Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1232 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1232/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αικατερίνη Ευκλέιδου και Αικατερίνη Παππά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ως ειδικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουρούσια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4681/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1170/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1170/ 2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της 4681/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς τα αναφερόμενα κεφάλαια και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, το ποσό των 269.200 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ''1. Η εκδίκασις των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει εις τα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Εκ των ως άνω διαφορών αι μη υπαχθείσαι εισέτι εις τα δικαστήρια ταύτα, δέον να υπαχθούν υποχρεωτικώς εις την δικαιοδοσίαν αυτών, εντός πέντε ετών από της ισχύος του παρόντος της προθεσμίας ταύτης δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου. 2. Μέχρι της υπαγωγής εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και των λοιπών ουσιαστικών διοικητικών διαφορών, είτε εν τω συνόλω, είτε κατά κατηγορίας, αύται εξακολουθούν να υπάγωνται εις τα πολιτικά δικαστήρια, πλην εκείνων δια τας οποίας ειδικοί νόμοι συνέστησαν ειδικά διοικητικά δικαστήρια, εις τα οποία τηρούνται αι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. 3. Εις τα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται πάσαι αι ιδιωτικαί διαφοραί, ως και αι δια νόμου ανατιθέμεναι εις ταύτα υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας. 4. Εις τα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια δύναται να ανατεθή και πάσα άλλη υπό του νόμου οριζομένη διοικητικής φύσεως αρμοδιότης''. Αντίστοιχα ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 1, ότι ''στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...... και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων'' και στο άρθρο 2 ότι, ''τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως'', εφόσον βέβαια τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1271/2019). Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 1406/1983 ''Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κ.λ.π.'', ο οποίος στα άρθρα, 1, 9, 10 και 31 όρισε και τα ακόλουθα: ''1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)...... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. θ).......'', (άρθρο 1), ''1. Η εκδίκαση των διαφορών του άρθρου 1 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει: α) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων α, β, και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, β) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων δ, ε, στ και ζ από 11 Ιουνίου 1984 και γ) για τις λοιπές διοικητικές διαφορές από 11 Ιουνίου 1985. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Η προθεσμία του άρθρου 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που παρατάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 1366/1983 (ΦΕΚ 81) μέχρι την 31.12.1983 παρατείνεται από την παραπάνω λήξη της έως την 11η Ιουνίου 1985'', (άρθρο 9), ''Διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα'', (άρθρο 10) και ''Καταργούνται οι διατάξεις: α) .... καθώς και κάθε άλλη διάταξη που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή που αναφέρεται σε θέματα τα οποία ρυθμίζονται από αυτές'', (άρθρο 31). Εξάλλου, στα άρθρα 104, 105 εδ. α και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι, ''Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα'',(άρθρο 104), ''Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...'', (άρθρο 105) και ''Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους'', (άρθρο 106). Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους (ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ 3/1994), συνεπώς δε να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ' ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, το οποίο αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας. Αντίθετα δε, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσης υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας των ανωτέρω νομικών προσώπων, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαία στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει είναι ιδιωτική (ΟλΑΠ 3/1994, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 599/2013, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018). Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ' επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ 1271/2019, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου (συνεπώς και κατά των λοιπών ΝΠΔΔ, που αναφέρονται στο άρθρο 106 ΕισΝ ΑΚ), περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985 και η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες. Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 31/2008).
Εξάλλου, προσδιορίσιμες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι και οι αξιώσεις εκείνες, οι οποίες γεννήθηκαν από παράνομη πράξη, τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, αρμοδίων οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), που στο πλαίσιο ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης κηρυχθείσας νομίμως, προβαίνουν παρανόμως, πριν την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, στην κατάληψη του ρυμοτομούμενου ιδιωτικού ακινήτου και, ακολούθως, παρά την αντίδραση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, χωρίς να ολοκληρώνουν τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, παραλείπουν, αντίθετα στην καλή πίστη και συνεπώς παράνομα, την άρση της κατάληψης, με την απόδοση του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του, και οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου για την στέρηση αυτού, που άρχισε πριν τις 11-6-1985 και συνεχίζεται και μετά την ημερομηνία αυτή.
Συνεπώς, δικαιοδοσία να δικάσουν και τις διαφορές αυτές έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, αφού πρόκειται, αφενός μεν για παράνομη πράξη τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, από την οποία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, αφετέρου δε για αξιώσεις του ιδιοκτήτη προς αποκατάσταση της ζημίας του, απορρέουσες και μετά την 11-6-1985 από την παρατεταμένη αυτή κατάσταση, δηλαδή την προεκτεθείσα παράνομη κατάληψη του ακινήτου και την εν συνεχεία διαρκή παράνομη παράλειψη άρσης της κατάληψης αυτής, οι οποίες ήταν, κατά τα ανωτέρω, προσδιορίσιμες (πρβλ για το συναφές ζήτημα της παράνομης παράλειψης ολοκλήρωσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, ΣτΕ 907/2022, ΣτΕ 2299/2010).
Περαιτέρω, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1289/2024, ΑΠ 1152/2024, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 741/2017).
'Ετσι, στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου, δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντίστοιχα στις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου. Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1527/2024, ΑΠ 732/2024, ΑΠ 1259/2023, AΠ 406/2023, ΑΠ 1313/ 2021, ΑΠ 1002/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Αθηναίων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια πράγματι από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του, περί έλλειψης δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν και η κρινόμενη διαφορά αποτελεί πράγματι διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 21-12-2007 αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον άνω αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι η ενάγουσα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε με αυτήν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ίδια είναι κυρία του περιγραφοµένου σ' αυτή ενιαίου ακινήτου (οικοπέδου), αποτελούμενου από δύο όμορα οικόπεδα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του εναγομένου, Δήμου Αθήνας, (αναιρεσείοντος) εντός σχεδίου πόλεως, στο Ο.Τ. 15/60, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυµοτοµίας, δυνάµει της υπ’ αρ. 3/14 Φεβρουαρίου 1974 πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Δ/νσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αττικής, που επικυρώθηκε με την .../1974 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, και ακολούθως καθορίστηκε οριστική τιµή µονάδος αποζηµίωσης για την απαλλοτρίωση, με την 6960/1978 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ότι στη συνέχεια, µε τη με αριθμό 8690/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών βεβαιώθηκε τελεσίδικα ότι η πιο πάνω απαλλοτρίωση ανακλήθηκε αυτοδικαίως από τις 28-12-1979, λόγω μη παρακατάθεσης της αναλογούσας αποζημίωσης, εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ότι ο εναγόµενος, ο οποίος ήδη από 14-2-1974 είχε καταλάβει παράνομα και αυθαίρετα το ως άνω ακίνητό της, διαμορφώνοντας αυτό σε χώρο αναψυχής, αρνήθηκε να της το αποδώσει παρά τις οχλήσεις της και παρά το γεγονός ότι µε τη με αριθμό 5847/1992 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ίδια (ενάγουσα) αναγνωρίσθηκε κυρία τούτου και τέλος, Ότι µε τη με αριθμό 4649/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε µε δύναμη δεδικασµένου, ότι η από την αδικοπραξία αξίωσή της προς αποζημίωση, εναντίον του εναγοµένου, έχει υποπέσει σε παραγραφή. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόµενος, να της καταβάλει, α) κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 921.457.24 ευρώ, το οποίο αυτός ωφελήθηκε, χωρίς νόµιµη αιτία από τον αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη και χρήση του ακινήτου της, κατά το χρονικό διάστηµα από 14-2-1974 έως 31-4-1998, συνιστάµενο στην εξοικονόμηση αντίστοιχης δαπάνης, στην οποία θα υποβαλλόταν εάν µίσθωνε ομοειδή χώρο, µε το νόμιμο τόκο από τη λήξη κάθε µήνα, άλλως, από την επίδοση της αγωγής και β) κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ποσό των 9.098 ευρώ, κατά μήνα, αυξανόμενο ετησίως κατά το ποσοστό του τιμαρίθµου, ως αποζημίωση για την παράνομη και αυθαίρετη χρήση του ακινήτου της, κατά το χρονικό διάστημα, από 1-5-1998 και µέχρι την παράδοση του καταληφθέντος ακινήτου της. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 4681/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, µε την οποία απορρίφθηκε αυτή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, κατά το άνω υπό στοιχ. β αίτημά της, και λόγω ύπαρξης δεδικασµένου, ως προς την απόδοση του πλουτισμού, για το χρονικό διάστηµα από 14-2-1974 έως 31-12-1993, ενώ κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 226.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 31-4-1998, με το νόμιμο τόκο. Μετά δε την άσκηση αντίθετων εφέσεων από αμφότερα τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, με την οποία το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν και τις δύο εφέσεις, (την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος μόνο που αφορούσε την από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η οποία πρωτοδίκως είχε κριθεί ως μη νόμιμη), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή, κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως προς το ύψος του πλουτισμού, και κατά το μέρος που αφορά την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, και στη συνέχεια αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το μεγαλύτερο ποσό των 269.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ενώ απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την άνω ένσταση, από το άρθρο 281 του ΑΚ.
Παράλληλα δε το Εφετείο, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό του, περί έλλειψης δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεχόμενο ότι, ''η ένδικη αγωγή, κατά το µέρος µε το οποίο έγινε εν µέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά την παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία), εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκείµενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισµό (παράνομη εκμετάλλευση του καταληφθέντος ακινήτου) δεν αφορά άσκηση δηµόσιας εξουσίας εκ µέρους του εναγοµένου Δήμου έναντι της Τράπεζας (εναγομένης), αλλά οικονομική διαχείριση ξένης περιουσίας, χωρίς να συντρέχει προς τούτο νόμιμη αιτία, από την οποία (διαχείριση) αποφεύχθηκε η ελάττωση της περιουσίας του, ανεξαρτήτως του ότι αυτός (εναγόµενος) απέβλεπε στην εξυπηρέτηση δηµοσίου σκοπού''. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, το Εφετείο, δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη αγωγή, δεν υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, αφού υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήτοι: α) ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης και η αποβολή της τελευταίας από τη νομή του, έγινε παράνομα από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσίβλητου Δήμου, αμέσως μετά την έκδοση της με αριθμό ...-1974 πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, στις 14-2-1974 και β) ότι έκτοτε συνεχώς και μέχρι τις 31-4-1998, ο Δήμος συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο, παραλείποντας να ολοκληρώσει την απαλλοτρίωση, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, αντικείμενο της οποίας είναι η απόδοση της ωφέλειας που ο αδικοπραπραγήσας εναγόμενος (αναιρεσείων) αποκόμισε από την παράνομη και υπαίτια κατάληψη του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, μετά την παραγραφή της από αδικοπραξία αξίωσής της, όπως είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με τη με αριθμό 4649/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, συνιστάμενης της ωφέλειας στη δαπάνη που εξοικονόμησε από τη χρήση του ακινήτου, στην οποία θα προέβαινε, αν δεν τελούσε την αδικοπραξία, για το χρονικό διάστημα, μετά την 11-6-1985. Τούτο διότι, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, υπό τα ως άνω επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η αξίωση της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση γεννήθηκε και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη πριν τις 11-6-1985, ήτοι με την υπαίτια και παράνομη κατάληψη του ακινήτου της από 14-2-1974, από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος, οι συνέπειες, όμως, της παράνομης αυτής πράξης εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθόσον τα αρμόδια όργανα του τελευταίου, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης, παραλείπουν παράνομα να άρουν την κατάληψη, οι εξ αυτών δε των συνεπειών, αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, για το μετά τις 11-6-1985 χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής προς αποκατάσταση της ζημίας της από τη διαρκή παράνομη παράλειψη άρσης της κατάληψης του ακινήτου της, ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδιορίσιμες. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη αγωγή, έστω και με την προαναφερθείσα εσφαλμένη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων, 904 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, και 938 του ίδιου κώδικα, με τις οποίες ορίζεται ότι, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την πενταετή παραγραφή της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία (αρθρ. 937 ΑΚ), υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ, για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος. Τέτοια ωφέλεια υπάρχει επομένως, και όταν ο αδικοπραγήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία και όχι μόνο όταν στον αδικοπραγήσαντα περιήλθε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, προς απόδοση τούτου. Και τούτο διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 του ΑΚ είναι να αποδώσει ο αδικοπραγήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που ο τελευταίος υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που ο ίδιος απέκτησε από αυτήν, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια, επί ζημία του αδικηθέντος (ΑΠ 1154/2023, ΑΠ 767/2017, ΑΠ 971/2015). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 417/2024, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 275/2011).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1487/2017). Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, είναι ορισμένη και απορρίπτοντας κατόπιν τούτου, τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο επανέφερε την και πρωτοδίκως προβληθείσα και απορριφθείσα ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή. Ωστόσο, η ένδικη αγωγή, με το παραπάνω αναλυτικά εκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον αναφέρονται σ' αυτή, όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεµελίωσή της, στις διατάξεις των άρθρων 938 και 904 επ. ΑΚ., ήτοι η αδικοπραξία του εναγοµένου Δήμου, με την παράνομη (χωρίς την καταβολή της καθορισθείσας, για την ρυμοτομική απαλλοτρίωση του, αποζηµίωση) κατάληψη και κατοχή του ακινήτου της ενάγουσας, η παραγραφή της από την αδικοπραξία αξίωσης, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, και το ότι ο εναγόµενος με την παράνομη κατάληψη και χρησιμοποίηση του ακινήτου της έχει καταστεί χωρίς νόμιμη αιτία αιτία, πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, συνιστάµενου του πλουτισμού του, στην δαπάνη που εξοικονόµησε από τα µισθώματα που θα κατέβαλε υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης εάν µίσθωνε τούτο, κατά το χρονικό διάστηµα από 1-1-1994 έως και 30-4-1998, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγωγή, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον στοιχείων, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου Δήμου, και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ενεργειών των οργάνων του και της επικαλούμενης ζημίας, ενόψει και του ότι, όσον αφορά την αδικοπραξία γίνεται επίκληση στο δεδικασμένο, που απορρέει από την αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, ούτε η παράθεση επιπλέον περιστάσεων που δικαιολογούν το ύψος της ωφέλειας που αποκόμισε από την παράνομη χρήση ο αναιρεσείων, όπως αβάσιμα ο τελευταίος υποστηρίζει. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας και ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, λόγω της μη παράθεσης των άνω στοιχείων, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1284/2023). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 938 και 904 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι ο ίδιος πλούτισε αδικαιολόγητα από την περιουσία της αναιρεσίβλητης, συνιστάμενου του πλουτισμού στην εξοικονόμηση δαπάνης στην οποία θα υποβαλλόταν, ως ''εκμισθωτής'' του ακινήτου της, ως ιδιώτης, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους άνω ερευνώμενος λόγους, τα ακόλουθα: "....Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι κυρία ενός ενιαίου ακινήτου (οικοπέδου), συνολικής εκτάσεως 1172,45 τμ. το οποίο αποτελείται από δύο επιµέρους, όµορα ακίνητα, εκτάσεως 911 τµ και 261.48 τµ, τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του εναγοµένου Δήμου Αθηναίων (αναιρεσίβλητου), εντός σχεδίου πόλεως, στο Ο.Τ. 15/60 και µε μέτωπα προς τις οδούς ..., συνορεύει δε το ενιαίο ακίνητο ανατολικά µε την Πλατεία ..., δυτικά µε ιδιοκτησίες Η. Κ. και Μ. Ν., βόρεια µε την οδό ... και νότια µε την οδό ... Η ενάγουσα από τότε που απέκτησε το παραπάνω ακίνητο, ήτοι το µεν τµήµα εκτάσεως 911 τµ, δυνάµει της υπ' αρ. ...-1938 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συµβ/φου Αθηνών Δήμου Δημοκωστούλα, νομίμως µεταγραφείσης, το δε τµήµα εκτάσεως 261,48 τμ, δυνάµει του υπ' αρ. ...-1939 πωλητηρίου συμβολαίου του συµβ/φου Αθηνών Δημ. Δημητριάδη, νομίμως µεταγραφέντος και µέχρι το έτος 1974 ασκούσε επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες προς τη φύση του πράξεις νοµής, ήτοι επεσκέπτετο και επέβλεπε αυτό δια των οργάνων της, εκµίσθωνε τα υπάρχοντα τότε σ' αυτό κτίσματα σε ιδιώτες και εμπόρους, εισέπραττε τα µισθώματα και συντηρούσε τα κτίρια, ενώ το 1970 κατόπιν αιτήσεως της, εκδόθηκε η υπ' αρ. 1031/1970 άδεια ανεγέρσεως εντός αυτού πολυωρόφου οικοδομής γραφείων από το αρμόδιο γραφείο Πολεοδομίας Αθηνών. Για το σκοπό αυτό η ενάγουσα ήγειρε αγωγές για την απόδοση των µισθίων κτισμάτων και στη συνέχεια προέβη στην κατεδάφιση αυτών. Όμως, µε την υπ’ αρ. ...-1974 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αττικής, που εκδόθηκε σε εφαρµογή του από 18-9-1972 Β.Δ/τος και επικυρώθηκε με την υπ' αρ. .../1974 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά και το προαναφερόµενο ακίνητο της ενάγουσας λόγω επείγουσας ανάγκης εφαρµογής του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Αθηνών. Μετά την έκδοση της ως άνω πράξης προσκύρωσης ο εναγόµενος Δήμος κατέλαβε το εν λόγω ακίνητο χωρίς να έχει παρακατατεθεί η αποζημίωση, δηλαδή χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και η απώλεια της κυριότητας της ενάγουσας και χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας, επομένως παράνομα. Ακολούθως εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 327/1977 και 6960/1978 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, µε τις οποίες καθορίστηκε προσωρινή και οριστική τιµή µονάδος αποζημίωσης για το εν λόγω ακίνητο, ύψους 230.000 δρχ ανά τ.μ. Η αποζημίωση αυτή αν και από τη δημοσίευση της άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών παρήλθε προθεσµία ενός και ηµίσεως έτους, δεν καταβλήθηκε ούτε παρακατατέθηκε νομίμως και επομένως η απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως, τούτου βεβαιωθέντος µε την υπ' αρ. 8690/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παρά την έκδοση της απόφασης αυτής ο εναγόµενος συνέχισε όλο το ενδιάµεσο αλλά και μεταγενέστερο χρονικό διάστηµα και µέχρι το έτος 2010 να κατέχει και εκμεταλλεύεται παρανόμως το επίδικο ακίνητο αρχικά ως χώρο στάθµευσης αυτ/των µε την τοποθέτηση σ’ αυτό παρκοµέτρων και στη συνέχεια ως χώρο αναψυχής µε τη φύτευση δενδρυλλίων, τοποθέτηση παγκακίων και πλακόστρωση του εδάφους του. Έτσι η ενάγουσα αναγκάστηκε να ασκήσει σε βάρος του την από 24-10-1986 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 5847/1992 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία αυτή αναγνωρίστηκε κυρία του επιδίκου ακινήτου. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η ενάγουσα µε την από 13-8-1993 επιστολή της όχλησε τον εναγόµενο να της αποδώσει την κατοχή του επιδίκου, πλην, όµως, αυτός αρνήθηκε να το πράξει και έτσι η ενάγουσα άσκησε εναντίον του την από 15-7-1998 διεκδικητική αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 3182/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία ο εναγόµενος διατάχθηκε να της αποδώσει το επίδικο ακίνητο, κατόπιν δε ασκηθείσης απ’ αυτόν εφέσεως και στη συvέχεια αιτήσεως αναιρέσεως, εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 8232/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, µε την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του και η υπ' αρ. 945/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, µε την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως, η ενάγουσα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω 3182/2000 αποφάσεως, κατά της οποίας ο εναγόµενος άσκησε ανακοπή και τελικώς απέβαλε αυτόν από το επίδικο δυνάµει της υπ' αρ. ...-2010 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιµελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Θ. Κατά το χρονικό διάστηµα 1999-2001 έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για την αγορά του επιδίκου από τον εναγόµενο αντί τιμήματος 280.000.000 δρχ., πλην όµως δεν καρποφόρησαν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα µε την από 9-10-1998 αγωγή της κατά του εναγοµένου ζήτησε, επικαλούµενη την ως άνω παράνοµη κατάληψη και χρήση του ακινήτου της, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει, λόγω αδικοπραξίας, ως αποζημίωση χρήσεως, το συνολικό των 526.192.076 δρχ., που αντιστοιχεί στα µισθώματα τα οποία θα εισέπραττε από την εκµίσθωση του επιδίκου, κατά το χρονικό διάστηµα από 14-2-1974 έως 31-10-1998, επικουρικά δε ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόµενος, να της καταβάλει το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 415/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία κρίθηκε και απορρίφθηκε η κύρια εξ αδικοπραξίας αξίωση της ενάγουσας λόγω παραγραφής, όπως επίσης και η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού για το µέχρι την 31-12-1993 χρονικό διάστηµα, ενώ διατάχθησαν αποδείξεις για την επικουρική βάση της αγωγής, αναφορικά µε το μεταγενέστερο διάστηµα. Ακολούθως, µετά τη διενέργεια των αποδείξεων, εκδόθηκε η υπ' αρ. 1497/2006 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή (κατά το µή παραγραφέν µέρος της εκ του άρθρου 904 ΑΚ αξίωσης της ενάγουσας), ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της ενάγουσας κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 4649/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, µε την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι οι λόγοι έφεσης για παρά το νόµο απόρριψη της αγωγής ως παραγεγραμµένης, µε την αιτιολογία ότι η έφεση δεν στρεφόταν ρητά και κατά της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης και των οριστικών ως άνω διατάξεων αυτής. Περαιτέρω το Εφετείο ερευνώντας την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απέρριψε αυτήν ως αόριστη. Από τα παραπάνω προκύπτει µε σαφήνεια ότι κρίθηκε µε δύναμη δεδικασµένου, µεταξύ άλλων, ότι η εξ αδικοπραξίας αξίωση της ενάγουσας από την παράνοµη κατάληψη και χρήση του ακινήτου της από τον εναγόµενο έχει υποκύψει σε παραγραφή. Επομένως, η ενάγουσα έχει, κατ? αρχήν, αξίωση κατά του εναγοµένου, από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, προς απόδοση του, άνευ νομίμου αιτίας πλουτισμού του τελευταίου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόµενος Δήμος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστηµα αποκόμισε σηµαντικά οικονομικά οφέλη από τη χρησιμοποίηση του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριµένα από την για λογαριασμό του εκμετάλλευση τούτου ως χώρου πάρκινγκ µε την τοποθέτηση παρκόµετρων, αλλά και από την είσπραξη δημοτικών τελών από τους ιδιοκτήτες ή ενοίκους των οµόρων καταστημάτων (από ανάπτυξη τραπεζοκαθισµάτων, εναπόθεση οικοδομικών υλικών, τοποθέτηση προθηκών - βιτρινών, διαφημιστικών πλαισίων κ.λ.π.). Πέραν τούτου, από τη διαμόρφωση του επιδίκου και ως χώρου πλατείας µε τη δενδροφύτευση και πλακόστρωσή του και τη διάθεση του σε κοινή χρήση εκπλήρωνε ως ένα βαθµό και τον σκοπό του ως Δήμος, ήτοι την αναψυχή των δηµοτών του. Επομένως ο εναγόµενος χρησιµοποιώντας κατά τα ως άνω το επίδικο ακίνητο χωρίς να καταβάλει της κάποιο οικονομικό αντάλαγµα πλούτισε άνευ νοµίµου αιτίας από την περιουσία ενάγουσας, συνισταµένου του πλουτισμού του στην εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα υποβαλόταν, ήτοι των µισθωµάτων που θα κατέβαλε εάν εκµίσθωνε τούτο, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και ως ιδιώτης, αποφεύγοντας έτσι τη µείωση της περιουσίας του. Ο πλουτισµός δε αυτός ανέρχεται για το επίδικο χρονικό διάστηµα, ήτοι από 1-1-1994 έως 30-4-1998, α) στο ποσό των 4.500 ευρώ μηνιαίως για το έτος 1994 και ετησίως στο ποσό των 54.000 ευρώ, β) στο ποσό των 4.900 ευρώ μηνιαίως για το έτος 1995 και ετησίως στο ποσό των 58.800 ευρώ, γ) στο ποσό των 5.300 ευρώ μηνιαίως για το έτος 1996 και ετησίως στο ποσό των 63.600 ευρώ, δ) στο ποσό των 5.700 ευρώ μηνιαίως για το έτος 1997 και ετησίως στο ποσό των 68.400 ευρώ και ε) στο ποσό των 6.100 ευρώ μηνιαίως για το έτος 1998 και για το µέχρι 20-4-1998 διάστηµα στο ποσό των 24.400 ευρώ. Σύμφωνα µε τα παραπάνω ο πλουτισµός του εναγοµένου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 269.200 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο, επομένως δικαστήριο, το οποίο, µε την εκκαλουµένη απόφασή του έκρινε ότι ο πλουτισµός του εναγοµένου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 226.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίµηση των αποδείξεων γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας, να εξαφανιστεί κατά τούτο η εκκαλουµένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή. Ο εναγόµενος ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ...... Επίσης, απορριπτέοι κρίνονται και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του εναγοµένου, ήτοι: α) περί ελλείψεως ενεργητικής νοµμιµοποιήσεως της ενάγουσας για την έκταση του επιδίκου που υπερβαίνει τα 699,6 τ.µ., διότι εδράζεται στην υποθετική περίπτωση που η πολεοδομική αρχή χαρακτηρίσει σαν οικοδοµήσιµο το επίδικο, που είναι σήµερα πολεοδομικά αρύθμιστο, οπότε θα επιβάλει εισφορά σε γη για την επανένταξη του στο σχέδιο πόλεως, ανερχόμενη, σύμφωνα µε το άρ. 4 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, σε ποσοστό 40% (1166 τ.µ. επί 40% = (466,4 τ.µ.) = 699,6 τμ, .... Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του εναγοµένου περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης διότι το αντικείµενο της αποδείξεως δεν απαιτεί, για να αντιληπτό Ιδιάζουσες γνώσεις επιστήµης. ......Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν µέρει δεκτή υπό κρίση αγωγή, ως βάσιµη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόµενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 269.200 ευρώ, µε το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και µέχρι την εξόφληση....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, όπως ήδη εκτέθηκε, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά την παραγραφή της αξίωσης της αναιρεσίβλητης από την αδικοπραξία, επιδικάζοντας στην τελευταία, εντόκως το ποσό των 226.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 30-4-1998, ως προς το ύψος του πλουτισμού, και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη για την ίδια αιτία το μεγαλύτερο ποσό των 269.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 904, 938 του ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) ο αναιρεσείων (Δήμος) από το έτος 1974, πριν από την οποιαδήποτε συντέλεση της απαλλοτρίωσης προέβη σε παράνομη κατάληψη του επίδικου ακινήτου της αναιρεσίβλητης, το οποίο εκμεταλλευόταν καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη από τη χρησιμοποίησή του ως χώρου πάρκινγκ, µε την τοποθέτηση παρκόµετρων και την είσπραξη δημοτικών τελών από τους ιδιοκτήτες ή ενοίκους των οµόρων καταστημάτων (από ανάπτυξη τραπεζοκαθισµάτων, εναπόθεση οικοδομικών υλικών, τοποθέτηση προθηκών - βιτρινών, διαφημιστικών πλαισίων κ.λ.π.), αλλά και από τη μεταγενέστερη διαμόρφωσή του ως χώρου πλατείας µε τη δενδροφύτευση και πλακόστρωσή του και τη διάθεσή του, σε κοινή χρήση, εκπληρώνοντας ως ένα βαθµό και τον σκοπό του ως Δήμος, ήτοι την αναψυχή των δηµοτών του, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό, ζημία στην αναιρεσίβλητη από τη στέρηση της χρήσης του, β) ότι η από την αδικοπραξία αξίωση της αναιρεσίβλητης, από την παράνομη (χωρίς την καταβολή της καθορισθείσας, για την ρυμοτομική απαλλοτρίωση του, αποζηµίωση) κατάληψη και κατοχή του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, έχει παραγραφεί, γ) ότι ο αναιρεσείων χρησιµοποιώντας κατά τα ως άνω το επίδικο ακίνητο, χωρίς να καταβάλει κάποιο οικονομικό αντάλλαγµα πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αναιρεσίβλητης, συνιστάµενου του πλουτισμού του στην εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα υποβαλόταν, ήτοι των µισθωµάτων που θα κατέβαλε εάν µίσθωνε τούτο, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και ως ιδιώτης, αποφεύγοντας έτσι τη µείωση της περιουσίας του και δ) ότι ο πλουτισμός αυτός κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 1-4-1994 μέχρι 30-4-1998), ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 269.200 ευρώ. 'Ετσι, υπό τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, καταφάσκεται η ευθύνη του αναιρεσείοντος Δήμου, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενόψει της παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από την αδικοπραξία, για την απόδοση της σωζόμενης ωφέλειας που επήλθε σ' αυτόν από την τελεσθείσα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αδικοπραξία.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Αντίθετη κρίση, δεν προκύπτει από το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε από τα μισθώματα που θα κατέβαλε υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, εάν ''εκμίσθωνε'' τούτο, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και ως ιδιώτης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 30-4-1998, αφού είναι προφανές ενόψει και των άνω παραδοχών περί εξοικονόμησης δαπάνης από την αποφυγή μίσθωσης ότι ο όρος ''εκμίσθωνε'' τέθηκε από παραδρομή, αντί του όρου ''μίσθωνε''. Επομένως, ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης, το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Επομένως, η από τον εναγόμενο προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 1537/2022, AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ωστόσο, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποίησης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1537/2022, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 233/2016, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας την ένστασή του περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορούσε την απόδοση της ωφέλειας από τη χρήση του ακινήτου της, για μέρος αυτού, μεγαλύτερου των 699,6 τμ, το οποίο και μόνο η τελευταία μπορούσε να εκμεταλλευθεί, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 20 παρ. 2 του ν. 2508/1997, επικαλούμενος ειδικότερα ότι, μετά την αναγνώριση της αυτοδίκαιας άρσης της απαλλοτρίωσης και εφόσον δεν έχει εκδοθεί ιδιαίτερη διοικητική πράξη από την αρμόδια πολεοδομική αρχή με την οποία να αίρεται η απαλλοτρίωση και να εντάσσεται το ακίνητο στο σχέδιο, αυτό παραμένει πολεοδομικά αρρύθμιστο, υποχρεούμενο σε εισφορά σε γη, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2508/1997, που θα επιβληθεί με την πράξη τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου, μετά την οποία το εναπομένον οικοδομήσιμο τμήμα που θα ενταχθεί στο σχέδιο και θα δύναται να αξιοποιηθεί, κατά το άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 1337/1983, να είναι αυτό των 699,6 τμ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για την έκταση του επιδίκου που υπερβαίνει τα 699,6 τμ, δεχόμενο ότι, ''εδράζεται στην υποθετική περίπτωση που η πολεοδομική αρχή χαρακτηρίσει σαν οικοδομήσιμο το επίδικο, που είναι σήμερα πολεοδομικά αρρύθμιστο, οπότε θα επιβάλλει εισφορά σε γη για την επανένταξή του στο σχέδιο πόλεως, ανερχόμενη σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 1337/1983, σε ποσοστό 40% (1166 τμ Χ40% =(466,4 τμ) = 699,6 τμ''. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, για το εν λόγω ακίνητο δεν είχε επιβληθεί εισφορά σε γη για την επανένταξή του στο σχέδιο πόλεως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο δε αναιρεσείων Δήμος, καθόλο το διάστημα αυτό, είχε καταλάβει παράνομα και χρησιμοποιούσε ολόκληρο το ακίνητο, αποκομίζοντας όφελος από τη χρήση του, που συνίσταται στην εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα υποβαλόταν, για τη μίσθωση τούτου, την οποία και οφείλει κατά τα προεκτεθέντα να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται να αξιώσει την απόδοση του πλουτισμού του αναιρεσείοντος, από τη χρήση ολόκληρου του ακινήτου. Επομένως, και ο άνω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022). Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 1093/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019). Ο λόγος δε αυτός, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 64/2024, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 313/2022, ΑΠ 1284/2023), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 313/2022 ΑΠ 841/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται ''ειδικές'' γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/ 2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 1273/2017) και όχι αίτηση για αποδεικτικά μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 564/2008). Οι διαδικαστικές δε αιτήσεις, μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτό, μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές εναπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 627/2024, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 1623/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι για το συγκεκριμένο καταληφθέν από τον ίδιο ακίνητο, για το οποίο έχει αναγνωριστεί δικαστικά η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, δεν έχει εκδοθεί διοικητική πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής που έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες στην τροποποίηση σχεδίων πόλεων, που είτε να αποδεσμεύει το ακίνητο από την πολεοδομική δέσμευση αυτού σαν κοινοχρήστου χώρου, είτε να επανυποβάλλει την ρυμοτομική απαλλοτρίωση, με συνέπεια να μην υπάρχει νομικά δυνατότητα, από το ακίνητο αυτό να εξαχθούν μισθώματα. Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, ο προαναφερθείς ισχυρισμός δεν συνιστά ''πράγμα'', με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, επί της εναντίον του, αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, για αξιώσεις της από την παράνομη κατάληψη του ακινήτου της. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση των διατάξεων από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι, το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της πολεοδομικής κατάστασης του επίδικου ακινήτου, και συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό που είχε προτείνει και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιπλέον άφησε τη σχετική αίτησή του, αδίκαστη. Οι ανωτέρω αιτιάσεις, δεν ιδρύουν κάποιον από τους αποδιδόμενους αναιρετικούς λόγους, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, η σχετική κρίση για τη διάταξη πραγματογνωμοσύνης, ανήκει στη διακριτική και, συνακόλουθα, ανέλεγκτη αναιρετικά, ευχέρεια του Εφετείου και, συνεπώς, το σχετικό αίτημα, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης, δεν συνιστά ''πράγμα'', κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ούτε και ''αίτηση'', κατά την έννοια του αρ. 9 του ίδιου ως άνω άρθρου, για να στοιχειοθετήσουν τις εκ των διατάξεων αυτών προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, οι άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο, διαφορετικά θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017). Με το τρίτο σκέλος του άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι: α) την με ΑΠ 157937/27-11-2003 βεβαίωση της Δ/νσης Σχεδίου Πόλεως του Δήμου, που βεβαιώνει ότι το Δ/γμα του 1980 δεν επηρέασε σε τίποτε τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε με το ρυμοτομικό Δ/γμα 1972 στο επίδικο, β) την απόφαση του ΣτΕ 38/92/2007 και γ) την με αριθμό 8690/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αναγνώρισε την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και από την εκτίμηση, ''και όλων, χωρίς εξαίρεση, των εγγράφων, που επικαλούνται παραδεκτά και προσκοµίζουν νόμιμα οι διάδικοι, εκτιμωμένων είτε προς άµεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ......'', σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά στην με αριθμό 8690/1982 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ' άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3963/2006, ''Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων', όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2017 αίτηση αναίρεσης της 1170/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης