Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1219 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1219/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "..." με έδρα τα Χανιά, νόμιμα εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιμπανούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Γ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Αρετάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 29-01-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03-04-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της ...ς υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 Α.Κ. και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης για λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή της πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων (Α.Π. 1160/2024, Α.Π. 1565/2023, Α.Π. 1406/2021, Α.Π. 1007/2019, Α.Π. 974/2018, Α.Π. 669/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 Α.Κ. (Α.Π. 1160/2024, Α.Π. 609/2022, Α.Π. 1406/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης και ενημέρωσης, και συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και του πελάτη. Η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνα για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει αν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (Α.Π. 1007/2019). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1406/2021, Α.Π. 813/2019). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 § 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ. α'), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 § 3 του ν. 2251/1994 (Α.Π. 1228/2019, Α.Π. 974/2018, Α.Π. 1028/2015). Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (Α.Π. 1007/2019, Α.Π. 974/2018, A.Π. 1849/2017). Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 Α.Κ., ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, καθώς και την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (Α.Π. 140/2023, Α.Π. 2070/2022, Α.Π. 525/2022, Α.Π. 1295/2019, Α.Π. 974/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 του νόμου 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ (MiFID), που αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018, όπως ορίζει το άρθρο 98 αυτού, "1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ [Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών], στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. ... 2. Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: ... (γ) τα άρθρα 25 έως 30...", κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ` αυτών. (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)...", κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν: (α) Οι κινητές αξίες. (β) Τα μέσα χρηματαγοράς. ...." και κατά το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ιδίου νόμου, "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Επίσης, κατά την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/31-10-2002 "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (Φ.Ε.Κ. 277 Α'/2002), τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν κατ' ελάχιστον, ως προς τις λοιπές (πλην καταθέσεων και χορηγήσεων) πάσης φύσεως εργασίες τους, αναλυτικές πληροφορίες για το ύψος των προμηθειών και να ανακοινώνουν αναλυτικά το ύψος των αμοιβών τους και εξόδων υπέρ τρίτων για παροχή υπηρεσιών, ώστε οι συναλλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, ειδικότερα δε καθ' όσον αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων. Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης. Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης. Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων. Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (Α.Π. 931/2019, Α.Π. 244/2016, Α.Π. 1028/2015, Α.Π. 1738/2013). Οι ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. του νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, αφού η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των ν. 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και της Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού (Α.Π. 1651/2024, Α.Π. 1160/2024, ΑΠ 529/2024, Α.Π. 484/2024, Α.Π. 314/2024). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 23-12-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 59/2022 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 3-4-2018 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι με σύμβαση, που συνήψε την 10-7-2013 με την εναγόμενη-αναιρεσείουσα συνεταιριστική τράπεζα, μετείχε σε ενιαίο επενδυτικό και καταθετικό πρόγραμμα αυτής ("Χρυσή Επένδυση"), που προέβλεπε επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες της αναιρεσείουσας και κατάθεση σε λογαριασμό της με αυξημένη απόδοση, με εγγύηση του κεφαλαίου και της απόδοσης, καθώς και δικαίωμα ανάληψης οποτεδήποτε του κεφαλαίου, και ότι επένδυσε στο πρόγραμμα αυτό 5.400 ευρώ, λαμβάνοντας 138 συνεταιριστικές μερίδες της αναιρεσείουσας αντί 35 ευρώ για έκαστο, και συνολικά αντί 4.830 ευρώ, και καταθέτοντας σε λογαριασμό της 570 ευρώ. Ότι ακολούθως την 9-12-2013 τα μέρη έλυσαν τη σύμβαση αυτή και συνήψαν νέα με τους ίδιους όρους και τον τίτλο "Αποδίδω", μεταφέροντας σε αυτήν τις συνεταιριστικές μερίδες και την κατάθεση της ενάγουσας, αργότερα δε, το μήνα Ιούλιο 2014, η ενάγουσα αγόρασε άλλες 260 συνεταιριστικές μερίδες και την 9-6-2015 αγόρασε άλλες 24 μερίδες της εναγόμενης αντί 35 ευρώ ανά μερίδα. Ότι μετά το μήνα Ιούνιο 2015, η ενάγουσα ζήτησε τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και την ανάληψη του κεφαλαίου, που είχε επενδύσει σε αυτές, συνολικού ύψους [(138 + 260 + 24) Χ 35] 14.770 ευρώ, όμως η εναγόμενη αρνήθηκε. Ότι, κατά τη σύναψη των ανωτέρω δύο επενδυτικών συμβάσεων, η εναγόμενη δεν τήρησε την υποχρέωση πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των συμφερόντων της ενάγουσας, ούτε τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από τις διατάξεις του ν. 3606/2007, του Κώδικα Συμπεριφοράς ΕΠΕΥ, της 2501/2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, του ν. 2251/1994 και των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., αλλά αντιθέτως εκμεταλλεύτηκε την ελαφρότητα και την απειρία της ενάγουσας και παρέστησε ψευδώς σε αυτήν διά των υπαλλήλων της ότι οι συνεταιριστικές μερίδες, που επρόκειτο να αγοράσει στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, ήταν ρευστοποιήσιμες οποτεδήποτε στην ονομαστική τους αξία, ενώ στην πραγματικότητα, κατά τις διατάξεις του καταστατικού της και των ν. 1667/1986 και 4261/2014, η αποχώρηση του συνεταίρου και η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας εξαρτάται από την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της και της Τράπεζας της Ελλάδος. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 14.770 ευρώ σε εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης περί απόδοσης του κεφαλαίου, που επένδυσε σε συνεταιριστικές μερίδες, άλλως να υποχρεωθεί να της καταβάλει το εν λόγω ποσό ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, καθώς και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπραξία, άλλως να ακυρωθούν οι συμβάσεις λόγω απάτης, άλλως αντίθεσης στα χρηστά ήθη, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ως άνω ποσό, κατά το οποίο πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της περιουσίας της. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 15/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα 14.770 ευρώ υπό τον όρο της ταυτόχρονης μεταβίβασης και παράδοσης σε αυτήν των 422 συνεταιριστικών μερίδων, καθώς και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση. Επί εφέσεως της εναγόμενης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 59/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 16.770 ευρώ, νομιμοτόκως, με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η ενάγουσα γεννήθηκε την 6-3-1939 στα Χανιά, είναι απόφοιτος του εξατάξιου Γυμνασίου και μόνιμη κάτοικος .... Είναι μητέρα δύο αρρένων ενήλικων τέκνων. Το έτος 2011 ο σύζυγός της απεβίωσε. Είναι συνταξιούχος Ι.Κ.Α. στο οποίο εργάσθηκε ως διοικητική υπάλληλος. Δεν διαθέτει γνώσεις επί οικονομικών και επενδυτικών προγραμμάτων. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι νόμιμα συσταθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'/196), αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στην πόλη των Χανίων και την επωνυμία "...", και από το 1995 οπότε έλαβε με τη με αριθμό ...1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος άδεια και μέχρι σήμερα, λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα. Η ενάγουσα διατηρούσε αποταμιευτικό λογαριασμό σε έτερη Τράπεζα (... Τράπεζα) της οποίας επίκειτο η συγχώνευση με την Τράπεζα ..., οπότε αποφάσισε την μεταφορά και κατάθεση του συνόλου των αποταμιεύσεων της εκ ποσού 15.400 ευρώ, σε προθεσμιακό λογαριασμό τηρούμενο στον εναγόμενο. Την 10-7-2013 μετέβη στο κεντρικό κατάστημα του εναγόμενου στα Χανιά και κατέθεσε το ποσό των 10.000 ευρώ το οποίο τοποθετήθηκε στο προθεσμιακό καταθετικό πρόγραμμα αυτού "Μηνιαίο Εισόδημα Διπλό" και συνάμα, την ίδια ημέρα, εντάχθηκε στο επενδυτικό πρόγραμμα του εναγόμενου με την ονομασία "Χρυσή Επένδυση", με το ποσό των 5.400 ευρώ. Η ενάγουσα, ήδη τότε 74 ετών, αναζητούσε μόνον ασφαλείς αποταμιευτικές επιλογές για το ως άνω ποσό που αποτελούσε τις αποταμιεύσεις είκοσι δύο ετών, με την δυνατότητα άμεσης ανάληψης του σε περίπτωση οικονομικής της ανάγκης. Η ένταξη της στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" προέκυψε κατόπιν προτροπών και συστάσεων των προστηθέντων υπαλλήλων στο ως άνω κατάστημα του εναγόμενου ... οι οποίες την διαβεβαίωσαν ότι αποτελούσε ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης, με σταθερό επιτόκιο και εγγυημένο κεφάλαιο και απόδοση, που ταίριαζε πλήρως στο προφίλ της, ήτοι στη φιλοσοφία και στην πρόθεση της τήρησης αποταμιευτικού ασφαλούς λογαριασμού. Τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του προγράμματος αυτού ως εκτέθηκαν από τις προστηθείσες ως άνω υπαλλήλους του εναγόμενου απέβλεπαν στην ασφαλή και συνάμα επικερδή τοποθέτηση του κεφαλαίου των καταθετών, λόγω του υψηλότερου, σε σχέση με τα ισχύοντα σε άλλες τράπεζες, επιτοκίου, καθώς το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα παρουσιάστηκε ως ένα είδος επένδυσης που απευθυνόταν σε αποταμιευτές σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο αποτελούμενο από το 90% του κεφαλαίου που τοποθετείται σε αγορά συνεταιριστικών μερίδων και το 10% στο λογαριασμό "Χρυσή Κατάθεση", ενώ στο σύνολό του το ποσό φέρει σταθερό επιτόκιο ύψους 25%. Το πρόγραμμα αυτό προβαλλόταν από τον εναγόμενο ως προσφέρον ασφαλή φύλαξη των αποταμιεύσεων των καταθετών - επενδυτών χωρίς επενδυτικό κίνδυνο, ελάχιστη εγγυημένη απόδοση μεγαλύτερη των προθεσμιακών καταθέσεων και δυνατότητα ανάληψης μετά την πάροδο ενενήντα (90) ημερών. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο εναγόμενος προωθούσε τούτο εντατικά, τόσον διά της ενημέρωσης των πελατών του από τους προστηθέντες υπαλλήλους του ως και με ενημερωτικά φυλλάδια, που για το σκοπό της διαφήμισης του προϊόντος διέθετε σε κάθε κατάστημά του με τον τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" αλλά και διαδικτυακά με αναρτήσεις για το εν λόγω προϊόν από την ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Η ενάγουσα πείσθηκε από τις ρητές διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του εναγομένου περί της αλήθειας όλων των προαναφερόμενων πλεονεκτημάτων του προϊόντος "Χρυσή Επένδυση", ιδίως δε από της συστάσεις της προστηθείσας αυτού ... και εκλαμβάνοντας σύμφωνα με την ενημέρωση ότι επρόκειτο για ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης με συμφέρον επιτόκιο, ως προεξετέθη, συνήψε την σχετική με αριθμό ...2013 σύμβαση ένταξης στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα. Σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης, την ίδια ημέρα κατέβαλε στον εναγόμενο ως κεφάλαιο της επένδυσης το συνολικό ποσό των 9.400 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 570 ευρώ που αντιστοιχούσε στο δέκα τοις εκατό (10%) του επενδυόμενου κεφαλαίου, κατατέθηκε επ' ονόματί της στον με αριθμό ... ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με τον Τίτλο "Χρυσή Κατάθεση" της τράπεζας του εναγόμενου και το υπόλοιπο ποσό που αντιστοιχούσε στο ενενήντα τοις εκατό (90%) του επενδυόμενου κεφαλαίου, επενδύθηκε σε συνεταιριστικές μερίδες του εναγόμενου οπότε η ενάγουσα απέκτησε έτσι κατά κυριότητα εκατό τριάντα οκτώ (138) συνεταιριστικές μερίδες, εκάστη αξίας 35 ευρώ που ήταν η τότε τρέχουσα τιμή διάθεσης αυτών και συνολικής αξίας 4.830 ευρώ. Εκ των μερίδων αυτών μία ήταν υποχρεωτική, καθώς η συμμετοχή της στο πρόγραμμα προϋπέθετε την ιδιότητα του συνεταίρου και οι λοιπές προαιρετικές, εκδοθέντων σχετικά από τον εναγόμενο τον σχετικό, επ' ονόματι της ενάγουσας, τίτλο [ορθό: των σχετικών ... τίτλων]. Οι ως άνω συμβάσεις επομένως (αγορά μερίδων και κατάθεση) ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στο πρόγραμμα εξ ου και καταρτούνταν [ορθό: καταρτίζονταν] την ίδια ημέρα, ως επιμέρους τμήματα μίας συνολικής επένδυσης. Ως αποδείχθηκε, η ενάγουσα κατά την ενημέρωσή της από τις προστηθείσες υπαλλήλους του εναγόμενου, δεν αναζητούσε συμβουλές επί επενδυτικών προγραμμάτων, αλλά περιορίστηκε στην διερεύνηση περί καταθετικού προγράμματος με καλύτερο επιτόκιο, καθώς διατηρούσε συντηρητικό προφίλ στις συνεργασίες της με τράπεζες και δεν προέβαινε σε επενδύσεις με ικανές μεν αποδόσεις πλην όμως με κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου, ουδ' άλλωστε προέκυψε ότι η ενάγουσα, πέραν των επίδικων συμβάσεων, διατηρούσε οιοδήποτε επενδυτικό πρόγραμμα προ, σύγχρονα ή μετά από τη σύναψή τους, εν γένει. Έτσι, η ενάγουσα επέδειξε εμπιστοσύνη στην σύσταση της ως άνω προστηθείσας του εναγόμενου για το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και στο ότι τούτο αποτελεί αποταμιευτική επιλογή συμβατή με το οικονομικό - συντηρητικό προφίλ, ώστε, με τα χρήματα της σε μία ασφαλή κατάθεση και χωρίς να τίθεται κίνδυνος για το κεφάλαιό της, να αποκόμιζε σταθερό κέρδος ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο την περίοδο εκείνη επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης. Εξάλλου, όμοια διαβεβαίωση διαλαμβανόταν και στο προωθητικό υλικό του εναγόμενου για το πρόγραμμα αυτό, όπου επισημαινόταν σχετικά η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των αποταμιεύσεων σε ποσοστό έως και 45% μεγαλύτερο της απόδοσης των προθεσμιακών καταθέσεων. Το πρόγραμμα αυτό παρουσιαζόταν ελαστικό σε κρίσιμους όρους εν σχέσει με τον εκτοκισμό, την ανάληψη κατάθεσης, τη δυνατότητα της άμεσης ρευστοποίησης των εταιρικών μερίδων και κατά την προώθησή του από τον εναγόμενο και εν προκειμένω από την προστηθείσα αυτού, δεν αναφερόταν ο κίνδυνος της μείωσης της τρέχουσας αξίας διάθεσης των συνεταιριστικών μερίδων ένεκα των διεθνών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων αλλά και των επιπτώσεων της δημοσιονομικής κρίσης στην χώρα που επηρεάζουν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και μπορεί να οδηγήσουν στην αδυναμία συγκέντρωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων κατά το χρόνο της ρευστοποίησης του επενδυμένου σε μερίδες κεφαλαίου. Ο εναγόμενος κατά πάγια τακτική την ως άνω χρονική περίοδο, επιδιώκοντας τη στήριξή του με κεφάλαια των πελατών του και την ισχυροποίησή της θέσης του προώθησε εντατικά το παραπάνω προϊόν δίνοντας έμφαση στο υψηλότερο επιτόκιο αλλά και στη δυνατότητα της άμεσης ανάληψης του ποσού που αυτοί διέθεταν στην επένδυση προκειμένου όπως εξασφαλίσει την υγιή λειτουργία του στο μέλλον ... Η ενάγουσα έτσι εντάχθηκε στο ως άνω πρόγραμμα, ελλείψει παράθεσης από τον εναγόμενο των κινδύνων της επένδυσης και μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2013 και τις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του ίδιου έτους δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με αυτό. Ωστόσο, ο εναγόμενος τελώντας εν γνώσει ότι από την 1-1-2014 και μετά θα άρχιζε η ισχύς της εφαρμογής του Κανονισμού 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, ο οποίος με τα άρθρα 26 έως 29 επανακαθόρισε τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των ιδίων κεφαλαιακών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα, συνεταιριστική τράπεζα, όπως ο εναγόμενος, που θα εγγυόταν απόδοση για συνεταιριστικές μερίδες δεν θα επιτρεπόταν να συνυπολογίζει τις μερίδες αυτές στα ίδια εποπτικά της κεφάλαια. Ειδικότερα, η πρόβλεψη διασφάλισης ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης για το σκέλος της επένδυσης που ενέτασσε τις συνεταιριστικές μερίδες και η συνακόλουθη κάλυψη τυχόν διαφοράς, εφόσον η πραγματική απόδοση υπολειπόταν της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης του προγράμματος "χρυσή επένδυση" ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 26-29 του κανονισμού 575/2013 (ΕΕ) αναφορικά με τις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό κεφαλαιακών μέσων ως μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Επιπρόσθετα, η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων δεν πληρούσε την προϋπόθεση της αδυναμίας μείωσης ή εξόφλησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου (άρθρο 28 παρ. 1 στ), αφού κατά τα ανωτέρω είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα τέλη Ιουνίου 2013 ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", δεν θα μπορούσαν από 01-01-2014 και εφεξής να συνυπολογισθούν στο εποπτικό κεφάλαιο, εφόσον οι συμβατικές της υποχρεώσεις αναφορικά με τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση της ονομαστικής αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων παρέμεναν ενεργές. Κατόπιν τούτων, ο εναγόμενος προκειμένου να αντιμετωπίσει το μείζον αυτό ζήτημα της κεφαλαιακής του επάρκειας, αποφάσισε αφενός να καταργήσει το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και αφετέρου να θέσει σε ισχύ ένα νέο τραπεζικό προϊόν "ΑΠΟΔΙΔΩ", ουσιωδώς διάφορο του προηγούμενου, με κύριο γνώμονα την ενίσχυση της κεφαλαιακής του επάρκειας. Ειδικότερα, κατά τους όρους του προϊόντος "ΑΠΟΔΙΔΩ", ο συνεταίρος του εναγόμενου δικαιούτο να τοποθετήσει σε έναν ? περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "Αποδίδω" χρηματικό ποσό, το συνολικό ύψος του οποίου δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του, οι οποίες αποσυνδέονταν πλήρως με οποιαδήποτε εγγύηση απόδοσης, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση έναντι των λοιπών. Κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης του εν λόγω προγράμματος προβλέπονται μεταξύ άλλων τα εξής: α) κατά τον 3ο όρο ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε ... Συνέλευση της Τράπεζας, και αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στο λογαριασμό "Αποδίδω", β) κατά τον 4ο όρο ο ειδικός λογαριασμός είναι έντοκος, και το επιτόκιο καθορίστηκε σύμφωνα με την αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού, ήτοι το επιτόκιο πολλαπλασιάζονταν με τους εξής δύο συντελεστές ι) με σταθερό συντελεστή 10 και ιι) με μεταβλητό συντελεστή διατήρησης κατάθεσης ανάλογα με την πραγματική διάρκεια που κυμαίνονταν [ορθό: κυμαινόταν] από 1,20 έως 1,50, γ) κατά τον 5ο όρο οι τόκοι θα αποδίδονταν σε κάθε ετήσια επέτειο της ημερομηνίας πραγματοποίησης της κατάθεσης, οι οποίοι κατά το 6ο όρο θα γίνονταν με βάση το έτος 365 ημερών, δ) κατά τον 7ο όρο ο συνεταίρος δικαιούνταν [δικαιούτο] να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, βάσει του αντίστοιχου συντελεστή κατά τα οριζόμενα στον υπ' αριθμ. 4 όρο, και ε) κατά τον 8ο όρο, συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση θα είναι αορίστου χρόνου, και ο συνεταίρος δικαιούνταν [δικαιούτο] να ζητήσει οποτεδήποτε με έγγραφη αίτησή του το κλείσιμο οποιοδήποτε λογαριασμού, ενώ αντίστοιχα η τράπεζα είχε το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς κατόπιν προηγούμενης, προ 20 ημερών, έγγραφης προειδοποίησης. Ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους πελάτες του και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτέλεσμα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας, οπότε αποφάσισε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" διά της δημιουργίας του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" που όπως προκύπτει από τα παραπάνω ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", αποσιωπώντας ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, όπως και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στην άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων. Περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου και τις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου 2013 η ενάγουσα κλήθηκε επανειλημμένα από τους προστηθέντες του εναγόμενου τηλεφωνικά και της ζητήθηκε να μεταβεί στο κατάστημα του εναγόμενου άμεσα. Όταν έπραξε τούτο, η πληροφόρηση που έλαβε ήταν ότι το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" μετονομαζόταν και ότι για το λόγο αυτό και μόνον έπρεπε να υπογράψει νέα έντυπα σύναψης σύμβασης με την νέα ονομασία. Με τον τρόπο αυτό οι προστηθέντες υπάλληλοι του εναγόμενου στο πλαίσιο των οδηγιών του εναγόμενου για την ενίσχυση της κεφαλαιακής του επάρκειας κατά τα προεκτεθέντα παρουσίασαν στην ενάγουσα το όλως διάφορο - νέο πρόγραμμα ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", ως το ίδιο με το προηγούμενο, ως έχον όμοια χαρακτηριστικά, χωρίς αναφορά στις ουσιώδεις διαφορές των όρων μεταξύ των προγραμμάτων, πείθοντάς την ότι η διακοπή του προηγούμενου και η σύναψη της νέας σύμβασης ήταν αναγκαία λόγω της μετονομασίας, εξ ου και αναγνωριζόταν και στο νέο πρόγραμμα η παλαιότητα ένταξης της ενάγουσας στο προγενέστερο. Κρίσιμο εν προκειμένω δεδομένο αποτελεί το γεγονός ότι όπως και για το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" ο εναγόμενος δεν είχε ενημερώσει την ενάγουσα για τις τυχόν επισφάλειες που μπορούσε να προξενηθούν στο κεφάλαιό της, έτσι και για το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" δεν εκτέθηκαν οι όροι και οι πλείονες μάλιστα κίνδυνοι του προϊόντος αλλά έτι περαιτέρω, τούτο παρουσιάστηκε ως μία "συνέχεια" του προηγούμενου προγράμματος και ως εκ τούτου όχι ως ένα νέο, στην πραγματικότητα σαφώς διαφοροποιημένο πρόγραμμα ως προς την εγγυημένη απόδοση και τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Η ενάγουσα, αφ' ενός μεν δεν είχε υποστεί ζημία από το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" αφ' ετέρου δε έχοντας τις διαβεβαιώσεις των ως άνω προστηθέντων υπαλλήλων του εναγόμενου περί της συνέχισης του ίδιου ασφαλούς προγράμματος και βασιζόμενη στη σχέση εμπιστοσύνης που είχε πλέον αναπτυχθεί μεταξύ τους από την μέχρι τότε συνεργασία τους, υπέγραψε την 9-12-2013 στο ίδιο ως άνω κατάστημα του εναγόμενου τη διακοπή - λύση της υπ' αριθμ. ... σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" και συνάμα, την ίδια ημέρα, υπέγραψε για τη σύναψη της σύμβασης ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω". Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής διατηρήθηκε ο ίδιος ... λογαριασμός για την ενάγουσα, στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των 620,11 ευρώ με μεταφορά από τον λογαριασμό "Χρυσή Κατάθεση" και η ενάγουσα εξακολούθησε να διατηρεί 138 συνεταιριστικές μερίδες, συνολικής αξίας 4.830 ευρώ. Όταν δε ο έτερος λογαριασμός - αποταμιευτικό πρόγραμμα "Μηνιαίο Διπλό Εισόδημα" ετήσιας διάρκειας έχρησε ανανέωσης, οι προστηθέντες του εναγόμενου, ενώ δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση στην ενάγουσα ότι έπραξαν τούτο διά της υπογραφής της σχετικής συμβάσεων [σύμβασης], η σύμβαση που εν τέλει υπεγράφη μεταξύ τους την 14-7-2014 αφορούσε και πάλι στο πρόγραμμα "Αποδίδω", σε εκτέλεση των όρων του οποίου ο εναγόμενος τοποθέτησε από το λήξαν πρόγραμμα "Μηνιαίο Διπλό Εισόδημα" το ποσό των 910 ευρώ σε νέο - έτερο λογαριασμό "Αποδίδω" ... εκδίδοντας ως και νέο βιβλιάριο και ενέταξε σ' αυτό 260 επιπλέον συνεταιριστικές μερίδες, αξίας εκάστης 35 ευρώ και συνολικής 9.100 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο του έτερου προγράμματος. Είναι δε ενδιαφέρον το εν λόγω γεγονός, ήτοι ότι καίτοι η ενάγουσα διατηρούσε ήδη λογαριασμό "Αποδίδω", η "νεότερη" απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων και η αντίστοιχα τοποθέτηση ποσοστού 10% επί του όλου κεφαλαίου δεν συσχετίστηκε με τον "παλαιότερο" λογαριασμό της, με συνέπεια οι πλείονες λογαριασμοί "Αποδίδω" να δημιουργούν και την εντύπωση περισσότερων αντίστοιχα, συνεταίρων του εναγόμενου. Επιπλέον, την 8-6-2015, όταν η ενάγουσα μετέβη στο κατάστημα του εναγόμενου προκειμένου να καταθέσει αποταμιεύσεις της, οι προστηθέντες του εναγόμενου προέβησαν σε νέα αίτηση, εκ μέρους της, λογαριασμού καταθέσεων "Αποδίδω" συγκεντρώνοντας συνάμα και τους προγενέστερους και ενέταξαν το ποσό των 840 ευρώ για την απόκτηση από την ενάγουσα 24 επιπλέον συνεταιριστικών μερίδων. Κατόπιν τούτων, οι συνολικές της μερίδες ανήλθαν τότε στις 422 και η συνολική τους αξία ανερχόταν στο ποσό των 14.770 ευρώ. Όλες οι ενέργειες του εναγόμενου ως αποδείχθηκε κατέτειναν προκειμένου να διασφαλίσει κατ' αρχάς ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος "χρυσή επένδυση" θα μπορούσαν να προσμετρηθούν στα εποπτικά ίδια κεφάλαιά του, σύμφωνα με τις επιταγές του ως άνω Κανονισμού και τις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος, οπότε εν γνώσει, διά των προστηθέντων υπαλλήλων του ενεργούντων στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σ' αυτούς καθηκόντων, δημιούργησε με πρόθεση στην ενάγουσα την πεπλανημένη εντύπωση ότι το νέο τραπεζικό προϊόν ήταν όμοιο με το προηγούμενο. Έτσι, παρέλειψε να την ενημερώσει, ως όφειλε, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο εφόσον δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση και δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ παράλληλα δεν της εξέθεσε τους κινδύνους που αναλάμβανε με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα "αποδίδω", ούτε άλλωστε την ενημέρωσε για τον πραγματικό λόγο της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη της όλα τα δεδομένα και να αποφασίσει, ούσα σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει την ανάληψη του κινδύνου που εγκυμονούσε η συμμετοχή της πλέον στο πρόγραμμα "αποδίδω", για τη συμμετοχή της αυτή καθεαυτή. Η ενάγουσα ελλείψει της ενημέρωσης αυτής αλλά και της πληροφόρησής της ότι το νέο προϊόν είναι όμοιο με το προηγούμενο δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει από μόνη της τους κινδύνους που εγκυμονούσε το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν και η εν γένει επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, καθώς η αντίληψη και κατανόηση των ανωτέρω προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε, γεγονός που προκύπτει και από την διατήρηση της πεποίθησής της ότι οι καταθέσεις της κατά το χρονικό διάστημα 2013 - 2015 είχαν τοποθετηθεί σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς, ότι το κεφάλαιό της ήταν εξασφαλισμένο και ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να το αναλάβει. Σε κάθε περίπτωση, τόσο στη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", δεν γίνονταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν πληροφορήθηκε ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος "χρυσή επένδυση". Τουναντίον μάλιστα, στο ενημερωτικό φυλλάδιο αναφέρετο ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίησης [ρευστοποίηση] μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού, οπότε ενισχύετο στον αντισυμβαλλόμενο του εναγόμενου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου του μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω". Προσέτι, κατά την προώθηση του παραπάνω προϊόντος και της νέας σύμβασης με την ενάγουσα, ο εναγόμενος τελούσε επίσης εν γνώσει ότι με απόφαση της ...ς Συνέλευσης των μελών του της 30-06-2013, τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ. 4 α του καταστατικού του, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων συνεταιρισμού και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2α και 2β αντίστοιχα του άρθρου 28 ν. 4141/2013 και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας. Ωστόσο, στα καταστήματα του, όπως συνομολογεί ο εναγόμενος, κατά το χρόνο απόκτησης των συνεταιριστικών μερίδων από την ενάγουσα, υπήρχε στα καταστήματα διαθέσιμο διανεμόμενο έντυπο καταστατικό εκδόσεως έτους 2007, απόσπασμα του οποίου προσκομίζεται από τον εναγόμενο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να πληροφορηθεί από το συγκεκριμένο έντυπο τις τροποποιήσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στο καταστατικό, δυνάμει των οποίων, τέθηκαν περιορισμοί στη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων προ της ένταξής του στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", ουδ' άλλωστε αποδείχθηκε ότι ενημερώθηκε για την ως άνω απόφαση. Άλλωστε, εν γνώσει του εναγόμενου τελούσε και ο περιορισμός δυνάμει του άρθρου 149 του ν. 4261/2014, ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι έχει χορηγήσει τέτοια έγκριση (σχετ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 831/07-06-2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εναγόμενος). Παρά ταύτα βέβαια και παρά το γεγονός ότι τελούσε σε ισχύ ο Κανονισμός 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ορισμένοι εκ των "συνεταίρων" του εναγόμενου πέτυχαν τη διαγραφή και ρευστοποίηση μερίδων τους. Τούτο, αποτελεί κρίσιμο γεγονός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την αντιμετώπιση των πελατών του εναγόμενου αφού προκειμένης της διατήρησης των κεφαλαίων τους, παρά τις ως άνω δεσμεύσεις για την μη ρευστοποίηση των μερίδων, ο εναγόμενος προέβη στην ρευστοποίηση μέρους των, και σε άλλους πελάτες του, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση των πελατών του εν γένει ότι η ρευστοποίηση των μερίδων ήταν εφικτή. Προσέτι, ο εναγόμενος διά των υπαλλήλων του διαβεβαίωνε τους πελάτες του από το πρόγραμμα "Αποδίδω", μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα, αναληθώς ότι οι καταθέσεις σ' αυτόν είναι εγγυημένες και μάλιστα και από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων για να ενισχύσει την πίστη τους προς το πρόγραμμα και να αποτρέψει την υποβολή αιτημάτων ρευστοποίησης μετοχών. Εν συνεχεία, ως αποδείχθηκε, λόγω των ιδιαίτερων οικονομικών συγκυριών και της τεταμένης ανασφάλειας του πρώτου εξαμήνου του έτους 2015 και την επακόλουθη επιβολή των capital controls με την από 28-6-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η εναγόμενη Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων, δυνάμει σχετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της κατά τη συνεδρίαση της 27-06-2015, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων της Τράπεζας, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ίδιων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή της επάρκεια. Οπωσδήποτε δεν διαλάθει της προσοχής ότι η τελευταία σύμβαση "Αποδίδω" με την ενάγουσα πραγματοποιήθηκε μόλις δεκαοκτώ ημέρες προ της λήψης της εν λόγω απόφασης, γεγονός που επιρρωνύει την κρίση περί στοχευμένων ενεργειών του εναγόμενου για την δημιουργία εντυπώσεων ως προς την κεφαλαιακή του επάρκεια. Ακολούθως, με απόφαση της έκτακτης ...ς Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου την 24-11-2015, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης προκειμένου να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 8%, και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, ο εναγόμενος προέβη στην αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, ενώ μετά και την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου και την κάλυψη του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που είχε θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ' αριθμ. 540/29-02-2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ. Προ της κήρυξης της τραπεζικής αργίας η ενάγουσα επιχείρησε την ανάληψη χρημάτων της, ωστόσο οι προστηθέντες του εναγόμενου την απέτρεψαν και μετέθεταν χρονικά την εξυπηρέτησή της, επικαλούμενοι πλήθος αιτήσεων και φόρτο εργασίας. Την 18-3-2016 η ενάγουσα ζήτησε το κλείσιμο του λογαριασμού "Αποδίδω" και την πίστωση του κεφαλαίου της σε λογαριασμό της, οπότε και ανέλαβε το ποσό των 1.754,33 ευρώ, χωρίς να πιστωθεί συνάμα και η αξία των 422 συνεταιριστικών της μερίδων. Ακολούθως, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ' αριθμ. 620/17-08-2017 απόφασή του καθόρισε την πραγματική αξία και την τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21η-08-2017. Άμεση συνέπεια των παραπάνω αναπροσαρμογών και καθορισμών ήταν η ικανή μείωση του κεφαλαίου που επένδυσε η ενάγουσα η οποία προκλήθηκε από τις εν γνώσει ενέργειες και παραλείψεις του εναγόμενου έναντι αυτής ως αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω που συνιστούν την αδικοπρακτική αυτού (εναγόμενου) συμπεριφορά. Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του που ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του προκειμένης της κάλυψης του κεφαλαίου του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" αλλά και άλλων αποταμιευτικών προγραμμάτων να ενταχθούν στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις, με την ίδια μέθοδο, ήτοι παραλείποντας την ενημέρωση των εκείθε εναγόντων, διά των προστηθέντων υπαλλήλων του, αναλυτικά για τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση αρχικά στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και στη συνέχεια στον ειδικό λογαριασμό "Αποδίδω", στα οποία τους προέτρεψε να ενταχθούν και, ιδίως για τον ενδεχόμενο παράγοντα της οικονομικής θέσης του ίδιου του εναγόμενου συνεταιρισμού και της συνεπαγόμενης απομείωσης της αξίας των μερίδων, καθώς επίσης και της αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, οι οποίοι (κίνδυνοι) εν τέλει επήλθαν. Έτσι, μετά το πέρας της τραπεζικής αργίας που κηρύχθηκε με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 65/28.6.2015), που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της με το άρθρο 1 του ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30.11.2015), ως αυτή παρατάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. 1 της από 14.7.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 79/14.7.2015), και μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος αρνείται να αποδώσει στην ενάγουσα την εξ ευρώ 14.770 ονομαστική αξία των 422 συνεταιριστικών της μερίδων, η οποία αποτελεί τη ζημία που υπέστη από τη συμπεριφορά του εναγόμενου. Και τούτο διότι, το ποσό αυτό δέσμευσε ο εναγόμενος ως ίδιο κεφάλαιο αυτού αρνούμενος να το αποδώσει, με συνέπεια η ενάγουσα να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση υλική ζημία από την αντισυμβατική και συνάμα παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου που ενήργησε έτσι με σκοπό να καλύψει την ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του, δια των προστηθέντων υπαλλήλων του, οπότε δεν τίθεται ζήτημα υπολογισμού της αξίας των μερίδων τους με βάση την ισχύουσα κατά την άσκηση της αγωγής ή άλλης χρονικής περιόδου αξίας κατά τον εκάστοτε καθορισμό εκ μέρους του εναγόμενου καθώς το προαναφερθέν ποσό αποτελεί την ζημία της ενάγουσας εκ της εις βάρος της αδικοπραξίας και όχι υπέρτερο διαφέρον από την πραγματική αξία των μερίδων που αγόρασε ... Περαιτέρω σημειώνεται ότι η διάθεση των εν λόγω προϊόντων ("ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και "ΑΠΟΔΙΔΩ") από τον εναγόμενο στον ενάγοντα δεν συνιστά επενδυτική υπηρεσία και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3606/2007, αφού το αντικείμενο των συμβάσεων και των συναλλαγών που ρυθμίζονται από τον εν λόγω νόμο είναι μόνο τα αναφερόμενα στα άρθρα 4 και 5 αυτού χρηματοπιστωτικά μέσα, και τέτοια δεν αποτελούν οι συνεταιριστικές μερίδες που απέκτησε η ενάγουσα με τις επίδικες συμβάσεις, ούτε οι τελευταίες συνιστούν συναλλαγές που αφορούν κινητές αξίες ... Περί τούτου σαφές είναι και το με αριθμό πρωτ. 3581/21.09.2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το οποίο "οι υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007", ομοίως δε "και οι προαιρετικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες" για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν είναι εισηγμένος σε οργανωμένη αγορά υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 10 του ίδιου νόμου και ως εκ τούτου "η διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του ν. 3606/2007". ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα συνεταιριστική τράπεζα ενέχεται σε αποζημίωση έναντι της αναιρεσίβλητης, επειδή επέδειξε αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά τη σύναψη της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" και των τριών συμβάσεων "Αποδίδω", γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να ζημιωθεί η αναιρεσείουσα κατά το ποσό των 14.770 ευρώ, που κατέβαλε για την αγορά 422 συνεταιριστικών μερίδων, μη ρευστοποιήσιμων χωρίς προηγούμενη έγκριση του καταστατικού οργάνου της εναγόμενης και της Τράπεζας της Ελλάδος, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του περιεχομένου των συμβατικών υποχρεώσεων, που ανέλαβε η αναιρεσείουσα έναντι της αναιρεσίβλητης με τις ανωτέρω συμβάσεις, και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας κατά τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας αυτής στην πρόκληση της ζημίας, που, κατά τις παραδοχές της, υπέστη η αναιρεσίβλητη με την απώλεια του χρηματικού ποσού που κατέβαλε για την απόκτηση των συνεταιριστικών της μερίδων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 330, 914 και 932 Α.Κ., τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση έγκειται σε αντισυμβατική συμπεριφορά της, επειδή την 18-3-2016 ικανοποίησε μόνο εν μέρει το αίτημα της αναιρεσίβλητης για κλείσιμο του λογαριασμού "Αποδίδω", αποδίδοντας σε αυτήν το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης, όχι όμως και το ποσό των 14.770 ευρώ, που αυτή είχε καταβάλει για την αγορά των 422 συνεταιριστικών μερίδων αντί 35 ευρώ για έκαστη, και συγκεκριμένα για την αγορά 138 μερίδων την 10-7-2013 κατά τη σύναψη της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", οι οποίες, όπως δέχεται το Εφετείο, μετά τη λύση και κατάργησή της, που έγινε την 9-12-2013, εξακολούθησαν να κατέχονται σε εκτέλεση της νέας σύμβασης "Αποδίδω", που συνήφθη την ίδια ημέρα, την αγορά 260 μερίδων την 14-7-2014 κατά τη σύναψη δεύτερης σύμβασης "Αποδίδω", και την αγορά 24 επιπλέον μερίδων την 9-6-2015 κατά τη σύναψη τρίτης σύμβασης "Αποδίδω", χωρίς να παραθέτει τους όρους των συμβάσεων "Αποδίδω", από τους οποίους προκύπτει η συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας για άμεση απόδοση της αξίας των μερίδων της οποτεδήποτε, και μάλιστα στην τιμή της αγοράς τους των 35 ευρώ ανά μερίδα, ενώ από τους παρατιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση όρους προκύπτει μόνο ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούσαν ειδική προθεσμιακή κατάθεση, απευθυνόμενη στους κατόχους συνεταιριστικών μερίδων, το ύψος της οποίας δεν μπορούσε να υπερβεί το 10% της αξίας αυτών (μερίδων), και ότι ο καταθέτης-συνεταίρος μπορούσε να ζητήσει οποτεδήποτε το κλείσιμο του λογαριασμού και την απόδοση της προθεσμιακής κατάθεσης, δεν προκύπτει όμως υποχρέωση της τράπεζας προς άμεση απόδοση της αξίας των μερίδων, βάσει των οποίων υπολογίστηκε το ανώτατο ύψος της κατάθεσης. Η έλλειψη αυτή δημιουργεί ασάφεια ως προς τις πράγματι αναληφθείσες υποχρεώσεις της τράπεζας με τις συμβάσεις "Αποδίδω", η οποία επιτείνεται α) από την παραδοχή του Εφετείου ότι στους όρους της σύμβασης "Αποδίδω" δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των μερίδων, β) από το γεγονός ότι όρος, με τον οποίο η τράπεζα θα αναλάμβανε υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης των μερίδων, θα ήταν αντίθετος με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 §§ 7 και 9 ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί", όπως ίσχυαν κατά τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, δηλαδή μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4141/2013, και θα ήταν άκυρος, όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την αρχική αδυναμία εκπληρώσεως ως αιτία της αποζημιωτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, και γ) από το ότι η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της επικαλείται την ύπαρξη σχετικής ενδοσυμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, όχι όμως με βάση όρο των συμβάσεων "Αποδίδω", αλλά της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", που, κατά την αναιρεσίβλητη, παρέμεινε σε ισχύ και μετά τη λύση αυτής, γεγονός που όμως δεν γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις παραδοχές της οποίας η σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" λύθηκε και καταργήθηκε πλήρως κατά τη σύναψη της πρώτης σύμβασης "Αποδίδω". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι στοιχειοθετείται παράλληλα αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, λόγω παραπλάνησής της, αφενός κατά τη σύναψη της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", με την ψευδή παράσταση ότι πρόκειται για πρόγραμμα που εξασφαλίζει το κεφάλαιό της και απόδοση ανώτερη από προθεσμιακή κατάθεση, και αφετέρου κατά τη σύναψη των συμβάσεων "Αποδίδω", με την ψευδή παράσταση ότι οι όροι αυτών ήταν ίδιοι με τους όρους της καταργούμενης σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" και προέβλεπαν άμεση ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και απόδοση ολόκληρου του κεφαλαίου που επενδύθηκε στην αγορά τους, όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται και δεν παρατίθενται οι όροι της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", από τους οποίους να προκύπτει πράγματι η συμβατική δέσμευση της τράπεζας για άμεση ρευστοποίηση των μερίδων οποτεδήποτε και απόδοση του κεφαλαίου της αγοράς τους (παρά τις προαναφερθείσες αντίθετες διατάξεις του ν. 1667/1986), έλλειψη που δημιουργεί ασάφεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η ύπαρξη όρου με το ανωτέρω περιεχόμενο στη σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" είναι περιστατικό αναγκαίο για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς με τη μορφή, που δέχεται το Εφετείο. Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας την 10-7-2013 συνέστησαν στην αναιρεσίβλητη το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", διαβεβαιώνοντάς την ότι αποτελούσε αποταμιευτική επιλογή συμβατή με το συντηρητικό οικονομικό προφίλ της, που περιλάμβανε τοποθέτηση των χρημάτων της σε ασφαλή κατάθεση χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου και με σταθερή απόδοση ανώτερη των προθεσμιακών καταθέσεων, διαβεβαίωση που περιλαμβανόταν και στο έντυπο προωθητικό υλικό της τράπεζας για το πρόγραμμα αυτό, και αποκρύπτοντας τον κίνδυνο μείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων λόγω των διεθνών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων και των επιπτώσεων της εγχώριας δημοσιοοικονομικής κρίσης, που ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε αδυναμία εξεύρεσης επαρκών κεφαλαίων κατά τον χρόνο της ρευστοποίησης των μερίδων, και ότι κατά τη σύναψη της πρώτης σύμβασης "Αποδίδω" η τράπεζα απέκρυψε τους ανωτέρω κινδύνους του προϊόντος, καθιστώντας έτσι ασαφές αν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αδικοπρακτική συμπεριφορά της τράπεζας έγκειται, ή όχι, και σε παράβαση των υποχρεώσεών της από τις διατάξεις του ν. 3606/2007, που επιβάλλουν την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούνται με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους, και την παροχή σαφών, ακριβών και μη παραπλανητικών πληροφοριών, ώστε ο πελάτης να κατανοεί τους κινδύνους της προσφερόμενης υπηρεσίας και να λαμβάνει αποφάσεις βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης, οι οποίες (διατάξεις) όμως δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων, όπως άλλωστε δέχεται το Εφετείο σε άλλο μέρος της απόφασής του. Εξάλλου, το Εφετείο με αντιφατικό τρόπο δέχεται ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση πηγάζει αφενός από αντισυμβατική συμπεριφορά της, επομένως από παράβαση όρου περί άμεσης απόδοσης ολόκληρου του κεφαλαίου που επενδύθηκε στην αγορά των μερίδων, που περιεχόταν στις τρεις συμβάσεις "Αποδίδω", αφού η σύμβαση "Χρυσή Επένδυση", κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε λυθεί και καταργηθεί στο σύνολό της κατά τη σύναψη της πρώτης σύμβασης "Αποδίδω" και συνεπώς η μη απόδοση της αξίας των μερίδων δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ευθύνη προς αποζημίωση για παράβαση όρου αυτής, αλλά μόνο όρου των συμβάσεων "Αποδίδω", και αφετέρου από αδικοπρακτική συμπεριφορά εξαιτίας του γεγονότος ότι οι συμβάσεις "Αποδίδω" δεν περιείχαν τέτοιο όρο, παρά τις παραπλανητικές παραστάσεις των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας περί του αντιθέτου. Είναι βάσιμος, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 330, 914 και 932 Α.Κ., η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 234 Σ.Ε.Κ.), "το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. ...". Η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου αυτού αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του θεσπιζόμενου από τις Συνθήκες δικαιοδοτικού συστήματος, καθιερώνοντας διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαστηρίων των κρατών μελών με σκοπό τη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και διασφαλίζοντας έτσι τη συνοχή, πλήρη αποτελεσματικότητα και αυτονομία του ενωσιακού δικαίου. Εφόσον κατά της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ' αρχήν, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, να το παραπέμψει στο Δ.Ε.Ε. δυνάμει του άρθρου 267 Σ.Λ.Ε.Ε., υποχρέωση που αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχόμενου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Τα εθνικά δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνο εφόσον διαπιστώσουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι κρίσιμο ή ότι έχει ήδη ερμηνευτεί από το Δ.Ε.Ε. ή ότι η ορθή ερμηνεία του Δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για εύλογη αμφιβολία (απόφαση Δ.Ε.Ε. της 15-10-2024, Kubera κατά Σλοβενίας, C-144/23, σκέψεις 33 ως 36). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της υποβάλλει αίτημα περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί του αν, κατά την έννοια της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (MiFID) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, της Οδηγίας 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και της Οδηγίας 2005/29 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, που ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με τους ν. 3606/2007 και 2251/1994, όπως ο δεύτερος τροποποιήθηκε με το ν. 3587/2007, εφαρμόζονται, ή όχι, στην περίπτωση των συνεταιρισμών που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, μόνο στην περίπτωση της παροχής από αυτούς υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ή και στην περίπτωση της απόκτησης από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του συνεταιρισμού με την καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας. Το αίτημα είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι η ερμηνεία επί του ζητήματος αυτού των ανωτέρω Οδηγιών, όπως έχουν ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο, που έχει δοθεί ομόφωνα από την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι διατάξεις τους δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της απόκτησης εκ μέρους τρίτου συνεταιριστικών μερίδων από συνεταιρισμό που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα, είναι τόσο προφανής, ώστε δεν καταλείπεται περιθώριο αμφιβολίας.
Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Ο Άρειος Πάγος, για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή, είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 § 3 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (Α.Π. 166/2024). Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου (Α.Π. 845/2019, Α.Π. 1654/2018). Όταν όμως η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης, που δεν επικυρώθηκε από το εφετείο με την αναιρεθείσα απόφαση του, η αίτηση επαναφοράς δεν είναι παραδεκτή, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της απόφασης που εκτελέστηκε και εκείνης που αναιρέθηκε (Α.Π. 315/2017, Α.Π. 415/2014, Α.Π. 127/2011). Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο αυτό ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος κατ' άρθρο 340 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 11/2007, Α.Π. 845/2019, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 980/2015). Ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτηση αυτή τα καταβληθέντα έξοδα, που αφορούν την εκτέλεση της απόφασης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, των οποίων η παροχή διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, επομένως όχι των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, όπως είναι τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της διενεργηθείσας κατάσχεσης, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της αναιρεθείσας απόφασης, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (Α.Π. 17/2021, Α.Π. 1075/2020, Α.Π. 1453/2019, Α.Π. 177/2019, Α.Π. 666/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις, που κατέθεσε την 7-2-2025, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, αναφέρει ότι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη α) 8.000 ευρώ σε συμμόρφωση με προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης 15/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, και β) 14.184,62 ευρώ σε συμμόρφωση με διάταξη της προσβαλλόμενης 59/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ζητεί δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της επιστρέψει τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από τον χρόνο της καταβολής τους, άλλως από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης. Η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς, είναι νόμιμη μόνο για το ποσό των 14.184,62 ευρώ, που καταβλήθηκε δυνάμει της 59/2022 εφετειακής απόφασης, και απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα α) της καταβολής του ποσού των 8.000 ευρώ, που καταβλήθηκε βάσει προσωρινά εκτελεστής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης, αφού με την εφετειακή απόφαση δεν επικυρώθηκε, αλλά εξαφανίστηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη και δικάστηκε εξαρχής η αγωγή, επομένως δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της απόφασης που εκτελέστηκε και εκείνης που αναιρέθηκε, όπως απαιτείται, προκειμένου να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και β) του αιτήματος περί καταβολής νομίμων τόκων από την καταβολή του ποσού στην αναιρεσίβλητη, αφού τέτοιοι τόκοι μπορούν να ζητηθούν μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.
Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι την 23-12-2022 η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, σε εκούσια συμμόρφωση με την 59/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, το ποσό των 14.184,62 ευρώ, που αφορά, όπως αναφέρεται στη σχετική από 23-12-2022 εξοφλητική απόδειξη της αναιρεσίβλητης, α) μέρος του κεφαλαίου, που επιδικάστηκε με αυτήν (το υπόλοιπο είχε καταβληθεί σε συμμόρφωση με προσωρινά εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης), β) τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου, που επιδικάστηκαν με την 59/2022 απόφαση, και γ) τα δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν με αυτήν. Το ανωτέρω ποσό πρέπει να υποχρεωθεί να επιστρέψει η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σε αυτήν της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 59/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τεσσάρων (14.184) ευρώ και εξήντα δύο (62) λεπτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ