Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1216 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1216/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη Νάουσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζυγουλιάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευριπίδη Κελεμουρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: 1) εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην Κεντρική Λαχαναγορά Αθηνών και 2) Δ. Χ. του Ι., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/ΤΠ/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2495/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-7-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1673/2020, ΕΑΚ 182/2020, αριθ.δικ. 1021/2022) προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων της αναίρεσης, υπ'αριθμ 2495/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτούς. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων "..." με την από 19-12-2014 αγωγή του, κατά της 1ης εναγόμενης εταιρίας "... ΕΠΕ, του 2ου εναγόμενου Δ. Χ. διαχειριστή αυτής (μη διαδίκων στην ένδικη αναίρεση, στους οποίους έχει κοινοποιηθεί αυτή) και του 3ου εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου Δ. Τ. που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτής, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 613.691, 40 ευρώ με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εκ των οποίων η 1η τούτων και με βάση τις διατάξεις της πώλησης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1/ΤΠ/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας που έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος. Ο 3ος εναγόμενος εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 16-6-2016 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς την 1η και 2ο των εναγομένων (2η και 3ο των εφεσιβλήτων, μη διαδίκων στη ένδικη αναίρεση) λόγω έλλειψης επίδοσης της έφεσης σε αυτούς, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο (τρίτο εναγόμενο) και ακολούθως αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στο άρθρο 914 ΑΚ σε συνδ. με το Ν.Δ. 324/1955, την απέρρριψε ως προς αυτόν, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, διότι δεν απέδειξε τον περί νομιμοποιήσεως του, ισχυρισμό. Επειδή, κατά το άρθρο 211 Α.Κ., δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 212 Α.Κ., αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι α) για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται, ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση ελλείψεως ρητής δηλώσεως του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις, και β) αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Αντιθέτως, στην έμμεση αντιπροσώπευση, υποκείμενο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με την ενέργεια του αντιπροσώπου είναι ο ίδιος ο δικαιοπρακτών αντιπρόσωπος, ο οποίος με βάση τη συνδέουσα αυτόν με τον κύριο της υποθέσεως εσωτερική σχέση υποχρεούται να μεταφέρει σε αυτόν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας. (ΑΠ 647/2017, ΑΠ 752/2003). Περαιτέρω ο αγροτικός συνεταιρισμός αποτελεί αυτόνομη ένωση προσώπων, η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει, με την αμοιβαία στήριξη των μελών της, την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη και προαγωγή τους, μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης (άρθρο 1 παρ.1 του ν.4673/2020). Μάλιστα, ο ν. 4673/2020 προβλέπει στο άρθρο 1 § 2 πως ο αγροτικός συνεταιρισμός αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και διαθέτει εμπορική ιδιότητα, ενώ αποκτά νομική προσωπικότητα από την εγγραφή του στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΜΑΣ) κατά τους όρους του άρθρου 4 ν. 4673/2020. Ακόμα, ως νομικό πρόσωπο ο συνεταιρισμός αποτελεί οντότητα διαφορετική και ανεξάρτητη από τα μέλη του, Συνιστά δηλαδή φορέα αυτοτελών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, φέρει ίδια επωνυμία και έδρα, ίδια περιουσία, καθώς επίσης έχει τη δυνατότητα να είναι διάδικος και υποκείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται και αυτεπαγγέλτως. Στο άρθρο 3 του ίδιου ν.δ. ορίζεται ότι υπό την έννοια του παρόντος πωλητές αγρότες είναι και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί που πωλούν τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα των μελών τους, δεν είναι όμως αυτοί αγοραστές για τις συναλλαγές με τα μέλη τους προς το σκοπό διαθέσεως της παραγωγής αυτών. Με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση σκοπήθηκε η αποτελεσματική προστασία των παραγωγών για είσπραξη του τιμήματος από την πώληση των προϊόντων τους από αυτούς ή τους συνεταιρισμούς, ορίσθηκε δε ρητά ότι οι συνεταιρισμοί στις συναλλαγές με τα μέλη τους προς το σκοπό διαθέσεως των προϊόντων τους δεν θεωρούνται αγοραστές, αναφορικά με τις συνέπειες (ποινικές) που προβλέπονται για τους αγοραστές γεωργικών προϊόντων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους (ΑΠ 647/2017, Α.Π. 752/2003).
Συνεπώς ο νομοθέτης τον καθιστά και αμέσως ζημιωθέντα, αφού διαφορετική ερμηνεία θα παρερμήνευε τη διάταξη (άρθρο 3 ν.δ. 3424/1955) που τους ορίζει πωλητές στις συναλλαγές προς όφελος των μελών του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση για αποζημίωση από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή και το διαφυγόν κέρδος έχει μόνον εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (ΑΠ 2172/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης χωρίς, (κατ' αρχήν), να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης, κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (νομιμοποίησης) πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 630/2019). Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 233/2016). Αν δε, η έλλειψη νομιμοποίησης συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζεται ο λόγος αυτός στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 354/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "... Ο εφεσίβλητος- ενάγων Αγροτικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία "...", με έδρα την Νάουσα, ασχολείται με την συγκέντρωση, επεξεργασία και πώληση των φρούτων και γεωργικών προϊόντων που παράγουν και παραδίδουν οι παραγωγοί μέλη του. Οι δραστηριότητές του ασκούνται στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις του, που διατηρεί στην Κοινότητα ... του Δήμου Νάουσας. Η πρώτη εναγομένη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ασχολείται με την εμπορία φρούτων και λαχανικών και έχει έδρα στην Κεντρική λαχαναγορά Αθηνών, ο δε δεύτερος εναγόμενος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής. Μεταξύ του ενάγοντος και του τρίτου εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από 29.10.2013 έως 6.9.2014 καταρτίστηκαν στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού που βρίσκονται στον ... Νάουσας διαδοχικές συμβάσεις πώλησης αγροτικών προϊόντων. Σε αυτές ο τρίτος εναγόμενος, ήδη εκκαλών, συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός παρευρισκόταν καθημερινά στις εγκαταστάσεις του ενάγοντας, ήλεγχε την ποιότητα των εμπορευμάτων, επέλεγε τα προϊόντα, έδινε παραγγελίες και συμφωνούσε την τιμή αγοράς, ενώ σε εβδομαδιαία βάση μετέβαινε και ο δεύτερος εναγόμενος στις ως άνω εγκαταστάσεις. Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε στην αγοράστρια πρώτη εναγομένη για τις ανάγκες της εμπορίας της, ποσότητες φρούτων, έναντι συνολικού τιμήματος 618.535,13 ευρώ, όπως οι ποσότητες αυτές ανά είδος φρούτου και επιμέρους τιμή αναλυτικά αναφέρονται στο εκάστοτε τιμολόγιο -δελτίο αποστολής που καθημερινά εκδιδόταν από τον ενάγοντα στο όνομα της πρώτης εναγομένης, τα οποία προσκομίζονται με επίκληση. Ως χρόνος καταβολής του τιμήματος καθορίστηκε η προθεσμία των 45 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, το οποίο ωστόσο τίμημα δεν καταβλήθηκε, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος προς τους εναγομένους. Ο τρίτος εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι στις άνω συμβάσεις εμφανίζεται ως πωλητής ο ενάγων αγροτικός συνεταιρισμός, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αληθινοί πωλητές και ζημιωθέντες από τη μη καταβολή του άνω τιμήματος είναι οι παραγωγοί των πωληθέντων γεωργικών προϊόντων οι οποίοι και είναι οι δικαιούχοι της επίδικης αποζημίωσης. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι ουσιαστικά βάσιμος, γιατί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απέδειξε ο ενάγων ότι αγόρασε τα επίδικα προϊόντα των μελών του και στη συνέχεια τα διέθεσε(μεταπώλησε) στην πρώτη εναγόμενη για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και για δικό του όφελος. Απεναντίας ακόμη και η μάρτυρας απόδειξης, πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου του συνεταιρισμού και υπεύθυνη πωλήσεων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μετά λόγου γνώσης κατέθεσε, ότι δεν αγόραζε ο συνεταιρισμός τα προϊόντα των μελών, αλλά τα "συγκέντρωνε" και τα πουλούσε στη συνέχεια. Επομένως η συμμετοχή του ενάγοντος στις επίδικες πωλήσεις ήταν διαδικαστική, ενεργούσε ως πωλητής για λογαριασμό των παραγωγών -μελών του, με αποτέλεσμα η μη είσπραξη του τιμήματος των πωλήσεων να μην αποτελεί δική του ζημιά, αλλά ζημιά των τελευταίων. Μετά την παραδοχή αυτή κι επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ αξίωση προς αποζημίωση έχει μόνο ο αμέσως ζημιωθείς από αυτήν .δηλαδή το πρόσωπο που είναι φορέας ή δικαιούχος του έννομου αγαθού (ΑΠ 1298/2006, Εφ.ΑΘ. 218/2007, Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστ. Κώδικα, υπό το άρθρο 914 ΑΚ, αριθμ. 69 και 74), μόνα ενεργητικώς νομιμοποιούμενα πρόσωπα στην άσκηση αγωγής με βάση την αδικοπραξία κατά της αγοράστριας εταιρίας, πρώτης εναγομένης, είναι τα μέλη του ενάγοντος συνεταιρισμού και όχι ο ίδιος, που δεν είναι ο αμέσως από την αδικοπραξία ζημιωθείς, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα της παρούσας σκέψη εκτέθηκαν. Κι εφόσον ο ενάγων δεν απέδειξε τον περί νομιμοποίησής του ισχυρισμό, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε την αγωγή για τον ως άνω λόγο, αλλά κρίνοντας ότι νομιμοποιείται ενεργητικά ο ενάγων δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον τρίτο εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους το ποσό των 613.691,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το οικείο μέρος του τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμος...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο ακολούθως δέχτηκε την έφεση του 3ου εναγόμενου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον 3ο εναγόμενο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, κράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη, ως προς τον τελευταίο, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε ως προς την απόρριψη της αγωγής, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, άρθρο 2 και 3 του ν.δ. 3424/1955 σε συνδυασμό με άρθρο 513, 914 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ αφού σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση οι συμβάσεις των επίδικων προϊόντων καταρτίστηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος αγροτικού συνεταιρισμού και του αναιρεσίβλητου ως αντιπροσώπου της εταιρείας "... ΕΠΕ. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ότι μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και του τρίτου εναγόμενου - αναιρεσίβλητου κατά το χρονικό διάστημα από 29.10.2013 έως 6.9.2014 καταρτίστηκαν στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού που βρίσκονται στον ... Νάουσας διαδοχικές συμβάσεις πώλησης αγροτικών προϊόντων. Σε αυτές ο τρίτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός παρευρισκόταν καθημερινά στις εγκαταστάσεις του ενάγοντος, ήλεγχε την ποιότητα των εμπορευμάτων, επέλεγε τα προϊόντα, έδινε παραγγελίες και συμφωνούσε την τιμή αγοράς, ενώ σε εβδομαδιαία βάση μετέβαινε και ο δεύτερος εναγόμενος στις ως άνω εγκαταστάσεις. Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων ο ενάγων - αναιρεσείων πώλησε και παρέδωσε στην αγοράστρια πρώτη εναγόμενη (μη διάδικο στην παρούσα αναίρεση) για τις ανάγκες της εμπορίας της, ποσότητες φρούτων, έναντι συνολικού τιμήματος 618.535,13 ευρώ, όπως οι ποσότητες αυτές ανά είδος φρούτου και επιμέρους τιμή αναλυτικά αναφέρονται στα εκάστοτε τιμολόγια -δελτία αποστολής που καθημερινά εκδίδονταν από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα στο όνομα της πρώτης εναγόμενης, τα οποία προσκομίζονται με επίκληση. Ως χρόνος καταβολής του τιμήματος καθορίστηκε η προθεσμία των 45 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, το οποίο ωστόσο τίμημα δεν καταβλήθηκε, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος αναιρεσείοντος προς τους εναγομένους, Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές ο αναιρεσείων αγροτικός συνεταιρισμός ενήργησε ο ίδιος όλες τις πράξεις που στοιχειοθετούν την πώληση των προϊόντων των μελών του επ' ονόματί του και κατά συνέπεια στοιχειοθετείται η τέλεση της αδικοπραξίας κατ'άρθρο 914 ΑΚ σε βάρος του εκ μέρους του τρίτου εναγόμενου - αναιρεσίβλητου, ο οποίος συνεβλήθη ως αντιπρόσωπος της εναγομένης αγοράστριας εταιρείας. Ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι ζημιώνονται οι παραγωγοί, μέλη του συνεταιρισμού δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός πωλεί τα προϊόντα των μελών του και είναι εκ του νόμου άμεσα ζημιωθείς σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 του ν.δ. 3424/1955 . Κατά συνέπεια σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές νομιμοποιείται ο αναιρεσείων ενεργητικά στην άσκηση της ως άνω αγωγής. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι ο αναιρεσείων αγροτικός συνεταιρισμός δεν είναι άμεσα ζημιωθείς αλλά μόνο τα μέλη του ήτοι οι παραγωγοί και έκρινε ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, την οποία απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν (άριθμ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ) που διατυπώνει σχετικό αίτημα με την ένδικη αναίρεση και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2495/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ