ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1223/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1223/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1223/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1223 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1223/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος: Π. - Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της καλούσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΚΙΑ ΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως αυτή τροποποιήθηκε από "NOKIA SIEMENS ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Καραμαρία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-07-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1771/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3094/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-01-2018 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 84/2022 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 12-04-2022 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 742/2023, ΑΠ 1182/2021). Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει επίσης ότι, αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε είναι ο αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 888/2022, ΑΠ 64/2008, ΑΠ 303/2008), προϋπόθεση, που αυτονοήτως δεν ισχύει αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε είναι ο αναιρεσείων, αφού αυτός είναι ο ασκήσας την αίτηση αναίρεσης, την οποία συνεπώς γνωρίζει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση, γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 742/2023, ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 888/2022). Η ιδιότητα κάποιου ως αντίκλητου, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως και ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ιδιότητάς του, με έναν από τους καθοριζόμενους, κατά τα παραπάνω, τρόπους, ενώ η επίδοση σε πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα αντίκλητου, είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1378/2022, ΑΠ 384/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ειδικά δε στις εργατικές διαφορές μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή(ΑΠ 787/2023). Επομένως των ανωτέρω ο με συμβολαιογραφική πράξη του διαδίκου ορισθείς πληρεξούσιός του για την άσκηση της αναίρεσης, την οποία και τελικά άσκησε και για την εκπροσώπησή αυτού ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την συζήτησή της, είναι αυτοδικαίως και νόμιμος αντίκλητος του αναιρεσείοντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη της αναίρεσης και συνεπώς νομίμως επιδίδεται σε αυτόν η κλήση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία καλείται ο αναιρεσείων να παραστεί στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Στην περίπτωση δε, που ορίσθηκαν περισσότεροι του ενός δικαστικοί πληρεξούσιοι, αρκεί να γίνει η επίδοση της σε έναν από αυτούς (ΑΠ 1378/2022, ΑΠ 1014/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη με επίκληση από την αναιρεσίβλητη υπ. αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Ν., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 12-4-2022 με αριθ. καταθ. στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου 89/28-4-2022 αίτησης-κλήσης, με την οποία φέρεται για νέα συζήτηση η ένδικη από10-1-2018 αίτηση του καθ' ου η κλήση - αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ' αριθ. 3094/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 84/2022 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μαζί με πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου την 11-12-2023, από την οποία αναβληθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο(17-3-2025) και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών Γρηγόριο Δ. Μίτζα ως αντίκλητο του αναιρεσείοντος. Από το υπάρχον στην δικογραφία και κατατεθέν κατά τον προσδιορισμό της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 12.183/15-11-2017 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Φωτεινής Τριγάζη προκύπτει ότι με αυτό ο αναιρεσείων διόρισε ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του τους δικηγόρους Αθηνών Γρηγόριο Δ. Μίτζα(ο οποίος εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα και ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου) και Χρήστο Παφίλη, προκειμένου αυτοί, μεταξύ άλλων, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά, να ασκήσουν αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως και να εκπροσωπήσουν τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο, που θα ορισθεί, καθώς και σε κάθε μετ' αναβολή δικάσιμο, στα πλαίσια δε της πληρεξουσιότητας αυτής ο μεν Γρηγόριος Δ. Μίτζας υπογράφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης καθώς και την από 10-9-2020 παραγγελία για επίδοση αυτής στην αναιρεσίβλητη για την αρχική δικάσιμο της 22-3-2021, ο δε Χρήστος Παφίλης κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης στο Εφετείο Αθηνών. Επομένως, αφού ο δικηγόρος Γρηγόριος Δ. Μίτζας αποτελεί νομίμως διορισμένο αντίκλητο του αναιρεσείοντος για την ένδικη αίτηση αναίρεσης και δεν προκύπτει ότι αυτός αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την ένδικη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης του με την επίδοση της ανωτέρω κλήσης στον ορισθέντα νομίμως αντίκλητό του και συνεπώς, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στην ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ενόψει και του ότι η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, κατά το άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ, ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αναιρέσεις κατά το άρθρο 116 παρ. 2β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017,ΑΠ 168/2015).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 641/2018, ΑΠ 102/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 500/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τον προβληθέντα για πρώτη φορά ενώπιόν του με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμό του, ότι η γενομένη δεκτή πρωτοδίκως και κατ' έφεση επικουρική βάση της εναντίον του αγωγής της αναιρεσίβλητης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήταν αόριστη γιατί σε αυτήν δεν περιέχονται πρόσθετα στοιχεία, σε σχέση με την απορριφθείσα πρωτοδίκως ως μη νόμιμη κυρία βάσης της αγωγής, που είχε βάση αδικοπραξία του και έτσι εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, καθ` όσον ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν ισχυρίζεται με τον λόγο αναίρεσης ότι είχε προβάλει νομίμως και πρωτοδίκως τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του, τον οποίο, μετά την απόρριψή του επανέφερε με λόγο έφεσης μη αρκούσης της προβολής του για πρώτη φορά στο Εφετείο. Κατά το άρθρο 904 εδ. α` του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας(ΑΠ 1669/2024, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1372/2022). Ειδικότερα αχρεώστητη παροχή είναι η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη αιτία. Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε. Για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη(ΑΠ 86/2022).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στις 9-4-2009, δυνάμει του με ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού και του συνημμένου σε αυτό εργολαβικού (Παράρτημα Α), η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), κατάρτισε σύμβαση έργου με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ηλεκτρολόγο - μηχανικό, δυνάμει της οποίας ανέλαβε αυτός τη συμπληρωματική κατασκευή των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και την κατασκευή δικτύου φωνητικών δεδομένων (Voice Data) στο κατάστημά της, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής και ειδικότερα στο επί του 14ου χλμ της Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, στο κτίριο με την επωνυμία AREVA. Η αμοιβή του εναγομένου καθορίστηκε στο κατ' αποκοπήν ποσό των 201.034,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% και συνολικά στο ποσό των 239.230,50 ευρώ. Την παρακολούθηση των εργασιών, στο κτίριο AREVA, είχε αναλάβει για λογαριασμό της ενάγουσας ο Δημήτριος Χαλάς, μέσω όμως της μεσιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΙΡΟΥΣΙΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΉ" και τον διακριτικό τίτλο CBRE. Ο εναγόμενος, για τις συμφωνηθείσες εργασίες, εξέδωσε τα ...-2009 και ...-2009 τιμολόγια, ποσού 9.100,00 ευρώ και 191.934,00 ευρώ, αντίστοιχα, πλέον Φ.Π.Α. 19% (δηλ. 10.829,00 ευρώ και 228.401,50 ευρώ και συνολικά 239.230,50 ευρώ). Περαιτέρω, η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο την εκτέλεση από αυτόν των κατωτέρω πρόσθετων εργασιών: τη συμπληρωματική δομημένη καλωδίωση, 95 θέσεις εργασίας τοποθέτηση πατς πάνελς, υπόγεια διέλευση και τερματισμό σε κανάλια, ταυτοποίηση - πιστοποίηση και γέφυρες μετά διαχωρισμού ενιαίου χώρου, στο χώρο Ελέγχου Εργαστηρίου (Test Room) στον 1° όροφο του κτιρίου AREVA, για τις οποίες η αμοιβή του ορίστηκε στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19%. Ο εναγόμενος, για τις εργασίες αυτές, εξέδωσε, ακολούθως, το ...-2009 τιμολόγιο, ποσού 5.000,00 ευρώ; πλέον Φ.Π.Α. 19%, ήτοι 5.950,00 ευρώ.

Περαιτέρω, οι διάδικοι συμφώνησαν την από τον εναγόμενο εγκατάσταση οπτικής ίνας στον 1° όροφο του παραπάνω κτιρίου, έναντι του ποσού των 634,80 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19%. Ο εναγόμενος, για την εργασία αυτή, εξέδωσε το ...-2009 τιμολόγιο ποσού 634,80 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19%, ήτοι 755,41 ευρώ. Στην συνέχεια, στις 29-6-2009, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, όπως οριζόταν στο άρθρο 3 εδ. α' του επίδικου συμφωνητικού, ότι οι πρόσθετες (εξωσυμβατικές) εργασίες, που εκτέλεσε ο εναγόμενος στις ανωτέρω εγκαταστάσεις της ενάγουσας, θα αμείβονταν με το συνολικό ποσό των 8.758,40 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19% [βλ. το από 9-12-2009 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Δ. Χ. που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν επιφορτισμένος από την ενάγουσα με την επίβλεψη και παραλαβή του ένδικου έργου...]. Από το ποσό των 8.758,40 ευρώ συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να αφαιρεθεί το ποσό των 3.000,00 ευρώ που αντιστοιχούσε στο κόστος αγοράς 2ου πίνακα UPS, τον οποίο τελικά δε χρειάστηκε να προμηθευτεί ο εναγόμενος, όπως είχε υποχρέωση από την ένδικη σύμβαση έργου, δεδομένου ότι επανεγκατέστησε τον ήδη υπάρχοντα πίνακα. Ο εναγόμενος ακολούθως, εξέδωσε το ...-2009 τιμολόγιο ποσού (8.758,40 - 3.000,00 =) 5.758,40 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19%, δηλ. 6.852,50 ευρώ. Στις 6-7-2009 ολοκληρώθηκε η εκτέλεση του ένδικου έργου και υπογράφηκε από τον εναγόμενο και για λογαριασμό της ενάγουσας από τον Δ. Χ., το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το συνολικό ποσό που όφειλε η ενάγουσα στον εναγόμενο από την εκτέλεση όλων των εργασιών στο κτίριο AREVA, ανερχόταν σε 252.788,41 (239.230,50 + 5.950,00 +6.852,50+ 755,41) ευρώ. Η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο, με διαδοχικές καταθέσεις στον με αριθμό ... λογαριασμό του στην Τράπεζα PROBANK. S.A., α) στις 13-5-2009, το ποσό των 90.474,30 ευρώ και β) στις 2-9-2009, το ποσό των 154.706,20 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 245.180,50 ευρώ, προς ολοσχερή εξόφληση των ...-2009, ...-2009 και ...-2009 τιμολογίων και των αντίστοιχων εργασιών, γ) στις 9-9-2009, το ποσό των 16.779,00 ευρώ και δ) στις 28- 10-2009, το ποσό των 228.401,50 ευρώ και συνολικά το ποσό των 490.361,00 ευρώ. Κατέβαλε δηλαδή, πλέον του ανωτέρω οφειλομένου, το ποσό των 237.572,59 (490.361,00-252.788,41) ευρώ. Στις προαναφερθείσες, από 9-9-2009 και 28-10-2009 καταβολές, οι υπάλληλοι λογιστηρίου της ενάγουσας προέβησαν από παραδρομή, θεωρώντας ότι υπήρχε αντίστοιχη οφειλή της εργοδότριάς τους προς τον εναγόμενο από τα τιμολόγια με αριθ. .../2009, .../2009 και .../2009 συνολικού ποσού 16.779,00 ευρώ, τα δύο πρώτα και 228.401,50 ευρώ, το τρίτο, ενώ στην πραγματικότητα, τα μόνα τιμολόγια του εναγομένου που παρέμειναν ανεξόφλητα ήταν τα ...-2009 και ...-2009 συνολικού ποσού 7.607,91 ευρώ. Δηλαδή καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των 245.180,50 ευρώ, αντί του οφειλομένου 7.607,91 ευρώ, ήτοι 237.572,59 (245.180- 7.607,91) ευρώ, επί πλέον. Ο εναγόμενος από το ποσό αυτό, επέστρεψε στην ενάγουσα το ποσό των 141.040,03 ευρώ, στις 22-12-2009. Ο εναγόμενος, εξέδωσε το ...-2009 τιμολόγιο, ποσού 87.361,47 ευρώ και το ...-2009 τιμολόγιο, ποσού 9.099,98 ευρώ και συνολικά 96.461,45 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 19%, που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιστοιχούν σε αμοιβή του για εργασίες, τις οποίες είχε συμφωνήσει επί πλέον με την ενάγουσα και τις οποίες εκτέλεσε και τις εξειδικεύει σε επισυναπτόμενο πίνακα. Ισχυρίζεται, κατόπιν αυτού, ότι τα επί πλέον χρήματα που του καταβλήθηκαν, αντιστοιχούν σε αμοιβή του και ως εκ τούτου, υφίσταται νόμιμη αιτία για την καταβολή τους και δεν υποχρεούται να τα αποδώσει. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι ουσιαστικά αβάσιμος, εν μέρει. Συγκεκριμένα, το ...-2009 τιμολόγιο, ποσού 9.099,98 ευρώ, που αφορά στην αμοιβή του εναγομένου για extra υπερωριακές εργασίες, πέραν των προβλεπόμενων από τη σύμβαση, δεν παριστά πραγματική οφειλή της ενάγουσας, καθ' όσον εκδόθηκε από τον πρώτο, μετά την παράδοση του έργου, αυθαίρετα, με αποκλειστικό σκοπό να δημιουργήσει εκ των υστέρων νόμιμη αιτία είσπραξης του ποσού αυτού, εν όψει της αχρεώστητης εκ μέρους της ενάγουσας καταβολής του ποσού των 237.572,59 ευρώ, χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία των διαδίκων. Στην κρίση αυτή συνηγορεί και η ύπαρξη του άρθρου 5 της ένδικης σύμβασης έργου, στο οποίο προβλέπεται ότι η μισθοδοσία του χρησιμοποιούμενου από τον εργολάβο εργατοϋπαλληλικού προσωπικού, καθώς και κάθε αξίωση αυτού από αμοιβές, επιδόματα κλπ βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τον τελευταίο, γεγονός που ισχύει και σε κάθε σύμβαση έργου, εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Επίσης, μετά την παράδοση του έργου και για να νομιμοποιήσει την μη απόδοση του επί πλέον ποσού, ο εναγόμενος εξέδωσε και το ...-2009 τιμολόγιο, ποσού 87.361,47 ευρώ, χωρίς να έχουν εκτελεστεί οι περισσότερες από τις αναφερόμενες στον επισυναπτόμενο πίνακα εργασίες. Ειδικότερα, όσον αφορά στις εργασίες που περιλαμβάνονται στο σχετικό πίνακα υπό τον τίτλο "περιγραφή extra εργασιών για το κτίριο AREVA κόστος υλικών & εργασιών", πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Οι εργασίες του με αριθ. 7.1 στοιχείου,...(ακολουθεί αναλυτική παράθεση εκτελεσθεισών εργασιών) και συνολικά 1.850,12 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19%, δηλ. 2.201,64 ευρώ, πράγματι εκτελέστηκαν και δεν εξοφλήθηκαν από την ενάγουσα. Οι υπόλοιπες, όμως, είναι εργασίες που είχαν ήδη τιμολογηθεί στην ενάγουσα και στη συνέχεια εξοφλήθηκαν από αυτήν κατά τα προαναφερόμενα, καθώς και εργασίες που ουδέποτε συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να εκτελεστούν προς όφελος της ενάγουσας ή να τιμολογηθούν. Συγκεκριμένα: οι εργασίες με αριθ. 1.1 έως 1.6, 1.11, 6.3, 9.1 και 11.1 του πίνακα αυτού, που αφορούν σε εγκατάσταση καλωδίου παροχής στο κεντρικό χειριστήριο ΝΥΜ 3X1.5, 50 μ., εγκατάσταση καλωδίου UTP στις εσωτερικές κλιματιστικές μονάδες, εγκατάσταση καλωδίου UTP στις εξωτερικές μονάδες (ψύκτες), τοποθέτηση πίνακα controller κλιματισμού, εγκατάσταση καλωδίου ΝΥΜ 3X2.5 για τροφοδοσία πίνακα controller, εγκατάσταση καλωδίου ΝΥΜ 3X1.5 για τρίοδη βαλβίδα ελέγχου νερού στα μηχανήματα κλιματισμού, αντικατάσταση καλωδίου πίνακα κλιματισμού από 150 σε 185 καρέ ..., μετατροπή πίνακα UPS πεδίου μεταγωγής από 400Α σε 630Α, έξτρα καλώδια UTP 2μ. X 24 X 34 = 1632 μ. X 0,75 €, διάνοιξη οπών για βάσεις ανόρθωσης, συμφωνήθηκε, στις 29-6-2009, μεταξύ των διαδίκων να μην τιμολογηθούν και για το λόγο αυτό, αναφέρονται με μηδενική αξία στον πίνακα που καταρτίστηκε κατά το χρόνο εκείνο. Οι εργασίες με αριθ. 1.7 έως 1.10, αφορούν σε γραμμές κλιματισμού 35 μ. έξτρα μήκους, 120 καρέ καλώδιο 35 μ. X 6 αγωγούς = 210 μ. Χ30€, 35 μ. έξτρα μέτρα καλωδίου, δύο αγωγοί γειώσεως 70 καρέ είναι ίσο με 70 μ. X 18 €, δύο αγωγοί ουδέτερου 70 καρέ ίσο με 70 μ. X 18 €, τοποθέτηση σχάρας 35 μ. υλικά - εργασία, που συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να τιμολογηθούν επιπλέον, σύμφωνα με τον από 29-6-2009 προαναφερόμενο πίνακα και έχουν ήδη εξοφληθεί κατά τα προαναφερθέντα (βλ. το 521/2009 τιμολόγιο). Οι εργασίες με αριθ. 1.12, 1.13, 1.16, 2.1, 2.2, 3.1, 4.1, 5.1, 6.1, 6.2, 10.3, 10.4 και 15, που αφορούν σε μετατροπές μπάρες - μετατροπές μπάρες στήριξης πίνακα κλιματισμού, πίνακας κλιματισμού,, παροχές εσωτ. κλιματιστικών μονάδων - downflow, NY, 3X1.5 με τις απαιτούμενες ασφάλειες, παροχή ΝΥΥ 5Φ10 με την απαιτούμενη ασφάλεια 3Φ32 στον πίνακα κλιματισμού, καλώδια ΙΟΥ 3Χ1-2Χ1, γραμμές ενδοδαπέδιων Downflow(σύνδεση), πίνακας πεδίου UPS, παροχές από UPS 2X185 ανά φάση σε πίνακα πεδίου UPS, εσκαφή τάφρου βάθους 1,5 μ. με σωληνώσεις γαλβανιζέ, βαρέως τύπου για διελεύσεις καλωδίων 3 σωλήνες Φ120, καλώδιο 7X1.5 εκκίνηση γεννήτριας, σχέδια, ενέπιπταν στις υποχρεώσεις του εναγομένου από το αρχικό ιδιωτικό συμφωνητικό και επομένως, δεν έπρεπε να χρεωθούν επιπλέον, ενώ οι εργασίες με αριθ. 1.14, 1.15 και 5.1, που αφορούν σε γραμμή τρίωδης βαλβίδας, πίνακα διαρροής νερού, γραμμές ενδοδαπέδιων Downflow (τοποθέτηση), είναι πρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν από τον εναγόμενο, αφ' ενός χωρίς εντολή της ενάγουσας και αφ' ετέρου χωρίς όφελος της. Η εργασία με αριθ. 10.2, που αφορά σε έξτρα καλωδίωση μήκους 20μ., ουδέποτε πραγματοποιήθηκε από τον εναγόμενο, ενώ οι εργασίες με αριθ. 10.5 και 11.3, που αφορούν σε σύνδεση αποσύνδεση γεννήτριας, λόγω επισκευής και μεταφορά φωτιστικών σωμάτων, συμφωνήθηκε να μην τιμολογηθούν. Ο υπογεγραμμένος από τον Δ. Χ. πίνακας, με τις πρόσθετες αυτές εργασίες, που προσκομίζεται από τον εναγόμενο, ως απόδειξη της αναγνώρισης της απορρέουσας από αυτόν οφειλής της ενάγουσας ποσού 87.361,47 ευρώ, δεν υπογράφηκε στις 9-7-2009, αλλά μεταγενέστερα και προκειμένου να δημιουργηθεί, εκ των υστέρων, νόμιμη αιτία, έναντι της διεκδίκησης από την ενάγουσα του ποσού των 96.532,56 ευρώ και αφού ο Δ. Χ. είχε παύσει προ πολλού (31-8-2010) να εργάζεται για λογαριασμό της. Αν το έγγραφο αυτό υπήρχε ήδη από την 9-7-2009, ο εναγόμενος θα είχε επισυνάψει αυτό (και όχι το αντίστοιχο ανυπόγραφο) στο αντίστοιχο με αριθ. ...-2009 τιμολόγιο, που εξέδωσε, καθώς και στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στις 4-12-2009 στον εξωτερικό λογιστή της ενάγουσας Ν. Σ. Επιπλέον, όλα όσα αναφέρει ο Δ. Χ. στην ένορκη βεβαίωσή του είναι αναληθή και έρχονται σε αντίθεση με έγγραφες δηλώσεις του προς την ενάγουσα. Ειδικότερα, βεβαιώνει ενόρκως ότι υπήρξε συμφωνία με τον εναγόμενο για κάλυψη του κόστους της υπεραπασχόλησης του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού του στο ένδικο έργο από την ενάγουσα και ότι ο ίδιος ενέκρινε την τιμολόγηση επιπρόσθετων εργασιών ποσού 87.000,00 ευρώ περίπου, ενώ σε προγενέστερα ηλεκτρονικά μηνύματά του βεβαίωνε τα στελέχη της ενάγουσας για το αντίθετο (βλ. το από 19-1-2010 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Δ. Χ. προς την υπεύθυνη λογιστηρίου της ενάγουσας, Α. Γ., σχετικά με το 544/2009 τιμολόγιο του εναγομένου με περιγραφή "περαιτέρω υπερωριακές εργασίες εκτός συμβατικής συμφωνίας", όπου αναφέρεται"... απόρριψέ το. Δεν έχουμε πληροφορίες για το τιμολόγιο αυτό και δε συμφωνήσαμε ποτέ για το παρακάτω ποσό"). Πρέπει, επί πλέον, να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος με το από 6-7-2009 ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την ενάγουσα, ζήτησε να του καταβληθεί το υπόλοιπο της αμοιβής του, από τις σύμφωνηθείσες εργασίες, ποσού 107.000 ευρώ, χωρίς να κάνει αναφορά στην αμοιβή του για τις συμπληρωματικές εργασίες, παρ' ότι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, είχαν ήδη εκτελεστεί και παραδοθεί την ως άνω ημερομηνία (6-7-2009). Επομένως, αφαιρουμένου του ποσού των 2.201,64 ευρώ, που, όπως προαναφέρθηκε, αντιστοιχούσε σε εργασίες που πράγματι εκτέλεσε ο εναγόμενος, προκύπτει ότι το ποσό των 94.330,92 ευρώ καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία σε αυτόν και συνιστά αχρεώστητη παροχή. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος, έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατά το ποσό αυτό.
Εν προκειμένω, η αξίωση της ενάγουσας δε στηρίζεται στη σύμβαση έργου, αλλά θεμελιώνεται σε διαφορετικά περιστατικά, εφ' όσον, αφ' ενός από όσα ισχυρίστηκε η ενάγουσα στην αγωγή της και αφ' ετέρου απ' όσα αποδείχθηκαν, οι καταβολές της προς τον εναγόμενο έγιναν από παραδρομή και χωρίς νόμιμη αιτία, εφ' όσον τις εκτελεσθείσες εργασίες τις είχε ήδη εξοφλήσει και έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή τους με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθούν. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι το περιεχόμενο του από 9-7-2009 ιδιωτικού εγγράφου, με τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΞΤΡΑ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΑΒΕΝΑ, ΚΟΣΤΟΣ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" είναι αναληθές, αφού αυτό φέρει την γνήσια υπογραφή του επιβλέποντος το έργο Δ. Χ. και ως εκ τούτου, είναι γνήσιο....Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν ανωτέρω, το ως άνω έγγραφο φέρει πράγματι την υπογραφή του Δ. Χ., ήτοι προκύπτει ότι εκδόθηκε από αυτόν, πλην όμως, το περιεχόμενό του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφ' όσον αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενες σε αυτό "ΕΞΤΡΑ" εργασίες δεν έγιναν και ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και αφού είχε κάνει εν μέρει δεκτή την επικουρική βάση της από 12-7-2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 94.330,92 ευρώ. Έτσι που έκρινε και με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια σύμβασης έργου που είχε συνάψει με τον αναιρεσείοντα, το οποίο έργο και τις συμφωνηθείσες μεταγενέστερα πρόσθετες εργασίες, ο αναιρεσείων είχε εκτελέσει και παραδώσει προσηκόντως σε αυτήν, από παραδρομή των υπαλλήλων της κατέβαλε αχρεωστήτως και συνεπώς χωρίς νόμιμη αιτία σε αυτόν ως εργολαβική αμοιβή του, πέραν του οφειλομένου από την σύμβαση ποσού αμοιβής του και επιπλέον το ποσό των 94.330, 92 ευρώ, κατά το οποίο συνεπώς ο αναιρεσίων κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και οφείλει να της το αποδώσει.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι η αναιρεσίβλητη, με σύμβαση έργου που σύναψε στις 9-4-2009 με τον αναιρεσείοντα ηλεκτρολόγο - μηχανικό, του ανέθεσε το έργο της συμπληρωματικής κατασκευής των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και την κατασκευή δικτύου φωνητικών δεδομένων στο κατάστημά της, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής, στο 14ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας, αντί τιμήματος 201.034 € πλέον ΦΠΑ 19%. β) Ότι κατά την εκτέλεση του έργου οι διάδικοι συμφώνησαν και την εκτέλεση από τον αναιρεσείοντα και των αναφερομένων στην απόφαση πρόσθετων εργασιών, ώστε η συνολική αμοιβή του ανήλθε στο συνολικό ποσό των 252.788,41 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ ποσοστού 19%. γ) Ότι το αναληφθέν έργο και οι πρόσθετες εργασίες ολοκληρώθηκαν και παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 6-7-2009, συνταχθέντος σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής. δ) Ότι η αναιρεσίβλητη, προς εξόφληση του ανωτέρω τιμήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων είχε εκδώσει τα αναφερόμενα στην απόφαση τιμολόγια, κατέβαλε στον αναιρεσείοντα: 1) στις 13/5/2009 το ποσό των 90.474,30 ευρώ, 2) στις 2/9/2009 το ποσό των 154.706,20 ευρώ, 3) στις 9/9/2009 το ποσό των 16.779,00 ευρώ και 4) στις 28/10/2009 το ποσό των 228.401,50 ευρώ και συνολικά το ποσό των 490.361 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε πλέον των οφειλομένων το ποσό των 237.572,59 ευρώ. ε) Ότι οι δύο τελευταίες καταβολές έγιναν από παραδρομή των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι προέβησαν στις καταβολές αυτές συνολικού ποσού 245.180,50 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής του αναιρεσείοντος ήταν 7.607,91 ευρώ. στ) Ότι ο αναιρεσείων, από το επιπλέον καταβληθέν ποσό των 237.572,59 ευρώ, επέστρεψε στην αναιρεσίβλητη στις 22/12/2009 το ποσό των 141.040,03 ευρώ, ενώ, για να νομιμοποιήσει τη μη απόδοσή του υπολοίπου αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού στην αναιρεσίβλητη, εξέδωσε το ...-2009 τιμολόγιο ποσού 9.099,98 ευρώ, που αφορά αμοιβή του για υπερωριακές εργασίες, πέραν των προβλεπομένων στη σύμβαση έργου, η οποία συνεπώς δε συνιστά πραγματική οφειλή της αναιρεσίβλητης και το ...-2009 τιμολόγιο ποσού 87.361,47 ευρώ για τις αναφερόμενες στην απόφαση πρόσθετες εργασίες, από τις οποίες μόνο οι αναφερόμενες στην απόφαση εργασίες συνολικού ποσού 2.201,64 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ πράγματι εκτελέστηκαν από τον αναιρεσείοντα και δεν εξοφλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη, ενώ οι υπόλοιπες, είτε είχαν ήδη τιμολογηθεί και εξοφληθεί από την αναιρεσίβλητη, είτε δεν είχε συμφωνηθεί η εκτέλεσή τους, όπως αναλυτικά αναφέρεται για κάθε μία στην απόφαση. η) Ότι συνεπώς η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα αχρεωστήτως και συνεπώς χωρίς νόμιμη αιτία το συνολικό ποσό των (237.572,59 ευρώ - 141.040,03 ευρώ, που επιστράφηκαν από τον αναιρεσείοντα - 2.201,64 ευρώ, που αφορά μη εξοφληθείσες εργασίες =) 94.330,92 ευρώ, κατά το οποίο ο αναιρεσείων κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερος από την περιουσία της αναιρεσίβλητης. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν υπάρχει νόμιμη αιτία για την καταβολή του επίδικου ποσού σε αυτόν, ενώ τέτοια αιτία ισχυρίζεται ότι αποτελεί η σύμβαση έργου, είναι απαράδεκτη, γιατί υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι το ανωτέρω ποσό των 94.330, 92 ευρώ, δεν αντιστοιχεί σε νόμιμη αμοιβή του από την σύμβαση έργου, κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά στην απόφαση. Eπομένως, οι πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτονται στην απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ "απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος". Ο δικαιολογητικός λόγος του αποκλεισμού της απαίτησης αχρεωστήτου, με την ανωτέρω ένσταση, η οποία είναι καταλυτική της απαίτησης αυτής(ΑΠ 286/2019), συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή αυτή, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία(ΟλΑΠ 29/2022,ΑΠ 309/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 775/2004). Η διάταξη αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της θετική γνώση από το δότη κατά το χρόνο της παροχής (ΑΠ 86/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 365/2016). Επίσης, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα για πρώτη φορά ενώπιόν του με τον τρίτο λόγο έφεσης ένστασή του εκ του άρθρου 905 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία ισχυρίστηκε ότι "το εντεταλμένο όργανο της αντιδίκου (ενν. αναιρεσίβλητης) Δ. Χ., που είχε οριστεί με απόφαση του Δ.Σ. αυτής ως ο επιβλέπων την εκτέλεση του έργου και ως κατ' εξοχήν αρμόδιος να κοστολογεί ανά πάσα στιγμή την αξία του και το ύψος της εκάστοτε χρηματικής οφειλής, που έπρεπε να μου καταβληθεί, γνώριζε ότι το επιπλέον του οφειλομένου ποσού, που τελικά μου καταβλήθηκε, δεν υπήρχε ως χρέος, γεγονός που κατ' επανάληψη είχε ανακοινώσει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και στα εντεταλμένα όργανα του λογιστηρίου της" και "συνεπώς η εφεσίβλητη γνώριζε ότι δεν υπήρχε χρέος πλην του πράγματι οφειλομένου σε εμένα, πράγμα, που και η ίδια συνομολογεί στην κρινόμενη αγωγή της". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή, όπως και δεύτερη ένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 909 ΑΚ και την απέρριψε ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι "Οι ισχυρισμοί αυτοί, προβάλλονται για πρώτη φορά με την ένδικη έφεση και δεν έχουν αποτελέσει περιεχόμενο ενστάσεων εκ των άρθρων 905, 909 ΑΚ, κατά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας. Ο εκκαλών δε, δεν καθορίζει τους λόγους της μη έγκαιρης προβολής τους, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη ούτε προκύπτει ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση εκ του άρθρου 905 ΑΚ, πρέπει να επισημανθεί ότι έστω και αν αυτός συνιστά καταχρηστική ένσταση, διότι στηρίζεται σε γεγονότα που καταργούν το δικαίωμα του ενάγοντος, θα πρέπει και πάλι τα πραγματικά γεγονότα που την στηρίζουν να έχουν προταθεί, για να τα λάβει το Δικαστήριο υπ' όψιν του, που εν προκειμένω δεν συμβαίνει".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 10-1-2018 αίτηση του Π. -Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3094/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή