ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1222/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1222/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1222/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1222 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1222/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Ε., κάτοικου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα Σοφού.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Κ., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοντούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-02-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, ή αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1782/2024, Α.Π. 1027/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17-2-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 175/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 12-12-2016 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι δάνεισε στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των 124.959,56 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο σε τέσσερεις δόσεις, από τις οποίες η τέταρτη, ύψους 30.000 ευρώ, έπρεπε να καταβληθεί την 30-7-2006, ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αρχικό αγωγικό του αίτημα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει 20.000 ευρώ για μέρος της τέταρτης δόσης. Η αγωγή έγινε δεκτή με την 144/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως. Η εναγόμενη-αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ενάγων, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, ήρθε σε διαπραγματεύσεις με την εναγομένη για την πώληση σ' αυτήν ενός διαμερίσματος. Δυνάμει δε του ...2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ν. Γ., νόμιμα μεταγεγραμμένου, ο ενάγων από κοινού με τους Ε. Σ., Π. Κ., και Ε. Κ., πώλησαν στην εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας συμβλήθηκε ο αδελφός της, Ο. Κ. του Ε., δυνάμει του 3.460/22-2-2006 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. Δ., ένα διαμέρισμα τετάρτου ορόφου, καθαρού εμβαδού 89,94 τ.μ., με τα παρακολουθήματά του ... σε οικοδομή, κείμενη επί της οδού ..., πόλεως Ηρακλείου. Το τίμημα της πώλησης ορίσθηκε ίσο με την αντικειμενική αξία του ακινήτου, που ανερχόταν στο ποσό των 95.040,44 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε εξ ολοκλήρου, προκειμένου να καταβληθεί από ισόποσο δάνειο, που είχε εγκριθεί και θα ελάμβανε η εναγομένη από το "..." ή οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό ίδρυμα, εντός δύο μηνών από τη σύναψη του παραπάνω συμβολαίου. Την ίδια ημέρα, με την υπογραφή του πιο πάνω συμβολαίου, και δη την 28-2-2006, η εναγομένη σύναψε με τον εναγόμενο εγγράφως, εκπροσωπούμενη από τον αδελφό της Ο. Κ. του Ε., δυνάμει εξουσιοδότησης, σύμβαση δανείου ποσού 124.959,56 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί σε τέσσερις δόσεις κατά τις κάτωθι ημερομηνίες και δη, της πρώτης, ποσού 20.000 ευρώ, την 1-3-2006, της δεύτερης, ποσού 44.959,56 ευρώ, την 30-4-2006, της τρίτης, ποσού 30.000 ευρώ, την 30-7-2006, και της τέταρτης, ποσού 30.000 ευρώ, την 30-7-2006. Για την εξόφληση του ποσού του δανείου, ο ενάγων εξέδωσε την 28-2-2006, τέσσερις (4), ισόποσες, με τις προαναφερθείσες δόσεις, συναλλαγματικές, λήξεως της καθεμίας από αυτές, την παραπάνω ημερομηνία απόδοσης εκάστου ποσού, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν η εναγομένη, την πληρωμή των οποίων τριτεγγυήθηκε ο αδελφός της, Ο. Κ.. Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης, η εναγομένη κατέβαλε διαδοχικά στον ενάγοντα το ποσό των 104.959,56 ευρώ ενώ δεν κατέβαλε το ποσό των 20.000 ευρώ, που αφορούσε μέρος της τελευταίας δόσης. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων όχλησε την εναγομένη με την από 28-3-2012 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία, κλήση, που της επιδόθηκε την 4-5-2012 ...
Συνεπώς, με βάση τα προεκτεθέντα, οι συναλλαγματικές που παραδόθηκαν από την οφειλέτρια στο δανειστή (ενάγοντα) δεν αποτελούσαν καταβολή ούτε δόση αντί καταβολής, αφού δεν προέκυψε σαφώς το αντίθετο, ο δε τελευταίος (ενάγων) που είχε στα χέρια του τις συναλλαγματικές δεν είχε ακόμη ικανοποιηθεί. Έτσι, με τις συναλλαγματικές που δόθηκαν στο δανειστή δεν επήλθε απόσβεση της απαίτησής του. Ορθώς δε, δεν επιδίωξε την ικανοποίησή του από τη νέα ενοχή και δη τη συναλλαγματική που έλαβε, λήξεως 30-7-2006, εφόσον δεν ήταν αυτό πλέον δυνατό λόγω παραγραφής της απαιτήσεώς του από τη συναλλαγματική, και συνεπώς, δικαιούτο να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από την παλαιά ενοχή, όπως και έπραξε, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης. Η εναγομένη, εξάλλου, με την από 9-5-2012 εξώδικη δήλωση, απάντηση διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 15-5-2012 ... για πρώτη φορά μετά την πάροδο έξι ετών από την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (...2006) ισχυρίζεται ότι το αναγραφόμενο στην προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση ποσό δεν αφορά δάνειο, αλλά υπόλοιπο τιμήματος από την πιο πάνω πώληση που δεν αναγράφηκε στο προαναφερθέν συμβόλαιο. Εκ του λόγου αυτού αρνείται την καταβολή του οφειλομένου από μέρους της προς τον ενάγοντα, κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (9-5-2012), ποσού 20.000 ευρώ, και επιπλέον διηγηματικώς, στην παραπάνω δήλωσή της, αναφέρει ότι το πωληθέν διαμέρισμα έφερε πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναλυτικώς προσδιορίζει σ? αυτήν. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της, ότι το παραπάνω ποσό του δανείου, των 124.956,56 ευρώ, αποτελούσε υπόλοιπο τιμήματος της πώλησης του άνω διαμερίσματος, που δεν αναγράφηκε στο συμβόλαιο, προσκομίζει δύο βεβαιώσεις χορήγησης/αποπληρωμής στεγαστικών δανείων του ... Ελλάδος, ποσών 95.040 και 44.960 ευρώ, αντίστοιχα. Το γεγονός, όμως, της λήψεως από μέρους της, των εν λόγω ποσών από το ... Ελλάδος, δεν αποδεικνύει, άνευ ετέρου, τον παραπάνω ισχυρισμό της, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι και τα δύο αυτά ποσά δόθηκαν στον ενάγοντα και μάλιστα ως τίμημα για την αγορά του πωληθέντος σ' αυτήν διαμερίσματος, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το καταβληθέν τίμημα ήταν ανώτερο του αναγραφομένου στο συμβόλαιο ποσού των 95.040,44 ευρώ. Επιπλέον, εφόσον υφίσταται αποδεικτικό έγγραφο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης δανείου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, η εναγομένη όφειλε να ανταποδείξει ότι δεν υφίστατο η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση, αλλά υπεκρύπτετο υπόλοιπο τιμήματος πώλησης μη αναγραφέν στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, πράγμα που δεν έπραξε, μη αρκούντος, προς τούτο του ισχυρισμού της, ότι δεν είθισται να δανείζει την αγοράστρια διαμερίσματος ο πωλητής, καθόσον δεν ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις τα ίδια, καθώς διαφέρουν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και οι περιστάσεις που τις διαμορφώνουν. Αν δε ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης ήταν αληθής, θα μπορούσε έγκαιρα να αρνηθεί την καταβολή του, επιπλέον από το αναγραφόμενο τίμημα, κατά τους ισχυρισμούς της, ποσού των 149.916,56 ευρώ εκ του οποίου 104.959 ευρώ, αφορούσε μέρος του προαναφερθέντος δανείου, το οποίο ποσό (των 149.916,56 ευρώ) όπως και η ίδια ομολογεί, κατέβαλε, αδιαμαρτύρητα, αρνούμενη μόνον, την καταβολή του υπολοίπου ποσού των 20.000 ευρώ." Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 211 επ. Α.Κ., δέχτηκε ότι η ίδια παρείχε εξουσιοδότηση προς τον Ο. Κ. για να αποδεχθεί τις τέσσερεις συναλλαγματικές, που εκδόθηκαν για την εξασφάλιση της απόδοσης του δανείου. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, επειδή η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τις κρίσιμες σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ανωτέρω κανόνων δικαίου, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός α) θίγει την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, β) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα αποδέχτηκε τις συναλλαγματικές δι' αντιπροσώπου, και γ) είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επιδικασθέν ποσό των 20.000 ευρώ οφείλεται βάσει της σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων και όχι της απαίτησης από τις συναλλαγματικές, η οποία αναλήφθηκε προς εξασφάλιση, και όχι προς αντικατάσταση της απαίτησης από το δάνειο.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 421 Α.Κ. με την αιτίαση ότι η απαίτηση του αναιρεσίβλητου από τις συναλλαγματικές δεν είναι έγκυρη, επειδή αναλήφθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο το δάνειο δεν είχε γίνει ακόμη απαιτητό. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει τις κρίσιμες σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι είναι αλυσιτελής, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου το επιδικασθέν ποσό οφείλεται βάσει της σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων και όχι της απαίτησης από τα αξιόγραφα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 115 § 2 εδ. β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα (Α.Π. 63/2024, Α.Π. 2/2023, Α.Π. 609/2022, Α.Π. 356/2022, Α.Π. 55/2022). Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως δεν μπορεί να θεμελιωθεί αναιρετικός λόγος αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 73/2016, Α.Π. 168/2015). Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1620/2005). Επομένως ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 5/2000, Α.Π. 63/2024, Α.Π. 26/2022, Α.Π. 1308/2021). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις, και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 63/2024). Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 911/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της εφετειακής απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. δέχτηκε ότι οφείλεται το ποσό των 20.000 ευρώ, δεδομένου ότι η ισόποση συναλλαγματική, δηλαδή η πρώτη από τις τέσσερεις που αυτή αποδέχτηκε, έληγε την 1-3-2006, δηλαδή μόλις 24 ώρες από την υπογραφή του από 28-2-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού δανείου. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει με το αναιρετήριο ότι προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ως άνω ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και ότι επανέφερε αυτόν στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ). Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020). Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 305/2021, Α.Π. 2050/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχτηκε ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου 124.956,56 ευρώ την ίδια ημέρα με τη σύναψη της σύμβασης αγοραπωλησίας του διαμερίσματος, με την υποχρέωση μάλιστα της ενάγουσας να αποδώσει την πρώτη δόση του δανείου την επόμενη ημέρα της σύναψης αυτού. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έρευνα για την έννοια κανόνα δικαίου, ούτε ειδικότερα για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας, αλλά για τη διάγνωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ακυρότητας της σύμβασης δανείου, που προέβαλε με τον πρώτο λόγο εφέσεως, ισχυριζόμενη ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη, επειδή η πώληση του διαμερίσματος από τον αναιρεσίβλητο σε αυτήν είναι αισχροκερδής, επειδή το τίμημα, που επιδίωξε ο πωλητής, ανέρχεται σε 264.959,64 ευρώ, ποσό που είναι υπέρογκο και υπερβαίνει κατά πολύ την αντικειμενική του αξία των 95.040,44 ευρώ. Επίσης, με σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι ο αναιρεσίβλητος παραβίασε όρο της συγγραφής υποχρεώσεων σχετικά με τα υλικά κατασκευής του διαμερίσματος. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, επειδή οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είναι νόμιμοι και συνεπώς δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν συνιστούν πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού η αγωγή στηρίζεται στη σύμβαση δανείου και δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της σύμβασης αυτής η τυχόν ακυρότητα λόγω καταπλεονεκτικότητας της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα σύμβασης πώλησης ακινήτου (η ύπαρξη της οποίας άλλωστε αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής), ούτε η τυχόν παράβαση υποχρεώσεων που πηγάζουν από αυτήν.
Με σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά τα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα τις δύο από 15-2-2010 βεβαιώσεις χορήγησης δύο δανείων από το ..., ύψους 95.040 και 44.960 ευρώ, από τις οποίες προέκυπτε ότι το πραγματικό τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση του διαμερίσματος ήταν μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή προσβάλλει την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2022 αίτηση αναιρέσεως της Α. Κ. για αναίρεση της 175/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή