ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1215/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1215/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1215/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1215 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1215/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Ζ. του Ν., 2) Α. Γ. του Ν. συζύγου Λ. Ζ. και 3) Ν. Ζ. του Λ., απάντων κατοίκων Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15938/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 796/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ.1 β', 2 παρ. 1 α', 54 παρ. 1, 57 παρ. 1 και 3, και 70 παρ. 1, 2 α' και 3 του Ν. 4601/2019 "Εταιρικοί μετασχηματισμοί και εναρμόνιση του νομοθετικού πλαισίου με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων και λοιπές διατάξεις", συνάγεται ότι, αν διασπασθεί μία ανώνυμη εταιρεία, χωρίς να λυθεί, με την απόσχιση κλάδου της και την μεταβίβασή του σε άλλη ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται ταυτόχρονα με την διάσπαση (επωφελούμενη εταιρεία), τότε η μεν διάσπαση συντελείται με μόνη την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. της σύμβασης διάσπασης, η δε επωφελούμενη εταιρεία υποκαθίσταται ως καθολικός διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας στην μεταβιβαζόμενη σε αυτήν περιουσία και συνεχίζει αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τις σχετικές δίκες (βλ ΑΠ 1833/2023). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.", και του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων(ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 739/2024). Ειδικότερα σύμφωνα με την ως άνω διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 μετά την αντικατάστασή του από την παρ.1 του άρθρου 70 του ν.4389/2016, το οποίο σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 101 του ν.5079/2023 εξακολουθεί να ισχύει στις πράξεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καθώς και στις συμβάσεις διαχείρισης που έχουν λάβει χώρα μέχρι 30/12/2023 όπως η επίδικη "Οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχειρίσεων απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α'246)..." Εφόσον οι εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 877/2023, ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 368/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οπότε οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Με την κρινόμενη από 25-5-2022 αίτηση αναίρεσης ( ΓΑΚ 1639/2022, ΕΑΚ 188/2022, αριθ.δικ 1143/2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 796/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την με αριθμό 1960/1690/2019 έφεση των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ'αριθμ. 15938/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των τελευταίων, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αυτών. Η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ... νομίμως ασκεί την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως καθολικός διάδοχος της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... της οποίας, λόγω διάσπασης δι' αποσχίσεως του κλάδου των τραπεζικών εργασιών της με σύσταση νέας εταιρίας, καθολική διάδοχος τυγχάνει η παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ... ("Επωφελούμενη"), η οποία υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "διασπώμενης" αρχικώς εναγομένης στις 20.3.2020, όταν και καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ η υπ' αρ. 31847/2020 Απόφαση της ΓΓ Εμπορίου & Προστασίας του Καταναλωτή, με την οποία εγκρίθηκε το με αριθμό 6612/2020 συμβόλαιο διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., αλλά και η σύσταση της επωφελούμενης εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4601/2019 και του ν. 2515/1997 (όπως ισχύουν), και η οποία νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, την, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκκρεμή δίκη (άρθρ. 70 παρ. 3 ν. 4601/2019) και χωρίς να επέρχεται, λόγω της διάσπασης, διακοπή της δίκης, και αποδεικνύεται, άλλωστε, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα υπ' αρ. πρωτ. 31909/20.3.2020 Ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Οι αναιρεσίβλητοι που κατέθεσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 18-11-2023 προτάσεις, δηλαδή εντός 20 ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε στις 9/12/2024, ζητούν να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, ως μη δικαιούχος του επίδικου δανείου για το λόγο ότι έχει μεταβιβάσει την απαίτηση αυτή στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού και δη στην " ... και την διαχειρίστρια αυτής στην Ελλάδα "... δυνάμει της υπ'αριθμ. 150/18-6-2019 σύμβασης πωλήσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού παραστάθηκε η ίδια ...Ε." στο δικαστήριο νόμιμα ως καθολική διάδοχος της αρχικής διαδίκου στην μεταβιβαζόμενη σε αυτήν περιουσία και συνεχίζει αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τη δίκη κατ' άρθρο 556 ΚΠολΔ. Ανεξαρτήτως του ότι, για την ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση της αναίρεσης, δεν ασκεί έννομη επιρροή το εάν τα νομιμοποιούμενα κατ'άρθρο 556 ΚΠολΔ πρόσωπα είναι διάδικοι ως υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή εάν είναι μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι (ΑΠ 1028/2010). Οι ως άνω δε εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνταν ως μη δικαιούχοι να ασκήσουν παρέμβαση, την οποία και δεν άσκησαν. Περαιτέρω η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 455 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαιτήσεως στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής. Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτόν (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 376/2020). Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο με σαφήνεια, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται σαφώς ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998, ΑΠ 409/1990). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γεννήσεώς της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία. Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 906/2019). Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα αν αποσβεσθεί το χρέος να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ` αυτόν κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 906/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1168/2015). Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014, 1388/2010). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "... η αγωγή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της, όπως ανωτέρω εκτίθεται λεπτομερώς, έχει έρεισμα στις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις περί καταβολής του δανείου, 416 και 417 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του 806 επ. ΑΚ δοθέντος ότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς αποτελεί απαίτηση, που έχει ως βάση την ανωτέρω σύμβαση δανείου και όχι την εκχώρηση λόγω ενεχύρου ή την ασφαλιστική σύμβαση και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή οι επικαλούμενες περί εκχώρησης και περί καταβολής του άρθρου 421 ΑΚ, στις οποίες εσφαλμένα στήριξε την άνω αγωγή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ως εκ τούτου τα υπό στοιχ. γ και δ επικουρικά αιτήματα της αγωγής είναι απορριπτέα ως ερειδόμενα σε εσφαλμένη νομική βάση αυτή των άρθρων 455 και 421 ΑΚ, ενώ το υπό στοιχ. α αίτημα είναι απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος καθόσον δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης λόγω ενεχύρου από την εναγομένη. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με τη νομική βασιμότητα της αγωγής- πλην της εφαρμογής των άρθρων 70 και 176 ΚΠολΔ- και πρέπει να ερευνηθεί αυτή στα πλαίσια του άνω ορθού νομικού χαρακτηρισμού....Το έτος 1999 οι δυο πρώτοι ενάγοντες και ήδη δυο πρώτοι εκκαλούντες, Λ. Ζ. και Α. Γ., σύζυγοι, προκειμένου να επισκευάσουν την επί Α. Ε. ... στην Τούμπα Θεσσαλονίκης κείμενης κατοικίας τους και επειδή δεν διέθεταν το απαιτούμενο προς τούτο κεφάλαιο απευθύνθηκαν στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα για τη λήψη δανείου. Η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, τους υπέδειξε, ως την πλέον συμφέρουσα και αποτελεσματική γι' αυτούς λύση και συγκεκριμένα για την αποπληρωμή του δανείου, να συνάψουν, παράλληλα με τη σύμβαση δανείου σύμβαση ασφάλειας ζωής υποδεικνύοντας μάλιστα και συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρία με την οποία συνεργάζονταν η τράπεζα. Οι ενάγοντες αποδεχόμενοι την πρότασή της, προέτρεψαν τον τρίτο ενάγοντα και ήδη τρίτο εκκαλούντα Ν. Ζ., γιό τους, ηλικίας, τότε, 23 ετών και υπηρετούντα την στρατιωτική του θητεία, να συνάψει την εν λόγω σύμβαση, ο οποίος και πράγματι συνήψε με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ....", σύμβαση ασφάλισης ζωής, για την οποία εκδόθηκε το με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, διάρκειας είκοσι ετών, με έναρξη την 9η.6.1999 και λήξη την 9η.6.2019, με ασφαλισμένο κεφάλαιο το ποσό των 9.000.000 δρχ. ήτοι 26.412,32 €, και ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των 361.440 δρχ., ήτοι 1.060,72 €, με λήπτη της ασφάλισης και ασφαλισμένο τον ίδιο και δικαιούχους του ασφαλίσματος τους κληρονόμους αυτού. Επρόκειτο δηλαδή για ασφάλεια ζωής "μικτή με συμμετοχή στην υπεραπόδοση από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων" και με υπολογισμό του ποσού της συμμετοχής (μέρισμα) κατά τα προβλεπόμενα στον γενικό όρο 16 με τον οποίο συμφωνήθηκε το δικαίωμα στο προϊόν υπεραπόδοσης από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων της ασφάλειας όπως και ότι το ποσό συμμετοχής (μέρισμα) προσαυξάνει το ασφάλισμα. Επιπλέον ορίστηκε στην σύμβαση αυτή ασφάλισης με τον υπ' αριθ. 10 συμβατικό όρο ότι το ασφαλιστήριο εξαγοράζεται αν παραμείνει σε ισχύ τρία (3) χρόνια ή και δυο (2) με τα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα. Κυρίως, με ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τον τίτλο "ΕΜΜΕΣΟ ΔΑΝΕΙΟ ΕΙΔΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ", ορίστηκε ότι "το ασφαλιστήριο αυτό, εφόσον βρίσκεται σε ισχύ και σύμφωνα με τους σχετικούς όρους της δανείστριας Τράπεζας ή άλλου Πιστωτικού Οργανισμού, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη στεγαστικού δανείου και εξόφληση του κεφαλαίου του". Την 16η .3. 2000 οι δύο πρώτοι ενάγοντες,
ως πιστούχοι, και ο τρίτος ενάγων, ως εγγυητής, συμβλήθηκαν με την εναγόμενη τράπεζα, συνυπογράφοντας την υπ' αριθ. 20777/2000 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη χορήγησε δάνειο στους ενάγοντες-πιστούχους, ποσού 15.000.000 δρχ., ήτοι 44.020,54 €, για τη βελτίωση του με εσωτερική αρίθμηση 1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού Α. Ε. ... στη Θεσσαλονίκη, την πληρωμή δε του δανείου εγγυήθηκε ο τρίτος ενάγων, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους πιστούχους και ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από την ένσταση δίζησης. Το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο παράρτημα αυτής το οποίο αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο με τη σύμβαση (συμβ. ορ. 6 της δανειακής σύμβαση και 8 του παραρτήματος). Κατά τους όρους του παραρτήματος αυτού "οι οφειλέτες αναλαμβάνουν την υποχρέωση και υπόσχονται να αποδίδουν στην τράπεζα με συνεχείς μηνιαίες καταβολές το σύνολο των εκάστοτε δεδουλευμένων τόκων επί του ποσού του Δανείου, για εκατό ογδόντα (180) μήνες, την πρώτη (1η) εργάσιμη ημέρα (δήλη ημέρα) κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2000" (όρος 1). "Κατά την πληρωμή της τελευταίας δόσεως των δεδουλευμένων τόκων, σύμφωνα με τα παραπάνω υποπ. 1 προβλεπόμενα, θα αποδοθεί στην Τράπεζα και ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου, το οποίο έχει εκχωρηθεί στην τράπεζα με βάση την .. υπ'άριθ.161312000 σύμβαση ενεχυρίασης ασφαλιστηρίου συμβολαίου (όρος 2α). Σε περίπτωση μη πληρωμής από τους οφειλέτες των οφειλομένων ασφαλίστρων του παραπάνω ασφαλιστήριου συμβολαίου που θα έχει σαν συνέπεια την ακύρωση της ασφαλιστικής κάλυψης του οφειλέτη, η τράπεζα δικαιούται, αρχής γενομένης από τον μήνα που έπεται της αναγγελίας ακύρωσης της ασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας, να απαιτήσει από τον οφειλέτη, το εναπομένον ποσό του Δανείου να αποπληρωθεί με μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, το ύψος των οποίων θα εξαρτάται από το ανεξόφλητο ποσό του Δανείου, την εναπομένουσα διάρκεια αποπληρωμής και το ύψος του επιτοκίου σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον παρακάτω όρο του παρόντος προσαρτήματος" (όρος 2β). Ταυτόχρονα με την ως άνω σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ αφενός του τρίτου ενάγοντος και αφετέρου της εναγομένης η από 16.3.2000 σύμβαση με τον τίτλο "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ ΣΕ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ" προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης της Τράπεζας προερχομένης από τη Σύμβαση ( σσ στεγαστικού δανείου) για κεφάλαιο και κάθε είδους φόρους κλπ, και ορίστηκε ότι ο ενεχυριαστής συνιστά εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου υπέρ της τράπεζας η οποία και ρητώς το αποδέχεται επί της απαιτήσεως του κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ...." προερχόμενη από το με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο και παρέδωσε ο ενεχυριαστής, λόγω ενεχύρου στη νομή και κατοχή της τράπεζας ( όρος 2). Κατά συνέπεια αυτών- όπως ορίστηκε- ο ενεχυριαστής εκχωρεί στην τράπεζα και όλα τα σχετικά δικαιώματά του προσωπικά και πραγματικά και τις σχετικές αγωγές (όρος 3), η δε τράπεζα ως δικαιούχος της ενεχυριαζόμενης απαίτησης δικαιούται να ασκεί τα εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου απορρέοντα δικαιώματα και να προβαίνει κατά την κρίση της, οποτεδήποτε και χωρίς τη σύμπραξη του ενεχυραστή και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή μη των απαιτήσεών της που προκύπτουν από τη Σύμβαση, στη λήψη του ασφαλιζόμενου ποσού (όρος 4), εξουσιοδοτείται δε ανέκκλητα η τράπεζα να φέρει κατά την κρίση της οποτεδήποτε και χωρίς τη σύμπραξη του ενεχυριαστή είτε σε πίστωση της, δια της σύμβασης αυτής ενεχύρου, ασφαλιζόμενης απαίτησης είτε να καταθέτει αυτό σε έντοκη κατάθεση με επιφύλαξη του εκ του ενεχύρου δικαιώματος, το τυχόν υπόλοιπο από την πλήρη ικανοποίηση της τράπεζας θα αποδίδεται στον ενεχυριαστή υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει κατά το χρόνο εκείνο οποιαδήποτε άλλη οφειλή αυτού (όρος 5). Ενόψει αυτών προκύπτει ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν ρητά την υποχρέωση να καταβάλουν κάθε μήνα από τον Ιούνιο του 2000 και για 180 μήνες (ήτοι 15 έτη) στην ως άνω πιστώτρια τράπεζα αποκλειστικά και μόνο το ποσό των αναλογούντων επί του ποσού του στεγαστικού δανείου τόκων, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975 και των εξόδων. Παράλληλα, ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου του επίδικου στεγαστικού δανείου συμφωνήθηκε να καταβληθεί, κατά τα ρητώς μεταξύ τους συμφωνηθέντα, από το ασφάλισμα πλέον τυχόν άλλων παροχών, εφάπαξ ή περιοδικώς, όπως όλα αυτά προβλεπόταν στην ασφαλιστική σύμβαση. Όπως δε αποδείχθηκε η πιστώτρια τράπεζα προέτρεψε τους ενάγοντες να συνάψουν την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση για την εξόφληση μέσω του ασφαλίσματος του κεφαλαίου του επιδίκου στεγαστικού δανείου υποδεικνύοντας μάλιστα την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ....", με την οποία (σύμβαση) προβλέφθηκε ρητά ότι, εφόσον τούτο βρίσκεται σε ισχύ, δύναται να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη στεγαστικού δανείου και για την εξόφληση του κεφαλαίου αυτού, αντίστοιχη δε πρόβλεψη συμπεριελήφθη ρητά όπως προαναφέρθηκε, και στην επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου από τις αναλυτικά παρατιθέμενες σ' αυτή συνθήκες και προϋποθέσεις. Η καταβολή δηλαδή των ασφαλίστρων της ως άνω καταρτισθείσης ασφαλιστικής σύμβασης, συνδέεται αναπόσπαστα με την αποπληρωμή του κεφαλαίου του δανείου. Προϋπόθεση, επίσης, αναγκαία, που συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων στη δανειακή σύμβαση μερών, προκειμένου να γίνει η ανάληψη του ποσού του σχετικού δανείου, συνιστά η συνακόλουθη τόσο αυτής όσο και του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου κατάρτιση μεταξύ του τρίτου ενάγοντα, εγγυητή στη δανειακή σύμβαση και της πιστώτριας Τράπεζας, σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, η οποία όπως προειπώθηκε, αποτελεί και αυτή αναπόσπαστο μέρος της κύριας δανειακής σύμβασης και κατά την οποία ο ενεχυραστής, εγγυητής του δανείου, εκχωρεί λόγω ενεχύρου στην πιστοδότρια, αποδεχόμενη την εκχώρηση, κάθε απαίτηση του ίδιου, καθώς επίσης κάθε απαίτηση μεταξύ άλλων και του ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, που απορρέει από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων των απαιτήσεων επί του ασφαλίσματος (ενεχυραζόμενες απαιτήσεις). Έτσι η πιστώτρια Τράπεζα η οποία ανήγγειλε την εκχώρηση αυτή στην ασφαλιστική εταιρία, κατέστη αποκλειστικά δικαιούχος των ενεχυριαζόμενων απαιτήσεων και έχει μεταξύ άλλων το δικαίωμα, συνεπεία της εκχώρησης λόγω ενεχύρου, να εισπράττει μόνη αυτή και χωρίς τη μεσολάβηση του ενεχυράζοντος, τόσο το ασφάλισμα, όσο και τα μερίσματα αλλά και οποιεσδήποτε άλλες προσόδους, όπως όλα αυτά απορρέουν από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση, ενώ εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην πιστοδότρια όλα τα δικαιώματα, προσωπικά και πραγματικά, καθώς επίσης οι σχετικές με τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις αγωγές. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες πιστούχοι εξυπηρετούσαν κανονικά και με συνέπεια τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, τόσο έναντι της πιστώτριας τράπεζας, με την καταβολή κάθε μήνα του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού των τόκων μετά των επιβαρύνσεων έως την πλήρη εξόφλησή τους, της τελευταίας δόσης καταβαλλόμενης τον Ιούνιο του 2015, όσο και με την καταβολή των ασφαλίστρων από τον τρίτο ενάγοντα σε τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε η ασφαλιστική εταιρία στην εναγόμενη, καταβάλλοντας έως 9.6.2010 ποσό συνολικού ύψους 23.779,70 €, μη δυναμένης, όμως, της συνέχισης της καταβολής των υπολοίπων ασφαλίστρων λόγω ανακλήσεως της αδείας της ασφαλιστικής εταιρίας. Ειδικότερα, την 25η.2.2010 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ...", η οποία υπεισήλθε στη θέση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ...), κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση αυτής από την "..." όπως ήταν αρχικά η επωνυμία της και τέθηκε αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση, εξαιρουμένου του χαρτοφυλακίου ζωής, σύμφωνα με την με αριθ. 176/25.2.2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α), που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ ΤΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ 1418/26.2.2002). Με σχετική ανακοίνωση του Επόπτη Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης και του Επόπτη Χαρτοφυλακίου Ζωής τάχθηκε καταλυτική προθεσμία για την αναγγελία των πιστωτών της υπό εκκαθάρισης τελούσας εταιρίας η 30η. 12. 2010. Επειδή παρήλθε η προθεσμία αυτή, χωρίς την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την αποδοχή χαρτοφυλακίου ζωής της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, σύμφωνα με την με αρ. 41/1/1.6.2012 διαπιστωτική πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΠΑΘ) επήλθαν αυτοδικαίως οι προβλεπόμενες στο άρθ. 2 παρ. 5 Ν. 3867/2010 συνέπειες και εφαρμοζομένων των διατάξεων περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης η 26η.2.2010 απόφαση που καταχωρήθηκε στο MAE την 21.4.2010 (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 2682/26.4.2010). Με την από 3.6.2014 ανακοίνωση του Επόπτη Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης και του Εκκαθαριστή τάχθηκε στους δικαιούχους απαιτήσεων από την ασφάλιση ζωής της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρίας νέα καταλυτική προθεσμία για την αναγγελία των απαιτήσεων των πιστωτών της η 17η.9.2015. Ενόψει της κατά τα προαναφερθέντα οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας και της μη ανάληψης του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου από άλλη ασφαλιστική εταιρία, η εναγόμενη τράπεζα κοινοποίησε στους ενάγοντες την από 3.6.2015 επιστολή της με την οποία τους ενημέρωνε ότι η ληξιπρόθεσμη οφειλή τους από το δάνειο ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 44.383,56 €, εκ του οποίου το ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανέρχονταν σε 44.011,47 € και οι τόκοι υπερημερίας σε 372,009 € και τους καλούσε να εξοφλήσουν αυτό το συντομότερο σε αντίθετη περίπτωση δε τους προειδοποίησε ότι θα κινηθεί σε βάρος τους. Οι ενάγοντες με την από 7.9.2015 εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε στην εναγομένη την 11η.6.2015, διαμαρτυρήθηκαν για την συμπεριφορά της αυτή και την κάλεσαν να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες από την ασφαλιστική σύμβαση ως μοναδική δικαιούχος αυτής σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εκχώρησης λόγω ενεχύρου. Όπως προκύπτει από την ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου το κεφάλαιο του δανείου αυτού θα αποπληρώνονταν κατά τα ρητώς συμφωνηθέντα από τον προϊόν του ασφαλίσματος, για το λόγο αυτό δε ο τρίτος ενάγων, γιός των λοιπών εναγόντων πιστούχων, συνήψε την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση επιβαρυνόμενος με την καταβολή στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία ασφαλίστρων ανά εξάμηνο, τα οποία όντως κατέβαλε ανελλιπώς από 9.6.1999 έως 9.6.2010, οπότε και δεν ήταν δυνατόν πλέον να συνεχίσει να καταβάλλει ταύτα, λόγω της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας, ενώ μόνοι οι τόκοι πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975 καταβαλλόταν, κανονικά και συστηματικά από τους ενάγοντες- πιστούχους προς την εναγομένη πιστώτρια τράπεζα. Με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας και τη θέση αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση, οι ενάγοντες υποχρεούνται, όπως προκύπτει από την ερμηνεία των βουλήσεων των συμβαλλομένων ως προς ζήτημα αυτό, κατ' αρθ. 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ελλείψει σχετικής συμβατικής ρυθμίσεως, περίπτωσης ανώμαλης εξέλιξης της ασφαλιστικής σύμβασης χωρίς υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, να προβούν στην εξόφληση αποκλειστικά και μόνο του υπολειπόμενου ανεξόφλητου κεφαλαίου του επίδικου στεγαστικού δανείου Η ερμηνεία-συμπλήρωση αυτή ενισχύεται τόσο από τη συμβατική ρύθμιση στον παράρτημα της σύμβασης δανείου σχετικά με την περίπτωση ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, με υπαιτιότητα του ασφαλιζόμενου, κατά την οποία προβλέπεται η αποπληρωμή του εναπομείναντος ποσού του δανείου, με μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις (όρος 3β του παραρτήματος) σε συνδυασμό με τη ρύθμιση περί προεξόφλησης των δόσεων του δανείου, με την οποία προβλέπεται ότι σε περίπτωση μερικής εξόφλησης οι εναπομένουσες ανεξόφλητες δόσεις αναπροσαρμόζονται βάσει του άλληκτου κεφαλαίου και του υπολοίπου της διάρκειας του δανείου (όρος 7δ του παρατήματος) και με την τον αντίστοιχο συμβατικό όρο 5 της σύμβασης εκχώρησης λόγω ενεχύρου, όπως προεκτέθηκε.
Συνεπώς, η οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και η θέση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, σε συνδυασμό με τη μη ανάληψη του χαρτοφυλακίου της από άλλη ασφαλιστική εταιρία, είναι ζήτημα που ανάγεται στις μεταξύ εναγομένης πιστοδότριας τράπεζας και της ως άνω υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρίας σχέσεις, και δεν αφορά τους ενάγοντες- εκκαλούντες, πιστούχους και εγγυητή, οι οποίοι δεν υποχρεούνται, να καταβάλουν το πέραν των καταβληθέντων ασφαλίστρων, παρά μόνον το απομένον ανεξόφλητο κεφάλαιο του εν λόγω δανείου (ΑΠ 650/2020, ό.π), όπως αυτό προκύπτει με τον συνυπολογισμό των προϊόντων της υπεραπόδοσης από την επένδυση έως την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας. Η προσήκουσα και εμπρόθεσμη καταβολή από τον τρίτο ενάγοντα στην ασφαλιστική εταιρία και η είσπραξη από την τελευταία ασφαλίστρων συνολικού ύψους 23.779,70 € και η καταβολή κανονικά και συστηματικά από τους δυο πρώτους ενάγοντες- εκκαλούντες των τόκων του δανείου επέφερε αντίστοιχη μερική απόσβεση του κεφαλαίου του επίδικου δανείου κατ' αρθ. 416 και 417 ΑΚ (ΑΠ 650/2020, όπ). Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη μετά την ανάκληση της άδειας, της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, υπό την ιδιότητά της ως εκδοχέα και ενεχυρούχου δανείστριας, αναγγέλθηκε για το σύνολο του κεφαλαίου ποσού 44.020, 45 €, δυο φορές στις 30.12. 2010 και στις 17. 9. 2015, και ζήτησε να επαληθευθούν οι απαιτήσεις της και τα προνόμια του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 και να συμπεριληφθεί στον πίνακα δικαιούχων του διανεμόμενου πλειστηριάσματος. Επειδή ο εκκαθαριστής στις 20.11. 2015 προέβη σε επαλήθευση των απαιτήσεων, μεταξύ άλλων και της επίδικης, και καταχώρησε στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από την Ασφάλιση Ζωής και Εκκρεμών Δικαστικών Απαιτήσεων της υπό εκκαθάρισης ασφαλιστικής εταιρίας, με το ποσό της απαίτησης που είχε επαληθευτεί, ύψους 27.113,13 €, τον ασφαλισμένο-λήπτη της ασφάλισης, η τράπεζα άσκησε την από 18.1.2016 με ΓΑΚ 3593/2106 και ΕΑΚ 1200/2016 ανακοπή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτή αποκλειστική δικαιούχος, μεταξύ άλλων, και της απαίτησης από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επί της ανακοπής αυτής και των πρόσθετων αυτής λόγων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5592/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου το οποίο δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, απέρριψε την ανακοπή και κατά τους ενδιαφέροντες την παρούσα λόγους, ως μη νόμιμους, με την αιτιολογία ότι στην κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλεια ζωής αναγράφονται, για λόγους ταχείας εκκαθάρισης, μόνο οι δικαιούχοι απαιτήσεων από την ασφάλεια ζωής (λήπτες της ασφάλισης, ασφαλισμένοι άλλως συμβαλλόμενοι στις ασφαλιστικές συμβάσεις) και όχι τρίτα πρόσωπα, ακόμα και αν έχουν νόμιμη απαίτηση εκχωρηθείσα από τους ασφαλισμένους λόγω ενεχύρου. Κατά της απόφασης αυτής η τράπεζα άσκησε την από 16.1. 2019 με ΓΑΚ 4096/2019 και ΕΑΚ 345/2019 έφεσή της η συζήτηση της οποίας δεν προκύπτει. Υπό τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται πλήρως ότι έχει αποσβεσθεί μερικώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή από το επίδικο στεγαστικό δάνειο με καταβολή του συνόλου των τόκων και μέρους του κεφαλαίου αυτού και δη, έως του ποσού των 27.113,13 €, και οι ενάγοντες εξακολουθούν να οφείλουν το πέραν του ποσού αυτού ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου. Πρέπει συνεπώς η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την με αριθμ. 15938/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, κράτησε και δίκασε την αγωγή, και ακολούθως τη δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι έχει αποσβεστεί μέρος του ποσού του κεφαλαίου εκ της υπ` αριθ. 20777/2000 σύμβασης στεγαστικού δανείου απαίτησης της εναγομένης δανείστριας Τράπεζας ύψους 27.113,13 ευρώ εκ του συνόλου αυτού (κεφαλαίου) ύψους 44.020, 45 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ , καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 421, 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απόσβεσης της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά το ποσό των 27.113,13 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, ναι μεν η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, πλην όμως απόσβεση του χρέους αυτού επέρχεται αν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) και η απόσβεση του χρέους δεν επέρχεται πριν λάβει χώρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης. Με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης έλαβε μεν χώρα εκχώρηση της απαίτησης του ασφαλίσματος εκ της συμβάσεως ασφάλειας ζωής του τρίτου αναιρεσίβλητου κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας στην αναιρεσείουσα, πλην όμως δεν γίνεται ταυτόχρονα δεκτό ότι η εκχώρηση αυτή έγινε αντί καταβολής, ώστε να επέλθει απόσβεση του χρέους αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου ελλείπει σχετική συμβατική ρύθμιση ως προς την περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς υπαιτιότητα του ασφαλισμένου και επομένως δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ναι μεν η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, πλην όμως απόσβεση του χρέους αυτού επέρχεται, αν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) και η απόσβεση του χρέους δεν επέρχεται πριν λάβει χώρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης (βλ. ΑΠ 1687/2023, ΑΠ 632/2023).
Με την προσβαλλόμενη γίνεται μεν δεκτό ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε να επαληθευθούν οι απαιτήσεις της και τα προνόμια του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 και να συμπεριληφθεί στην κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων της τελούσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης για το σύνολο του κεφαλαίου εκ 44.020, 45 € ευρώ, πλην όμως δεν γίνεται ταυτόχρονα δεκτό ότι έλαβε χώρα η καταβολή του ποσού αυτού και άρα η εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης, ώστε να επέλθει μερική απόσβεση της οφειλής των αναιρεσιβλήτων κατά το ποσό των 27.113,13 ευρώ προς την αναιρεσείουσα, αφού ο εκκαθαριστής προέβη σε επαλήθευση των απαιτήσεων, μεταξύ άλλων και της επίδικης, και καταχώρησε στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων με το ποσό της απαίτησης που είχε επαληθευτεί, ύψους 27.113,13 €, τον ασφαλισμένο-λήπτη της ασφάλισης, η δε τράπεζα άσκησε την από 18.1.2016 με ΓΑΚ 3593/2106 και ΕΑΚ 1200/2016 ανακοπή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτή αποκλειστική δικαιούχος, μεταξύ άλλων, και της απαίτησης από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5592/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, απέρριψε την ανακοπή με την αιτιολογία ότι στην κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλεια ζωής αναγράφονται, για λόγους ταχείας εκκαθάρισης, μόνο οι δικαιούχοι απαιτήσεων από την ασφάλεια ζωής (λήπτες της ασφάλισης ασφαλισμένοι, άλλως συμβαλλόμενοι στις ασφαλιστικές συμβάσεις) και όχι τρίτα πρόσωπα, ακόμα και αν έχουν νόμιμη απαίτηση εκχωρηθείσα από τους ασφαλισμένους λόγω ενεχύρου, έχει δε ασκηθεί έφεση επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί απόφαση. Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές δεν γίνεται δεκτό ότι έλαβε χώρα καταβολή του ποσού αυτού και άρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης κατά το μέρος αυτό ώστε να επέλθει μερική απόσβεση της οφειλής των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα. Σε κάθε περίπτωση μόνη η αναγγελία της απαίτησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας και η επαλήθευση της επί της δίκης απαίτησης αλλά ακόμη και η καταχώρηση (της αναιρεσείουσας) στην κατάσταση δικαιούχων και η δυνατότητά της να εισπράξει το ποσό αυτό δεν σημαίνει και ότι έλαβε ή ότι θα λάβει χώρα η καταβολή και άρα η εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης ώστε να επέλθει απόσβεση της οφειλής των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα ολόκληρου αυτού του ποσού, καθόσον αυτό εξαρτάται από το ύψος των απαιτήσεων των τρίτων κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης και των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας. Επομένως, εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι έλαβε χώρα μερική απόσβεση της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά το άνω ποσό των 27.113,13 ευρώ. Συνακόλουθα τούτων, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, καθ' όλα τα σκέλη του. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 796/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή