ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1200/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1200/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1200/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1200 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1200/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου διανομής της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελευθέριο Καστρήτσιο και Ειρήνη Κούρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Στάικου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3815/2020, 1970/2021 μη οριστικές και 3123/2022 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2022 αίτησή της και τους από 20/2/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 3123/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, κατά την κυρία της βάση λόγω ευθύνης από αδικοπραξία, η από 9/2/2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και δικάζοντας επί της αγωγής δέχτηκε αυτήν εν μέρει κατά την επικουρική της βάση λόγω ευθύνης από διακινδύνευση και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 73.730.56 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 20-2-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 27-2-2024 (βλ. σχετική επί του σώματός τους βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Μαλλίδη), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023,ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΚΠολΔ "συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της". Κατά τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί από 1.1.2016 με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, ΦΕΚ A 87,και ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 15 Ν.4842/2021, ΦΕΚ A 190, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 αυτού, ισχύει από την 1η.1.2022 και κατά την παρ.1β άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4871/2021, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, "1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια...,πραγματογνωμοσύνης ή.... Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης....... Κατά δε την παρ. 3., ''η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο.... η οποία διάταξη ισχύει ως προς τούτο και μετά την τροποποίησή της με τον ανωτέρω νόμο. Με το άρθρο 15 του ν. 4842/2021, το οποίο, εφαρμοζόμενο και στις εκκρεμείς υποθέσεις, ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν επιβάλλεται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αντικαταστάθηκε και έλαβε την ακόλουθη μορφή: Παρ 1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Παρ. 2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν και παρ. 3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη επί των ζητημάτων της παρ. 1. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 281 και 254 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι : Η έκδοση προδικαστικής περί αποδείξεων απόφασης αποκλείεται και μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, η δίκη περατώνεται με την εφάπαξ έκδοση απόφασης για όλα τα ζητήματα (νομικά και πραγματικά) της επίδικης διαφοράς. Όμως το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Μπορεί δηλαδή το Δικαστήριο να διατάξει, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, οπότε, στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για επανάληψη της συζήτησης για αναφερόμενο στο άρθρο 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 572/2023, ΑΠ 187/2023,ΑΠ 712/2021, ΑΠ 689/2021,ΑΠ 1126/2019, ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 2006/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 2 ΚΠολΔ (αντίστοιχο 559 αρ.2 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος(ΑΠ 26/2019). Η απόδειξη δε της μη νόμιμης συγκρότησης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ 26/2019, ΑΠ 502/2017).

3. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η έφεση της εκκαλούσας (εναγομένης) και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ.1/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, συζητήθηκε, αρχικά, στη δικάσιμο της 10-5-2021, ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ'αριθμ.1070/2021 απόφασή του, με την οποία, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασής του επί της άνω έφεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη για τα αναφερόμενα σ'αυτή θέματα και διόρισε προς τούτο πραγματογνώμονες. Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, επαναφέρθηκε η υπόθεση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την από 29-9-2021 κλήση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Ακολούθως, η ένδικη έφεση συζητήθηκε, εκ νέου, στο ίδιο δικαστήριο, στις 30-5-2022 και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.3123/2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά μεν τη συζήτηση της 10-5-2021, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.1070/2021 απόφασή του και τα ταυτάριθμα πρακτικά εκείνης της δίκης, το δικαστήριο συγκροτήθηκε από την πρωτοδίκη Σταματία Μητσοπούλου, κατά δε τη συζήτηση στις 30-5-2022, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ταυτάριθμα πρακτικά εκείνης της δίκης,συγκροτήθηκε από άλλο δικαστή, τον πρωτοδίκη Θεόδωρο Βουδικλάρη, χωρίς ν' αναφέρεται σ'αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) εξαιρετικός λόγος και συγκεκριμένα για ποιους λόγους, φυσικούς ή νομικούς, ήταν αδύνατο να εκδοθεί απόφαση από τον ίδιο δικαστή. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων και συγκεκριμένα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, οπότε μπορούσε το δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο οποίος παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι, εκτός του ότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής συγκρότησης του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη κατ'άρθρο 562 παρ. 2γ ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2019,ΑΠ 502/2017), είναι αβάσιμος.

4. Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη. Παράλληλα, με τη διάταξη αυτή, καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν. ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 ΑΚ) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 ΑΚ), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 ΑΚ) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 ΑΚ) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 ΑΚ). Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών. Έτσι δεν ρυθμίζεται και η ευθύνη για ζημίες τρίτων από εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, από τη λειτουργία των οποίων δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος, ενώ και οι εκμεταλλευτές των εγκαταστάσεων αυτών αποκομίζουν από τη λειτουργία τους σημαντικό κέρδος, ενώ ρυθμίζεται και υπάρχει αντικειμενική ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε, του κατόχου μη κατοικιδίου ζώου ή κτίσματος, από την κατοχή των οποίων γεννάται πολύ μικρότερος κίνδυνος. Ειδικότερα η σύγχρονη εκρηκτική επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου, που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου προκλήσεως ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών και η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων. Η πρόκληση ζημίας από μία τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκαταστάσεως της ζημίας του, διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, αποκλείει την αποζημίωση του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μίας τέτοιας πηγής κινδύνου, όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα. Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος, ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας, ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μίας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαιϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται συνεπώς μία διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων, η οποία πρέπει να είναι η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα, που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ` αυτόν.
Συνεπώς η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του. Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη, ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν είναι πράξη, όπως στις περιπτώσεις εκείνες που η ζηµία που έχει προκληθεί δεν οφείλεται σε κάποια πράξη ή παράλειψη των αρµόδιων οργάνων πχ της ΔΕΔΔΗΕ, αλλά σε κάποιο ενδογενές, ανυπαίτιο γι' αυτήν, αίτιο της τεχνικής λειτουργίας των εγκαταστάσεών της. Πλην όμως, η παρανοµία, ναι µεν δεν σχετίζεται, στα πλαίσια της ευθύνης από διακινδύνευση, ως αντικειµενικής ευθύνης, µε την αποδοκιµασία από την έννοµη τάξη της συµπεριφοράς ενός προσώπου, ταυτίζεται όμως µε την πραγµάτωση µιας απαγορευµένης από την έννοµη τάξη σχέσης αιτιότητας. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαιϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές. Η αποκλειστική προσήλωση στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξεως να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι` αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση, όταν η ζημία του αιτία έχει μία τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα, μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι` αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξεως, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.

Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα. Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994), η) Η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος. Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως, όπως αναφέρθηκε, στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών. Επίσης, η θεμελίωση ευθύνης από διακινδύνευση στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορεί να γίνει και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων, που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε, εκφράσθηκε στενότερα απ` ό,τι ήθελε. Οπωσδήποτε, όμως, στις αρρύθμιστες αυτές περιπτώσεις, όταν προϋφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, προκειμένου να επιρριφθεί στον κάτοχο ένα επιζήμιο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από μια τέτοια πηγή κινδύνων, πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ότι τούτο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το σχετικό αντικείμενο ή την επικίνδυνη δραστηριότητα, να έχει δηλαδή η ζημία ως άμεση αιτία μία τέτοια πηγή κινδύνου, αποτελώντας αποκλειστική συνέπεια αυτής καθ' εαυτής της κινδυνώδους λειτουργίας του αντικειμένου ή της δραστηριότητας, που θα μπορούσε να προκληθεί και χωρίς τον ανωτέρω συμβατικό δεσμό (ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022, ΑΠ 827/2020). Επίσης, εφόσον η έννοµη τάξη καθιερώνει την ευθύνη ενός προσώπου για την ανόρθωση των υλικών ζηµιών στηριζόμενη στην αρχή της διακινδύνευσης, υφίσταται και υποχρέωση παροχής χρηµατικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, όπως συμβαίνει όταν η ευθύνη σε ανόρθωση ζηµιών στηρίζεται στην αρχή της υποκειµενικής ευθύνης. Άλλωστε το άρθρο 932 του ΑΚ θέτει ως προϋπόθεση της αξίωσης για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την ύπαρξη αδικοπραξίας, ανεξάρτητα αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα ή µη του ζηµιώσαντος. Εποµένως, το γεγονός ότι στην ευθύνη από διακινδύνευση η υπαιτιότητα δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεµελίωση αξίωσης προς αποζηµίωση, δε δικαιολογεί την ανυπαρξία αξίωσης αποζηµίωσης λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου είναι δυνατή δυνάµει του άρθρου 932 ΑΚ η επιδίκαση χρηµατικής ικανοποίησης λόγο ηθικής βλάβης σε περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση.

Εξάλλου, με το Ν. 4001/22-8-2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής και της ηλεκτρικής ενέργειας, ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους. Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ..... (στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου... παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ...(ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοση της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. (η) Διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις. (θ) Διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεων του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς, και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επέκτασης αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΗ Α.Ε." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψη τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι "Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους, του ΕΔΔΗΕ ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ" και στην παρ. 5 ότι "5. Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22" (ΑΠ 132/2023).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος αντιστοιχεί προς τον λόγο αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τον οποίο, όμως, δεν ταυτίζεται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 60/2019).

Εξάλλου ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΑΠ 705/2022).Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι κατά των παραπάνω αποφάσεων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας (με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία) υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006,ΑΠ 47/2023, ΑΠ 1127/2021). Επομένως, ο λόγος ιδρύεται και όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο και να μην στηρίζεται σε πλήρη δικανική πεποίθηση.
5. Με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4,5,17 και 25 του Συντ.,1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,924 παρ.2 και 925 ΑΚ,4 ν.ΓπΝ/1911,των άρθρων του ν.314/1976 για την ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο,
ΙΙ του ν.563/1977 περί ευθύνης για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα,29 ν.1650/1986 περί ευθύνης για ζημίες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος,106-121 ν.1815/1988 περί ευθύνης για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά,6 ν.2251/1994 περί ευθύνης για ζημίες από ελαττωματικά προϊόντα και 127 ν.4001/2011 περί ευθύνης της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, δεχόμενο την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση που στηρίζεται στην ευθύνη της αναιρεσείουσας ΔΕΔΔΗΕ από διακινδύνευση, ως νόμιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων-ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ'αυτή τα εξής: Ότι στις 20.8.2012 και περί ώρα 14.00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην περιοχή "Δάριζα" Τροιζηνίας, κάτω από δίστηλο υποσταθμό της ΔΕΗ, μέσης τάσης διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία οφείλεται σε αμέλεια των υπαλλήλων της εναγομένης (αναιρεσείουσας). Ότι οι ειδικά αναφερόμενες παραλείψεις συντήρησης και επισκευής του δικτύου διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, μηχανημάτων, μετασχηματιστών, υποσταθμών και εγκαταστάσεών της, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί θερμικό - διηλεκτρικό φαινόμενο (arc), από την επαφή των κλαδιών των δέντρων με τους αγωγούς του ηλεκτρικού ρεύματος, τα πυρακτωμένα τήγματα των αγωγών αυτών να πέσουν στο έδαφος, αφού δεν είχαν μεριμνήσει για την αποψίλωση της ξηρής βλάστησης σε ακτίνα δύο μέτρων από τη βάση των ξύλινων πυλώνων, να αναφλεγεί η υπάρχουσα εκεί ξηρή βλάστηση και με τη βοήθεια ισχυρών ανέμων, η πυρκαγιά να επεκταθεί δυτικά και νοτιοδυτικά. Ότι επικουρικά, η πυρκαγιά, που ξεκίνησε από την ως άνω εγκατάσταση της εναγομένης, συνιστά ένα μονοπωλιακό δίκτυο παραγωγής ενέργειας, που λόγω της φύσης του εκπορεύεται από αυτό ένας ιδιαίτερος κίνδυνος, με αποτέλεσμα η τελευταία, ως κάτοχος και εξουσιαστής τέτοιας πηγής κινδύνου, που αντλεί οφέλη από τη λειτουργία της, να είναι υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την πραγμάτωση του (ιδιαίτερου αυτού κινδύνου), σύμφωνα με την αρχή της διακινδύνευσης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για την ζημία που του προκλήθηκε από την πυρκαγιά, το ποσό των 118.402,66 ευρώ, νομιμοτόκως. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι, ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα ότι η ζημία του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου προήλθε από αυτή καθ' εαυτή την κινδυνώδη λειτουργία της επίδικης εγκατάστασης μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν την αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της εναγομένης-αναιρεσείουσας, η οποία, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ήταν κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και επομένως και του επίδικου υποσταθμού, έχουσα την ευθύνη της συντήρησης και λειτουργίας του, αποκομίζοντας από τη λειτουργία του, παράλληλα με τη ΔΕΗ, σημαντικό κέρδος. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4,5,17 και 25 του Συντάγματος,1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,924 παρ.2 και 925 ΑΚ, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων που προβλέπουν περιπτωσιολογικά την ευθύνη από διακινδύνευση, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αποδίδοντας σε αυτές περιεχόμενο που δεν έχουν και συνάγοντας από αυτές, εσφαλμένα, αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, αφού ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε διαφυγή της κινδυνώδους κατάστασης του ηλεκτρικού ρεύματος από το δίκτυο της εναγομένης με πτώση θερμών και πυρακτωμένων τηγμάτων από τους αγωγούς ξύλινου υποσταθμού μέσης τάσης διανομής. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ ,με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 6. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 925 ΑΚ, ως προς το στοιχείο της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης-αναιρεσείουσας, διότι, με ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι υφίσταται ευθύνη της αναιρεσείουσας από διακινδύνευση, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των προστηθέντων της, προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, η οποία θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, παρότι δέχθηκε ότι δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο προκλήθηκε αυτή. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) τυγχάνει κάτοχος και διαχειρίστρια των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ κυρία και εξουσιαστής εξακολουθεί να παραμένει η "ΔΕΗ ΑΕ".

Περαιτέρω, στις 20 Αυγούστου του έτους 2012 και περί ώρα 14:00' εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε δασική έκταση με ελαιόδεντρα, ξερά χόρτα και θάμνους, στη θέση "Δάριζα" Τροιζηνίας του Δήμου Πόρου. Μετά την εκδήλωσή της, η πυρκαγιά επεκτάθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε απόσταση τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων δυτικά, βόρεια και βορειοδυτικά, σε άλλες αγροτικές περιοχές και δασικές εκτάσεις, καθώς και σε οικίες διαφόρων ιδιοκτητών, μέχρι και την περιοχή "Βλαχεϊκα", καταστρέφοντας ολοσχερώς περί τα 7.000 στρέμματα δασικής έκτασης με ξερά χόρτα, θάμνους, πουρνάρια, βένια, σχοίνα, όπως και 3.000 στρέμματα αγροτικής καλλιέργειας και σχετικών υποδομών (αρδευτικών συστημάτων και περιφράξεων). Η ανωτέρω πυρκαγιά κατασβήσθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ. Τροιζηνίας) με τη συνδρομή και άλλων Πυροσβεστικών υπηρεσιών, των Δήμων Τροιζηνίας, Πόρου, Ερμιονίδας, εθελοντών πυροσβεστών, εναέριων μέσων, καθώς και με τη συνδρομή της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιωτών. Η ευρύτερη περιοχή, στην οποία εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, εντοπίζεται νοτιοανατολικά του Πόρου, εξυπηρετείται δε από την επαρχιακή ασφάλτινη οδό που συνδέει τον Πόρο με το Μετόχι και διακλαδώνεται με αγροτικούς χωμάτινους δρόμους, που εξυπηρετούν τις καλλιέργειες και τις σχετικές υποδομές. Καθ' ο δε χρόνο εκδηλώθηκε η ανωτέρω πυρκαγιά, ο καιρός ήταν αίθριος, η θερμοκρασία ανερχόταν στους 31 βαθμούς κελσίου και οι άνεμοι έπνεαν από βόρειες διευθύνσεις, ριπαίοι και ενισχυμένοι, ενώ η ένταση των ρύπων ενδεχομένως να έφθανε και τους θυελλώδεις (9 μποφόρ), με ταχύτητα ανέμων κυμαινόμενη μεταξύ 60 και 75 χλμ/ώρα. ...Στην υπό κρίση περίπτωση, θα πρέπει να διακριθούν δύο ζητήματα που χρήζουν διαδοχικής διερεύνησης επί της ουσίας της υποθέσεως. Το πρώτο είναι εάν η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό και το δεύτερο (σε καταφατική απάντηση επί του πρώτου) εάν η εναγομένη υπέχει ευθύνη για αυτό ενεργώντας (δια των προστηθέντων της) παράνομα και υπαίτια. Το δεύτερο είναι κρίσιμο στο στάδιο της διερεύνησης της κυρίας βάσης της αγωγής. Για τη διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, λοιπόν, πρωτίστως πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα εάν η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αντίδικες πλευρές, αλλά και οι τεχνικοί τους σύμβουλοι, καθώς και οι αυτεπαγγέλτως διορισθέντες πραγματογνώμονες, ασχολήθηκαν επίσης με το ζήτημα του τρόπου δια του οποίου προκλήθηκε ή ήταν πιθανό ή απίθανο με βάση τα δεδομένα της εξεταζόμενης περίπτωσης να προκληθεί η φωτιά από το συγκεκριμένο υποσταθμό. Το ζήτημα του τρόπου είναι κρίσιμο για την απάντηση στο καίριο ως άνω ερώτημα εάν η φωτιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, πρωτίστως κατά το μέρος που αφορά την αποφατική του διάσταση. Δηλαδή, εάν αποδειχτεί ότι με κανέναν τρόπο δεν ήταν δυνατόν σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα δεδομένα της εξεταζόμενης περίπτωσης, να προκληθεί η φωτιά από το συγκεκριμένο υποσταθμό, τότε και η απάντηση στο καίριο ως άνω ερώτημα θα πρέπει κατά λογική αλληλουχία να είναι αρνητική. Σε αυτήν την παραδοχή κατατείνουν και οι ισχυρισμοί της εναγόμενης καθώς και τα συμπεράσματα των τεχνικών συμβούλων της αλλά και των ως άνω δικαστικών πραγματογνωμόνων (με εξαίρεση την Χ. Λ.). Κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η αρχική εστία της φωτιάς ήταν πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού. Τούτο, προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, ιδιαίτερα όμως από τα ακόλουθα : Α) από το γεγονός ότι σε αυτήν τη θέση εντοπίστηκε η έναρξη της φωτιάς και από τους διενεργούντες την αυτοψία πυροσβέστες, ήτοι τους κατεξοχήν έμπειρους για μια τέτοια διαπίστωση, αλλά και από τη διορισθείσα από την Πυροσβεστική υπηρεσία Πραγματογνώμονα Χ. Λ., οι οποίοι μάλιστα, αφενός δεν είχαν ίδιο όφελος από την έκβαση της υπόθεσης, αφετέρου (και αυτό είναι το σημαντικότερο) ήρθαν σε επαφή με τις αισθήσεις τους με τα ευρήματα και μάλιστα σε άμεσο χρόνο μετά την κατάσβεση της φωτιάς (3 ημέρες μετά), ήτοι ενώ ακόμη αυτά (τα ευρήματα) διασώζονταν σε κατάσταση που μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες για την έναρξη και την αιτία της φωτιάς, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διορισθέντες πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα σε δεύτερο χρόνο, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να κρίνουν με χρονική και τοπική απόσταση από το συμβάν κυρίως εξ εγγράφων και φωτογραφιών, Β) πέραν των αναφερόμενων στις προσκομιζόμενες για την υποστήριξη της αγωγής ένορκες βεβαιώσεις, από τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες, όχι μόνο μεταγενεστέρως ενόψει των αστικών και ποινικών δικών, αλλά ήδη κατά το στάδιο της προανάκρισης, και κυρίως, α) ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβίου μάρτυρας Γ. Μ...., ο οποίος ανέφερε ότι την ώρα που ξεκίνησε η φωτιά είδε να είναι αυτή κοντά σε κολώνες της ΔΕΗ με μετασχηματιστή στα βόρεια της έκτασης που κάηκε, β) ο μάρτυρας Σ. Ζ...., ο οποίος μάλιστα δεν αξίωσε αποζημίωση από τη ΔΕΗ, και ανέφερε ότι είδε τη φωτιά να έχει μόλις εκδηλωθεί κάτω από το μετασχηματιστή της ΔΕΗ και σε ακτίνα 15-12 μέτρων περίπου και γ)η μάρτυρας (εντός της οποίας το κτήμα ευρίσκετο ο επίδικος υποσταθμός) Π. Π....., ανέφερε ότι στο μέσον του βορείου τμήματος του κτήματος της πλησίον του αγροτικού δρόμου ευρίσκεται ο μετασχηματιστής της ΔΕΗ στηριγμένος σε δύο ξύλινες κολώνες, και ότι η φωτιά φαίνεται ότι ξεκίνησε από το κτήμα της (και μάλιστα το βόρειο μέρος του) δεδομένου ότι βορειότερα από το δικό της δεν υπάρχει άλλο κτήμα καμμένο και η κατεύθυνση του αέρα ήταν από το βορρά. Περαιτέρω, κατά την εξέταση του χώρου, στο εμβαδόν που καλύπτει το γεωτεμάχιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε το πρώτον η φωτιά, αλλά και την περιοχή πέριξ αυτού, τόσο από τους πυροσβέστες - διενεργούντες την αυτοψία, όσο και από την πραγματογνώμονα X. Λ., δεν εντοπίστηκε κανένα εύρημα στο έδαφος, όπως εμπρηστικοί μηχανισμοί ή εύφλεκτα υλικά, από το οποίο να προκύπτει η αιτία της φωτιάς, αλλά ούτε και οιοδήποτε άλλο εύρημα από το οποίο να μπορεί να αποδοθεί η φωτιά σε τυχόν αγροτικές ή μελισσοκομικές εργασίες. Ωστόσο, κάτωθι του υποσταθμού υπήρχαν ξερά χόρτα (όπως τούτο εξάλλου, έγινε δεκτό και από το υπ' αριθμ. ΑΤ-309, ΑΤ-1455/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά στη σελ. 33 του σκεπτικού). Επίσης, τα κλαδιά του ελαιόδεντρου που φύεται εγγύτερα όλων των άλλων δένδρων στον υποσταθμό, με βάση τις φωτογραφίες δεν έφταναν σε τέτοιο ύψος, ώστε να ευρίσκονται πλησίον των αγωγών επί των οποίων η πραγματογνώμονας εντοπίζει ενδείξεις τήξεως και δη σε τέτοια απόσταση από τους εν λόγω αγωγούς που να ήταν αναμενόμενο υπό τις δεδομένες συνθήκες ανέμου της τάξεως των 8 μποφόρ, σε περίπτωση περιδίνησης των συγκεκριμένων αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους να έρθουν σε επαφή με αυτά (τα κλαδιά) ή να εισέλθουν (τα κλαδιά) στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών προκαλώντας διηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο.

Εξάλλου, οι φωτογραφίες 10, 11, και 12 που επικαλείται η αμέσως ανωτέρω πραγματογνώμονας και απεικονίζουν την εισέλευση κλάδων ελαιοδένδρου μεταξύ οριζόντιων αγωγών, αφορούν άλλο σημείο και άλλο ελαιόδεντρο της περιοχής και παρατίθενται προκειμένου να στηρίξει τη διαπίστωση της ότι στην περιοχή δεν έχουν ληφθεί τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας από τους προστηθέντες της ΔΕΗ αναφορικά με την αποκοπή κλαδιών - κλάδεμα δένδρων, που γειτνιάζουν με στοιχεία του εξοπλισμού της. Παρόλα ταύτα, τα κλαδιά του προαναφερόμενου ελαιόδεντρου που φύεται εγγύτερα όλων των άλλων δένδρων στον επίδικο υποσταθμό, με βάση τις φωτογραφίες πλησιάζουν εγγύτατα με το κιβώτιο ασφαλειών του υποσταθμού καθώς και με τα υπόλοιπα στοιχεία του εξοπλισμού που είναι συνδεδεμένα σε αυτό, αν και με βάση τις φωτογραφίες δεν φαίνονται (τα κλαδιά) να έχουν επηρεαστεί από τη φωτιά. Επίσης, στις φωτογραφίες 6, 6α, 7 και 7α φαίνεται ότι οι απεικονιζόμενοι αγωγοί φέρουν σε κάποια τμήματά τους ενδείξεις τήξεως, καθώς και ελλείμματος υλικού .... Ειδικότερα, παρατηρούνται σημάδια αλλοίωσης της αρχικής διατομής του αγωγού ASCR 16mm2 τα οποία, ενόψει μάλιστα του σφαιρικού σχήματος τους, παραπέμπουν σε συγκεντρώσεις τηγμάτων.

Εξάλλου, το φαινόμενο της οξείδωσης του αλουμινίου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η εξωτερική στιβάδα του αγωγού ήταν από αυτό το υλικό [ο εν λόγω αγωγός αποτελείται από κλώνους αλουμινίου περιελιγμένους γύρω από ένα χαλύβδινο κλώνο, όπου ο χάλυβας εξυπηρετεί τη μηχανική αντοχή του αγωγού (με αμελητέο διερχόμενο ρεύμα) και το αλουμίνιο την ηλεκτροδότηση], που προτείνεται ως εξήγηση των φωτογραφιών από την εναγομένη, δεν εκδηλώνεται με την απεικονιζόμενη στις ως άνω φωτογραφίες μορφή, ενώ οι οξειδώσεις που παρουσιάζονται στο παράστημα VI της τεχνικής έκθεσης του ομότιμου καθηγητή του Ε.Μ.Π. Π. Μ. αφορούν γενικά τα μέταλλα αλλά δεν αφορούν ειδικά το υλικό του αλουμινίου ...Ειδικότερα, το φαινόμενο της οξείδωσης του αλουμινίου εκδηλώνεται με αλλοίωση της λειότητας (εκτράχυνση) της επιφάνειας του αλουμινίου, και μάλιστα αλλοίωση λευκού χρώματος και όχι καφέ ...Για τον ίδιο ως άνω λόγο, τα καφέ χρώματος σημάδια επί του ως άνω αγωγού αλουμινίου αποτελούν σημάδια εκκένωσης και όχι οξείδωσης, αφού, όπως προεξετέθη σε αντίθεση με άλλα μέταλλα το αλουμίνιο δεν εμφανίζει οξείδωση με τέτοια καφέ σημάδια.... Σημειώνεται, επίσης, ότι από μόνη την επισκόπηση των προαναφερομένων φωτογραφιών, είναι εμφανής, τουλάχιστον σε έναν αγωγό, και η διακοπή του συνεχούς της κανονικής περιέλιξης των κλώνων αλουμινίου (δηλαδή της εξωτερικής στιβάδας του αγωγού), ήτοι των κλώνων από τους οποίους διέρχεται το ηλεκτρικό ρεύμα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετά σημεία του εν λόγω αγωγού που να μην είναι πλήρως καλυμμένα από περιελιγμένο ρευματοφόρο κλώνο αλουμινίου. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα καφέ σημάδια που εμφανίζονται ως αλλοιώσεις της βαφής επί του κιβωτίου ασφαλειών του επίμαχου υποσταθμού παραμπέμπουν σε θερμικό φαινόμενο (κάψιμο) και όχι σε διάβρωση. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η βαφή δεν επιτρέπει την οξείδωση του μετάλλου, γι' αυτό και αυτή (η οξείδωση του μετάλλου), που στο κοινό μέταλλο εμφανίζεται με καφέ χρώμα (σκουριά) μπορεί να εμφανιστεί μόνο στα σημεία που έχει ξεφλουδίσει η βαφή και έτσι έχει μείνει πλέον ακάλυπτο το μέταλλο, εκτεθειμένο στην ατμόσφαιρα. Εντούτοις στην επιφάνεια της ίδιας της βαφής (της μπογιάς) μπορεί να εμφανιστεί καφέ χρώμα ως αποτέλεσμα θερμικής αλλοίωσης (λόγω φωτιάς).

Εν προκειμένω, δεν φαίνεται από τις φωτογραφίες ξέφτισμα - ξεφλούδισμα της μπογιάς επί του ως άνω κιβωτίου, αλλά αλλοίωση του χρώματος που παραπέμπει σε αποτέλεσμα θερμικής αλλοίωσης (λόγω φωτιάς). Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τις φωτογραφίες διατηρούνται ανέπαφοι από τη φωτιά οι κλάδοι του πλησιέστερου στο υποσταθμό ελαιοδένδρου (για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω), οι πυλώνες, η τραβέρσα και οι μονωμένοι αγωγοί μέσης και χαμηλής τάσης, ήτοι τα στοιχεία που βρίσκονται πλησίον του ως άνω κιβωτίου, τα οποία θα ήταν αναμενόμενο να ήταν και αυτά επηρεασμένα (με σημάδια καψίματος) εάν το ως άνω σημάδι καψίματος του κιβωτίου ήταν εξωτερικής προέλευσης, ήτοι εάν είχαν προκληθεί από φωτιά που πλησίασε στον υποσταθμό (ξεκινώντας από αλλού).... Σε συμφωνία με τα ως άνω, επισημαίνεται επίσης, ότι οι αγωγοί και τα τήγματα για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω, δεν έφεραν σημάδια καπνού, αιθάλης ή άνθρακα κατά το χρόνο της αυτοψίας της πραγματογνώμονος X. Λ., γεγονός που επίσης απομακρύνει το ενδεχόμενο τα ως άνω τήγματα να προήλθαν από εξωτερική αιτία, ήτοι από φωτιά που πλησίασε στον υποσταθμό (ξεκινώντας από αλλού)..... Η ανωτέρω μάλιστα διαπίστωση έγινε από πραγματογνώμονα που εξέτασε με αυτοψία τα ευρήματα 3 ημέρες μετά τη φωτιά, ήτοι ήρθε σε επαφή και με τις αισθήσεις της με τα ευρήματα και μάλιστα σε άμεσο χρόνο μετά την κατάσβεση της φωτιάς, ενώ όλοι οι υπόλοιποι διορισθέντες πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα σε δεύτερο χρόνο, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να κρίνουν με χρονική και τοπική απόσταση από το συμβάν κυρίως εξ εγγράφων και φωτογραφιών. Επίσης, παρατηρείται από τις φωτογραφίες ότι το μεσαίο εκ των τριών αλεξικέραυνων του υποσταθμού έχει κλίση προς τα δεξιά ενώ τα υπόλοιπα στέκονται κατακόρυφα, χωρίς όμως να μπορεί να εξακριβωθεί εάν αυτό οφείλεται σε αρχική (ορθή ή σφαλμένη) τοποθέτηση του ή σε μετατόπιση του μεταγενεστέρως. Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα εάν έλαβε χώρα ή όχι διακοπή ρευματοδότησης ή οιαδήποτε βλάβη λόγω συμβάντος στη λειτουργία του επίδικου υποσταθμού την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν διαθέτει καταγραφικά για τη μέση τάση..., δεδομένου μάλιστα ότι ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει τέτοια για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι δεν υπήρξε βλάβη στον υποσταθμό. Προσκομίζεται μετ' επικλήσεως βέβαια από την εναγομένη, το δελτίο αναφορών - παραπόνων πελατών για προβλήματα στην ηλεκτροδότηση για τον μήνα Αύγουστο του επιδίκου έτους..., από όπου δεν προκύπτει ότι την κρίσιμη ημέρα υπήρξε αναφορά - παράπονο πολίτη για πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση που παρείχε ο επίδικος υποσταθμός. Τούτο όμως, από μόνο του, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση. Το ως άνω δελτίο συνιστά εσωτερικό έγγραφο που συντάσσει ή ίδια η εναγομένη, και ως εκ τούτου για να θεωρηθεί υψηλής αξιοπιστίας θα πρέπει να υποτεθεί ως δεδομένο ότι εάν υπήρχε καταγγελία - παράπονο για τη λειτουργία του υποσταθμού, τον κρίσιμο χρόνο που είχε ξεσπάσει η φωτιά, εκείνη θα το κατέγραφε, εν γνώσει της ότι τούτο θα αποβεί εις βάρος της στη διερεύνηση της αιτίας της φωτιάς.

Εξάλλου, τη στιγμή που οι πελάτες της εναγομένης που ευρίσκονταν στο πεδίο εξυπηρέτησης από τον επίδικο υποσταθμό, αντιλαμβάνονται τη φωτιά να ξεκινάει πλησίον του υποσταθμού και να κινείται με μεγάλη ταχύτητα απειλώντας τις περιουσίες τους και τις ζωές τους, δεν ήταν αναμενόμενο να καλέσουν τη ΔΕΗ (σε περίπτωση διακοπής ηλεκτροδότησης) αλλά την πυροσβεστική. Παρ' όλα ταύτα, με βάση με το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και των λαμβανομένων υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, συνδυαζόμενων με το ανωτέρω δελτίο της εναγομένης, το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της εκδοχής ότι η διακοπή της ηλεκτροδότησης έγινε, το πρώτον, όταν το ζήτησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία από την ΔΕΗ προκειμένου η πρώτη να επιχειρήσει με ασφάλεια την κατάσβεση της φωτιάς. Παρ' όλα ταύτα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τυγχάνει ουσιώδες το εάν έλαβε χώρα ή όχι διακοπή ρευματοδότησης λόγω συμβάντος στη λειτουργία του επίδικου υποσταθμού την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησης της πυρκαγιάς και τούτο διότι: 1) ήταν εφικτή, στην εξεταζόμενη περίπτωση, με βάση τα πορίσματα της επιστήμης, η πρόκληση ηλεκτρικού φαινομένου, όπως το σφάλμα υψηλής αντίστασης (που απαιτεί ειδικό εξοπλισμό για την αντιμετώπιση του χωρίς να επαρκούν οι ασφάλειες που χρησιμοποιούσε η εναγόμενη στον επίδικο υποσταθμό) και ειδικότερα οι επαναλαμβανόμενες ή έρπουσες υπερπηδήσεις τάσεως με τη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου, που όταν λάβουν χώρα μπορούν να προξενήσουν φωτιά χωρίς να προκληθεί διακοπή ρευματοδότησης από τον υποσταθμό στο οποίο εμφανίστηκαν..., 2) είναι εφικτή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πρόκληση φωτιάς από συμβάν στη λειτουργία υποσταθμού, όπως του επιδίκου, και χωρίς να λάβει χώρα διακοπή ηλεκτροδότησης, ...3) τυχόν διακοπή ηλεκτροδότησης, δεν θα οδηγούσε, κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα από μόνη της ότι η φωτιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα του υποσταθμού, αφού θα μπορούσε να αποδοθεί (η διακοπή) στην επίδραση της τυχόν ήδη προκληθείσης από άλλη αιτία φωτιάς στη λειτουργία του υποσταθμού και 4) δεν εξετάστηκε εξαρχής (όταν τα ευρήματα είναι "νωπά") στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά ο υποσταθμός στα επί μέρους στοιχεία του, ώστε να προκύψει εάν λειτουργούσαν κανονικά τα πάσης φύσεως μέτρα προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.), ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η μη διακοπή ηλεκτροδότησης στην υπό κρίση περίπτωση σημαίνει την απουσία βραχυκυκλώματος, υπερτάσεως, υπερεντάσεως ή οιουδήποτε άλλου μη κανονικού φαινομένου στη λειτουργία του υποσταθμού. ...Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι στο εξεταζόμενο βιοτικό συμβάν χρειάστηκε η κατάσβεση οιουδήποτε τμήματος του υποσταθμού (ούτε υπήρξε καμμία μαρτυρία περί φωτιάς του ίδιου του υποσταθμού ή τμήματος του στο επίδικο συμβάν) ή η τυχόν επισκευή του λόγω παύσης της λειτουργίας του ένεκα βλάβης. Συνοψίζοντας, από όλες τις ανωτέρω παραδοχές, και κυρίως με βάση το σημείο έναρξης της φωτιάς πλησίον - κάτωθι του επιδίκου υποσταθμού και τα ως άνω ευρήματα θερμικής αιτιολογίας, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούσαν στον επίδικο χρόνο και τόπο, ήτοι υψηλές θερμοκρασίες, ισχυροί βόρειοι - βορειοανατολική άνεμοι της τάξεως των 8 μποφόρ και ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικο υποσταθμού, το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση οπωσδήποτε έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο..., με αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση την πρόκληση πυρακτώσεως ενός ή περισσοτέρων στερεών σωμάτων τα οποία με την πτώση τους στο έδαφος, προκάλεσαν ανάφλεξη στα ξερά χόρτα κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ξέσπασε η επίδικη φωτιά....Παρ' όλα ταύτα, δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο (ή αλλιώς ο λόγος για τον οποίο) προκλήθηκε η φωτιά από τον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, λόγω ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο με αποτέλεσμα τη βροχή τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω.... Το ανωτέρω, θα μπορούσε να έχει πιθανότατα εξακριβωθεί εάν εξεταζόταν εξαρχής (όταν τα ευρήματα ήταν "νωπά") στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά ο υποσταθμός στα επί μέρους στοιχεία του, ώστε να προκύψει : 1) πότε και ποιο μη κανονικό συμβάν μεσολάβησε στη λειτουργία του που προκάλεσε ή μπορούσε να προκαλέσει φωτιά, 2) ποια τυχόν βλάβη έχει υποστεί οποιοδήποτε στοιχείο του, από υψηλή θερμοκρασία λόγω έκρηξης ή φωτιάς από μη εξωτερικό αίτιο και 3) εάν λειτουργούσαν κανονικά τα επί μέρους στοιχεία του και ειδικά τα μέτρα προστασίας (ασφάλειες, ασφαλειοαποζεύκτες, καθοδικά αλεξικέραυνα, ελαιοδιακόπτες κλπ.). Τέτοια εξέταση δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω. Παρ' όλα ταύτα, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά, δεν αναιρεί τη διαπίστωση της πρόκλησης αυτής από τον επίδικο υποσταθμό, αφού για την παραδοχή αυτή αρκούν όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στοιχεία, όπως συνεκτιμώνται μεταξύ τους..... Ωστόσο, η απουσία συμπεράσματος περί του ακριβούς τρόπου με τον οποίο προξενήθηκε η φωτιά από τον ως άνω υποσταθμό δεν επιτρέπει τη διαπίστωση υπαιτιότητας της εναγόμενης, αφού ακόμη και εάν υφίσταται πλημμέλεια στη συμπεριφορά της αναφορικά με την υποχρέωση της συντηρήσεως του υποσταθμού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σύμφωνα με την Οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί εν προκειμένω εάν τελεί αυτή σε αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο θερμικό - ηλεκτρικό φαινόμενο που επισυνέβη στον επίδικο υποσταθμό και προκάλεσε την επίδικη φωτιά. Εξαίρεση στην ανωτέρω παραδοχή αφορά η μομφή που αποδίδεται στην εναγομένη αναφορικά με την παραβίαση της υποχρέωση της για αποψίλωση της βλάστησης γύρω από τον υποσταθμό σε ακτίνα 2μ. πέριξ του υποσταθμού, αφού τέτοια πλημμέλεια θα συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της φωτιάς εκ του υποσταθμού όποιο και εάν ήταν το ηλεκτρικό - θερμικό φαινόμενο που έλαβε χώρα στον υποσταθμό, δεδομένου ότι η εστία της φωτιάς εντοπίζεται στο σημείο ακριβώς που υπήρχαν ξερά χόρτα πλησίον - κάτωθι του υποσταθμού. Από τη διαπίστωση από την πραγματογνώμονα Χ.. Λ. (όπως μνημονεύει στην πραγματογνωμοσύνη της) αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι υπήρχαν ξερά χόρτα στη βάση του υποσταθμού τον κρίσιμο χρόνο της πρόκλησης της φωτιάς, με την ανάφλεξη εξάλλου τον οποίων ξεκίνησε η φωτιά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. 17/18-6-2012 ημερήσιο δελτίο εργασίας κλαδεμάτων ή κοπής δένδρων και καθαρισμού αποζευκτικών σημείων(αποψιλώσεως) της αρμόδιας περιοχής του Ναυπλίου ΔΕΔΔΗΕ, που προσκομίζει η εναγομένη, μόλις περίπου 2 μήνες πριν τη φωτιά, δια αναθέσεως της σχετικής εργασίας σε εργολάβο, η εναγομένη εκπλήρωσε την αμέσως προαναφερόμενη υποχρέωση της σύμφωνα με την οδηγία 9 - ΔΚΣΔ/ΤΕΣΔ του πίνακα 3 για τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση της προληπτικής συντήρησης δικτύων Μέσης Τάσης.
Συνεπώς, ανεξαρτήτως της αιτίας για την οποία αναπτύχθηκε εκ νέου, στο διαδραμόν διάστημα από την αποψίλωση, τέτοια βλάστηση στη βάση του υποσταθμού, δεν μπορεί να αποδοθεί η ύπαρξη αυτής σε αμέλεια της εναγομένης.... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αφού αποδείχτηκε η πρόκληση της φωτιάς από τον επίδικο υποσταθμό της εναγομένης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της, προκύπτει ...το παράνομο της συμπεριφοράς της εναγομένης και τυγχάνει εξεταστέο το ζήτημα εάν υφίσταται και αιτιωδώς συνδεόμενη προξενηθείσα σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ζημία....". Κρίνοντας όμως έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 925 του ΑΚ, διότι από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόστηκαν, ενώ οι διαλαμβανόμενες σ' αυτήν ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το παράνομο της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, με την έννοια της πραγμάτωσης του κινδύνου, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται πλησίον-κάτωθι του επίδικου υποσταθμού και ότι άλλες αιτίες πυρκαγιάς δεν εντοπίστηκαν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, παρότι δέχεται ότι δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή προκλήθηκε, διαλαμβάνοντας τις ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες ότι: "Το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση οπωσδήποτε έλαβε χώρα, είτε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου είτε βραχυκύκλωμα, είτε σφάλμα υψηλής αντίστασης, είτε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο...Παρ' όλα ταύτα, δεν προέκυψε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο (ή αλλιώς ο λόγος για τον οποίο) προκλήθηκε η φωτιά από τον επίδικο υποσταθμό, ήτοι εάν οφείλεται σε φαινόμενο υπερπήδησης υψηλής τάσης στη χαμηλότερη τάση με εμφάνιση ηλεκτρικού τόξου, λόγω ρύπανσης ή φθοράς των μονωτήρων σε συνδυασμό και με ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω εγγύτητας με τη θάλασσα (1755,07μ.) ή τήξεως μεταλλικών στοιχείων λόγω κακής κατάστασης ηλεκτρικών επαφών - συνδέσμων (χαλαρών ή οξειδωμένων) ή διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος λόγω ακατάλληλης γείωσης της εγκατάστασης σε συνδυασμό με χαλαρούς ή οξειδωμένους ηλεκτρικούς συνδέσμους ή βραχυκυκλώματος ή σφάλματος υψηλής αντίστασης κατόπιν επαφής μεταξύ των αγωγών ή σε περίπτωση περιδίνησης των αγωγών λόγω έλλειψης τάνυσης τους πρόκληση επαφής τους με ξένο σώμα (σταθερό ή μετακινούμενο από τον αέρα) ή εισέλευσης του ξένου σώματος στο μονωτικό στρώμα αέρα μεταξύ των αγωγών ή σε κάποιο άλλο θερμικό ή ηλεκτρικό φαινόμενο με αποτέλεσμα τη βροχή τηγμάτων αγωγού με τη μορφή ομπρέλας, αφού, με βάση τα ως άνω ευρήματα της υπό κρίση περίπτωσης, οιοδήποτε από τα ως άνω φαινόμενα ήταν πιθανόν να έλαβαν χώρα εν προκειμένω....", με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ισχυρές αμφιβολίες για την ορθότητα ή μη της παραδοχής ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τον επίδικο υποσταθμό, δεδομένου ότι δεν αιτιολογείται σε τι συνίστατο εν τέλει η παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ήτοι η πραγμάτωση του κινδύνου. Με τις ασαφείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αυτές αιτιολογίες δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ή όχι για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 925 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, της πραγμάτωσης του κινδύνου. Οι ανωτέρω πλημμέλειες ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του, είναι βάσιμος. Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκηση της ένδικης αίτησής της. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει την από 24-10-2022 αίτηση αναιρέσεως και τους από 20-2-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

-Αναιρεί την υπ' αριθ. 3123/2022 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

-Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, παραπάνω, Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, από αυτόν, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

-Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε, για την άσκηση της αναίρεσης.

-Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή