Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1208 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1208/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Β. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Κωνσταντινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 682/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4415/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 30-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7064/691/ 30-7-2024) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4415/31-8-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22-5-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 682/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 13-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 115951/4205/2015) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.762,83 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2015, αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2015 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η αναλογικότητα ίσχυε και πριν ως γενική αρχή του δικαίου απορρέουσα από τη γενική αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ισότητας. Ήδη με το εδάφιο δ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος κατοχυρώθηκε συνταγματικά και διέπει όλη τη δημόσια δράση, οπότε δεσμεύει τον νομοθέτη, τον δικαστή και τη διοίκηση, έτσι ώστε όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, να πληρούν τις τρεις κατωτέρω ειδικότερες εξ αυτής αρχές (ΟλΑΠ 3/2024, 9/2015). Η αρχή βρίσκει εφαρμογή κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των περιορισμών όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως αυτό της εργασίας, κατατείνοντας στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων σε αυτά της κρατικής εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2024, 5/2013). Μάλιστα, μέσω της αρχής της τριτενέργειας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που απορρέει από το ανωτέρω άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος, η αρχή της αναλογικότητας χρησιμοποιείται από τα ελληνικά δικαστήρια και κατά την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών, ως γενική αρχή που προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 3/2024, 9/2015). Η αρχή της αναλογικότητας όμως προϋποθέτει, ως αναγκαίο προστάδιο ελέγχου, την ύπαρξη σοβαρών λόγων κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή, κατ' άλλη διατύπωση, την επιδίωξη θεμιτού σκοπού, αναλύεται δε σε τρεις ειδικότερες αρχές και συγκεκριμένα: (i) την αρχή της προσφορότητας, κατά την οποία το νομοθετικό (ή διοικητικό) μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, (ii) την αρχή της αναγκαιότητας, κατά την οποία το νομοθετικό μέτρο πρέπει να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέτρο ή, κατ' άλλη διατύπωση, το νομοθετικό μέτρο πρέπει να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό, όμως υπό την έννοια ότι πρέπει να είναι το λιγότερο επαχθές σε ένταση, έκταση ή διάρκεια μεταξύ όλων των κατάλληλων και εξίσου αποτελεσματικών μέτρων για την επίτευξη του ως άνω σκοπού και (iii) την αρχή της υπό στενή έννοια αναλογικότητας, κατά την οποία το νομοθετικό μέτρο πρέπει να τελεί σε εύλογη σχέση, δηλαδή να μην είναι δυσανάλογο (αυθαίρετο) προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή, κατ' άλλη διατύπωση, το νομοθετικό μέτρο πρέπει να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με το τελευταίο, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 3/2024, 9/2015, 43-45/2005, 10/2003, 26/2003, ΟλΣτΕ 990/2004).
Εξάλλου, από τις ισχύουσες για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1, 5 του Ν. 3198/1955 (όπως ισχύουν και όπως το άρθρο 1 Ν. 2112/1920 και το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 Ν. 3198/1955 κωδικοποιήθηκαν, αντίστοιχα, στα άρθρα 321 και 327 του Π.Δ. 80/2022 "Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου" - ΦΕΚ Α' 222/4.12.2022) συνάγεται ότι η καταγγελία αυτή συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητάς της, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, ως εκ τούτου, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την εκ μέρους αυτού παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης. Αλλά και όταν ακόμη δεν συμβαίνει τούτο, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη.
Εξάλλου, αν στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της σύμβασης (ΟλΑΠ 3/2024, 43/2002). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς την υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου ερευνάται, αν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσης εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης, πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος). Αν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφόσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη.
Περαιτέρω, η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28ης Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30.11.2015). Στο προοίμιο της πράξης αυτής, αναφερόταν ως σκοπός της ρύθμισης η "έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας που προκάλεσε η απόφαση του Eurogroup της 27ης Ιουνίου 2015 να αρνηθεί την επέκταση της δανειακής συμφωνίας της Ελλάδας" και ακολούθως στο άρθρο 1, υπό την αρχική του διατύπωση, προβλεπόταν ότι: "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία... Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό... 2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται: α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα, το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας, β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας. Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν, δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής -Web Banking- ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές. Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών... Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία... 6. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Με την ΠΝΠ της 30ης Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 66), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30.11.2015 (και ανέφερε στο προοίμιό της, ως σκοπό της ρύθμισης, "την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης συμπλήρωσης της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) προς εξυπηρέτηση του σκοπού της να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας"), αντικαταστάθηκαν τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 1 της ΠΝΠ της 28.06.2015 ως εξής: "... Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους τα οποία θα λειτουργήσουν για τον σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη. Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης, στο άρθρο 1 παρ. 2 της ίδιας ΠΝΠ προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ', ζ' και η' ως εξής: "... στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".
Εξάλλου, στο άρθρο 1 της υπ' αριθ. Γ.Δ.Ο.Π. 0000902ΕΞ2015 (ΦΕΚ Β' 1302/30.6.2015) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών "Ρύθμιση θεμάτων συναλλαγών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 7 της ΠΝΠ της 28ης Ιουνίου 2015, προβλέφθηκαν τα εξής: "1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α' 65), ορίζεται σε 120 ευρώ. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους καταβολής συντάξεως, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 1 της ως άνω ΠΝΠ. 3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, δύναται να πραγματοποιείται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη: καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης, καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.06.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων κλπ. για τη διενέργεια του ..., καθώς και του τρόπου καταβολής τους (Β' 1290)". Περαιτέρω, με την ΠΝΠ της 18ης Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Α' 84), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30.11.2015) και ανέφερε στο προοίμιό της, ως σκοπό της ρύθμισης, "την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας", προβλέφθηκαν, υπό την αρχική της διατύπωση, τα εξής: "Άρθρο πρώτο. Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων: 1. Από τη Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 65) όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την αριθ. Γ.Δ.Ο.Π. 0000989ΕΞ2015/ΧΠ2314/16.7.2015 (Β' 1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα... 13. Η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητάς της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. 14. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.
Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση... 18. Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...". Σημειωτέον ότι στις ανωτέρω ΠΝΠ δεν γίνεται καμία αναφορά για τις τραπεζικές θυρίδες, η εκμίσθωση των οποίων αποτελεί ρητώς τραπεζική δραστηριότητα (βλ. άρθρο 4 παρ. 1 εδ. 1 Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 σε συνδ. με άρθρο 3 παρ. 1 εδ. 1 και Παράρτημα Ι αριθ. 14 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και άρθρα 3 παρ. 1 εδ. 1 και 11 παρ. 1 εδ. ιδ' Ν. 4261/2014, ο οποίος ενσωμάτωσε την εν λόγω Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο), οπότε προδήλως τέτοια είναι όχι μόνο η σύναψη της σύμβασης, αλλά και κάθε ενέργεια που γίνεται χάριν της λειτουργίας αυτής (όπως η πρόσβαση του μισθωτή στη θυρίδα). Ωστόσο, από το περιεχόμενο της πρώτης από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας απαγορεύθηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτή, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες -δραστηριότητες σαφώς δεν περιλαμβάνεται η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων, που βεβαίως έτσι απαγορευόταν. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται, ότι η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ΠΝΠ της 28.6.2015, δηλ. το προπαρατεθέν άρθρο 1 παρ. 6 εδ. β' (όπως και το άρθρο 1 παρ. 14 εδ. β' της ΠΝΠ της 18.7.2015), προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης, είναι να έχουν οι παραβάτες υπάλληλοι υπαιτιότητα (δηλ. δόλο ή αμέλεια, βαρεία ή ελαφρά) για κάθε συγκεκριμένη παράβαση. Από τον σκοπό θέσπισης και τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης συνάγονται τα εξής: α) Η καταγγελία από το πιστωτικό ίδρυμα της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση της ανωτέρω ΠΝΠ, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη επιβολή προστίμου σε αυτό από την Τράπεζα της Ελλάδος, β) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού που θεωρείται ότι παραβίασε την ανωτέρω ΠΝΠ, δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά πραγματοποιείται σε εκπλήρωση νόμιμης και τεθείσας με την ως άνω διάταξη υποχρέωσης των τελευταίων, χωρίς να επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος με κατάληξη την επιβολή κατά τους οικείους κανονισμούς αυτών πειθαρχικής ποινής, ηπιότερης ενδεχομένως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, γ) ενόψει του σκοπού προς επίτευξη του οποίου θεσπίστηκαν οι ρυθμίσεις της ανωτέρω από 28.6.2015 πρώτης ΠΝΠ, αλλά και των λοιπών ΠΝΠ (δηλ. "έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας"), η αποτυχία του οποίου θα οδηγούσε σε κατάρρευση των τραπεζών και της ελληνικής οικονομίας, ασύντακτη χρεοκοπία και απώλεια όχι μερικών αλλά εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας με ανησυχητική διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και των κρατικών δομών, καθώς επίσης με κίνδυνο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής, είναι σαφές ότι με το άρθρο 1 παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ της 28.6.2015 (όπως και το άρθρο 1 παρ. 14 εδ. β' της ΠΝΠ της 18.7.2015) εισήχθη μια προσωρινή, πλην όμως εξαιρετική διάταξη, υπαγόμενη στο "δίκαιο των εξαιρετικών περιστάσεων ή δίκαιο της ανάγκης", στοιχεία της οποίας έχει αποδεχθεί το ΣτΕ (ΟλΣτΕ 668/2012), δ) παρά τα αμέσως προεκτεθέντα, ενώ οι γενικές διατάξεις του εργατικού δικαίου αρκούνται σε αναιτιώδη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εν τούτοις η υπόψη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ της 28.6.2015, όπως και του άρθρου 1 παρ. 14 εδ. β' της ΠΝΠ της 18.7.2015, απαιτεί αφενός αιτιολογημένη καταγγελία, το κύρος της οποίας συνεπώς εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία γίνεται, και αφετέρου υπαιτιότητα του παραβάτη υπαλλήλου, δηλ. δόλο ή αμέλεια, έστω ελαφρά, και πάντως δεν αρκείται σε αντικειμενική ευθύνη, ενώ ουδόλως απαγορεύει τη δικαστική άμυνα του εργαζόμενου (βλ. περίπτωση ρητής Ελβετικής νομοθετικής απαγόρευσης σε δικαστική προσφυγή στην καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ της 15.3.2022, αριθ. προσφ. 21881/2020, CGAS κατά Ελβετίας, ΤοΣ 2021.1556 επ. με παρατηρήσεις Ε. Καλαϊντζή και Δ. Βουκελάτου), ο οποίος σαφώς μπορεί να ενάγει την εργοδότρια Τράπεζα, που του κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, στο αρμόδιο δικαστήριο, επικαλούμενος, κατά περίπτωση, ότι η καταγγελία δεν είναι έγκυρη (λ.χ. για μη τήρηση τύπου κλπ.) ή ότι η προβλεπόμενη αιτία είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή ότι ο ίδιος δεν φέρει καμία υπαιτιότητα για την παράβαση ή ότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης καθιστούν την απόλυση αντίθετη προς την καλή πίστη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό αυτής, συντρεχούσης έτσι καταχρηστικής άσκησης κατ' άρθρο 281 ΑΚ, επικουρικά δε, ότι η κύρωση της απόλυσης είναι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ακατάλληλη, μη αναγκαία ή δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνεπώς προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας, ε) ενόψει του προεκτεθέντος σκοπού των εξαιρετικών μεν αλλά προσωρινών ρυθμίσεων των ανωτέρω ΠΝΠ, για την επίτευξη του οποίου ήταν απολύτως αναγκαία η ευλαβική τήρηση των θεσπισθεισών ρυθμίσεων από τα άυλα νομικά πρόσωπα των τραπεζών και συνεπώς από τα φυσικά πρόσωπα της διοίκησης, των στελεχών αυτών και των υπαλλήλων τους, ο ρόλος των οποίων ήταν καθοριστικός, διότι η ηθελημένη παράβαση των ρυθμίσεων, η αμέλεια, η απρονοησία και η αδιαφορία στην τήρησή τους μπορούσε να ματαιώσει τους ανωτέρω κρίσιμους σκοπούς του νομοθέτη, είναι σαφές ότι η υπόψη διάταξη δικαιολογημένα δεν άφησε στη διακριτική ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλυση ή μη του υπαιτίου παραβάτη υπαλλήλου και συνεπώς δικαιολογημένα εξαιρούσε την περίπτωση αυτή από τον τραπεζικό πειθαρχικό έλεγχο, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτατη επιβολή της δραστικής κύρωσης που χρειαζόταν προς αντιμετώπιση της έκτακτης μεν, όμως προσωρινής και βραχυχρόνιας ανάγκης, η οποία προδήλως δεν αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά με παραπομπή στις μακροχρόνιες και συχνά ατελέσφορες πειθαρχικές διαδικασίες, επισημαινομένου ότι υπό ομαλές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στον πειθαρχικό έλεγχο, προκειμένου να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας. Άλλωστε, η υπόψη διάταξη υποχρέωνε την εργοδότρια Τράπεζα, που κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, να θεμελιώσει όχι μόνο την παράβαση των απαγορεύσεων της ΠΝΠ από τον απολυόμενο υπάλληλο, αλλά και την υπαιτιότητα του τελευταίου. Τέλος, ενόψει του ανωτέρω εξαιρετικά σοβαρού διακυβεύματος, επίσης δικαιολογείται η αντιμετώπιση κάθε βαθμού υπαιτιότητας με την ίδια δραστική έσχατη αστική κύρωση της απόλυσης, διότι όπως ο δόλος έτσι ακριβώς και η αμέλεια επιφέρει στις ανωτέρω έκτακτες συνθήκες τα ίδια δραματικά αποτελέσματα, ενώ σε κάθε περίπτωση ο απολυόμενος παραβάτης υπάλληλος, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, δεν στερούνταν της προαναφερθείσας δικαστικής προστασίας και άμυνας ΟλΑΠ 3/2024). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει, αφενός να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019), και αφετέρου να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ".... η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγόμενη εταιρεία στις 20-2-2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετέπειτα κατέστη αορίστου χρόνου, εργάστηκε δε ως υπάλληλος, εκτελώντας τα εκάστοτε ανατιθέμενα σε αυτήν καθήκοντα, έως την από 1-10-2015 καταγγελία της σύμβασής της από την εναγομένη, επειδή παρέβη την από 28-6-2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 65/28.6.2015) περί τραπεζικής αργίας, με τίτλο "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας", όπως δέχθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, με την από 29 Σεπτεμβρίου 2015 απόφασή του και αναφέρθηκε στο από 1-10-2015 έγγραφο καταγγελίας, συγκεκριμένα δε, διότι επέτρεψε, την 1-7-2015, σε έναν πελάτη της εναγομένης την πρόσβαση στη θυρίδα του, προέβη δηλαδή σε "ανεπίτρεπτη τραπεζική εργασία", βάσει της ανωτέρω Π.Ν.Π., κατά την οποία επιτρέπονταν μόνο οι αναφερόμενες σ' αυτήν τραπεζικές εργασίες, τα δε πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνταν, κατ' άρθρο 1 παρ. 6 της άνω Π.Ν.Π., να καταγγέλλουν τις συμβάσεις εργασίας ή έργου των προσώπων που την παρέβαιναν. Ωστόσο, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, που φέρεται ότι έγινε κατ' επιταγή του άρθρου 1 παρ. 6 της από 28-6-2015 Π.Ν.Π. περί τραπεζικής αργίας από 28-6-2015 μέχρι 6-7-2015, η οποία (αργία), αφού παρατάθηκε με επόμενες Π.Ν.Π. έως τις 19-7-2015, έληξε τελικά από 20-7-2015, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 της από 18-7-2015 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α' 84/18.7.2015), ελέγχεται, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., ως καταχρηστική, καθόσον κρίνεται ότι έχει παραβιαστεί, με την επίδικη απόλυση, η αρχή της αναλογικότητας (αρχή που ερείδεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης), μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι μεταξύ της εν λόγω καταγγελίας και της διαφύλαξης των συμφερόντων της εργοδότριας εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα, η οποία για σχεδόν δέκα (10) έτη προσέφερε ευδόκιμα τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, χωρίς ποτέ να υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, υπέστη σημαντική ζημία από την απώλεια της θέσης εργασίας της, η δε εργοδότρια εταιρεία προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας επικαλούμενη την προαναφερθείσα διάταξη της από 28-6-2015 Π.Ν.Π., η οποία, σημειωτέον, δεν ίσχυε κατά τον χρόνο της καταγγελίας, στην πραγματικότητα όμως επέβαλε σ' αυτήν την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, τη βαρύτερη, δηλαδή, πειθαρχική ποινή, αντί ενδεχομένως μιας άλλης εκ των προβλεπομένων στον κανονισμό εργασίας ποινών, δίχως μάλιστα να της δοθεί η δυνατότητα απολογίας και τούτο για ένα ελάσσονος σημασίας παράπτωμα, δοθέντος ότι, όπως προέκυψε, η ενάγουσα επέτρεψε μία φορά σε πελάτη της τράπεζας την πρόσβαση στη θυρίδα του, ενόσω αποδεδειγμένα δεν γνώριζε πως επρόκειτο για απαγορευμένη τραπεζική εργασία και κατόπιν εντολής που έλαβε από την προϊσταμένη της, μη δικαιολογούμενης επ' ουδενί της απόλυσής της, αφού ακόμα και αν κρινόταν ότι θα έπρεπε να τιμωρηθεί, προηγηθείσης σε κάθε περίπτωση πειθαρχικής διαδικασίας, υπήρχαν ποινές (όπως επί παραδείγματι η επιβολή προστίμου ή η υποχρεωτική αποχή από την εργασία, ηπιότερες της απόλυσης και εξίσου πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης, δεν ήταν επομένως η από 1-10-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης εταιρείας και άρα τυγχάνει άκυρη, ως καταχρηστική, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, αναφορικά με την οποίαν εξετάζεται, υποχρεούμενης εντεύθεν της εναγομένης να δέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, απειλούμενης χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της ως άνω υποχρέωσης, οφείλονται δε στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας εκ 3.762,83 ευρώ (3.194,18 ευρώ οι μισθοί των μηνών Οκτωβρίου - Νοεμβρίου 2015 και 568,65 ευρώ η αναλογία του δώρου Χριστουγέννων 2015). Τέλος, επειδή η επίδικη καταγγελία έλαβε χώρα υπό συνθήκες που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία) και υπό προσβλητικές για την προσωπικότητα της ενάγουσας συγκυρίες, λόγω μείωσης της υπόληψής της ως εργαζόμενης, ενόψει και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντός της για πραγματική απασχόληση, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία να της καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ποσού 2.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο, βάσει των εν γένει περιστάσεων της επίδικης απόλυσης, της τρώσης της αξιοπρέπειας και της επαγγελματικής φήμης της ενάγουσας, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε περισσότερες αυτοτελείς επάλληλες αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, ειδικότερα δε, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη, ως καταχρηστική, καθόσον παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (πρώτη επάλληλη αιτιολογία), επιπλέον δε, ότι είναι άκυρη, επειδή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επέτρεψε, κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας που είχε επιβληθεί με την από 28-6-2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, την πρόσβαση πελάτη της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας στη θυρίδα του, πλην όμως το έπραξε, διότι αφενός δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για απαγορευμένη τραπεζική εργασία και αφετέρου είχε λάβει σχετική εντολή από την Προϊσταμένη της (δεύτερη επάλληλη αιτιολογία). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος βάλλει κατά της πρώτης επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτονται σ' αυτήν οι πλημμέλειες του άρθρου 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 1 παρ. 6 της από 28-6-2015 ΠΝΠ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με τις προεκτεθείσες παραδοχές, ήτοι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης υπαλλήλου της, επειδή η τελευταία, κατά παράβαση των διατάξεων της από 28-6-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, επέτρεψε σε πελάτη της Τράπεζας την πρόσβαση στη θυρίδα του κατά τη διάρκεια της επιβληθείσας με την ως άνω ΠΝΠ τραπεζικής αργίας, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς είναι άκυρη, ως καταχρηστική, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 1 παρ. 6 της από 28-6-2015 ΠΝΠ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου σκέλους του ως άνω λόγου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου σκέλους του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που βάλλει ομοίως κατά της πρώτης επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναίρεση της οποίας, όμως, προϋποθέτει τη βασιμότητα και του δευτέρου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο πλήττεται αυτή ως προς τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1648/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010). Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1648/2024, 1022/2022, 26/2022, 960/2017).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8, 11γ' και 19 ΚΠολΔ. Όσον αφορά το εκ του αριθμού 11γ' σκέλος του ως άνω λόγου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις κατ' έφεση προτάσεις της και από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε δολίως, επιτρέποντας σε πελάτη της αναιρεσείουσας Τράπεζας την πρόσβαση στη θυρίδα του κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας που είχε επιβληθεί με την από 28-6-2015 ΠΝΠ, εν γνώσει της ότι επρόκειτο για απαγορευμένη τραπεζική εργασία, ειδικότερα δε, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης έγγραφα, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα με τις από 19-3-2015 προτάσεις της, ήτοι α) το από 4-9-2015 πόρισμα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας και β) το από 1-7-2015 υπηρεσιακό σημείωμα υπό τον τίτλο "Οδηγίες Καταστημάτων για την καταβολή συντάξεων".
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την αναφορά στο σκεπτικό της ότι ".... η ενάγουσα επέτρεψε μία φορά σε πελάτη της τράπεζας την πρόσβαση στη θυρίδα του, ενόσω αποδεδειγμένα δεν γνώριζε πως επρόκειτο για απαγορευμένη τραπεζική εργασία και κατόπιν εντολής που έλαβε από την προϊσταμένη της, μη δικαιολογούμενης επ' ουδενί της απόλυσής της", καθώς και από την επισκόπηση του επίμαχου από 4-9-2015 πορίσματος της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας και της συνημμένης σε αυτό από 6-8-2015 κατάθεσης της αναιρεσίβλητης, η οποία στην ερώτηση "Γνωρίζατε τι προβλέπει η ΠΝΠ για το θέμα των θυρίδων; Γνωρίζατε ότι δεν επιτρεπόταν η χρήση των θυρίδων;" απαντά "Ναι το γνωρίζαμε. Γι' αυτό τον λόγο είπα στον κ. Β. μόλις τον είδα ότι απαγορεύεται να κατέβει κάτω. Η απάντησή του ήταν ότι του είπαν να έρθει. Γι' αυτό και ήρθε τέτοια ώρα και από την πίσω πόρτα του καταστήματος. Θεώρησα ότι οι λειτουργοί είχαν λάβει κάποια σχετική έγκριση και γι' αυτό κατέβηκα μετά την εντολή τους και αφού μου έδωσαν τα κλειδιά", προκύπτει ότι το αποδεικτικό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι αντίθετο με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, ήτοι ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε πως η πρόσβαση πελάτη της Τράπεζας στη θυρίδα του, κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας που είχε επιβληθεί με την από 28-6-2015 ΠΝΠ, αποτελεί απαγορευμένη τραπεζική εργασία. Δεδομένου δε, ότι το ανωτέρω έγγραφο δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, δημιουργείται αμφιβολία για το αν λήφθηκε τούτο υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, που βάλλει κατά της δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω σκέλους του δευτέρου λόγου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών εκ του αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκελών του, που βάλλουν ομοίως κατά της δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ παρέλκει και η εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 94 και 932 ΑΚ. Συνακόλουθα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4415/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ