ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1209/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1209/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1209/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1209 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1209/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η ΔΥ.ΠΕ ΑΤΤΙΚΗΣ Γ.Ο.Ν.Κ. "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ"", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Μαμάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Β. του Μ., 2)Α. Α. του Γ., 3)Α. Ε. του Ε., 4)Ι. Α. του Α.,5)Α. Γ. του Δ., 6) Β. Ι. του Ι., 7)Γ. Α. του Μ., 8)Γ. - Λ. Λ. του Π., 9) Γ. Ν. του Κ., 10)Π. Κ. του Γ., 11)Κ. Μ. του Σ., 12)Κ. Α. του Η., 13)Κ. Κ. του Β., 14)Κ. Α. του Κ., 15)Κ. Α. του Χ., 16)Λ. Σ. του Α., 17)Λ. Ν. του Α., 18)Μ. Σ. του Π., 19)Μ. Δ. του Ι., 20)Μ. Δ. του Γ.,21)Ν. Π. του Ν., 22)Ν. Δ. του Α., 23)Ο. Π. του Π., 24)Π. Π. του Δ., 25)Π. Α. του Μ., 26)Π. Μ. του Κ., 27)Σ. Θ. του Χ., 28)Σ. Κ. του Σ., 29)Σ. Ι. - Μ. του Ι., 30)Φ. Σ. του Λ., κατοίκων ..., εκ της υπηρεσίας, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ.καταθ.δικογρ. 1684/5-8-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 538/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-11-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, κατά δε το άρθρο 553 παρ. 1β' του ιδίου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Δηλαδή, για να υπόκειται η απόφαση σε αναίρεση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση. Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί [εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 01.01.2016 και εφεξής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015] (ΑΠ 330/2022, 508/2021, 222/2020) είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού (ΑΠ 508/2021, 222/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας (ΑΠ 532/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού ή σε βάρος των άλλων διαδίκων, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους. Στο άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022, οριζόταν ότι οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών - ν. 4938/2022, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της αναίρεσης, τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (ήδη θερινών τμημάτων των δικαστηρίων), εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), όπως το αναιρεσείον. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης για το χρονικό διάστημα από 1η Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1065/2023, 1391/2022, 347/2021, 564/2017, 415/2016, 1337/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 14.11.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 122189/179/14.11.2023, αίτηση αναίρεσης του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς οι "Άγιοι Ανάργυροι"" (Γ.Ο.Ν.Κ.) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 538/07.06.2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η, από 22.09.2020 με αριθμό κατάθεσης 64183/1684/2021, αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ....2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Π., επιδόθηκε στο ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. στις 30.06.2023 και η προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής, ενόψει και της αναστολής της προθεσμίας προς άσκηση αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 01η.07.2023 έως και 15.09.2023 (διάρκεια θερινών τμημάτων των δικαστηρίων) άρχισε στις 16.09.2023 και έληξε στις 15.10.2023, επειδή όμως αυτή ήταν ημέρα Κυριακή, την επόμενη, μη εξαιρετέα ημέρα, ήτοι στις 16.10.2023, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής έφεση (όπως συνομολογείται από τους διαδίκους - βλ και την προσκομιζόμενη εκτύπωση της πορείας πολιτικής υποθέσεως), οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας της, ήτοι από τις 17.10.2023 άρχισε να τρέχει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατ' αυτής (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). και έληγε στις 15.11.2023 (ημέρα Τετάρτη). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 14.11.2023 (ημέρα Τρίτη) με την κατάθεση του δικογράφου της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι προ της λήξης της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν 4842/2021 και ισχύει από την 01.01.2022 κατ' άρθρο 120 του νόμου αυτού και εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του ιδίου νόμου, "Κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559. Ο Άρειος Πάγος με απλή διάταξή του, αν υπάρχουν λόγοι, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το πρώτο εδάφιο, καλεί τους διαδίκους να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους στην οριζόμενη από αυτόν προθεσμία. Η γνωστοποίηση της διάταξης αυτής γίνεται με επιμέλεια του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Η απόφαση δεν εκδίδεται πριν από τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ - ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 233/2022, 1353/2018).
Εν προκειμένω το Δικαστήριο τούτο εξέδωσε, κατά το ανωτέρω άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, την ΔΠ 1/27.05.2025 διάταξή του, την οποία γνωστοποίησε στους διαδίκους, καλώντας αυτούς να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους επί του αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορίζοντας σχετική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική γνωστοποίηση, εντός της οποίας όντως αμφότεροι οι διάδικοι κατέθεσαν υπόμνημα.
Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.04.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).

Εξάλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.06.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. θ' του νόμου αυτού (ν. 1406/1983), όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ν.π.δ.δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή ΟΤΑ υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, 11/1992, ΟλΑΠ 2/2025).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της υποπαρ. Α1 της παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4305/2014 "Οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών - Οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστάθηκαν στα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. με τις διατάξεις της υπ' αριθμ. Υ4α/οικ.34715/14 ΚΥΑ, στις οποίες μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε ιατρικό προσωπικό κατ' εφαρμογή των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΖ1 του ν. 4254/2014, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4255/2014, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., αντίστοιχων ειδικοτήτων με τις κατεχόμενες θέσεις. Η αυτοδίκαιη μετατροπή των θέσεων αυτών, γίνεται κάθε φορά με τη διαπιστωτική πράξη του Διοικητή του Νοσοκομείου, για την ένταξη και κατάταξη των ιατρών στις μετατρεπόμενες θέσεις, μετά τη θετική αξιολόγηση τους από τα αρμόδια Συμβούλια. Η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.". Άμα τη δημοσιεύσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης, οι οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κλάδου ΠΕ Ιατρών-Οδοντιάτρων, που είχαν συσταθεί στα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ κατά τα ανωτέρω, στις οποίες είχε μεταφερθεί/μεταταχθεί ιατρικό προσωπικό κατ' εφαρμογήν των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΖ1 του ν. 4254/2014, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4255/2014, μετατράπηκαν αυτοδικαίως (αυτόματα) σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών και οδοντιάτρων ΕΣΥ, για τους ειδικευμένους ιατρούς που αφορούσε η αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη. 'Ητοι, εφεξής, οι αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας τους, μετατράπηκαν από ιδιωτικού δικαίου σε δημοσίου δικαίου, κατά τα ισχύοντα για τους ειδικευμένους ιατρούς του ΕΣΥ, οι οποίοι, κατά το άρθρο 24 του ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΦΕΚ Α'143) -που μετά την κατάργησή του με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α 123), επανήλθε σε ισχύ με την περ. β' του άρθρου 1 του ν. 2194/1994, όπως ίσχυε πριν τη δημοσίευση του ν. 2071/1992- είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες μάλιστα υπό ιδιαίτερο καθεστώς εισόδου στη δημόσια υπηρεσία, ύστερα από προκήρυξη της οικείας θέσης και αξιολόγηση (ΟλΑΠ 2/2025). Και τούτο καθώς οι διατάξεις των άρθρων 50 του ν. 4305/2014 και πρώτου παρ. ΙΖ.1 του ν. 4254/2014 είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, και τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες με το, από 10.06.2025, υπόμνημα τους, που κατατέθηκε κατά τη διαδικασία της παραγράφου 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για το αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την, από 22.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης 64183/1684/2021, αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΗΦΙΣΙΑΣ - ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ", οι τριάντα (30) αναιρεσίβλητοι, ιατροί, αφού ισχυρίσθηκαν ότι με τις αναφερόμενες αποφάσεις και διαπιστωτικές πράξεις του αρμοδίου εκάστοτε οργάνου, που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ με την αναφερόμενη ειδικότητα και τον βαθμό ο καθένας και υπηρετούν στο εναγόμενο και ότι ως προς τις αποδοχές τους είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν στις 31.12.2012, πριν δηλαδή από τις, κριθείσες ως αντισυνταγματικές, περικοπές των αποδοχών τους με τις διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αλλά και τις επίσης αντισυνταγματικές διατάξεις των άρθρων 136-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες ψηφίσθηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., ισχύον μάλιστα, κατ' άρθρο 162 αυτού, αναδρομικά από 01.01.2017, και στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012, πλην όμως το εναγόμενο, κατ' εφαρμογήν των ανωτέρω αντισυνταγματικών περικοπών που προέβλεψαν οι προαναφερόμενοι νόμοι, τους καταβάλλει αποδοχές μικρότερες των δικαιούμενων από τις ως άνω διατάξεις, ζήτησαν, μετά την εξολοκλήρου τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 01.01.2017 έως 31.12.2018 στον 2ο ενάγοντα, από 01.01.2017 έως 31.12.2019 στον 17ο ενάγοντα και από 01.01.2017 έως 30.12.2020 σε καθένα των λοιπών τις αναλυτικά αναφερόμενες διαφορές αποδοχών, μεταξύ αυτών που έλαβαν το ως άνω διάστημα με τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017, που αντίκεινται όμως σε διατάξεις του Συντάγματος, και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούτο να τους καταβάλει, χωρίς τις περικοπές των αντισυνταγματικών διατάξεων των νόμων αυτών, και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι διατάξεις του νέου μισθολογίου του ν. 4472/2017 είναι σύμφωνες με το σύνταγμα, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, ως μηνιαία προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 του ν. 4472/2017, το αιτούμενο από τον καθένα ποσό για το ανωτέρω χρονικό διάστημα αντιστοίχως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η αναιρεσιβαλλόμενη, 538/2023, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε εν μέρει αυτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη (ως προς την κυρία της βάση) και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφού δέχτηκε, μεταξύ των άλλων, ότι οι ενάγοντες με τις αναφερόμενες διαπιστωτικές πράξεις και αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις του κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ με την αναφερόμενη ειδικότητα ο καθένας. Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων της υποπαραγράφου ΙΖ1, της παραγράφου ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και της παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4305/2014 και κατόπιν τήρησης της νόμιμης διαδικασίας εκδόθηκαν οι κατωτέρω διαπιστωτικές πράξεις και αποφάσεις, δυνάμει των οποίων μετατράπηκαν αυτοδικαίως (αυτόματα) σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, για τους ειδικευμένους ενάγοντες ιατρούς που αφορούσε η αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη ή απόφαση αντιστοίχως και εντάχθηκαν οι ιατροί αυτοί σε θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. και κατατάχθηκαν στο αναφερόμενο βαθμό ο καθένας, ήτοι: Α. η υπ' αριθμόν 11264/03.07.2015 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 966 Γ της 30 Σεπτεμβρίου 2015, για τους 2ο, 6ο, 13ο, 15ο και 25ο εκ των εναγόντων ιατρών, Β. η υπ' αριθμόν 2708/16.02.2015 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 541 Γ της 12 Ιουνίου 2015, για τους 5ο, 7ο, 10ο, 14η, 16ο, 17ο, 18ο και 27ο εκ των εναγόντων ιατρών, Γ. η υπ' αριθμόν 34984/24.12.2014 απόφαση της Διοικήτριας του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ AM. ΦΛΕΜΙΓΚ" ΝΠΔΔ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 479 Γ της 25 Μαΐου 2015, για τον 9ο ενάγοντα, Δ. η υπ' αριθμόν ....2015 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΝΠΔΔ", που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 792 Γ της 07 Αυγούστου 2015, για την 19η ενάγουσα ιατρό, Ε. η υπ' αριθμόν ....2016 διαπιστωτική πράξη της Διοικήτριας του εναγομένου, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 34 Γ της 23 Ιανουαρίου 2017, για τους 3η, 12ο, 22ο και 29η εκ των εναγόντων, ιατρών και ΣΤ. 1. οι υπ' αριθμόν ....2019 και ....2019 διαπιστωτικές πράξεις της Διοικήτριας του εναγομένου, που δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ 413 Γ της 22 Μαρτίου 2019, για τους 1η και 21ο των εναγόντων αντιστοίχως, 2. η υπ' αριθμόν ....2019 διαπιστωτική πράξης που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 519 Γ της 09 Απριλίου 2019, για τον 4ο ενάγοντα, 3. οι υπ' αριθμόν ....2019 και ....2019 διαπιστωτικές πράξεις της Διοικήτριας του εναγομένου, που δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ 540 Γ της 11 Απριλίου 2019, για τους 11ο και τον 20ο των εναγόντων αντιστοίχως και 4. οι υπ' αριθμόν, ....2019, ....2019, ....2019, ....2019 και ....2019 διαπιστωτικές πράξεις της Διοικήτριας του εναγομένου, που δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ 473 Γ της 03 Απριλίου 2019, για τους 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο των εναγόντων αντιστοίχως, οι οποίοι (υπό στοιχείο ΣΤ) το επίδικο χρονικό διάστημα πριν την έκδοση και δημοσίευση της σχετικής ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης που αφορά τον καθένα από αυτούς εργάζονταν στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως σαφώς αναφέρεται στις αντίστοιχες διαπιστωτικές πράξεις. Ζ. Επίσης, όπως εκτίθεται στην αγωγή και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την υπ' αριθμόν ....2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η 8η ενάγουσα ιατρός εντάχθηκε σε οργανική θέση του κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, από το χρόνο δημοσίευσης των πιο πάνω διαπιστωτικών πράξεων και αποφάσεων αντιστοίχως, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με σχέση δημοσίου δικαίου, (και όχι πλέον με ιδιωτικού, όπως οι ίδιοι διατείνονται με το από 10.06.2025 υπόμνημα τους, που κατατέθηκε κατά τη διαδικασία της παραγράφου 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ) και συνεπώς οι διαφορές που απορρέουν από την ως άνω σχέση, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, που αφορούν χρονικό διάστημα μετά την ένταξή τους, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 του Συντάγματος, 1, 2, 3 του ΚΠολΔ και 1 παρ. 2 περ. θ του ν. 1406/1983 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων πρώτου παρ. ΙΖ υποπαρ. ΙΖ1 του ν. 4254/2014 και 50 παρ. 4 του ν. 4305/2014, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα ανωτέρω, και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς μεν τους 1η, 4ο, 11ο, 20ο, 21ο, 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο ενάγοντες και ήδη αντίστοιχους αναιρεσίβλητους, που αναφέρονται στο ανωτέρω ΣΤ στοιχείο -που εντάχθηκαν στο εναγόμενο το έτος 2019 και συγκεκριμένα από τη δημοσίευση για τον καθένα της διαπιστωτικής πράξης που τον αφορά (και ενόψει του ότι το επίδικο χρονικό διάστημα που τους αφορά είναι από 01.01.2017 έως 30.12.2020)- μόνο ως προς τις επίδικες αξιώσεις, που αφορούν το χρονικό διάστημα μετά την ένταξη του καθενός από αυτούς σε θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και δη: 1. για τους 1η και 21ο των εναγόντων από 22 Μαρτίου 2019, 2. για τον 4ο ενάγοντα από 09 Απριλίου 2019, 3. για τους 11ο και 20ο των εναγόντων από 11 Απριλίου 2019 και 4. για τους 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο των εναγόντων από 03 Απριλίου 2019 και εφεξής, ως προς δε τους λοιπούς ενάγοντες (2ο, 3η, 5ο, 6ο, 7ο, 8η, 9ο, 10ο, 12ο, 13ο, 14η, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, 19η, 22ο, 25ο, 27ο και 29η) στο σύνολό της και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως προς τους άνω ενάγοντες και κατά τις ανωτέρω διακρίσεις ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας. Πρέπει επίσης, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν είναι ιδιαίτερα δυσχερής, να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των άνω εναγόντων και ήδη αντίστοιχων αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε εξολοκλήρου η αγωγή και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., τόσο της παρούσας αναιρετικής δίκης όσο και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021).

Ως προς τους 1η, 4ο, 11ο, 20ο, 21ο, 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο ενάγοντες και ήδη αντίστοιχους αναιρεσίβλητους αναφορικά με την ένδικη διαφορά που αφορά το χρονικό διάστημα πριν την ένταξή τους σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ με την έκδοση και δημοσίευση της ανωτέρω σχετικής διαπιστωτικής πράξης που αφορά τον καθένα από αυτούς, και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, η νομική σχέση με την οποία οι ιατροί αυτοί εργάζονταν στο εναγόμενο ήταν αυτή της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ο μοναδικός εκ του επικαλούμενου άρθρου 560 αριθμός 1 και 5 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αληθώς, όμως, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, καθώς προσβάλλεται απόφαση του πρωτοδικείου εκδοθείσα σε πρώτο βαθμό (και όχι απόφαση ειρηνοδικείου ή επ' αυτής έφεση του πρωτοδικείου) και ως εκ του αποδιδόμενου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, με τον οποίο το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το εκδόν αυτή πρωτοδικείο (δικάζοντας σε πρώτο βαθμό) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και 138 - 140 του ν. 4472/2017, κρίνοντας ότι αυτές είναι αντίθετες με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, ενώ όφειλε, όπως ισχυρίζεται, να κρίνει ότι δεν αντίκεινται στις προρρηθείσες συνταγματικές διατάξεις κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, είναι απορριπτέος, ενόψει του ότι, πέραν της αοριστίας του, διότι, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές αυτής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε, κατά το αναιρεσείον, η προβαλλόμενη παραβίαση του αναφερόμενου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, είναι σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος. Και τούτο διότι οι μεν διατάξεις του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι ως άνω μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., αντίκεινται όντως στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, όπως εξάλλου και κρίθηκαν, ως αντικείμενες στις διατάξεις αυτές, με τις αποφάσεις 3/2022 και 4/2022 της Πλήρους Ολομελείας του παρόντος Δικαστηρίου (είχαν δε κριθεί αρχικά με την απόφαση 7412/2015 της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως αντικείμενες στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στη συνέχεια, με την απόφαση 431/2018 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αντικείμενες και στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την, εμμέσως απορρέουσα από αυτό, αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και στην συνταγματική αρχή της ισότητας υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις άνισες καταστάσεις), οι δε διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017 [με τις οποίες καθορίστηκε (αναδρομικά από 01.01.2017 -άρθρο 162) ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι άνω αναιρεσίβλητοι), στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων διατάξεων η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού], αντίκεινται επίσης στις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), όπως κρίθηκε με την 2/2024 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου (αλλά και με την 1408/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας). Πλην, όμως, ενόψει της μερικής βασιμότητας ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους του εξετασθέντος αυτεπαγγέλτως εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, ώστε να επανακριθούν οι αξιώσεις των ανωτέρω εναγόντων (1ης, 4ου, 11ου, 20ου, 21ου, 23ου, 24ου, 26ου, 28ου και 30ου), που αναφέρονται στο εν λόγω χρονικό διάστημα, ήτοι πριν την ένταξή τους σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ για τις οποίες όπως προεκτέθηκε υφίσταται δικαιοδοδία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή τους και συγκεκριμένα οι αξιώσεις τους εκείνες που αφορούν το χρονικό διάστημα από 01.01.2017 έως: 1. τις 22 Μαρτίου 2019 για τους 1η και τον 21ο των εναγόντων, 2. τις 09 Απριλίου 2019 για τον 4ο ενάγοντα, 3. τις 11 Απριλίου 2019 για τους 11ο και τον 20ο των εναγόντων και 4. τις 03 Απριλίου 2019, για τους 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο των εναγόντων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν είναι ιδιαίτερα δυσχερής, να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των άνω εναγόντων και ήδη αντίστοιχων αναιρεσιβλήτων και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., της παρούσας αναιρετικής δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 538/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 22.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης 64183/1684/2021, αγωγή:

Ι. ως προς τους 2ο, 3η, 5ο, 6ο, 7ο, 8η, 9ο, 10ο, 12ο, 13ο, 14η, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, 19η, 22ο, 25ο, 27ο και 29η των εναγόντων στο σύνολό της και

ΙΙ. ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ήτοι τους 1η, 4ο, 11ο, 20ο, 21ο, 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο μόνο ως προς τις επίδικες αξιώσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα: 1. ως προς τους 1η και 21ο των εναγόντων από 22 Μαρτίου 2019 και εφεξής, 2. ως προς τον 4ο ενάγοντα από 09 Απριλίου 2019 και εφεξής, 3. ως προς τους 11ο και 20ο των εναγόντων από 11 Απριλίου 2019, και εφεξής και 4. ως προς τους 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο των εναγόντων από 03 Απριλίου 2019 και εφεξής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως τους 1η, 4ο, 11ο, 20ο, 21ο, 23ο, 24ο, 26ο, 28ο και 30ο των εναγόντων και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης και επιπροσθέτως μεταξύ των 2ου, 3ης, 5ου, 6ου, 7ου, 8ης, 9ου, 10ου, 12ου, 13ου, 14ης, 15ου, 16ου, 17ου, 18ου, 19ης, 22ου, 25ου, 27ου και 29ης των εναγόντων και του εναγομένου ν.π.δ.δ. και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή