Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1224 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1224/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε", που εδρεύει στο Δήμο Αγρινίου Αιτωλοακαρνανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κρικίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" που εδρεύει στο Δήμο Αλίμου Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-01-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26-05-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. 5832/8-7-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Π. αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 26-5-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης στις 11-12-2023, από την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης(17-3-2025) και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη εταιρεία στην διεύθυνση της έδρας της (Λεωφόρος ... Άλιμος Αττικής), την οποία αυτή δήλωσε στην από 8-5-2019 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη όμως δεν εμφανίστηκε στην τελευταία αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους(άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, δικάζοντας σαν να ήταν παρούσα και αυτή. Κατά γενική δικονομική αρχή, προκύπτουσα από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προαπαιτείται για κάθε διαδικαστική ενέργεια, επομένως και για την άσκηση των ενδίκων μέσων(ΑΠ 897/2022). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην ανάγκη παροχής έννομης προστασίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης(άρθρο 73 του ΚΠολΔ) με ελεύθερη απόδειξη, η έλλειψή τους δε συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΑΠ 897/2022, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 772/2014). Ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του διαδίκου και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. (ΑΠ 897/2022, ΑΠ 55/2020, ΑΠ 772/2014). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου την από 27-1-2016 αγωγή της, στην οποία εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι η ίδια είναι μέτοχος της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας μετέχει με ποσοστό 30%. Ότι η εναγομένη, που ιδρύθηκε τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2006, με έδρα το Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας και με σκοπό την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση ιδιωτικών Κέντρων Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (ΚΤΕΟ) σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με το Ν. 2963/2001, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα αυξημένα έξοδα της αρχικής λειτουργίας της (μίσθωση οικοπέδου για στέγαση της επιχείρησης, ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων και λοιπά λειτουργικά έξοδα) ζήτησε από την ενάγουσα να την συνδράμει οικονομικά. Ότι η ενάγουσα ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό και στις 4-1-2017 σύναψε με την εναγομένη προφορική σύμβαση άτοκου δανείου συνολικού ποσού 213.265,55 ευρώ, με τη συμφωνία το ποσό του δανείου να αποδοθεί από την εναγομένη με τμηματικές καταβολές εντός προθεσμίας δύο ετών από την τελευταία καταβολή, ήτοι μέχρι 31-12-2011, δεδομένου ότι η τελευταία καταβολή έλαβε χώρα στις 29-12-2009. Ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε τμηματικά με μεταφορές χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η εναγομένη, σε τήρηση της παραπάνω συμφωνίας, απέδωσε στην ενάγουσα μέρος του δανείου συνολικού ποσού 90.700 ευρώ, προβαίνοντας σε τμηματικές καταβολές ποσών κατά τις ημερομηνίες που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, συνεχίζοντας όμως να οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 122.565,66 ευρώ, το οποίο δε έχει καταβάλει μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ότι επικουρικά, για την περίπτωση που δεν γίνει δεκτό ότι το δάνειο έχει ορισμένη διάρκεια, δηλώνει ότι καταγγέλλει με την αγωγή την σύμβαση δανείου και ζητεί την καταβολή του ανωτέρω υπολοίπου του. Ότι το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε της κατάρτισης της σύμβασης δανείου η αξιούμενη από το άρθρο 23 Α' παρ. 2 του Ν. 2190/1920 ειδική έγκριση της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης εταιρείας δεν καθιστά άκυρη την σύμβαση, γιατί αυτή δεν εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εναγομένης με τους πελάτες της. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί, κυρίως με βάση τη σύμβαση δανείου και επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση δανείου, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 122.565,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2012, διαφορετικά από την πάροδο ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 127/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της από την σύμβαση δανείου ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί κρίθηκε ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη γιατί δεν προηγήθηκε της κατάρτισης της η αξιούμενη από το άρθρο 23 Α' παρ. 2 του Ν. 2190/1920 ειδική έγκριση της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης εταιρείας και η σύμβαση δανείου εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εναγομένης με τους πελάτες της και στη συνέχεια έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 57.197,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα, πλήττοντας με αυτήν την απόφαση τόσο ως προς την απόρριψη της κυρίας βάσης της αγωγής της, όσο και ως προς την εν μέρει απόρριψη της επικουρικής βάσης αυτής και ζητώντας να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή της, ενώ άσκησε αντέφεση και πρόσθετο λόγο αντέφεσης και η αναιρεσείουσα-εναγομένη, ζητώντας την απόρριψή της αγωγής στο σύνολό της ως νόμω και ως ουσία αβάσιμη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, εξετάζοντας την αντέφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η από 11-11-2020 (αριθ. εκθ. καταθ. ΑιΜ 24/11-9-2020) αντέφεση και ο επ' αυτής από 19-4-2021 (αριθ. εκθ. καταθ. ΑιΜ 12/19-4-2021) πρόσθετος λόγος της ήδη εφεσίβλητης- εναγομένης, που αφορούν τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια και επιδιώκεται η απόρριψη της κρινόμενης εφέσεως και η εξαφάνιση της ανωτέρω υπ' αριθ. 127/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου (εκδοθείσας με την τακτική διαδικασία), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 523 παρ. 2 του ΚΠολΔ), με κατάθεση ιδιαίτερων δικογράφων στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και σύνταξη έκθεσης κάτω από αυτά, καθώς και επίδοσή τους στην εκκαλούσα τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης (βλ. τις υπ' αριθ. 4077Δ711-9-2020 και 4723Δ710-5-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κ. Π.. Π. της αντεφέσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, αντίστοιχα) και αναφέρονται στα κεφάλαια που έχουν εκκληθεί με την ένδικη έφεση, που έχει ασκήσει η εκκαλούσα-ενάγουσα . Επομένως, η αντέφεση και το δικόγραφο του επ' αυτής πρόσθετου λόγου, αφού συνεκδικασθούν με την κρινόμενη έφεση λόγω της προφανούς συνάφειάς τους (άρθρο 246 του ΚΠολΔ), πρέπει όσον αφορά την αντέφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας παραπονείται η εναγομένη-αντεκκαλούσα για τη μη απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης κατά την κύρια βάση της, αντί της εσφαλμένης απορρίψεως της ως ουσιαστικώς αβάσιμης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εναγομένης- αντεκκαλούσας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ενώ όσον αφορά τον πρόσθετο λόγο αυτής (αντεφέσεως), λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα του σε σχέση με την αντέφεση (και κατ' εφαρμογήν αναλογικά της διατάξεως του άρθρου 520 παρ.2 του ΚΠολΔ που αναφέρεται στους πρόσθετους λόγους επί της εφέσεως, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε) και μετά την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης, πρέπει να απορριφθεί για τον ίδιο λόγο". Ακολούθως το Εφετείο εξέτασε κατ' ουσίαν την έφεση, την οποία απέρριψε και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση της αναιρεσείουσας, καθώς και τον πρόσθετο λόγο αντέφεσης, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα του σε σχέση με την αντέφεση, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της αντέφεσης, το οποίο παραδεκτα επισκοπείται από το δικαστήριο τούτο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι με αυτήν η αναιρεσείουσα δεν παραπονείται μόνο για τη μη απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης κατά την κύρια βάση της, αντί της εσφαλμένης απορρίψεως της ως ουσιαστικώς αβάσιμης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το Εφετείο αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για τον αναφερόμενο σε αυτήν λόγο ζητεί την απόρριψή της αγωγής στο σύνολό της ως νόμω και ως ουσία αβάσιμη, δηλαδή και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, έχοντας προφανές άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον προς τούτο, δεδομένου ότι η εν λόγω αγωγή είχε πρωτοδίκως γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την επικουρική βάση της. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, "Αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και η διαδικασία, πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση, που στηρίζεται σε αυτήν που αναιρέθηκε, αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σε αυτήν". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται και ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης κατά το σύνολο αυτής, η οποία εν όλω αναίρεση συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή, κ.λ.π. (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1614/2008, ΑΠ 553/2008). Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη αυτού, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007). Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ` αυτής έφεση, όπως και η τυχόν ασκηθείσα αντέφεση, οι οποίες θα κριθούν πάλι από το Εφετείο (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1614/2008, ΑΠ 553/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, που αφορά στην αντέφεση και στον πρόσθετο λόγο αντέφεσης της αναιρεσείουσας επιφέρει κατά νομική ακολουθία και την αναίρεση της απόφασης ως προς την έφεση της αναιρεσίβλητης, αφού έφεση και αντέφεση πλήττουν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, η εξέταση του οποίου παρέλκει, γιατί αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος. πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθ. 59/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ