ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1217/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1217/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1217/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1217 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1217/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από την Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Τρίπολης, που κατοικοεδρεύει στην Τρίπολη. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2924/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 11.06.2020, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 2924/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 04.08.2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμόν 3578/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν την από 14.10.2013 ανακοπή κατά δηλώσεως τρίτου (άρθρα 30, 30 Α, 31, 32, 34 του ΚΕΔΕ, 986, 990 του ΚΠολΔ), την οποία άσκησε το αναιρεσείον κατά της καθ' ης η ανακοπή αναιρεσίβλητης αναγνωρίζοντας την ύπαρξη δύο απαιτήσεων ύψους 721.000 ευρώ και 676,21 ευρώ με το βάρος του ενεχύρου, και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ανακοπή, την δέχθηκε εν μέρει κατά το μέρος που έκρινε ακριβή-ειλικρινή την από 09.09.2013 ανακοπτόμενη δήλωση της καθ' ης περί αποσβέσεως, λόγω συμψηφισμού, της απαιτήσεως ύψους 1.853,25 ευρώ του οφειλέτη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου Γ. Κ., ακύρωσε, κατά το μέρος αυτό, την άνω δήλωση της καθ' ης και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των 1.853,25 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή τόκων.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ), απορριπτομένης, στο σημείο τούτο, ως απαράδεκτης της ενστάσεως, την οποία προέβαλε με τις προτάσεις της η παριστάμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική διάδοχος της αρχικά καθ' ης η ανακοπή, εφεσίβλητης και αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ισχυριζόμενη ότι η τελευταία δεν υπήρχε ως νομικό πρόσωπο κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι κατά νόμο, από τις 20.03.2020, είχε διασπασθεί με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας με τη σύσταση της ιδίας ως νέου πιστωτικού ιδρύματος κατ' εφαρμογήν του άρθρου 74 του ν. 4601/2019, η οποία εγκρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθμόν 31847/20.03.2020 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), δοθέντος ότι οι ανωτέρω προτάσεις της, με τις οποίες προτείνεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, στις 09.12.2024, αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από την Γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, κατατέθηκαν στις 06.12.2024, ήτοι τρεις ημέρες πριν από τη συζήτησή της. Ωστόσο, ενόψει του ότι κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά τα άρθρα 61 και 62 του ΚΠολΔ και 7β παρ. 10 του ν. 2190/1920 (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3604/2007 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), διαδικαστική προϋπόθεση της ικανότητας κάποιου να είναι διάδικος και συγκεκριμένα εδώ της άνω ανώνυμης εταιρείας (αφού και κατά το άρθρο 313 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠολΔ δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής αποφάσεως αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατά ανύπαρκτου προσώπου) και άρα η προτεινόμενη ένσταση, με την οποία προβάλλεται ισχυρισμός από το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, το Δικαστήριο τούτο, παρά το εκπρόθεσμο των ως άνω προτάσεων, θα την ερευνήσει (ΑΠ 461/2018, ΑΠ 1268/2017, ΑΠ 1286/2012) και θα την απορρίψει ως αβάσιμη. Τούτο δε, διότι ναι μεν η αρχικά αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" είχε παύσει ήδη από τις 20.03.2020 να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λόγω της διάσπασης με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και τη σύσταση νέου πιστωτικού ιδρύματος (της ήδη παριστάμενης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου αυτής), η οποία έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση -στις 23.01.2018- της εφέσεως του ανακόπτοντος, εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 12.06.2020, πλην, όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον γνώριζε, κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, τη γενόμενη μεταβολή και ενόψει του ότι δεν υφίσταται ισχυρισμός της παριστάμενης ήδη ως καθολικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης για γνωστοποίηση στο αναιρεσείον της μεταβολής αυτής κατά το προηγούμενο από την άσκηση της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της επελθούσας μεταβολής πριν από την άσκηση της αιτήσεώς του, ώστε να διαπιστώσει την καθολική διάδοχο της αρχικά αναιρεσίβλητης και να απευθύνει κατ' αυτής την υπό κρίσιν αίτησή του. Τούτων παρέπεται ότι, εφόσον δεν προκύπτει ότι η επελθούσα μεταβολή ήταν γνωστή στο αναιρεσείον ούτε μπορεί να συναχθεί γνώση της μεταβολής αυτής από τη δυνατότητα και μόνο του αναιρεσείοντος να την πληροφορηθεί με έρευνα στην ηλεκτρονική σελίδα του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), η δε τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" παρέστη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και με τις προτάσεις της δήλωσε ότι είναι καθολική διάδοχος της ως άνω αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, δεν ανακύπτει ζήτημα να θεωρηθεί απαράδεκτη η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως ως απευθυνόμενη κατά ανυπάρκτου νομικού προσώπου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ως άνω παριστάμενη τραπεζική εταιρεία, και νομίμως χωρεί η συζήτησή της με την τελευταία ως καθολική διάδοχο του άνω νομικού προσώπου, που εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στην θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης. Επομένως, η αναίρεση, καίτοι στρέφεται κατά του ως άνω ανύπαρκτου νομικού προσώπου, είναι παραδεκτή, έγκυρη και ισχυρή και νομίμως χωρεί η συζήτησή της με την ήδη παριστάμενη ως άνω καθολική διάδοχο στη θέσης της αρχικώς αναιρεσίβλητης, η οποία, έστω και με τις εκπρόθεσμες προτάσεις της, υπερασπίζεται την ουσία της υποθέσεως, χωρίς το αναιρεσείον να αμφισβητεί την ιδιότητά της.
3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30 Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (νδ 356/1974) και τις συμπληρωματικά, κατ' επιταγή του άρθρου 89 αυτού, εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλει κατάσχεση εις χείρας οποιοδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε καταθέσεως του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως. Το πιστωτικό ίδρυμα, εις χείρας του οποίου έγινε η κατάσχεση, εντός προθεσμίας 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που υπέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δηλώσεώς του κατά το άρθρο 30 Α του ΚΕΔΕ, διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός και αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Έτσι, απαιτήσεις, οι οποίες εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δηλώσεως πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018). Την ειλικρίνεια της δηλώσεως του τρίτου πιστωτικού ιδρύματος μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δηλώσεως ή από την περιέλευση σε αυτόν της δηλώσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου και εισάγεται και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 του ΚΠολΔ (άρθρο 34 του ΚΕΔΕ). Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της -εν όλω ή εν μέρει- ανακρίβειας της δηλώσεως του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή κατά της αρνητικής (ρητής ή σιωπηρής) δηλώσεως του τρίτου, εις χείρας του οποίου κατασχέθηκε απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον σωρεύθηκε στην ανακοπή αυτή και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαιτήσεως εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 1040/2024, ΑΠ 256/2011). Ειδικότερα, η κατά τα άνω αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δηλώσεως του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 972/2019). Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαιτήσεως που κατασχέθηκε και ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση εις χείρας του ή, επί αρνητικής δηλώσεως ή παραλείψεως του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την παραπάνω ανακοπή του, οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του. Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος και εν προκειμένω το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατασχέσεως, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δηλώσεώς του, από τότε δηλαδή που το πιστωτικό ίδρυμα είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 ΑΚ) και σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της ανακοπής, κατά τα άρθρα 346 ΑΚ και 221 παρ.1 περ. γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 414/2022, ΑΠ 972/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 2/2011).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιστορούσε ότι, διατηρώντας απαιτήσεις κατά του μη διαδίκου Γ. Κ., συνολικού ύψους 270.477,72 ευρώ από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Ελληνικό Δημόσιο, προερχόμενα από φόρο εισοδήματος, εισφορές και τέλος επιτηδεύματος, ΕΤΑΚ, ΦΑΠ ΚΑΙ ΕΕΤΗΔΕ, με βάση το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 13979/429/2013 κατασχετήριο έγγραφο του προϊσταμένου της ΔΟΥ Τριπόλεως, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα στην καθ' ης η ανακοπή (καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, κατόπιν διάσπασης της καθ' ης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, η ήδη παριστάμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία), στις 30.07.2013, επέβαλε εις χείρας της ως τρίτης, κατά το άρθρο 30 Α του ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση της άνω απαιτήσεώς του, σε όσα αυτή οφείλει ή μέλλει να οφείλει και βρίσκονται εις χείρας της στον ως άνω οφειλέτη του Γ. Κ., έως του προαναφερθέντος ποσού του ως άνω χρέους των 270.477,72 ευρώ. Ότι η καθ' ης προέβη στις 09.09.2013 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στην υπ' αριθμόν 58864/2013 δήλωσή της που περιήλθε στη ΔΟΥ Τριπόλεως στις 30.09.2013, με το περιεχόμενο που εκτίθεται στην ανακοπή, η οποία, όμως, για τον άνω οφειλέτη του Γ. Κ. είναι ανακριβής, ανειλικρινής και αόριστη, δοθέντος ότι η καθ' ης δεν συμπεριέλαβε σε αυτήν το ποσό των 410.000 ευρώ, που αποτελεί το υπόλοιπο της ύψους 721.000 ευρώ προθεσμιακής καταθέσεως που απέμεινε μετά τον συμψηφισμό απαιτήσεών του ποσού 319.667,70 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό το ανακόπτον ζήτησε: α) να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη από 09.09.2013 (και όχι από 09.10.2013 όπως εκ παραδρομής αναγράφεται στο δικόγραφο της ανακοπής) αρνητική δήλωση της καθ' ης η ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως ανακριβής, αναληθής και αόριστη, β) να αναγνωριστεί ότι η καθ' ης η ανακοπή είναι οφειλέτης του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε εις χείρας της η προαναφερόμενη κατάσχεση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Τριπόλεως ύψους 270.477,72 ευρώ σχετικά με τον άνω οφειλέτη του Γ. Κ., άλλως να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στο Δημόσιο το ποσό που οφείλει ή μέλλει να οφείλει στον άνω οφειλέτη του, έως την ολοσχερή εξόφληση του Δημοσίου και μέχρι του άνω ποσού των 270.477,72 ευρώ και γ) να υποχρεωθεί η καθ' ης, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, στην καταβολή προς το Ελληνικό Δημόσιο του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού των 270.477,72 ευρώ, νομιμοτόκως από την επιβολή της κατασχέσεως στις 30.07.2013, άλλως από της επιδόσεως της ανακοπής. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμόν 3578/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, μετά την ασκηθείσα από 04.08.2016 έφεση του ανακόπτοντος αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη -υπ' αριθμόν 2924/2018- απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεσή του και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ανακοπή, την δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και στην ουσία της, ακύρωσε εν μέρει, ως ανακριβή, κατά το ποσό των 1.853,25 ευρώ, την ανακοπτομένη δήλωση της καθ' ης τραπεζικής εταιρείας, αναγνώρισε ότι η καθ' ης οφείλει στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο το άνω ποσό των 1853,25 ευρώ και την υποχρέωσε να καταβάλει στο τελευταίο το ποσό αυτό, το οποίο αυτή οφείλει στον οφειλέτη του Γ. Κ., ο οποίος τηρούσε στην καθ' ης τους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα (κύριο και επικουρικό) για καταβολή τόκων με την αιτιολογία ότι η καθ' ης η ανακοπή-τρίτη από την επίδοση του κατασχετηρίου σε αυτήν έως την έκδοση τα αποφάσεως που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μόνο μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος. Ήδη, το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλει μόνο το παρεπόμενο κεφάλαιο περί των τόκων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την κρίση του να απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της ανακοπής για καταβολή και των νομίμων τόκων, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 30 Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 345 και 346 του ΑΚ και 221 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η ανακοπή κατά της αρνητικής δηλώσεως του τρίτου, εφόσον σωρεύθηκε στην ανακοπή αυτή -όπως εν προκειμένω- και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαιτήσεως, εξομοιούται με καταψηφιστική αγωγή. Έτσι, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΕΔΕ, οι οποίες είναι ουσιαστικού δικαίου, αφού οι διατάξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως με τις οποίες ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα είναι ουσιαστικής φύσεως (ΑΠ 1893/ 2008), καθώς και τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η καθ' ης αναιρεσίβλητη είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος ποσού και δεν οφείλει τόκους, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στις ίδιες νομικές σκέψεις, έπρεπε να δεχθεί ως νόμιμο το κύριο αίτημα της ανακοπής περί καταβολής τόκων, όχι όμως από την επιβολή της κατασχέσεως, η οποία έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή στις 30.07.2013, αλλά από την πάροδο δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δηλώσεως της καθ' ης ως τρίτης στις 09.09.2013 κατά το άρθρο 30 Α του ΚΕΔΕ, ήτοι από τις 20.09.2013 έως την πλήρη εξόφληση, αφού από τις 10.09.2013 έως τις 19.09.2013 η καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ως τρίτη είχε υποχρέωση να καταβάλει στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο το σχετικό ποσό, μετά δε την πάροδο της προθεσμίας αυτής κατέστη υπερήμερη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ως μη νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιό της στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατάθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του, να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 19 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και του άρθρου 2 της υπ' αριθμόν 134423 οικ/08.12.1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.01.1993), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 2924/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο των τόκων και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της από 14.10.2013 (και με γενικό αριθμό καταθέσεως 135781/14.10.2013) ανακοπής του αναιρεσείοντος, περί καταβολής τόκων επί του αιτούμενου ποσού.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω τμήμα της περί των τόκων, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη (καθ` ης η ανακοπή και εφεσίβλητη) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος και εκκαλούντος), τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή