιρειών, καθόσον κρίθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με την πρώτη εναγομένη (...) ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο της εργοδότριας και ότι αληθώς συμβαλλόμενοι - εργοδότες ήταν οι Γ. και Δ. Μ.. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 5-4-2021 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 4670/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης (... Α.Ε.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, α) θεώρησε καταργημένη τη δίκη ως προς τα αιτήματα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης (λόγω παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αυτά), β) δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις απορριπτικές διατάξεις της που αφορούσαν κατ' εξαίρεση υπερωρίες και αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες, εξαφάνισε αυτήν κατά τα λοιπά και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας για (στερητική ή σωρευτική) αναδοχή χρέους κατά τις γενόμενες μεταβιβάσεις των εργασιακών σχέσεων των εναγόντων και ότι, συνεπώς, δεν υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή των εναγομένων εταιρειών προς καταβολή των αιτηθέντων με την αγωγή ποσών, αναγνώρισε δε την υποχρέωση εκάστης των εναγομένων χωριστά, κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό της απόφασης διακρίσεις, να καταβάλουν σ' αυτούς εντόκως τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ποσά, που αφορούν: 1) οφειλόμενες από την τρίτη εναγομένη διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του πρώτου ενάγοντος για τους μήνες Φεβρουάριο έως και Σεπτέμβριο 2018 (πρέπει να σημειωθεί ότι στο ιστορικό της αγωγής αναφέρεται ως οφειλόμενο από την τρίτη εναγομένη υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών του πρώτου ενάγοντος, για τους μήνες Φεβρουάριο έως και Σεπτέμβριο 2018, το ποσό των 2.814,96 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε το Εφετείο, ωστόσο αίτημα της αγωγής είναι να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.463,09 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Φεβρουαρίου έως και Ιουλίου 2018), 2) προσαύξηση 75% για εργασία τις Κυριακές, 3) αμοιβή και προσαύξηση 75% για εργασία σε ημέρες αργίας, 4) αμοιβή κατ' άρθρο 904 ΑΚ λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (παρότι δεν περιέχεται σχετικό αίτημα στην ένδικη αγωγή). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν αφενός οι ενάγοντες και αφετέρου η τρίτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "..." με τις υπό κρίση αιτήσεις τους, εκ των οποίων αυτή των εναγόντων θα ερευνηθεί μόνο καθ' ο μέρος στρέφεται σε βάρος της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης (εφόσον ως προς την πρώτη υπάρχει παραίτηση από το δικόγραφο και ως προς τη δεύτερη είναι απαράδεκτη η συζήτηση), ενώ εκείνη της τρίτης εναγομένης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που αφορά τον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, σε βάρος του οποίου και μόνο στρέφεται. Α) Επί της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο περιορισμός δε αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίσθηκε, το οποίο θεωρείται εξ αρχής ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται, κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος, κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Επομένως, επί περισσοτέρων αγωγικών κονδυλίων, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να προσδιορίζεται από τον ενάγοντα, με σχετική δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, ούτε με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια αφορά ο περιορισμός αυτός ή ότι τα κονδύλια αυτά περιορίζονται κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, καθιστά την αγωγή αόριστη στο σύνολό της, διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται ποιων συγκεκριμένων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασισθεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα (ΟλΑΠ 30/2007, ΑΠ 31/2021, 1675/2017, 322/2017, 291/2015).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 1648/2024, 19/2022).
Με τον πρώτο λόγο της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς τα αιτήματα επιδίκασης α) στον πρώτο ενάγοντα του συνολικού ποσού των 215.318,08 ευρώ ως αμοιβή και προσαύξηση για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά τα έτη 2013 έως 2018 και β) στον δεύτερο ενάγοντα του συνολικού ποσού των 99.506,48 ευρώ ως αμοιβή και προσαύξηση για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά τα έτη 2013 έως 2016, με την αιτιολογία ότι τα ως άνω ποσά, δεδομένου ότι αποτελούνται από επιμέρους κονδύλια, κατέστησαν αόριστα μετά τη μερική τροπή τους σε αναγνωριστικά.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προτού οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες προχωρήσουν στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων, Ε. Μ., δήλωσε προφορικά ότι τρέπει εν μέρει σε αναγνωριστικά τα ακόλουθα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, τα οποία αφορούν κατ' εξαίρεση υπερωρίες, ήτοι ότι α) το αίτημα καταβολής στον πρώτο ενάγοντα 215.318,08 ευρώ τρέπει κατά το ποσό των 195.318,08 ευρώ σε έντοκο αναγνωριστικό, ενώ παραμένει τούτο καταψηφιστικό κατά το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ, και β) το αίτημα καταβολής στον δεύτερο ενάγοντα 99.506,48 ευρώ τρέπει κατά το ποσό των 195.318,08 ευρώ (προφανώς εκ παραδρομής αναφέρθηκε το ποσό των 195.318,08 ευρώ που αφορά τον πρώτο ενάγοντα, αντί του ορθού των 79.506,48 ευρώ) σε έντοκο αναγνωριστικό, ενώ παραμένει τούτο καταψηφιστικό κατά το υπόλοιπο ποσό των (99.506,48 - 79.506,48 =) 20.000 ευρώ. Η δήλωση αυτή, η οποία καταχωρίστηκε στα υπ' αριθ. 1485/27-1-2020 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιέχεται, με το ίδιο ακριβώς ως άνω περιεχόμενο, στις από 27-1-2020 προτάσεις των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' καταψηφιστικά αιτήματα της ένδικης αγωγής αποτελούνται από επιμέρους κονδύλια που αφορούν τα έτη 2013 έως 2018 για τον πρώτο ενάγοντα και 2013 έως 2016 για τον δεύτερο ενάγοντα, μετά δε τη μερική τροπή τους σε αναγνωριστικά κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, κατέστησαν αυτά αόριστα στο σύνολό τους, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον δεν διευκρινίστηκε ποιων επιμέρους αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, ώστε σε περίπτωση που κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, να είναι δυνατό να διαγνωσθεί αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση. Το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω αξιώσεις κατέστησαν αόριστες στο σύνολό τους μετά τη μερική τροπή τους σε αναγνωριστικές κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα για ευθεία και εκ πλαγίου (με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, που ορίζει ότι "Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος", η οποία παραβίαση συνίσταται στο ότι το Εφετείο έκρινε ότι δεν υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή των εναγομένων για τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, καθόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας περί αναδοχής χρέους κατά τον χρόνο μεταβίβασης των συμβάσεων εργασίας των τελευταίων από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη και από τη δεύτερη στην τρίτη. Οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι, προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται μεμονωμένες, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με αυτήν, έστω κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε σε δυσμενές για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, επιπρόσθετα δε, στον τρίτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο δεν αναφέρεται η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε. Σε κάθε περίπτωση, αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης αμφοτέρων των εναγόντων από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη εναγόμενη έλαβε χώρα δυνάμει αντίστοιχων από 1.1.2016 ιδιωτικών συμφωνητικών και όχι στα πλαίσια συμβατικής ή νόμιμης μεταβίβασης της επιχείρησης, προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης του πρώτου ενάγοντος από τη δεύτερη εναγομένη στην τρίτη εναγόμενη έγινε στα πλαίσια της συμφωνίας εξυγίανσης και μεταβίβασης της επιχείρησης της δεύτερης στην τρίτη, κατόπιν της έκδοσης της υπ' αριθ. 8/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης της δεύτερης εναγόμενης και επικυρώθηκαν οι αντίστοιχες συμφωνίες εξυγίανσης και μεταβίβασης επιχείρησης. Πρέπει να σημειωθεί, ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 99 έως 106ι του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ), όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι στη διαδικασία εξυγίανσης (η οποία αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης), εφόσον επιτευχθεί σχετική προς τούτο συμφωνία και επικυρωθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο υπό τις οριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 106ζ του ως άνω νόμου προϋποθέσεις, αυτή (συμφωνία εξυγίανσης) δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτήν ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίανσης (ΑΠ 523/2024). Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, προκειμένου να θεμελιώσουν ευθύνη εις ολόκληρον των εναγομένων εταιρειών, ισχυρίζονται ότι δυνάμει της ως άνω απόφασης (8/2017) μεταφέρθηκαν από τη δεύτερη εναγομένη στην τρίτη εναγομένη όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία είχαν γεννηθεί από την εργασιακή τους σχέση με τις δύο πρώτες εναγόμενες εταιρείες. Συνακόλουθα οι ενάγοντες θεμελιώνουν την ευθύνη της τρίτης εναγομένης, ως προς τις αγωγικές αξιώσεις τους που απορρέουν από την εργασιακή τους σχέση με τις δύο πρώτες εναγόμενες, στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 99 έως 106ι του Ν. 3588/2007, δυνάμει των οποίων, όπως προεκτέθηκε, με την υπ' αριθ. 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης της δεύτερης εναγομένης και επικυρώθηκαν οι αντίστοιχες συμφωνίες εξυγίανσης και μεταβίβασης επιχείρησης. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού του οφειλέτη, στην οποία μπορεί να περιλαμβάνεται και η μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εργατικές απαιτήσεις (πρβλ. ΑΠ 523/2024). Για το λόγο αυτό, άλλωστε, και προς διευκόλυνση της μεταβίβασης της επιχείρησης, με το άρθρο 178 του Ν. 3588/2007 ορίζεται ότι "Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν ισχύει σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης του οφειλέτη κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κώδικα", δηλαδή δεν θεμελιώνεται ευθύνη του αποκτώντος την επιχείρηση απέναντι στον δανειστή για τα υφιστάμενα χρέη της επιχείρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 479 ΑΚ, εφόσον η μεταβίβαση γίνεται κατ' εφαρμογή διατάξεων του πτωχευτικού κώδικα (όπως η συμφωνία εξυγίανσης με μεταβίβαση επιχείρησης). Συνακόλουθα η συμφωνία εξυγίανσης, έστω και αν περιλαμβάνει τη μεταβίβαση της επιχείρησης, μπορεί να προβλέπει μείωση και των εργατικών απαιτήσεων, ακόμα και αν οι εργαζόμενοι δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί στη ως άνω διαδικασία να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, που ορίζει ότι επί μεταβίβασης επιχείρησης "όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο", εκτός αν αυτό προβλέπεται στην επικυρωθείσα με απόφαση του πτωχευτικού Δικαστηρίου συμφωνία εξυγίανσης και μεταβίβασης επιχείρησης, προϋπόθεση που δεν επικαλούνται οι ενάγοντες ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι δεν υφίσταται αγωγική βάση εκ των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 περί συμβατικής ή εκ του νόμου μεταβίβασης επιχείρησης, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων κατά της τρίτης εναγομένης, που απορρέουν από την εργασιακή τους σχέση με τις δύο πρώτες εναγόμενες. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση, αντίστοιχα, του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Β) Επί της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης της τρίτης εναγομένης "...":
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχάς, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1321/2015).
Με τον δεύτερο λόγο της από 23-12-2023 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 14, αληθώς δε εκ του αριθμού 8, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή (πλην των κονδυλίων που αφορούν κατ' εξαίρεση υπερωρίες και αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες, τα οποία έκρινε αόριστα, όπως και πρωτοδίκως), απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας που είχε προβάλει η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία "..." είχε προβάλει ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής απαραδέκτως με τις πρωτόδικες προτάσεις της, χωρίς ο σχετικός ισχυρισμός να προταθεί συνοπτικώς και προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και να καταχωριστεί στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, όπως ορίζει το άρθρο 591 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ. Ακολούθως, τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι προς απόκρουση της έφεσης και διατήρηση του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή. Ωστόσο, η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο (όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό τον οποίο παραθέτει επακριβώς στο αναιρετήριο και στα πλαίσια του δευτέρου λόγου αναίρεσης) α) για πόσο χρόνο εντός της ημέρας ή της εβδομάδας εργαζόταν ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, βάσει της σύμβασης εργασίας του, αφενός για την κάθε εναγομένη εταιρεία και αφετέρου για τα μέλη της οικογένειας Μ. και β) εάν μετά την 1-3-2017 (ημερομηνία μεταβίβασης της εργασιακής σχέσης του αναιρεσιβλήτου από τη δεύτερη στην τρίτη εναγομένη) οι εναγόμενες εταιρείες είχαν συνάψει με τον αναιρεσίβλητο συμβάσεις εργασίας για λογαριασμό οποιουδήποτε μέλους της οικογένειας Μ. και, αν το έπραξαν, πώς νομιμοποιήθηκαν προς τούτο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 2518/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3707/2008, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στο άρθρο τούτο υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή φύλαξη κινητών ή ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων και η προστασία φυσικών προσώπων. Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες ή το οποίο παρέχει οποιαδήποτε άλλη εργασία υποστήριξης των δραστηριοτήτων αυτών. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 2 και 16 παρ. 1 του Ν. 3206/2003 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 (του άρθρου 2 Ν. 2518/1997) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 της από 31-12-2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α 256/31.12.2012), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4147/2013 (ΦΕΚ Α 98/26.4.2013), επιχειρήσεις που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες απαιτείται να κατέχουν ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Προϊστάμενο του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες στο άρθρο τούτο προϋποθέσεις. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκδοση και ανανέωση της άδειας λειτουργίας, η σχετική διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 5 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3707/2008, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας Α' ή Β' κατηγορίας ανάλογα με τις δραστηριότητες που πρόκειται να ασκήσει, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του αιτούντος, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2518/1997. Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων, είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια και ανανεώνονται για ίσο, κάθε φορά, χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται τα απαιτούμενα για κάθε κατηγορία άδειας εργασίας δικαιολογητικά, η διαδικασία έκδοσης και ανανέωσης των αδειών αυτών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η άδεια εργασίας του προσωπικού ασφαλείας εντάσσεται στον προληπτικό έλεγχο του υπαλληλικού προσωπικού από τις αρμόδιες αστυνομικές Αρχές και ανάγεται στην εύρυθμη ανάθεση και εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών, που άπτονται των προστατευόμενων συνταγματικά δικαιωμάτων της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης μετακίνησης και δεν μπορούν να εκτελούνται κατ' απόκλιση από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων του ως άνω νόμου, χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων κατά τόπο αστυνομικών Αρχών. Το προσωπικό ασφαλείας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των εν λόγω Αρχών και να παρέχει σε αυτές τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, σε περίπτωση εκδήλωσης εγκληματικής ενέργειας, ενόψει και του ότι η άσκηση των προβλεπόμενων δραστηριοτήτων των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής ασφαλείας δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατικών αρχών στους τομείς αυτούς (άρθρο 1 παρ. 4 Ν. 2518/1997). Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίον ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 Ν. 2518/1997, να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το νόμο αυτό άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1187/2019, 447/2019, 1690/2018, 1001/2018). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, με τη διάταξη δε του άρθρου 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας με άκυρη για οποιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 279/2023, 519/2022, 1242/2018, 879/2017). Επιπρόσθετα, αντίθετες νομοθετικές ρυθμίσεις διαλαμβάνονται και α) στο άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286/29.12.2000), όπως αυτό διατηρήθηκε μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν διαδοχικά με τα άρθρα 1 Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) και 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 58 Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)], με βάση το οποίο παρέχεται στον μισθωτό, ανεξαρτήτως του κύρους της εργασιακής του σχέσης, μία ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως αποζημίωση για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων (ΑΠ 279/2023, 1564/2018), β) στις ΚΥΑ 8900/1946, ΚΥΑ 18310/1946 και ΚΥΑ 25825/1951, στο άρθρο 2 του Ν.Δ. 3755/1957 και στο άρθρο 2 Ν. 435/1976, που προβλέπουν προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους απασχολούμενους σε Κυριακές και αργίες και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ημερομισθίου για απασχολούμενους τη νύκτα (από 22:00 μέχρι 06:00 ώρα) ανεξαρτήτως του κύρους της απασχόλησής τους [ΑΠ 279/2023, 520/2015, 436/2010) και γ) στο άρθρο 8 Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66/11.5.2010), με το οποίο από τις 11.5.2010 ρυθμίστηκε νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ανεξαρτήτως του κύρους της εργασιακής του σχέσης (ΑΠ 279/2023, 1076/2021). Επομένως, με την επιφύλαξη των ως άνω διατάξεων, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 279/2023, 519/2022, 509/2016, 933/2015, 126/2015, 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 279/2023, 186/2019, 907/2017, 58/2015, 131/2015), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 279/2023, 519/2022), χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του ακύρως απασχοληθέντος (λόγω γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ' ανάγκη στο πρόσωπο του δυνάμενου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 279/2023, 1076/2021, 506/2017). Επίσης, η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας ως στοιχείου για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή τη χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελός του εργασία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 279/2023). Περαιτέρω, από τις διατάξεις της ΥΑ (Οικονομικών και Εργασίας) 8900/1946 "Περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας", όπως ερμηνεύτηκε με την ΥΑ 25825/1951 (Οικονομικών και Εργασίας), του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 3755/1957 "Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ.", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή ή άλλη εκ του νόμου καθιερωμένη ως μη εργάσιμη ημέρα, δικαιούται να λάβει, για τις ημέρες αυτές, προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου και, εφόσον η απασχόλησή του την Κυριακή υπερβαίνει τις πέντε ώρες, δικαιούται αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την προαναφερόμενη προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι αναλόγως) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, δηλαδή κάθε τι που θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο με τα προσόντα και τις ικανότητες του απασχοληθέντος, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου την ημέρα αυτή, χωρίς όμως για τον υπολογισμό της ωφέλειας να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος, λόγω γάμου, τέκνων ή προϋπηρεσίας (ΑΠ 163/2024, 773/2024, 1574/2022). Η ωφέλεια αυτή ανέρχεται στο 1/25 του νόμιμου μισθού του παράνομα απασχοληθέντος μισθωτού (ΑΠ 163/2024, 2116/2017, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1221/2005, ΑΠ 393/2005).
Με τον πρώτο λόγο της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αληθώς δε και η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, για ευθεία και εκ πλαγίου (χωρίς αιτιολογία) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 2518/1997, 174 και 180 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας, με την οποία ανατίθεται στον μισθωτό η άσκηση δραστηριότητας του άρθρου 1 του Ν. 2518/1997, χωρίς ο τελευταίος να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το νόμο αυτό άδεια εργασίας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι ο πρώτος ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη στις 29-3-2010 από την πρώτη εναγομένη (... Α.Ε.) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκε προφορικώς σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει την εργασία του με την ιδιότητα του οδηγού επιβατηγού αυτοκινήτου και του συνοδού ασφαλείας - σωματοφύλακα των μελών του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης, Γ. και Δ. Μ., καθώς και των μελών των οικογενειών τους. Ότι συμφωνήθηκε πως θα παρέχει την εργασία του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί οκτώ ώρες ημερησίως, πέντε ημέρες και σαράντα ώρες εβδομαδιαίως. Ότι ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 1.011 ευρώ (μικτά) από 29-3-2010 έως 30-4-2016 και σε 2.600 ευρώ από 1-5-2016 έως 30-9-2018. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη έως 31-12-2015, οπότε με το από 1-1-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων (... Α.Ε. και ... Α.Ε. αντίστοιχα), η εργασιακή σχέση του μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη, εξακολούθησε δε αυτός να παρέχει τις υπηρεσίες του στα ίδια φυσικά πρόσωπα και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως και προηγουμένως. Ότι μετά από σχετική αίτηση της δεύτερης εναγομένης (... Α.Ε.) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και επικυρώθηκε η συμφωνία εξυγίανσης και μεταβίβασης της επιχείρησης της αιτούσας. Ότι η συμφωνία εξυγίανσης προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη μεταβίβαση στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα των ενεργών συμβάσεων εργασίας της δεύτερης εναγομένης, ως είχαν στις 30-6-2016. Ότι κατόπιν αυτού, την 1-3-2017 η σύμβαση εργασίας του πρώτου ενάγοντος μεταβιβάστηκε στην τρίτη εναγομένη και εξακολούθησε να λειτουργεί με τους ίδιους, όπως και προηγουμένως, όρους. Ότι από 1-5-2016 ο μισθός του πρώτου ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 2.600 ευρώ μηνιαίως, κατόπιν σχετικής συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού αφενός και της δεύτερης εναγομένης, ακολούθως δε της τρίτης, αφετέρου. Ότι το ως άνω ποσό ελάμβανε ο πρώτος ενάγων έως τον Φεβρουάριο του έτους 2018, οπότε οι αποδοχές του μειώθηκαν κατά 351,87 ευρώ. Ότι, συνεπώς, η τρίτη εναγομένη του οφείλει για διαφορές αποδοχών των μηνών Φεβρουαρίου έως και Σεπτεμβρίου 2018 το συνολικό ποσό των (351,87 Χ 8 =) 2.814,96 ευρώ. Ότι κατά το διάστημα από 1-3-2017 έως 31-12-2017 και από 1-1-2018 έως 30-9-2018, ο πρώτος ενάγων εργάστηκε συνολικά (48 + 34 =) 82 Κυριακές επί 16 ώρες ημερησίως και, συνεπώς, η τρίτη εναγομένη έχει την υποχρέωση να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, ως προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου του, το συνολικό ποσό των (2.021,76 + 1.432,08 =) 3.453,84 ευρώ, το οποίο έχει υπολογιστεί με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο (3,51 ευρώ) που δικαιούταν ο πρώτος ενάγων σύμφωνα με το Ν. 4093/2012. Ότι κατά το διάστημα από 1-3-2017 έως 30-9-2018, εντός του οποίου ο πρώτος ενάγων εργάστηκε 82 Κυριακές επί 16 ώρες ημερησίως, η τρίτη εναγομένη δεν του χορήγησε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και, συνεπώς, έχει την υποχρέωση να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 20.467,20 ευρώ, το οποίο έχει υπολογιστεί με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυτού (15,6 ευρώ). Ότι κατά το διάστημα από 1-3-2017 έως 30-9-2018, ο πρώτος ενάγων εργάστηκε 12 εξαιρέσιμες ημέρες επί 16 ώρες ημερησίως και, συνεπώς, η τρίτη εναγομένη έχει την υποχρέωση να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, α) ως προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου του, το συνολικό ποσό των 505,44 ευρώ, το οποίο έχει υπολογιστεί με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο (3,51 ευρώ) που δικαιούταν ο πρώτος ενάγων σύμφωνα με το Ν. 4093/2012, και β) ως αμοιβή για την απασχόλησή του κατά τις ανωτέρω εξαιρέσιμες ημέρες το συνολικό ποσό των 2.995,20 ευρώ, το οποίο έχει υπολογιστεί με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυτού (15,6 ευρώ). Ότι για όλες τις ανωτέρω αιτίες, ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει από την τρίτη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, το συνολικό ποσό των (2.814,96 + 3.453,84 + 20.467,20 + 505,44 + 2.995,20 =) 30.236,64 ευρώ, αναγνωρίστηκε δε η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διακρίσεις. Με αυτές τις παραδοχές, ήτοι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, Χ. Μ., το ποσό των 30.236,64 ευρώ, για τις ανωτέρω αιτίες, χωρίς να αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, εάν ο αναιρεσίβλητος είχε εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το Ν. 2518/1997 άδεια εργασίας, ώστε η ένδικη σύμβαση εργασίας του να είναι έγκυρη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 2518/1997, 174 και 180 του ΑΚ, καθώς και σε εκείνες που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Και τούτο διότι, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, επειδή αυτός δεν διέθετε την απαιτούμενη από το Ν. 2518/1997 άδεια εργασίας, α) η βασιμότητα του αγωγικού αιτήματος, για επιδίκαση ποσών που αντιστοιχούν σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, θα ερευνηθεί όχι με βάση τη μεταξύ των διαδίκων άκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με βάση τις οποίες θα κριθεί αν οι καταβληθείσες αποδοχές του πρώτου ενάγοντος υπολείπονταν των οφειλομένων σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ αποδοχών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερες εκείνων που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, β) ο υπολογισμός της οφειλόμενου κατ' άρθρο 904 ΑΚ ποσού, λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, εφόσον κριθεί βάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα, θα γίνει όχι με βάση τις αποδοχές που συμφωνήθηκαν με την άκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά με βάση την αμοιβή που ο πρώτος ενάγων δικαιούται, για την παροχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία (αμοιβή) σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, γ) ο υπολογισμός της οφειλόμενης αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και ημέρες αργίας, εφόσον κριθεί βάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα, θα γίνει όχι με βάση τις αποδοχές που συμφωνήθηκαν με την άκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά με βάση την αμοιβή που ο πρώτος ενάγων δικαιούται, για την παροχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία (αμοιβή) σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε αντίθεση με την προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και ημέρες αργίας, η οποία υπολογίζεται επί του ελάχιστου νόμιμου μισθού και ημερομισθίου, ανεξαρτήτως του κύρους της εργασιακής σχέσης.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης, όσον αφορά το εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέρος αφορά τον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Χ. Μ. και ειδικότερα τις επιδικασθείσες σ' αυτόν απαιτήσεις για α) διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, β) αμοιβή λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης και γ) αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση του ετέρου σκέλους του ιδίου (πρώτου) λόγου εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και του τρίτου λόγου εκ του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου, για παραβίαση των διατάξεων της από 30-1-2018 επιχειρησιακής ΣΣΕ, ο οποίος βάλλει κατά του σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών του πρώτου ενάγοντος. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης (άρθρα 179 εδ. α', 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20-12-2022 και 23-12-2022 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 4670/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Και
Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 20-12-2022 αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τελευταίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Δέχεται την από 23-12-2022 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 4670/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητο της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης, Χ. Μ..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της από 23-12-2022 αίτησης αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή