ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1207/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1207/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1207/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1207 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1207/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Α. Β. Ε..Α..Β.. Α..Ε.., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Γιολδασέα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του Π., κατοίκου Χαλκίδος. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψαρράκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20-10-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 22-10-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 430-36/20-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 140/24-4-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 7-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/8-7-2020 εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 78/7-5-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ , επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 20-9-2023, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά Α..Α.. Α. που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Ι. Φ. του Π., κάτοικος Χαλκίδας, στην από 24-12-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 592/ΕΓ/24-12-2018 αγωγή του - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Α. Β. (Ε..Α..Β..) Α..Ε.. και έδρα την Αθήνα - εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 21-8-1984 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως τις υπηρεσίες του ως ιατρός της επιχείρησής της. Ότι στις 20-3-1989 είχε συμφωνήσει με την εναγομένη να τροποποιηθεί η σύμβασή τους ως προς το είδος των υπηρεσιών που θα προσέφερε σε αυτή, οι οποίες πλέον θα ήταν υπηρεσίες "ιατρού εργασίας" σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1568/1985. Ότι έκτοτε παρείχε στην εναγομένη ιατρικές υπηρεσίες τέτοιου είδους και ότι για το λόγο αυτό η εργοδότριά του τον αναγνώριζε ως διευθυντικό υπάλληλο της επιχείρησής της - σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1568/1985, πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 και του ν. 3850/2010 - και κατέβαλλε σε αυτόν και το ειδικό επίδομα ευθύνης, το οποίο λάμβαναν και τα λοιπά διευθυντικά της στελέχη. Ότι η αναιρεσείουσα το έτος 2011 κατήρτισε νέο κανονισμό εργασίας στην επιχείρησή της και τον τοποθέτησε σε οργανική της μονάδα, η οποία, ωστόσο, δεν υπαγόταν άμεσα στη διοίκησή της. Ότι μετά από αυτό αρχικά έπαυσε και στη συνέχεια - υπό την ισχύ του ν. 4024/2011 - κατέβαλλε μειωμένο το επίδομα ευθύνης σε αυτόν. Ότι η αναιρεσείουσα με την ενέργειά της αυτή μετέβαλε μονομερώς τους όρους της σύμβασης εργασίας τους με αποτέλεσμα να προκαλέσει υλική ζημία σε βάρος του. Ότι η αναιρεσείουσα, επιπλέον, αφαίρεσε από αυτόν την αρμοδιότητα να διενεργεί τον ετήσιο γενικό προληπτικό έλεγχο της υγείας προσωπικού της ("check-up"), γεγονός, το οποίο δημιούργησε γενικά επιφυλάξεις ως προς την επιστημονική του επάρκεια. Ότι απέκρουσε τη μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και ότι μετά από αυτά αιτήθηκε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα - μεταξύ άλλων - το επίδομα Προϊσταμένου Διευθύνσεως Διοίκησης της αναιρεσείουσας ποσού 400 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 31-12-2015, ποσού 450 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και 30-9-2016 και διαφορά ποσού 100 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2016 έως και 1-11-2018 και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία είχε υποστεί από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, ποσού 20.000 Ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παράγραφος 3 α και 621 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 78/7-5-2020 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 7-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/8-7-2020 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο εφεσίβλητος-ενάγων εναντίον της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Εύβοιας δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 140/24-4-2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση με τις εξής ειδικότερα ανέλεγκτες (άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) παραδοχές: "(...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα: [Η αναιρεσείουσα] είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου του Α' Κεφαλαίου του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί" (...) και (...) συγκαταλέγεται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4270/2014 (...). Δυνάμει της από 21-8-1984 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ιατρός (...). Ακολούθως, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 20-3-1989 σύμβαση σε τροποποίηση της ως άνω σύμβασης εργασίας, μετά την ισχύ του ν. 1568/1985 "Για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε ότι ο εφεσίβλητος θα παρέχει τις υπηρεσίες του ως "ιατρός εργασίας" λόγω των ειδικών επιστημονικών του γνώσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου (...). Εν συνεχεία, δυνάμει της από 27-8-1996 τροποποιητικής σύμβασης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων (...) [ρ]ητά συμφωνήθηκε ότι (...) για το θέμα της χορήγησης πριμ παραγωγικότητας ή άλλων πρόσθετων παροχών θα είχαν εφαρμογή τα ισχύοντα στην εταιρεία για τα λοιπά διευθυντικά στελέχη και ότι πέραν των ανωτέρω καμία άλλη παροχή δεν θα χορηγούνταν στον ενάγοντα (...). Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" με τον τίτλο "Επίδομα θέσης ευθύνης" προβλέφθηκε ότι "1. Στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οποιουδήποτε επιπέδου καταβάλλεται, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα τους, μηνιαίο Επίδομα Θέσης Ευθύνης οριζόμενο, κατά βαθμίδα θέσης, ως εξής: α) Προϊστάμενοι Διοίκησης: αα) Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων Διοίκησης, εννιακόσια (900) ευρώ, ββ) Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Διοίκησης, τετρακόσια (400) ευρώ, γγ) Προϊστάμενοι Υποδιευθύνσεων Διοίκησης τριακόσια (300) ευρώ.". Περαιτέρω δυνάμει της παραγράφου Γ' υποπερίπτωσης Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016", "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.ΤΑ., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. Ια' του άρθρου 1 του ν. 3899/2010". Το ως άνω προβλεπόμενο ποσό των 400 ευρώ για τους Προϊστάμενους Διευθύνσεων και Προϊστάμενους των πολιτικών γραφείων των μελών της κυβέρνησης και των υφυπουργών, ανήλθε στο ποσό των 450 ευρώ με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176 16-12-2015) "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων".
Συνεπώς από 1-1-2013 κατέστη υποχρεωτική για το προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στις περιπτώσεις των δημοσίων επιχειρήσεων του ν. 3429/2005, όπως η εναγόμενη, των ως άνω διατάξεων του νόμου 4024/2011 που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του δημοσίου και των ν.π.δ.δ. και ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωτική η χορήγηση επιδόματος θέσης ευθύνης σε Προϊσταμένους οργανικών μονάδων. Ωστόσο, η εναγομένη, παρά τις οχλήσεις τόσο του ενάγοντος για την καταβολή του ως άνω επιδόματος των 400 ευρώ στον ίδιο ως Προϊστάμενο Διεύθυνσης Διοίκησης, δεν κατέβαλε σε αυτόν, το ως άνω επίδομα για το διάστημα από 1-1- 2013 έως 30-9-2016, οπότε και ανέρχονταν στο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως (βλ. άρθρο 18 ν. 4024/2011) και για το διάστημα από 1-1-2016 έως 30-9-2016, οπότε και αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως (βλ. άρθρα 16 παρ. 1 περ. αε και 35 του ν. 4354/2015. (...) Περαιτέρω, από την 1-10- 2016 τον τοποθέτησε στην θέση του Προϊσταμένου Τομέα Ιατρείου, υπαγόμενη στην υπερκείμενη οργανική θέση της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού που υπάγεται με τη σειρά της στη Γενική Διεύθυνση Υποστήριξης, έκτοτε δε του καταβάλει ως επίδομα θέσης ευθύνης το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως, το οποίο υπολείπεται κατά το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως του επιδόματος θέσης ευθύνης του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Μονάδας (...). Η υπαγωγή του Ιατρείου, με το από 20-9-2016 (...) κανονιστικό έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου της εκκαλούσας, στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, η οποία υπάγεται στη Γενική Δ/νση Υποστήριξης, ήτοι η μη απευθείας πλέον υπαγωγή του στη Διοίκηση και η τοποθέτηση του ενάγοντος έκτοτε σε θέση Τομεάρχη συνιστά μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας του(...).
Συνεπώς, η εναγόμενη, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1-1- 2013 με τον ν. 4093/2012, είχε υποχρέωση να παρέχει στον ενάγοντα που ασκούσε το ως άνω καθήκοντα ως Προϊστάμενος Διεύθυνσης, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 4024/2011 επίδομα θέσης ευθύνης (...). Η μεταβολή αυτή των όρων εργασίας του, ήτοι ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του και η τοποθέτησή του σε κατώτερη θέση, αποφασίστηκε μονομερώς από την εναγόμενη καθώς τα εν λόγω καθήκοντα και η θέση αυτή του είχαν ανατεθεί τόσο δυνάμει των συμβάσεων εργασίας που συνήψε με την εναγομένη όσο και δυνάμει των ως άνω διατάξεων που προέβλεπαν τις αρμοδιότητές του του ως ιατρού εργασίας (...). Ο ενάγων απέκρουσε την ανωτέρω μεταβολή της εργασιακής του σχέσης (...) ως εκ τούτου η εναγόμενη μη καταβάλλοντας το επίδομα θέσης ευθύνης που αντιστοιχούσε στη θέση του, κατέστη υπερήμερη ως προς την υποχρέωσή της αυτή. Με βάση τα προαναφερθέντα, έπρεπε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να απασχολεί τον ενάγοντα ως ιατρό εργασίας με βαθμό Προϊσταμένου Διεύθυνσης, καταβάλλοντας σε αυτόν το εκάστοτε ισχύον επίδομα θέσης ευθύνης και η υποχρέωσή της να του καταβάλει για το διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2015, επίδομα θέσης ευθύνης ποσού 400 ευρώ μηνιαίως, ήτοι το συνολικό ποσό των 14.400 ευρώ, για το διάστημα από 1-1-2016 έως 30-9-2016 επίδομα θέσης ευθύνης ποσού 450 ευρώ μηνιαίως (...) και για το διάστημα από 1-10-2016 έως 1-11-2018 ως διαφορά του καταβληθέντος επιδόματος ευθύνης για τη θέση του Προϊσταμένου Τομέα με αυτό του προβλεπόμενου δικαιούμενου για τη θέση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης, το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως (...)". 3.α. Το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) αν το δικαστήριο παρά το νόμο (...) δεν κήρυξε (...) απαράδεκτο". Η ποσοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται από τη διάταξη αυτή, αν - μεταξύ άλλων - η απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση παρά το νόμο θεώρησε ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονταν στην αγωγή ήταν επαρκή για να εξειδικευθεί ο κανόνας δικαίου, ο οποίος έπρεπε να εφαρμοσθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και για το λόγο αυτό δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 818/2024). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παράγραφος 1, 656, 349 του ΑΚ, 7 παράγραφος 1 του ν. 2112/1920 και 5 παράγραφος 3 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργαζόμενος σε περίπτωση που ο εργοδότης του μετέβαλε μονομερώς τους όρους της σύμβασης εργασίας τους με συνέπεια να προκληθεί σε βάρος του εργαζομένου υλική ή και ηθική ζημία, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα - μεταξύ άλλων - να αποκρούσει την τροποποίηση αυτή και να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων με την προσήκουσα προσφορά της εργασίας του στον εργοδότη σύμφωνα με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή. Αν ο εργοδότης αρνηθεί να αποδεχθεί την εργασία αυτή και καταστεί για το λόγο αυτό υπερήμερος δανειστής, μπορεί ο εργαζόμενος να απαιτήσει από αυτόν με αγωγή εναντίον του - και - την καταβολή μισθών υπερημερίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 353/2023). Η αγωγή αυτή είναι ορισμένη, όταν ο εργαζόμενος αναφέρει σε αυτή α) τα γεγονότα που συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του από τον εργοδότη, η οποία προκάλεσε σε βάρος του συγκεκριμένη υλική ή και ηθική ζημία β) ότι απέκρουσε την τροποποίηση αυτή και ότι εμμένει στην τήρηση των συμβατικών όρων με την προσήκουσα προσφορά της εργασίας του στον εργοδότη σύμφωνα με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή και γ) ότι ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί την εργασία του (ΑΠ 698/2005). Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο και, συγκεκριμένα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 591 παράγραφος 1, 111 παράγραφος 1, 216 παράγραφος 1 α του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 παράγραφος 1, 656, 349 του ΑΚ, 7 παράγραφος 1 του ν. 2112/1920 και 5 παράγραφος 3 του ν. 3198/1955 δεν κήρυξε απαράδεκτο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα, ειδικότερα, επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο είχε προσβάλει την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών ειδικά και για το λόγο ότι δεν είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε εκθέσει σε αυτή τα καθήκοντα που ασκούσε ως διευθυντικό στέλεχος στην επιχείρησή της με συνέπεια να μην προσδιορίζονται με επάρκεια τα αποδεικτέα θέματα και να μην είναι δυνατή η άμυνά της κατά της αγωγής. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα έπρεπε για το λόγο που προαναφέρθηκε να κάνει δεκτή την έφεσή της, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη και να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της. Στην προκειμένη περίπτωση στην από 24-12-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 592/ΕΓ/24-12-2018 αγωγή, την οποία ο αναιρεσίβλητος-ενάγων είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και είχε στρέψει κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, το οποίο παρατίθεται και στην αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), είχε εκθέσει σε αυτή τα εξής: α) ότι στις 21-8-1984 είχε καταρτίσει με την ήδη αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως τις υπηρεσίες του ως ιατρός στην επιχείρησή της, β) ότι στις 20-3-1989 είχε συμφωνήσει με την αναιρεσείουσα να τροποποιηθεί η σύμβασή τους ως προς το είδος των υπηρεσιών που θα προσέφερε σε αυτή, οι οποίες πλέον θα ήταν υπηρεσίες "ιατρού εργασίας" σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1568/1985, γ) ότι έκτοτε παρείχε τέτοιες υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα, η οποία για το λόγο αυτό τον αναγνώριζε ως διευθυντικό υπάλληλο της επιχείρησής της - σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 1568/1985 και 3850/2010 - και κατέβαλλε σε αυτόν και το ειδικό επίδομα ευθύνης, το οποίο λάμβαναν και τα λοιπά διευθυντικά της στελέχη, δ) ότι η αναιρεσείουσα το έτος 2011 κατήρτισε νέο κανονισμό εργασίας στη επιχείρησή της και τον τοποθέτησε σε οργανική της μονάδα, η οποία, ωστόσο, δεν υπαγόταν άμεσα στη διοίκησή της, ε) ότι μετά από αυτό η αναιρεσείουσα αρχικά έπαυσε και στη συνέχεια - υπό την ισχύ του ν. 4024/2011 - κατέβαλλε μειωμένο το επίδομα ευθύνης σε αυτόν, στ) ότι η αναιρεσείουσα με την ενέργειά της αυτή μετέβαλε μονομερώς και παρά το νόμο τους όρους της σύμβασης εργασίας τους με αποτέλεσμα να προκαλέσει τόσο υλική, όσο και ηθική ζημία σε βάρος του, ζ) ότι η αναιρεσείουσα επιπλέον αφαίρεσε από αυτόν την αρμοδιότητα να διενεργεί τον ετήσιο γενικό προληπτικό έλεγχο της υγείας προσωπικού της ("check-up"), γεγονός το οποίο δημιούργησε γενικά επιφυλάξεις ως προς την επιστημονική του επάρκεια, η) ότι απέκρουσε τη μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του και μετά από αυτά αιτήθηκε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα - μεταξύ άλλων - το επίδομα Προϊσταμένου Διευθύνσεως Διοίκησης ποσού 400 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 31-12-2015, ποσού 450 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και 30-9-2016 και διαφορά ποσού 100 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2016 έως και 1-11-2018 και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 20.000 Ευρώ. Ο αναιρεσίβλητος, επομένως, είχε εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής του όλα όσα απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1, 111 παράγραφος 1, 117, 118, 216 παράγραφος 1 α του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 648, 652, 656 του ΑΚ, 7 ν. 2112/1920 και 5 παράγραφος 3 του ν. 3198/1955 για να θεμελιώσει σύμφωνα με το νόμο την ιστορική βάση της αγωγής του κατά της αναιρεσείουσας και να δικαιολογήσει το αίτημά της. Ο αναιρεσίβλητος εξάλλου δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει στην αγωγή του τα καθήκοντα που ασκούσε ως διευθύνων υπάλληλος της αναιρεσείουσας, επειδή στην περίπτωση κατά την οποία πράγματι παρείχε σε αυτή υπηρεσίες "ιατρού εργασίας", όπως επικαλείτο στην αγωγή του, επείχε εκ του νόμου - και, ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παράγραφος 2 του ν. 1568/1985, πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 και 16 παράγραφος 3 του ν. 3850/2010 - θέση διευθυντικού στελέχους στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και συνεπώς μπορούσε και μόνο από την αιτία αυτή να αξιώσει από την αναιρεσείουσα την καταβολή του νομίμου επιδόματος ευθύνης που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 4024/2011, 14 και 18 παράγραφος 1 ββ του ίδιου νόμου, πριν καταργηθούν από 1-1-2016 με το άρθρο 34 περίπτωση α του ν. 4354/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 176), της παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 12 του ν. 4093/2012 και 16 του ν. 4354/2015. Η αγωγή, επομένως, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος-ενάγων κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης ήταν πλήρως ορισμένη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο είχε ειδικά προσβάλει την εκκαλουμένη απόφαση για το λόγο ότι μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεν είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο. Για το λόγο αυτό δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (...). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε στην ουσία την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα γεγονότα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε ιδρύεται, αν από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης η παράβαση καθίσταται εμφανής. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί αρκούσαν για την εφαρμογή του. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 5/2023). Περαιτέρω το άρθρο 4 παράγραφος 1 του ν. 1568/1985 (Φ.Ε.Κ. Α 177/1985), πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 84/2-6-2010) "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων" όριζε ότι: "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν κατά ετήσιο μέσο όρο πάνω από πενήντα (50) εργαζομένους, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες (...) γιατρού εργασίας.". Το άρθρο 8 παράγραφος 2 του ν. 3850/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 84/2-6-2010) "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων" περιλαμβάνει όμοια ρύθμιση και ορίζει ότι: "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν 50 και άνω εργαζομένους, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες (...) ιατρού εργασίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β' του παρόντος.". Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 1568/1985 (Φ.Ε.Κ. Α 177/1985), πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 όριζε: " Ο γιατρός εργασίας υπάγεται απευθείας στη διοίκηση της επιχείρησης.". Το άρθρο 16 παράγραφος 3 του 3850/2010 περιλαμβάνει όμοια ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 2 του ν. 1568/1985 και ορίζει ότι: "Ο γιατρός εργασίας υπάγεται απευθείας στη διοίκηση της επιχείρησης". Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο "ιατρός εργασίας" α) συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και έχει ηθική ανεξαρτησία έναντί του, δηλαδή, δεν υπόκειται στο διευθυντικό του δικαίωμα ως προς την άσκηση του ιατρικού του λειτουργήματος στο χώρο εργασίας (άρθρο 18 παράγραφος 7 σε συνδυασμό με άρθρο 15 παράγραφος 4 του ν. 3850/2010, ΑΠ 2195/2014), β) δεν μπορεί να ενταχθεί σε οργανωτική μονάδα της επιχείρησης του εργοδότη του, η οποία δεν υπάγεται απευθείας στη διοίκηση της επιχείρησης και γ) επέχει από το νόμο στην ίδια επιχείρηση θέση διευθύνοντος υπαλλήλου. Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 4024/2011 "συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", 14 και 18 παράγραφος 1 ββ του ίδιου νόμου, πριν καταργηθούν από 1-1-2016 με το άρθρο 34 περίπτωση α του ν. 4354/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 176), της παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 12 του ν. 4093/2012 "Έγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και 16 του ν. 4354/2015 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης που είχε ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε ότι είχε μεταβάλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης εργασίας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, διότι σε εκτέλεση νέου κανονισμού εργασίας που είχε καταρτίσει τον είχε τοποθετήσει σε θέση Προϊσταμένου Τομέα - ο οποίος υπαγόταν στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και αυτή με τη σειρά της στη Γενική Διεύθυνση Υποστήριξης της επιχείρησής της - με συνέπεια να μπορεί νόμιμα να αξιώσει από αυτή ως "ιατρός εργασίας" και την καταβολή επιδόματος Προϊσταμένου Διευθύνσεως Διοίκησης ποσού 400 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 31-12-2015, ποσού 450 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και 30-9-2016 και διαφορά ποσού 100 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2016 έως και 1-11-2018. Η αναιρεσείουσα εκθέτει στη συνέχεια ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε οργανική θέση Διευθυντή σε νόμιμα συνεστημένη σύμφωνα με τον κανονισμό εργασίας της επιχείρησής της οργανική της μονάδα, αλλά Προϊσταμένου Τομέα με συνέπεια να μην μπορεί να αξιώσει από αυτή το επίδομα που λαμβάνει ο Διευθυντής της επιχείρησής της, αλλά μικρότερο ποσό. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να απαιτήσει από αυτή την καταβολή επιδόματος Διευθυντή οργανικής μονάδας της επιχείρησής της, θα δεχόταν την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο με όμοιες αιτιολογίες είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη και θα απέρριπτε την ένδικη αγωγή εναντίον της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: α) ότι η αναιρεσείουσα είχε μεταβάλει μονομερώς και παρά το νόμο τους όρους της σύμβασης εργασίας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, διότι σε εκτέλεση νέου κανονισμού εργασίας που είχε καταρτίσει τον είχε τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου τομέα, β) ότι η οργανική αυτή μονάδα της αναιρεσείουσας υπάγεται στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, η οποία με τη σειρά της στη Γενική Διεύθυνση Υποστήριξης της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, γ) ότι ο αναιρεσίβλητος ως "ιατρός εργασίας" έπρεπε κατά το νόμο - και, συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 2 του ν. 1568/1985 (Φ.Ε.Κ. Α 177/1985), πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 και του άρθρου 16 παράγραφος 3 του ν. 3850/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 84/2-6-2010) - απευθείας στη διοίκηση της αναιρεσείουσας και όχι σε οποιοδήποτε άλλη οργανική της μονάδα κατωτέρου ιεραρχικού επιπέδου, δ) ότι η τοποθέτησή του αυτή αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο και ε) ότι για το λόγο αυτό ο αναιρεσίβλητος ως "ιατρός εργασίας" μπορούσε νόμιμα να αξιώσει από την αναιρεσείουσα - μεταξύ άλλων - την καταβολή επιδόματος Προϊσταμένου Διευθύνσεως Διοίκησης ποσού 400 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 31-12-2015, ποσού 450 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και 30-9-2016 και διαφορά ποσού 100 Ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2016 έως και 1-11-2018. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επομένως, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα με απόφαση του αρμοδίου κατά το νόμο οργάνου της είχε μεταβάλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο - διότι τον είχε τοποθετήσει σε οργανική μονάδα της επιχείρησής της, η οποία, ωστόσο, δεν υπαγόταν απευθείας στη διοίκησή της, μολονότι δεν είχε τέτοιο νόμιμο δικαίωμα κατά τα άρθρα 8 παρ. 2 του ν. 1568/1985 (Φ.Ε.Κ. Α 177/1985), πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 και 16 παράγραφος 3 του ν. 3850/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 84/2-6-2010 - και, επιπλέον ότι μετά τροποποίηση αυτή αρχικά έπαυσε να καταβάλλει και στη συνέχεια κατέβαλλε στον αναιρεσίβλητο μειωμένο το επίδομα ευθύνης που δικαιούτο, δηλαδή, ότι με την πράξη της αυτή είχε προκαλέσει υλική ζημία σε βάρος του. Το Μονομελές Εφετείο στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος για την αιτία που προαναφέρθηκε μπορούσε να αξιώσει από την αναιρεσείουσα την καταβολή του επιδίκου επιδόματος και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε καταλήξει στην ίδια κρίση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή - τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 παράγραφος 1, 656, 349 του ΑΚ, 7 παράγραφος 1 του ν. 2112/1920, 5 παράγραφος 3 του ν. 3198/1955, 8 παράγραφος 2 του ν. 1568/1985 (Φ.Ε.Κ. Α 177/1985), πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010, 16 παράγραφος 3 του ν. 3850/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 84/2-6-2010), 4 του ν. 4024/2011, 14 και 18 παράγραφος 1 ββ του ίδιου νόμου, πριν καταργηθούν από 1-1-2016 με το άρθρο 34 περίπτωση α του ν. 4354/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 176), της παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 12 του ν. 4093/2012 και 16 του ν. 4354/2015 με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.γ. Σύμφωνα εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις περαιτέρω των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να διαπιστώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται στην περίπτωση που ο διάδικος με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, επιχειρεί να αποδείξει ισχυρισμό του που δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 3/2025, ΑΠ 40/2024). Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα εξής αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να αποδείξει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έφερε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της επιχείρησής της και επομένως δεν μπορούσε να αξιώσει από αυτή την καταβολή του επιδίκου επιδόματος: α) το υπό ημερομηνία 21-10-2008 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, β) το υπό ημερομηνία 18-02-1993 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου προς τη διεύθυνση διοικητικών υπηρεσιών της αναιρεσείουσας, γ) το από 02-02-1993 έγγραφο του νομικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, δ) τα από 8-12-1994, 2-02-2016, 19-2-2020 έγγραφα και την από 19-2-2020 βεβαίωση της διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού της αναιρεσείουσας, ε) τα από Μαρτίου 2004 και Ιουλίου 2013 οργανογράμματα της αναιρεσείουσας, στ) το από 20-09-2016 έγγραφο του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας, ζ) την ΕΣΣΕ του έτους 1995 και η) το από 18-10-2012 έγγραφο της αναιρεσείουσας προς τρίτη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, επιπλέον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την από 7-11-2022 προσθήκη στις από 2-11-2022 προτάσεις της που είχε καταθέσει ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και με την οποία αξιολογούσε τις αποδείξεις και αντέκρουε τους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις του ως υπεράσπιση κατά της έφεσής της, την οποία είχε ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου στην επιχείρησή της δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επειδή ο αναιρεσίβλητος ως "ιατρός εργασίας" επείχε από το νόμο - και, ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2 του ν. 1568/1985 (Φ.Ε.Κ. Α 177/1985), πριν καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 και του άρθρου 16 παράγραφος 3 του ν. 3850/2010 (Φ.Ε.Κ. Α 84/2-6-2010) - την ιδιότητα που προαναφέρθηκε με συνέπεια να μην αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και ανταπόδειξης γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να προσδώσουν στον αναιρεσίβλητο την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας. Η αναιρεσιβαλλομένη βέβαια κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι το είδος των υπηρεσιών που παρείχε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα προσέδιδαν σε αυτόν την ιδιότητα του διευθυντή της επιχείρησής της μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση και αποδεικτικών μέσων. Η κρίση όμως αυτή κρίση δεν ήταν αναγκαία για να θεμελιωθεί το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης. Για το λόγο αυτό ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η από 2-11-2022 προσθήκη στις προτάσεις της, την οποία είχε καταθέσει η αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, δεν αποτελεί αποδεικτικό, αλλά διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 955/2021) με συνέπεια, ακόμη και αν πράγματι δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 559 αριθμός 11 περίπτωση γ του ΚΠολΔ. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο 1, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 430-36/20-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 140/24-4-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή