ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1201/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1201/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1201/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1201 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1201/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Κ., 2) Γ. συζ. Α. Κ., το γένος Β., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παυλόπουλο, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2016 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγαλόπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12.7.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35/2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 86/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", και "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 104/2024, Α.Π. 249/2024, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020). Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, και ως προς αυτές, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-4-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτή έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Από την υπ' αριθμ. ...-2022 όμως έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην προαναφερόμενη, τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις (1-6-2016), της ένδικης, από 1-6-2016, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 ν.3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023,ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε. της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023. ΑΠ 978/2023. ΑΠ 785/2022, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1482/2022. ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 144/2023. ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 552/2020). Ακολούθως, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 86/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "Οι αιτούντες (ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) είναι σύζυγοι, ο πρώτος ηλικίας 69 ετών κατά τον χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αίτησης και η δεύτερη 61 ετών, και έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, ήδη ενήλικα και οικονομικά ανεξάρτητα. Ο αιτών- πρώτος εφεσίβλητος είναι συνταξιούχος του ΕΦΚΑ, με μηνιαία σύνταξη ύψους 1.462,87 ευρώ και ειδικότερα κύρια σύνταξη 1.245,52 ευρώ και επικουρική 217,35 ευρώ, όπως προκύπτει από Μαρτίου 2017 Μαρτίου 2017 ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων του ΕΦΚΑ). Η αιτούσα- δεύτερη εφεσίβλητη διατηρεί κυλικείο στο ΕΠΑΛ Μεγαλόπολης Αρκαδίας, χωρίς να αποκερδαίνει σημαντικά έσοδα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα τα εισοδήματά τους ήταν από το οικονομικό έτος 2006 έως το φορολογικό έτος 2018 τα εξής: 1) για το οικονομικό έτος 2006 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 27.394,46 ευρώ και της αιτούσας 278,85 ευρώ, 2) για το οικονομικό έτος 2007 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 28.848,66 ευρώ και της αιτούσας 261,44 ευρώ, 3) για το οικονομικό έτος 2008 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 30.706,58 ευρώ και της αιτούσας 251,84 ευρώ, 4) για το οικονομικό έτος 2009 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 32.954,06 ευρώ και της αιτούσας 225,84 ευρώ, 5) για το οικονομικό έτος 2010 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 35.622,77 ευρώ και της αιτούσας 2.815,18 ευρώ, 6) για το οικονομικό έτος 2011 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 33.237,47 ευρώ και η επιχείρηση της αιτούσας εμφανίζει ζημία 1.053,62 ευρώ, 7) για το οικονομικό έτος 2012 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 31.281,90 ευρώ και της αιτούσας 2.237,71 ευρώ, 8) για το οικονομικό έτος 2013 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 26.493,65 ευρώ και της αιτούσας 3.286,49 ευρώ, 9) για το οικονομικό έτος 2014 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 21.177,23 ευρώ και της αιτούσας 513,01 ευρώ, 10) για το φορολογικό έτος 2014 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 20.569,23 ευρώ και της αιτούσας 3.872,39 ευρώ, 11) για το φορολογικό έτος 2015 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 20.084,49 ευρώ και της αιτούσας 546,57 ευρώ, 12) για το φορολογικό έτος 2016 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 19.806,56 ευρώ και η επιχείρηση της αιτούσας σημείωσε ζημία 60,76 ευρώ, 13) για το φορολογικό έτος 2017 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 22.057,94 ευρώ και η επιχείρηση της αιτούσας σημείωσε ζημία 1.701,33 ευρώ και 14) για το φορολογικό έτος 2018 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ήταν 20.660,05 ευρώ και της αιτούσας 253,05 ευρώ. Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι η δεύτερη αιτούσα- εφεσίβλητη απασχολεί προσωπικό, ενώ κατά τα διδάγματα κοινής πείρας, προφανώς έχει μισθώσει τον χώρο του κυλικείου από τον Δήμο Μεγαλόπολης. Επομένως, διενεργεί πρωτότυπα εμπορική πράξη, καθόσον διατηρεί επιχείρηση, με αντικείμενο την αγορά προϊόντων (αναψυκτικά, νερό, πρώτες ύλες για την παρασκευή φαγητού ή καφέ), την επεξεργασία αυτών, τα οποία μεταπωλεί με σκοπό το κέρδος. Ωστόσο, το γεγονός ότι η δραστηριότητά της στηρίζεται στην προσωπική σωματική της εργασία, χωρίς σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο σε εξοπλισμό και λειτουργική δομή και χωρίς προσωπικό, έχει ως αποτέλεσμα το μικρό κέρδος που αποκομίζει, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερθέντα ανωτέρω εκκαθαριστικά σημειώματα, να αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού της κόπου- και μάλιστα μόνο κατά την περίοδο λειτουργίας του σχολείου- και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών, αφού δεν διαμεσολαβεί ριψοκίνδυνα με σκοπό την επίτευξη κέρδους στην κυκλοφορία αγαθών με στοιχεία αβεβαιότητας και οικονομικού κινδύνου και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, την καθιστά μικρέμπορο, και δεν της προσδίδει την εμπορική ιδιότητα, άρα και την πτωχευτική ικανότητα, χωρίς το συμπέρασμα αυτό να αναιρείται από το ότι είναι ασφαλισμένη στον Ο.Α.Ε.Ε.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό του τρίτου καθ'ου η αίτηση και ήδη εκκαλούντος ότι η αιτούσα είναι έμπορος και έχει πτωχευτική ικανότητα και άρα η αίτηση έπραττε να απορριφθεί ως προς αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει τον ανωτέρω ισχυρισμό του είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος- αιτών είναι συγκύριος του 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κείμενου στη θέση "Πανηγυρίστρα" Δημοτικής Κοινότητας Μεγαλόπολης Αρκαδίας, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατέρα του (σχετική η υπ' αριθμ. ....2019 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης, Π. Π.- Μ.), αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 4.161,51 ευρώ, ενώ αντίθετα, η δεύτερη εφεσίβλητη- αιτούσα έχει στην κυριότήτά της μια διώροφη μεζονέτα επιφάνειας 78,48 τ.μ., με υπόγεια αποθήκη επιφάνειας 58,59 τ.μ. και ισόγεια θέση στάθμευσης 55,60 τ.μ. έτους κατασκευής 2006, κείμενη σε οικόπεδο επιφάνειας 298,31 τ.μ., στον οικισμό Ανεμοδούρι Δήμου Μεγαλόπολης Αρκαδίας. Ως προς τις εύλογες δαπάνες διαβίωσής τους, για τον προσδιορισμό των οποίων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραπονείται το εκκαλούν, λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφ. Β της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 4346/2015 "Στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης βάσει των οποίων θα υπολογίζεται από το Δικαστή η δυνατότητα καταβολών του οφειλέτη, παρεκτός των βασικών δαπανών που είναι απαραίτητες για τη διαβίωση ενός νοικοκυριού και στις οποίες περιλαμβάνονται οι δαπάνες για διατροφή, ένδυση και υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακίνηση, επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων αγαθά και υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες, θα περιλαμβάνονται επιπλέον οι δαπάνες εστίασης, οι δαπάνες για διαρκή αγαθά και συσκευές και οι επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού (ήτοι η τέταρτη από τέσσερις ομάδες δαπανών, όπως αυτές καταγράφονται από τα επίσημα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) (πρβλ. ΣτΕ 2288/2015). Οι "εύλογες δαπάνες διαβίωσης" είναι ένας αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού των δαπανών που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών αναγκών των νοικοκυριών και ο υπολογισμός τους στηρίζεται στα στοιχεία της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών (ΕΟΠ) που διενεργείται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕλΣτατ). Είναι μία στατιστική έρευνα μέσω της οποίας συγκεντρώνονται πληροφορίες από αντιπροσωπευτικό δείγμα των νοικοκυριών της χώρας για όλες της δαπάνες διαβίωσής τους, ανεξαρτήτως αν έχουν λάβει ή όχι δάνειο. Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των δύο πρώτων εφεσιβλήτων- αιτούντων ήτοι για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας στην Μεγαλόπολη, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, κ.λπ., προσδιορίζονται από το παρόν Δικαστήριο στο ύψος των 1.160 ευρώ, το οποίο άλλωστε ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής τους (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.). Ακόμα, η δεύτερη αιτούσα έχει στην κυριότητα της (βλ. (βλ. Βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης έτους 2017) τους κάτωθι αγρούς κείμενους στο δημοτικό διαμέρισμα Φαλαισίας Ανεμοδουρίου Δήμου Φαλαισίας Αρκαδίας: στη θέση "Αλώνι" έκτασης 600 τ.μ., στη θέση "Ξεροκοφίνι" έκτασης 400 τμ, στη θέση "Βρωμόβρυση" έκτασης 950 τμ, στη θέση "Βαμπακιές" έκτασης 800 τμ, στη θέση "Πυργόρεμα" έκτασης 700 τμ, στη θέση "Λάζας" έκτασης 700 τμ, στη θέση "Λειβάδι" έκτασης 4.500 τμ, στη θέση "Πύργος" έκτασης 600τμ, στη θέση "Κοκκινιές" έκτασης 500 τμ, στη θέση "Λίνου Γεφύρι" έκτασης 350 τμ, στη θέση "Ασβρότρυττα" έκτασης 1.100τμ, στη θέση "Κεφαλόβρυσο" έκτασης 600 τμ, στη θέση "Ποτάμι" έκτασης 1.600τμ, στη θέση "Χελωνόβρυση" έκτασης 1.600 τμ, στη θέση "Μπαλόρεμα" έκτασης 600τμ, στη θέση "Αχούρια" έκτασης 7.000τμ, στη θέση "Τσελατοράχη" έκτασης 800 τμ, ενώ κατά κυριότητα σε ποσοστό 50% στη θέση "Αγ. Νικόλαος" έκτασης 150 τμ και κατά κυριότητα σε ποσοστό 25% στη θέση "Μπαλόρεμα" έκτασης 1.100 τ.μ.. Πλην όμως, από τα ανωτέρω, μόνο το αγροτεμάχιο στη θέση "Αχούρια", έκτασης 7.000 τ.μ. είναι αξιοποιήσιμο, καθώς έχει περίπου 70 ελαιόδεντρα και περίπου 30 κλήματα, από τα οποία οι αιτούντες αποκομίζουν την ετήσια παραγωγή λαδιού και σταφυλιών για την κάλυψη των ίδιων αναγκών τους (σχετική η υπ' αριθμ. ....2017 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του διατηρούντος ελαιοτριβείο Φ. Κ.). Αντίθετα, τα υπόλοιπα αγροτεμάχια δεν τους αποφέρουν έσοδα: Ακόμα, η δεύτερη αιτούσα- εφεσίβλητη έχει στην κυριότητά της ένα φορτηγό αγροτικό μάρκας TOYOTA με αριθμ. κυκλ. ..., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1996, το οποίο εξυπηρετεί τις ανάγκες μετακίνησης της οικογένειας. Οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι- αιτούντες σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με τη τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν.3869/10). Συγκεκριμένα, ο πρώτος αιτών οφείλει: 1) Στην πρώτη καθ' ης πιστώτρια - τρίτη των εφεσιβλήτων σύμφωνα με την από 4.5.2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών: α) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης το ποσό των 2.070,94 ευρώ β) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης το ποσό των 17.559,56 ευρώ, γ) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης το ποσό των 5.932,23 ευρώ, δ) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης το ποσό των 1.681,27 ευρώ, ε) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης το ποσό των 7.540,20 ευρώ, και επομένως, συνολικά οφείλει το ποσό των 34.784,2 ευρώ. 2) Στην δεύτερη καθ' ης πιστώτρια- τέταρτη των εφεσιβλήτων, σύμφωνα με την από 21.1.2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών οφείλει: α) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 30.791,78 ευρώ. 3) Στο τρίτο καθ' ου- εκκαλούν, σύμφωνα με την από 2.2.2016 αποστολή τοκοχρεωλυτικού πίνακα οφείλει το ποσό των 94.482,07 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, συνολικά ο πρώτος αιτών οφείλει το ποσό των 160.058,05 ευρώ. Η δεύτερη αιτούσα- εφεσίβλητη οφείλει στο τρίτο καθ' ου - εκκαλούν, σύμφωνα με την από 2.2.2016 αποστολή τοκοχρεωλυτικού πίνακα, το ποσό των 94.482,07 ευρώ ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη ενυπόθηκη οφειλέτιδα. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι - αιτούντες, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, η οποία οφείλεται εν πολλοίς στην αποδυνάμωση της οικονομικής κατάστασής τους, που αποτελεί απότοκο τόσο της μείωσης του οικογενειακού τους εισοδήματος όσο και της αντιστρόφως ανάλογης αύξησης του κόστους ζωής, λόγω της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα. Η πτωτική πορεία του οικογενειακού τους εισοδήματος αποτυπώνεται ευκρινώς στα ανωτέρω αναφερθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα. Επιπλέον, η οικονομική θέση των δύο πρώτων εφεσιβλήτων- αιτούντων ουδόλως έχει ενισχυθεί, αλλά, αντιθέτως, οι απολαβές τους από την επαγγελματική δραστηριότητά τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεών, ενώ, με δεδομένη την παρούσα οικονομική συγκυρία, δεν αναμένεται σοβαρή βελτίωση της οικονομικής τους θέσης, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον.

Συνεπώς, οι εκκαλούντες- αιτούντες έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ότι το ύψος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών των δύο πρώτων εφεσιβλήτων- αιτούντων ανέρχεται σε 1.160 ευρώ και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τους πιστωτές τους ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει τον ανωτέρω ισχυρισμό του είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι η ανωτέρω κύρια κατοικία των αιτούντων - δύο πρώτων εφεσιβλήτων, κυριότητας της δεύτερης εξ αυτών, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, έχει εμπορική αξία 44.000 ευρώ, δεδομένων των τετραγωνικών μέτρων που διαθέτει, της παλαιότητας και της θέσης της, ήτοι στον οικισμό Ανεμοδούρι, εκτός της Μεγαλόπολης. Η τιμή αυτή προκύπτει από την από 18.5.2016 έκθεση εκτίμησης εμπορικής αξίας ακινήτων του Χ. Β., πιστοποιημένου ειδικού πραγματογνώμονα ακινήτων, μέλους της Ένωσης Πιστοποιημένων Πραγματογνωμόνων Ακινήτων, καθώς και από τα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης, Α. - Γ. Γ. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται, παρά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, ότι η εμπορική αξία είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, καθώς ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζει προς αντίκρουση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ότι η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας των δύο πρώτων εφεσιβλήτων - αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 44.000 ευρώ ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο τρίτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 και αυτή του άρθρου 9 παρ. 2. και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την με αριθ. 2-9-2019 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ΤΠΔ, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 39/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, που είχε κρίνει ομοίως. Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται τα καθαρά εισοδήματα των αιτούντων - συζύγων και ιδίως της δεύτερης αιτούσας, όπως και το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλει έκαστος εξ αυτών να καταβάλλει προς τους πιστωτές του για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των πιστωτών τους, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα να ικανοποιήσουν όλα αυτά, ώστε να κριθεί αν έχουν περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, συνεπώς, αν δικαιούνται ή όχι να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε στις αποφάσεις του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών των αιτούντων -πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας, με το τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και αυτό, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των αιτούντων - συζύγων για την εξυπηρέτηση (όλων) των δανειακών τους υποχρεώσεων, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (αιτούντων), δηλ. για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 691/2024), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι ως άνω αιτούντες-οφειλέτες μπορεί να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη. (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 144/2023).

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε ακολουθία των παραπάνω, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών αναιρετικών λόγων οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 86/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως , η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή