Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1220 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1220/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Χ., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσίβλητης: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...ϊ), που εδρεύει στη Γενεύη της Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεοδώρα Μονοχάρτζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-03-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, (και του αρχικού διαδίκου Χ. Ρ. του Δ. ο οποίος απεβίωσε και εκπροσωπείται από το μοναδικό κληρονόμο του Γ. Ρ. του Χ., ήδη αναιρεσείοντα), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1905/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 3249/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-10-2023 αίτησή του και τους από 31-07-2024 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 19-10-2023 αίτησης για αναίρεση της 3249/2023 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-2-2025), ο δε αιτών άσκησε πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με το από 31-7-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 1-8-2024, όπως προκύπτει από τη σχετική 101/1-8-2024 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφό του, και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, που εδρεύει στην Ελβετία, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης του 1965, που κυρώθηκε με τον ν. 1334/1983, την 27-9-2024, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ... έγγραφο της αρμόδιας ελβετικής αρχής. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτός (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενος με την αίτηση κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1177/2018, Α.Π. 345/2017). Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, δηλαδή ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά την τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π. 487/2024, Α.Π. 831/2021, Α.Π. 268/2021, Α.Π. 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1263/2024, Α.Π. 1655/2023, Α.Π. 1406/2021). Περαιτέρω, το άρθρο 10 του ν. 3363/2005, με τον οποίο κυρώθηκε η Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, το Μνημόνιο Συμφωνίας που τη συνοδεύει μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της αφενός και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας αφετέρου, καθώς και η Συμφωνία υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής της ως άνω Συμφωνίας, ορίζει τα εξής: "Ανταλλαγή πληροφοριών. 1. Οι αρμόδιες αρχές της Ελβετίας και κάθε κράτους μέλους ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με συμπεριφορά που συνιστά φορολογική απάτη βάσει των νόμων του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση ή με παρόμοιες περιπτώσεις για εισόδημα που διέπεται από την παρούσα συμφωνία. Στις παρόμοιες περιπτώσεις περιλαμβάνονται μόνο αδικήματα της ίδιας βαρύτητας με τη φορολογική απάτη βάσει των νόμων του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Σε απάντηση προς δεόντως αιτιολογημένη αίτηση το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα ζητήματα που άπτονται του διοικητικού αστικού ή ποινικού δικαίου τα οποία ερευνά ή ενδέχεται να ερευνήσει το αιτούν κράτος. Με την επιφύλαξη του εύρους της ανταλλαγής πληροφοριών όπως καθορίζεται στην παρούσα παράγραφο οι πληροφορίες ανταλλάσσονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζουν οι συμβάσεις περί διπλής φορολογίας μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών μελών και εξετάζονται ως εμπιστευτικές σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπεται στις εν λόγω συμβάσεις. 2. Για να καθορίσει εάν μπορεί να παράσχει τις πληροφορίες που ζητούνται με αίτηση το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση εφαρμόζει τις διατάξεις περί παραγραφής που ισχύουν βάσει της νομοθεσίας του αιτούντος κράτους και όχι τις διατάξεις περί παραγραφής του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. 3. Το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση περιέχει πληροφορίες εφόσον το αιτούν κράτος έχει εύλογες υπόνοιες ότι η συμπεριφορά συνιστά φορολογική απάτη η παρόμοια περίπτωση. Η υπόνοια φορολογικής απάτης ή παρόμοιες περίπτωση του αιτούντος κράτους μπορεί να βασίζεται σε Α) έγγραφα επικυρωμένα ή μη που περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε επαγγελματικά έγγραφα λογιστικά βιβλία ή πληροφορίες για τραπεζικό λογαριασμό, Β) πληροφορίες από μαρτυρία του φορολογουμένου, Γ) πληροφορίες που προέρχονται από πληροφοριοδότη ή από άλλο τρίτο πρόσωπο οι οποίες έτυχαν ανεξάρτητης επιβεβαίωσης ή μπορεί να είναι αξιόπιστες ή Δ) έμμεσες αποδείξεις. 4. Η Ελβετία θα αρχίσει διμερείς διαπραγματεύσεις με κάθε κράτος μέλος για να καθορίσει ξεχωριστές κατηγορίες των περιπτώσεων που εμπίπτουν στις παρόμοιες περιπτώσεις σύμφωνα με τη διαδικασία φορολόγησης που εφαρμόζουν αυτές οι χώρες." Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η Ελβετική Συνομοσπονδία και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεούνται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες σχετικά με συμπεριφορά φορολογούμενου που συνιστά φορολογική απάτη, μετά από αίτηση του έτερου συμβαλλόμενου μέρους και εφόσον αυτό έχει εύλογες υπόνοιες φορολογικής απάτης ή παρόμοιας περίπτωσης, που στηρίζονται σε έγγραφα ή πληροφορίες για τραπεζικό λογαριασμό, πληροφορίες του ίδιου του φορολογούμενου ή τρίτου, ή έμμεσες αποδείξεις. Επίσης, κατά το άρθρο 2 §§ 1 και 2 της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος, και του Πρωτοκόλλου, που υπογράφηκαν στη Βέρνη την 16 Ιουνίου 1983 και κυρώθηκαν με το ν. 1502/1984, "1. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος που επιβάλλονται για λογαριασμό του καθενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή των πολιτικών τους υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται. 2. Φόροι εισοδήματος θεωρούνται όλοι οι τακτικοί και έκτακτοι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα ή σε στοιχεία του εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει, από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας καθώς και οι φόροι από την ανατίμηση του κεφαλαίου", ενώ κατά το άρθρο VI του ν. 4034/2011, με τον οποίο κυρώθηκε το Πρωτόκολλο περί τροποποίησης της ανωτέρω Σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και του Πρωτοκόλλου της, "Το Άρθρο 25 (Ανταλλαγή Πληροφοριών) της Σύμβασης διαγράφεται και αντικαθίσταται από το ακόλουθο νέο Άρθρο 25: 1. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα ανταλλάσσουν αυτές τις πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή τη διαχείριση ή επιβολή των εσωτερικών νομοθεσιών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση, στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή των πληροφοριών δεν περιορίζεται από το Άρθρο 1. 2. Οποιεσδήποτε πληροφορίες λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο, όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές θα χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, πληροφορίες που λαμβάνονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, όταν τέτοιες πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς σύμφωνα με τη νομοθεσία των δυο Κρατών και οι αρμόδιες αρχές του παρέχοντος Κράτους επιτρέπουν τέτοια χρήση. 3. Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση: α) να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν ν` αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή διαδικασία παραγωγής ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη σε κανόνα δημόσιας τάξης (ordre public). 4. Εάν ζητηθούν πληροφορίες από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θα κάνει χρήση των μέτρων συλλογής πληροφοριών για να αποκτήσει τις αιτούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν αυτό το άλλο Κράτος, ενδεχομένως, να μη χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς του φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση που περιέχεται στην προηγούμενη πρόταση υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 3, αλλά σε καμία περίπτωση τέτοιοι περιορισμοί δεν θεωρείται ότι επιτρέπουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες αποκλειστικά για το λόγο ότι δεν έχει εθνικό συμφέρον για τέτοιες πληροφορίες. 5. Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 3 δεν θεωρείται ότι επιτρέπουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή οι πληροφορίες αυτές είναι στην κατοχή τράπεζας, άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου ή προσώπου που ενεργεί με την ιδιότητα του αντιπροσώπου ή του θεματοφύλακα ή επειδή οι πληροφορίες συνδέονται με τα ιδιοκτησιακά συμφέροντα ενός προσώπου. Για να αποκτήσουν τέτοιου είδους πληροφορίες οι φορολογικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Κράτους θα έχουν, εφόσον είναι αναγκαίο για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα παράγραφο, την εξουσία να επιβάλουν την αποκάλυψη πληροφοριών που καλύπτονται από την παρούσα παράγραφο, ανεξάρτητα από την παράγραφο 3 ή τυχόν αντίθετων διατάξεων στην εθνική του νομοθεσία." Με τον νόμο 4105/2013 τροποποιήθηκε η ανωτέρω Σύμβαση και κυρώθηκε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής, που υπογράφηκε στη Βέρνη την 4-11-2010 και αφορά τη διαδικασία της παροχής διοικητικής συνδρομής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία και η Ελβετική Συνομοσπονδία υποχρεούνται, για την εφαρμογή των διατάξεων της ως άνω διμερούς Σύμβασης περί αποφυγής της διπλής φορολόγησης και του Πρωτοκόλλου αυτής, να ανταλλάσσουν τις απαραίτητες για την εφαρμογή της πληροφορίες, που παραμένουν απόρρητες και αποκαλύπτονται, κατ' αρχήν, μόνο σε πρόσωπα ή αρχές που έχουν σχέση με την είσπραξη των φόρων. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν επιβάλλουν σε συμβαλλόμενο κράτος την υποχρέωση παροχής πληροφοριών που καλύπτονται από συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο, όμως το κράτος δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών αποκλειστικά και μόνο επειδή οι πληροφορίες είναι στην κατοχή τράπεζας ή άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Από το σύνολο των προαναφερθεισών διατάξεων των νόμων 3363/2005, 4034/2011 και 4105/2013 προκύπτει ότι με αυτές τίθενται οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα αφενός και η Ελβετική Συνομοσπονδία αφετέρου μπορούν να αξιώσουν τη συνδρομή του έτερου συμβαλλόμενου κράτους για την παροχή πληροφοριών σχετικά με υποθέσεις φορολογικής απάτης και γενικότερα φοροδιαφυγής, χωρίς να θεσπίζεται αποκλειστικός τρόπος συλλογής των πληροφοριών αυτών, αλλά μόνο η υποχρέωση παροχής πληροφοριών εκ μέρους κάποιου συμβαλλόμενου μέρους σε περίπτωση υποβολής αιτήματος από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και υπό τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 19-10-2023 αίτηση αναιρέσεως και τον από 31-7-2024 πρόσθετο λόγο προσβάλλεται η 3249/2023 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 18-3-2019 αγωγή τους, ο αρχικός πρώτος ενάγων Χ. Ρ. και ο δεύτερος ενάγων Γ. Ρ., ήδη αναιρεσείων ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος, ανέφεραν ότι κατόπιν παράνομων ενεργειών υπαλλήλου της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης ελβετικής τράπεζας, ο οποίος υπέκλεψε από τα αρχεία της και διέρρευσε σε τρίτους τα στοιχεία και προσωπικά δεδομένα τους, γνωστοποιήθηκε χωρίς τη συναίνεσή τους στις ελληνικές αρχές ότι διατηρούσαν χρηματικές καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης, με αποτέλεσμα αφενός να διενεργηθεί εις βάρος τους φορολογικός έλεγχος και να καταλογισθούν στον πρώτο 1.884.844,78 ευρώ και τον δεύτερο 1.681.008,10 ευρώ για φόρους και πρόσθετους φόρους ανακρίβειας, με πράξεις της φορολογικής αρχής, που ακυρώθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους με αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων κατόπιν προσφυγών των εναγόντων, και κατά το υπόλοιπο εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, και αφετέρου να ασκηθεί εις βάρος τους ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατηγορίες από τις οποίες ο δεύτερος απαλλάχθηκε με δικαστική απόφαση και για τον πρώτο εκκρεμεί η έκδοση βουλεύματος. Εκθέτοντας περαιτέρω οι ενάγοντες ότι για την άδικη εμπλοκή τους στην ως άνω φορολογική και ποινική διαδικασία ευθύνεται η εναγόμενη τράπεζα, τόσο ως προστήσασα τον υπάλληλό της, που αποκάλυψε παράνομα τα στοιχεία τους, όσο και για τη δική της παράλειψη να εξασφαλίσει την επαρκή προστασία των δεδομένων τους, ζήτησαν, όπως παραδεκτώς μετέτρεψαν το αρχικά καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής τους σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει, ως αποζημίωση για την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπαλλήλου της και της ίδιας, που συνιστά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των διατάξεων περί προστασίας του τραπεζικού απορρήτου και των προσωπικών δεδομένων, και περί προστασίας των καταναλωτών, α) στον αρχικό πρώτο ενάγοντα 110.060,92 και στον δεύτερο ενάγοντα 178.522,71 ευρώ, ποσά που αναγκάστηκαν να δαπανήσουν για τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή υπηρεσίες δικηγόρων και φορολογικών συμβούλων σχετικά με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, την ακύρωση των πράξεων επιβολής φόρων και την υπεράσπισή τους κατά την ανοιγείσα εις βάρος τους ποινική διαδικασία, β) στον αρχικό πρώτο ενάγοντα 28.272,67 ευρώ και στον δεύτερο 25.682,07 ευρώ, που αυτοί προσδοκούσαν με πιθανότητα να κερδίσουν από την κατάθεση σε έντοκο τραπεζικό λογαριασμό κεφαλαίων τους, ύψους 575.777,51 και 467.983,62 ευρώ, αντίστοιχα, και απώλεσαν, επειδή αναγκάστηκαν, προκειμένου να αποφύγουν την εκτέλεση, να καταβάλουν τα ποσά αυτά στο Δημόσιο για μέρος των οφειλών, που βεβαιώθηκαν εις βάρος τους για φόρους, και τα ανέλαβαν άτοκα μετά τη δικαστική ακύρωση των σχετικών πράξεων, και γ) 75.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που αυτοί υπέστησαν από την εμπλοκή τους στη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου και την ποινική διαδικασία, και τη συνακόλουθη προσβολή της τιμής και της υπόληψής τους, και συνολικά να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον αρχικό πρώτο ενάγοντα 206.743,62 και στον δεύτερο ενάγοντα 405.950,38 ευρώ νομιμοτόκως. Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 1905/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ο δεύτερος ενάγων, ενεργώντας ατομικά και ως καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος πρώτου, άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 3249/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αναφερόμενης στην αγωγή παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, και της ζημίας των εναγόντων, επειδή η συμπεριφορά αυτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα της διενέργειας φορολογικού ελέγχου και κατ' ακολουθίαν της επιβολής φόρων εις βάρος των εναγόντων, αφού η σχετική ενέργεια ανήκε στη διακριτική ευχέρεια της ημεδαπής φορολογικής αρχής, ούτε αυτό της κίνησης της ποινικής διαδικασίας εις βάρος τους, αφού η σχετική απόφαση ανήκε στην ημεδαπή εισαγγελική αρχή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος, επειδή η αναφερόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 3363/2005 και VI του ν. 4034/2011, του ν. 4105/2013 και των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ούτε τις διατάξεις α) του ν. 3312/2005 "Αμοιβαία συνδρομή των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της άμεσης φορολογίας κ.λπ.", με τον οποίο έγινε ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο i) της Οδηγίας 2003/93 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών της Ε.Ε. στον τομέα της άμεσης φορολογίας, ii) της Οδηγίας 2003/48 σχετικά με τη φορολογία των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις που αποκτούν φυσικά πρόσωπα, iii) της Οδηγίας 2003/49 για τη φορολόγηση των δικαιωμάτων και τόκων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών διαφορετικών κρατών μελών της Ε.Ε., και iv) της Οδηγίας 2003/92 για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/388 όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με τον τόπο παράδοσης αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες (διατάξεις) δεν αφορούν την παροχή πληροφοριών φορολογικού ενδιαφέροντος από τρίτες (εξωκοινοτικές) χώρες και δεν τυγχάνουν καθόλου εφαρμογής εν προκειμένω, και β) του ν. 4151/2013 "Ρυθμίσεις για την τροποποίηση και τη βελτίωση συνταξιοδοτικών, δημοσιονομικών, διοικητικών και λοιπών διατάξεων του Υπουργείου Οικονομικών", οι οποίες επίσης δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεχόμενο ότι η αναφερόμενη στην αγωγή παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων από τον υπάλληλο της εναγόμενης, με την υποκλοπή τους από το αρχείο της και τη διάθεσή τους σε τρίτους χωρίς τη συναίνεση των εναγόντων, καθώς και η επικαλούμενη από τους ενάγοντες παράλειψη της ίδιας να φροντίσει για την ασφαλή φύλαξη των δεδομένων, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την ζημία τους, συνιστάμενη στις δαπάνες για τη συμμετοχή τους στον φορολογικό έλεγχο, που επακολούθησε, και την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων για την ακύρωση των πράξεων, που εξέδωσε εις βάρος τους η φορολογική αρχή, καθώς και στα έξοδα για την υπεράσπισή τους στην ποινική διαδικασία, ούτε με την ηθική βλάβη, που υπέστησαν οι ενάγοντες για τους λόγους αυτούς, αλλά έχουν την αιτία τους στην απόφαση για έναρξη της διαδικασίας φορολογικού ελέγχου, που έλαβε κατ' ενάσκηση της διακριτικής της ευχέρειας η ελληνική φορολογική αρχή, και ακολούθως στην έκδοση εις βάρος των εναγόντων πράξεων επιβολής φόρων, καθώς και στην απόφαση της ελληνικής εισαγγελικής αρχής για άσκηση εις βάρος τους ποινικής δίωξης, ορθά έκρινε, αφού η προαναφερθείσα συμπεριφορά του προστηθέντος από την εναγόμενη υπαλλήλου της, αλλά και της ίδιας, δεν είναι ικανή και πρόσφορη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, σε συνδυασμό με τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει τα ανωτέρω ζημιογόνα αποτελέσματα, τα οποία πράγματι έχουν την αιτία τους στην άσκηση των αρμοδιοτήτων των ελληνικών αρχών. Ειδικότερα, εφόσον με τις διατάξεις των νόμων 3363/2005, 4034/2011 και 4105/2013 δεν θεσπίζεται η διακρατική συνεργασία ως αποκλειστικός τρόπος συλλογής πληροφοριών σχετικά με υποθέσεις φορολογικής απάτης και γενικότερα φοροδιαφυγής, αλλά μόνο η υποχρέωση παροχής πληροφοριών εκ μέρους κάποιου συμβαλλόμενου μέρους σε περίπτωση υποβολής αιτήματος από άλλο συμβαλλόμενο μέρος, όταν συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, νομίμως κινήθηκε από την ημεδαπή φορολογική αρχή η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου βάσει του άρθρου 26 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), κατά το οποίο "η Φορολογική Διοίκηση επιλέγει τις προς έλεγχο υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, ή εξαιρετικά με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα, και δεν δημοσιοποιούνται", και από την ημεδαπή εισαγγελική αρχή η ποινική διαδικασία δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 37 επ. Κ.Π.Δ., με βάση πληροφορίες, οι οποίες δεν αποκτήθηκαν με τον τρόπο της διακρατικής συνεργασίας που θεσπίζουν οι ανωτέρω διατάξεις. Επομένως, τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες ζημιογόνα περιστατικά, δηλαδή η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου και η ποινική διαδικασία εις βάρος τους, έχουν την αιτία τους στις σχετικές αποφάσεις της φορολογικής και εισαγγελικής αρχής, που ελήφθησαν νομότυπα κατ' ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους, και όχι στη συμπεριφορά της εναγόμενης, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω αποφάσεις των ημεδαπών αρχών θα αποτελούσαν την αιτία των ζημιογόνων περιστατικών ακόμη και αν είχαν ληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων των νόμων που προαναφέρθηκαν (ν. 3363/2005, 4034/2011 και 4105/2013).
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος, που περιλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων με την ανωτέρω αιτίαση.
Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 10 § 3, 23 § 1 ν. 2472/1997 "Προστασία από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων" και 57 Α.Κ. απέρριψε το αίτημά του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ελλείψει αιτιώδους συνδέσμου, αφού η ηθική βλάβη, που υπέστη ο αναιρεσείων και ο πρώτος αρχικός ενάγων, συντελέστηκε με αυτή καθ' εαυτή τη διαρροή των προσωπικών δεδομένων τους από το αρχείο της τράπεζας. Όπως προκύπτει, όμως, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 18-3-2019 ένδικης αγωγής τους, οι ενάγοντες προσδιόρισαν την αιτία της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, αποκλειστικά στην εμπλοκή τους στη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου και την ποινική διαδικασία, που επακολούθησαν του γεγονότος της διαρροής των προσωπικών τους δεδομένων από το αρχείο της εναγόμενης, και την εξαιτίας αυτών προσβολή της τιμής και της υπόληψής τους, επειδή, παρόλο που είναι έντιμοι και καταξιωμένοι επαγγελματίες, εμφανίστηκαν στο κοινωνικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον ως φοροφυγάδες και ταλαιπωρήθηκαν σε μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες προκειμένου να αποδείξουν τη νομιμότητα των ενεργειών τους. Επομένως, ορθά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε και το κονδύλιο αυτό ως μη νόμιμο για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου, και ο πρόσθετος λόγος, με τον οποίο στην πραγματικότητα επιχειρείται ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2023 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Ρ., και τον από 31-7-2024 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της 3249/2023 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ