Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1233 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1233/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τζούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Κρανιδιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1680/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/4/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθρ. 614 αρ. 7 ΚΠολΔ), με αριθμό 1680/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 12-7-2016 αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει εντόκως, το ποσό των 15.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς του, που επήλθε με την τελεσθείσα σε βάρος του εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αδικοπραξία (εξύβριση). Κατά της απόφασης αυτής, που δημοσιεύτηκε στις 14-5-2018, δεν ασκήθηκε έφεση εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευσή της, στις 14-5-2018, και έτσι η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, πριν την άσκηση της αναίρεσης, όπως, άλλωστε, συνομολογείται και από τον αναιρεσίβλητο, με τις προτάσεις του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει, λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/ 2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1116/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015). Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντίθετα, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό. Απλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1130/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 1069/2019).
Περαιτέρω, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, ''δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον...'' και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016). Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ, τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισης του (ΑΠ 792/2020, 2049/2017). Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 512/2023, ΑΠ 972/2020). Η προαναφερθείσα δε αντένσταση, μπορεί να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής, καθ' υποφορά, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής της ειδικότερο αίτημα απόρριψης της ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 777/2023, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 192/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Συντάγματος οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου, κατά συνείδηση. Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η πλήρης ανεξαρτησία του βουλευτή και η ελευθερία του να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα και να ψηφίζει σύμφωνα με τη συνείδησή του, χωρίς να δεσμεύεται από εντολές ή οδηγίες που τυχόν προέρχονται από τους εκλογείς του, διότι υπηρετεί το κοινό συμφέρον. Το δικαίωμα αυτό δεν σημαίνει ότι ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση να σέβεται το Σύνταγμα και την υπόλοιπη νομοθεσία. Η ελευθερία αυτή καθιερώνεται μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά τη συμμετοχή του στις εργασίες της Βουλής, ή των διαφόρων Επιτροπών αυτής. Εκτός Βουλής, η ελευθερία καλύπτεται από το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1322/2021). Ειδικότερα, το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους, ενώ το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία έκφρασης, δικαίωμα που περιλαμβάνει ''την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων'', όμως, με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. Όμοιες, δε, κατά βάση, διατάξεις θεσπίζονται και με το άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997. Στην παρ. 1 του άνω άρθρου ορίζεται ότι, κανένας δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του, στην παρ. 2 αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, που περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, προφορικά ή γραπτά, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του και στην παρ. 3 προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ορισμένων περιορισμών στο δικαίωμα αυτό, οι οποίοι, όμως, πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι είτε για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων είτε για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις θεμελιώνεται η ελευθερία του ανθρώπου για την εκφορά, την εξωτερίκευση και δημοσίευση των σκέψεων, ιδεών, απόψεων, προτάσεων και γενικά της διάνοιάς του και τη διάδοση του περιεχομένου τους με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, ταυτόχρονα, όμως, αναγνωρίζεται η δυνατότητα του Κράτους για την οριοθέτηση αυτής της ελευθερίας. Έτσι, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τη δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. Εξέχουσα, θέση μεταξύ των περιορισμών, που θέτουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Διεθνές Σύμφωνο, έχει το δικαίωμα της προσωπικότητας (άρθρο 57 του ΑΚ), σημαντική έκφραση της οποίας αποτελεί, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση και αξία, που αποδίδεται σ' αυτόν από τους συνανθρώπους του (ΟλΑΠ 40/1998). Επομένως, ο εκφραστής μιας άποψης ή ιδέας, για να αποφύγει να ευθύνεται ποινικά για τα αδικήματα της τιμής (άρθρα 361 επ. Π.Κ.) και για αποζημίωση, με βάση τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ, θα πρέπει να εκφράζεται μέσα στα όρια που θέτουν οι νόμοι στα άρθρα που αφορούν την προστασία της προσωπικότητας κάθε προσώπου και, όταν το περιεχόμενο της έκφρασης θίγει την τιμή ή υπόληψη τρίτου προσώπου, η έκφραση να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1689/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1547/2022, ΑΠ 1322/2021).
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 362 Π.Κ., δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης, καθόσον το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ακολούθως, κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγματος, ο βουλευτής δεν καταδιώκεται, ούτε εξετάζεται για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου θεσπίζεται εξαίρεση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατόπιν αδείας της Βουλής. Οι ανωτέρω, όμως, διατάξεις καλύπτουν μόνο τη γνώμη ή ψήφο που έδωσε ο βουλευτής κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή ή κατά την πρόταση νόμου, ή την τροπολογία που υποβλήθηκε στη Βουλή, ή σε έκθεση ή εισήγηση που υποβλήθηκε στη Βουλή ή κατά τις εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών ή κατά τις αγορεύσεις του στις συνεδριάσεις της Βουλής ή στις Επιτροπές ή κατά την κατάθεση ερωτήσεων ή επερωτήσεων και γενικώς σε όλες τις περιπτώσεις που εκφράζεται ο βουλευτής με τη βουλευτική του ιδιότητα. Στην έννοια της γνώμης υπάγεται οποιαδήποτε εκδήλωση απόψεων ή ισχυρισμών στη Βουλή ή κατά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής, ο βουλευτής είναι: α) ποινικά ανεύθυνος και αποκλείεται η δίωξή του για γνώμη του, ακόμη και εάν συνιστά εξύβριση, β) αστικά ανεύθυνος, δηλαδή αποκλείεται η άσκηση αγωγής αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την ανωτέρω αιτία, γ) πειθαρχικά ανεύθυνος, δηλαδή δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά ενώπιον οποιοσδήποτε αρχής και δ) πολιτικά ανεύθυνος, εφόσον ούτε οι εκλογείς μπορούν να ανακαλέσουν τη δοθείσα εντολή, ούτε το κόμμα μπορεί να του αφαιρέσει τη βουλευτική ιδιότητα. Το ανεύθυνο δεν καλύπτει πράξεις που ενήργησε ο βουλευτής εκτός των καθηκόντων του, όπως είναι οι απόψεις που εκφράζει σε ιδιωτικές ή δημόσιες συζητήσεις, με εκλογείς του ή άλλους βουλευτές, ή ενώπιον οπαδών ή οργάνων του κόμματος, καθώς και αξιόποινες πράξεις, έστω και εάν τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, οι οποίες δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της γνώμης ή της ψήφου. Για τις πράξεις αυτές, ισχύει το επόμενο άρθρο 62 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλον τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος, εκτός εάν κατά την παράγραφο 4 πρόκειται για αυτόφωρα κακουργήματα. Η διάταξη αυτή εμποδίζει την ποινική δίωξη (αλλά και κάθε ανακριτική πράξη) για αξιόποινη πράξη εντός και εκτός Βουλής και δεν εμποδίζει την άσκηση αγωγής σε βάρος του βουλευτή για επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης για τέτοια πράξη. Στα καθήκοντα του βουλευτή ανήκει μεταξύ άλλων ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 6 του Συντάγματος ασκείται από τη Βουλή σε Ολομέλεια δύο φορές την εβδομάδα, όπως ορίζεται ειδικότερα από τον Κανονισμό της Βουλής και κατά τη διάρκεια των διακοπών ασκείται ο έλεγχος από τα Τμήματα, κατά το άρθρο 71 του Συντάγματος. Κοινοβουλευτικός έλεγχος είναι ο έλεγχος που ασκεί η Βουλή στην Κυβέρνηση, με τα διάφορα μέσα που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής (ερωτήσεις, επερωτήσεις, αναφορές αρθ. 124 επ. Κανονισμού της Βουλής). Στρέφεται κατά όλης της Κυβέρνησης ή ορισμένων Υπουργών και επιδιώκει τη δημιουργία προϋποθέσεων για τη θεμελίωση κοινοβουλευτικής ευθύνης σε βάρος τους. Ο έλεγχος διακρίνεται σε πολιτικό, όταν με αυτόν αξιολογείται και κρίνεται η κυβερνητική δραστηριότητα με βάση πολιτικά κριτήρια, όπως η λήψη μέτρων για ορισμένο αντικείμενο ή η αναζήτηση του σκοπού ορισμένης κυβερνητικής πράξης και σε νομικό έλεγχο, όταν η πράξη ή παράλειψη της Κυβέρνησης αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τους ισχύοντες κανόνες δικαίου. Ο έλεγχος είναι διαρκής και απεριόριστος, εκτείνεται δε σε κάθε ενέργεια ή παράλειψη Υπουργού είτε ανάγεται στις διοικητικές είτε στις κυβερνητικές αρμοδιότητές του, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να υποδείξει στην Κυβέρνηση τον τρόπο ενέργειας ή δράσεως, διότι η αρμοδιότητα αυτή δεν ανήκει κατά το Σύνταγμα στη Βουλή (ΑΠ 1322/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020). Αντίθετα, με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1422/2021, ΑΠ 342/2021).
Στη συνέχεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε''εκ του πράγματος'', με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1155/2021, AΠ 630/2020, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 258/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων (εναγόμενος), με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο αυτό, δεχόμενο προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), από τον ίδιο (αναιρεσείοντα - εναγόμενο), ο οποίος κατά τον ένδικο χρόνο είχε την ιδιότητα του βουλευτή και Υπουργού της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με την απόδοση σ' αυτόν, με ανάρτηση στον προσωπικό του λογαριασμό, στο Twitter, του χαρακτηρισμού του ''φασιστοειδούς'', παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 57, 914 ΑΚ, 361, 367 παρ. 1γ του Π.Κ., 10 της ΕΣΔΑ, 14, 60 και 61 του Συντάγματος. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την κρίση του, περί της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, με την πράξη της εξύβρισης, με την έκφραση ''φασιστοειδές'' και την απόρριψη της ένστασής του, περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που απορρέει από την ιδιότητά του ως βουλευτού μέλους του Ελληνικού Κοινοβουλίου και Υπουργού, µέλους της Κυβέρνησης, ο οποίος είναι επιφορτισμένος µε το καθήκον ενημέρωσης της κοινής γνώμης για ζητήματα του κοινωνικού και πολιτικού βίου, ενώ με τον άνω δεύτερο λόγο, κατά το έκτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας την ένστασή του περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και περί του απεριόριστου δικαιώματος της έκφρασης της γνώμης του, ως βουλευτή, τόσο κατά τις κοινοβουλευτικές, όσο και κατά τις εξωκοινοβουλευτικές του δραστηριότητες, έλαβε υπόψη αντένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του (έκφρασης γνώμης), η οποία, όμως, δεν είχε προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους άνω αναιρετικούς λόγους, μέρος, τα ακόλουθα: "....... Ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών, εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, µε Α.Μ. 15970. Παράλληλα έχει αναπτύξει έντονη πολιτική και κοινωνική δράση, έχει κατέλθει υποψήφιος βουλευτής στην εκλογική Περιφέρεια της Β' Πειραιά, αρθρογραφεί σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο και έχει ιδρύσει από το έτος 2016 το πολιτικό κόµµα ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ του οποίου είναι Πρόεδρος. Ο εναγόµενος είναι βουλευτής εκλεγμένος στη Β' εκλογική περιφέρεια Αθηνών, Πρόεδρος του πολιτικού κόμματος µε ονομασία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ (ΑΝΕΛ)" και Υπουργός Εθνικής Άμυνας στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Έχει αναπτύξει επίσης έντονη πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα και έχει να επιδείξει συγγραφικό έργο. Ως ενεργό µέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου έχει ασχοληθεί µε επίκαιρα ζητήματα του πολιτικού βίου συμμετέχοντας, είτε σε Εξεταστικές Επιτροπές της Βουλής, είτε καταθέτοντας Ερωτήσεις και Επερωτήσεις στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Προτού κατέλθει στον πολιτικό στίβο απασχολήθηκε, ως σύμβουλος, μέτοχος και µέλος του Διοικητικού Συµβουλίου σε διάφορες εμπορικές εταιρείες, ανώνυμες ή περιορισμένης ευθύνης, λόγω και των συναφών σπουδών του στις Οικονομικές Επιστήμες και στην Ψυχολογία στη Γαλλία και στην Ελβετία. Ο ενάγων στο πλαίσιο της αρθρογραφίας του έχει στηλιτεύσει πολλές φορές την πολιτική δράση του εναγοµένου, τις επιλογές του, τις δηλώσεις του σε διάφορα µέσα ή εντός του Ελληνικού Κοινοβουλίου καθώς και την επιλογή του εναγοµένου να συμπορευτεί µε το πολιτικό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Αντικείµενο της αρθρογραφίας του έχει αποτελέσει ιδιαίτερα η τοποθέτηση του εναγοµένου, ως Υπουργού Εθνικής Άμυνας και η δραστηριότητά του σε σχέση µε το εν λόγω Υπουργείο. Ειδικότερα, σε άρθρο του την 19-04-2015 στην Εφημερίδα "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ", µε τίτλο "Π., µη σου πέσει το φανάρι", ασχολήθηκε µε το θέµα της λαθροµετανάστευσης και των κινδύνων που εγκυμονεί για την Ελληνική Κοινωνία και την οικονομία. Στο τέλος του εν λόγω άρθρου αναφέρει επί λέξει ότι, "Μπορείς να καταµαρτυρήσεις πολλά στην προηγούµενη Κυβέρνηση. Μέσα όµως σε λίγες εβδομάδες η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ κατέστρεψε όλη την επίπονη δουλειά που είχε γίνει στο θέµα της λαθρομετανάστευσης κι όποιος ζει στο κέντρο ξέρει. Ο Α. το κάνει κι ο Π. του κρατάει το φανάρι.....". Σε άλλο άρθρο του για το μεταναστευτικό ζήτημα, επίσης δημοσιευμένο στην Εφημερίδα "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ", µε τίτλο "Το ξέφραγο αμπέλι της Τ. και του Π." ανέφερε επί λέξει για τους πρόσφυγες ότι περνάνε "στο κράτος της αφασιακής Τ., που έχει συνέταιρο τον αγέρωχο Π.", εννοώντας προφανώς τον εναγόµενο. Σε έτερο άρθρο του για το μεταναστευτικό ζήτημα δημοσιευμένο την 15-08-2015 στην Εφημερίδα "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ" ανέφερε ότι, "δεν μπορούμε και δεν υποχρεούμαστε να περιθάλψουµε τους πάντες, να συνεχίσουμε να είμαστε το ξέφραγο αμπέλι που µας έκαναν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο τσιλιαδόρος του ο Κ." και συνέχισε, "η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και του ακομβίωτου στρατάρχη, που έγινε θαλαμοφύλακας της Τ., εξέπεμψε το μήνυμα του μπάχαλου". Σε άρθρο του για το μεταναστευτικό ζήτημα δημοσιευμένο στην ίδια ως άνω εφημερίδα την 23-08-2015 ανέφερε ότι, "Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ψευτοδεξιός κολαούζος του διέλυσαν τα πάντα", στηλιτεύοντας την ευκολία µε την οποία χορηγούνται έγγραφα και χαρακτηρίζονται ως πρόσφυγες άτοµα, που έχουν εμπλακεί σε παράνομες δραστηριότητες στη χώρα καταγωγής τους. Σε άρθρο του στην ίδια ως άνω εφημερίδα δημοσιευμένο την 06-09-2015 µε τίτλο "Χωρία τάξη δεν έχουµε τίποτα" ανέφερε επί λέξει ότι "οι οικονομικοί μετανάστες π.χ. οι Αφγανοί που στην Κω φώναζαν "Τζιχάντ" (!!), δεν δικαιούνται αυτή την προστασία. Είναι κίνδυνος. Η κυβέρνηση του Α., του Κ. και της Τ. του έγνεψε συγκαταβατικά". Σε έτερο άρθρο του στην ανωτέρω εφημερίδα, δημοσιευμένο την 31-01-2016 µε τίτλο, "Όλα είναι δανεικά και για το ΣΥΡΙΖΑ" ανέφερε ότι, "Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ψευτοδεξιός κολαούζος του, που έχει φάει αβγά στη Κω, παίρνουν το µάθηµα του τι σηµαίνει σοβαρή διακυβέρνηση. Είναι αδιανόητο το παιχνίδι µε την παράνομη βία". Επίσης, σε άρθρο του στην ανωτέρω εφημερίδα, δημοσιευμένο την 14-02-2016 µε τίτλο, "Αιγαίο: ο λύκος θα φυλάει τα πρόβατα" ανέφερε για τον εναγόµενο ότι "ο τσιλιαδόρος των Εξαρχειωτών περιθωριακών την αφιέρωσε στους τρεις νεκρούς ήρωές µας (!), που έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόµενοι τα θαλάσσια σύνορα, τα οποία κατά το πρόεδρο της Τ. δεν υπάρχουν. Και, όχι, το Κράτος του Φ., της Τ., του Π. δεν διέταξε εθνικό πένθος, τουλάχιστον έως τώρα που γράφω. Οι ψυχοπονιάρηδες διεθνιστές οσποδάροι του "κουαρτέτου" γιατί να βάλουν µεσίστιες τις σημαίες για Έλληνες αξιωματικούς;". Την 06-03-2016 δημοσίευσε στην ανωτέρω εφημερίδα άρθρο µε τίτλο, "Τελικά δε θα πάει άδικα το αίμα τους" στο οποίο ανέφερε ότι "παρακαλείται ο ακομβίωτος στρατάρχης, που έκοψε τα πλεύσιμα των ναυταίων και ετοιμάζεται να κόψει και όλα τα οδοιπορικά όλων των Ενόπλων Δυνάμεων (γράψτε το), να µην αποπειραθεί διάψευση. Η πληροφορία είναι "από το στόµα αλόγου", που λένε οι Γιάνκηδες φίλοι μας, είναι διασταυρωµένη, αυθεντική και όχι ντεµέκ, σαν τις ψεκασμένες υποσχέσεις για φρένα σε τρενάκια και λοιπά πολιτικά παίγνια, που κανονικά παίζονται σε ανάποδο χαρτόκουτο στην Πειραιώς µε τσιλιαδόρους και υπό το φόβο πολιτσµάνων".
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων την 16-05-2016 έδωσε ραδιοφωνική συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθµό "ΑLΡΗΑ RADΙΟ 989) στο δημοσιογράφο Σ. Χ., όπου αναφερόμενος στη σχέση του µε τον εναγόµενο ανέφερε ότι "εγώ δεν είµαι της θεωρίας "Μ." ότι, "όλοι στην ίδια σκάφη πλένουμε τα ρούχα µας", ο κύριος Κ. ανήκει στην πολιτική συντεχνία που θεωρούν σα δικηγόροι που πάνε και δικάζουν στο Μικτό Ορκωτό μπορούν να πλακωθούν και µετά να βγούν έξω και να αγκαλιάζονται και να πίνουν καφέ....... Εγώ είμαι ανεξάρτητος μαχόμενος δικηγόρος και τέτοιες αλητείες του τύπου ότι εγώ πηγαίνω λέει και παίρνω λεφτά για το "antinews" από τράπεζες θα του τα τρίψω στη μούρη στο δικαστήριο θα πληρώσει γι αυτό το πράγμα", " έχω δουλέψει και δουλεύω µόνο σαν ανεξάρτητος μαχόμενος δικηγόρος δεν ανέχοµαι από κανέναν, απ? κανένα κακοµαθηµένο πλουσιόπαιδο, να µου απευθύνει τέτοιες χυδαιότητες". Επίσης, στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter την 19-12-2014 έγραψε "παίζουνε και τα 30 αργύρια του Ιούδα. Η Ασφάλεια Ιουδαίας δεν τα είχε προσηµειώσει. Οι "αφορολόγητοι" Οβριοί τα δώσαν για να ψωνίσουμε ΑΝΕΛ", την 19-12-2014 έγραψε "αντιμνημονιακός συνεργάτης του Π. θα "λάδωνε" τον Γ. Π. Δηλαδή θα αυτολαδωνόσαντε, που λένε και στο Χόνγκ Κονγκ και στην Αμαλιάδα", την 14-06-2015 έγραψε "Ναυάγιο στις συνομιλίες στις Βρυξέλλες. Αποχώρησε η ελληνική ομάδα, παραπέμποντας σε link της ιστοσελίδας antinews και συνέχισε, "Ο Π. παίζει ακόµη µε τα στρατιωτάκια". "Ο Α. προβάρει το σακάκι του Γούναρη". Την 09-05 έγραψε "Πλάκα τα γαλόνια", "απάντηση Φ. στις βρωμιές του Κ.", παραπέμποντας στην ιστοσελίδα antinews και συνέχισε, "Νέο επεισόδιο στο Αιγαίο. παράδοση της υφαλοκρηπίδας στην Άγκυρα. Τι αποκαλύπτει ο Φ. Κ.". Την 06-05 έγραψε, "Ακομβίωτε Στρατάρχη, πέρασε καλά το CESΜΕ στο κεντρικό Αιγαίο", "Βουτυρομπεμπέ Π., στη 2α Μ. Αλ. δε θα έκανες ούτε για να μαζεύεις τα σκουπίδια", "στην Παλμύρα της οδού Πατησίων" µε αναφορά σε link της ιστοσελίδας antinews. Σε έτερη ανάρτησή του στο ίδιο ως άνω µέσο κοινωνική δικτύωσης την 18-08 ανέφερε για τον εναγόµενο ότι "ο Κ. ακόµη να κάνει νιάου για τις δηλώσεις Κ. για τα εγκλήματα του κουμουνισμού. Ούτε μπουλντόζα δεν τον ξεσφηνώνει από την καρέκλα". Την 15-10-2016 έγραψα "Συνοδοιπόρος από τα Lidl. Π. Κ. στο Συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ: Συντρόφισσες και σύντροφοι...", την 19-08, "Ο Κ. ακόµη να πάρει θέση για την ασέλγεια Κ. σε βάρος της μνήμης εκατομμυρίων θυμάτων του κουμμουνισμού. Ήταν βαριά η σκορδαλιά.". Την 23-08 έγραψε για τον εναγόµενο, "ο Κ. είναι καρεκλοφιλικός" και την 19-07-2016, "Έγγραφο της NSΑ αποκαλύπτει πως µας απείλησαν µε πυρηνικά αν δεν γύριζε πίσω ο Κ. που έπεσε ΗΑLΟ στην Αγιά Σοφιά". Τέλος, την 19-04-2015, έγραψε στο Τwitter, "Π., µη σου πέσει το φανάρι. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η συγκυβέρνηση κατέστρεψε ό,τι είχε γίνει στο θέµα της λαθρομετανάστευσης". Την 04-05-2016, αναρτήθηκε στο διαδικτυακό ιστότοπο της ηλεκτρονικής εφημερίδας µε τίτλο iefimerida απόσπασμα της συνέντευξης που παραχώρησε ο ενάγων στο ραδιοφωνικό σταθμό ALPHA RADΙΟ 989 όπου ανέφερε ότι, "Εξοργίζομαι να βλέπω τον Κ. µε στολή παραλλαγής. Από πού δικαιούται να το κάνει αυτό; Επειδή έπαιζε µε στρατιωτάκια μικρός; Βγαίνει αυτός ο τύπος στο γραφείο του και φορά µια ολοκαίνουργια παραλλαγή. Με αγουροξυπνηµένο κυνηγό έμοιαζε µε την παραλλαγή. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που µας ακούν σε αντίθεση µε την πολιτική ηγεσία, είναι κανονικοί άνθρωποι. Έχουν υπηρετήσει, δουλεύουν, έχουν αγωνίες. Ο απλός στρατιώτης στη Λήμνο, τη Ρόδο, την Κω, τον προσβάλλει να βλέπει έναν μπούρδα να παριστάνει τον στρατάρχη σαν αγουροξυπνηµένος κυνηγός. Δεν βρέθηκε έναν ταξίαρχος να του πει κ. Υπουργέ τι είναι αυτά που κάνεις; Δεν µπορεί να γελοιοποιούνται αυτά τα πράγματα. Καταρχήν δεν δικαιούται. Μιλάω για το να φοράει στολή χωρίς να δικαιούται. Δικαιούμαι µόνο να τη φορέσω όταν µου χτυπήσουν την πόρτα µε φύλλο πορείας. Δεν δικαιούµαι να την φοράω και να κάνω βόλτες και υπάρχουν και άλλοι, που πάνε στο Μοναστηράκι και αγοράζουν στολές παραλλαγής για να μαζεύουν τις ελιές". Την 05-05-2016 ο εναγόµενος, ανάρτησε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter το εξής σχόλιο, "Η έλλειψη σοβαρότητας και η υιοθέτηση φασιστοειδών του διαδικτύου τύπου Φα?λου απ? τη ΝΔ είναι επικίνδυνο κοκτέιλ". Στην ανάρτηση αυτή προέβη όπως συνοµολογεί, προκειμένου να τοποθετηθεί πολιτικά σε όσα είχε ισχυριστεί ο Γ. Π., που κατά την περίοδο εκείνη διατελούσε προσωρινός πρόεδρος του πολιτικού κόµµατος της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ), σχετικά µε τις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκίας στο Αιγαίο, ότι δήθεν οι Τούρκοι είχαν επιχειρήσει να καταλάβουν τη νησίδα Παναγιά. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέµενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας δεν πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήµησης ή της απλής δυσφήµησης, δοθέντος του ότι η φράση "φασιστοειδών του διαδικτύου τύπου Φα?λου", δεν συνιστά εκφορά γεγονότος µε την έννοια που απαιτείται κατά νόμον για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης των άρθρων 362, 363 Π.Κ. Ειδικότερα, ως γεγονός νοείται κάθε πράξη ή παράλειψη και γενικότερα κάθε συγκεκριµένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου παρελθόν ή παρόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δεκτικό απόδειξης. Ως γεγονός δύναται να εκληφθεί και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, καθώς και οι χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται µε συγκεκριµένο γεγονός, ώστε µε τη σύνδεση και σχέση τους µε αυτό ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας του. Το τελευταίο δεν συμβαίνει, όταν οι χαρακτηρισμοί εκφράζονται αυτοτελώς και ασχέτως µε τέτοιο γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση η έκφραση "φασιστοειδές" συνιστά χαρακτηρισμό, αξιολογική κρίση, η οποία δεν σχετίζεται, ούτε συνδέεται µε συγκεκριµένο γεγονός, παρελθόν ή παρόν ή μελλοντικό συνδεόµενο µε έτερα γεγονότα του παρόντος ή του παρελθόντος, δεκτικό απόδειξης, ώστε το γεγονός αυτό να καθορίζει την ποιοτική και ποσοτική βαρύτητά της, όπως θα συνέβαινε επί παραδείγματι αν ο εναγόµενος εξειδίκευε το ισχυρισμό "φασιστοειδές" µε συγκεκριµένα γεγονότα, δηλαδή µε ορισμένες τυπικές συμπεριφορές αυτού του είδους. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέµενα, η φράση "φασιστοειδές" πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης, η οποία είναι ποινικά κολάσιµη κατ' άρθρο 361 Π.Κ. και συνιστά συνάµα αδικοπραξία, κατ' άρθρο 914 Α.Κ. Ειδικότερα, η εν λόγω φράση υποδηλώνει άτοµο που εµφορείται από αντιλήψεις του φασισμού, δηλαδή του κινήματος το οποίο αναπτύχθηκε πρωταρχικά στην Ιταλία του Μουσολίνι και βασίζεται σε ακροδεξιά µια ριζοσπαστική αυταρχική εθνικιστική πολιτική ιδεολογία και μαζικό κίνημα, που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών ή/και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει µια κινητοποιηµένη εθνική κοινότητα, καταργώντας τη δημοκρατία και τον Κοινοβουλευτισµό συνιστά καταφρονητική εκδήλωση, ?τοι αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσβαλλόµενου, καταδεικνύει έλλειψη εκτίμησης του ενάγοντα από τον εναγόµενο και δύναται να βλάψει την εκτίμηση που έχουν τρίτοι στο πρόσωπο του ενάγοντα. Ειδικότερα, η λέξη "φασισμός", καθώς και όσες ετυμολογικά προέρχονται από αυτή ταυτίζεται στο νου του μέσου ηθικά έμφρονως και πολιτικά σκεπτόµενου ανθρώπου µε την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας, τον εκμηδενισµό της αξίας του ανθρώπου και των ανθρωπιστικών ιδανικών και την επιβολή της ιδεολογίας του φασισμού µε βίαιες, δεσποτικές και αυταρχικές μεθόδους και µε καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιών. Με την απόδοση επομένως, στον ενάγοντα της ιδιότητας του φασίστα πλήττεται το έννοµο αγαθό της τιµής, δηλαδή της χρηστότητας και τιµιότητας, ως στοιχεία του εν γένει χαρακτήρα του, η οποία (τιµή) συνιστά ενδιάθετη έννοια και της υπόληψης, δηλαδή της εκτίμησης του κοινωνικού περίγυρου προς αυτόν, η οποία κτάται βάσει των προτερηµάτων του χαρακτήρα του, των αγαθών ιδιοτήτων, του τρόπου που διαβιώνει ή ασκεί το επάγγελμά του και γενικά από τον τρόπο που πορεύεται µέσα στο κοινωνικό σύνολο. Κατά τους ισχυρισμούς του εναγόµενου ο χαρακτηρισμός "φασιστοειδές" είναι πολιτικός χαρακτηρισμός, που απηχεί πολιτική ιδεολογία και κοσµοθεωρητική και οντολογική αντίληψη του ενάγοντος και δεν αποσκοπεί στο να θίξει την τιµή και την υπόληψή του. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος κατ? ουσίαν, δοθέντος του ότι δεν αποδείχτηκε, ότι ο ενάγων πρεσβεύει την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας και επιδιώκει την επιβολή αυταρχικών καθεστώτων, µε τη χρήση βίας. Αντιθέτως, συμμετέχει στις δημοκρατικές διαδικασίες έχοντας κατέλθει ως υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές µε πολιτικό κόμμα, µε το οποίο κατά το παρελθόν είχε εκλεγεί βουλευτής και ο εναγόµενος, ενώ το 2016 υπέβαλε αίτηση στον Άρειο Πάγο για την ίδρυση πολιτικού κόμματος, η οποία έγινε δεκτή, αφού κρίθηκε ότι η οργάνωση και η δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και υπηρετεί τη δημοκρατία. Ο ισχυρισμός του εναγοµένου, ο οποίος ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 στοιχ. γ ΠΚ, ότι προέβη στην επίµαχη δήλωση, λόγω δικαιολογηµένου ενδιαφέροντος το οποίο απορρέει από την ιδιότητά του ως βουλευτού μέλους του Ελληνικού Κοινοβουλίου και Υπουργού, µέλους της Κυβέρνησης, ο οποίος είναι επιφορτισμένος µε το καθήκον ενημέρωσης της κοινής γνώμης για ζητήματα του κοινωνικού και πολιτικού βίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι η επίµαχη φράση δεν εξυπηρετεί κανένα καθήκον ενηµέρωσης, αφού δεν ειπώθηκε σε συνάρτηση µε κάποια είδηση της επικαιρότητας. Ούτε σχετίζεται µε το κεντρικό θέµα συζήτησης κατά την επίµαχη ημεροχρονολογία, αφού όπως συνομολογεί ο ίδιος ο εναγόµενος, η επίµαχη ανάρτηση στο Twitter έγινε προκειµένου να απαντήσει στις χρονικά προγενέστερες δηλώσεις του Ι. Π. σχετικά µε τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις στο Αιγαίο. Δηλαδή η επίµαχη φράση εντάχθηκε από τον ενάγοντα σε µια ανάρτηση, που αφορούσε σχολιασμό δηλώσεων τρίτου προσώπου, άσχετου µε τον ενάγοντα. Ουδόλως δε εξυπηρετεί τον επιδιωκόµενο σκοπό του εναγοµένου, που ήταν η απάντηση στις δηλώσεις του Γ. Π., ως είχε δικαίωµα και όφειλε να πράξει εκ της ιδιότητας του ως Βουλευτής και Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Περαιτέρω, ως αβάσιµος κατ? ουσίαν πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του εναγοµένου, ότι αίρεται το άδικο της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης, διότι ωθήθηκε στην πράξη του, δηλαδή περιέλαβε την επίµαχη φράση στην ανάρτησή του, από αγανάκτηση δικαιολογημένη, ένεκα της προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο ενάγων εναντίον του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση, διότι για την εφαρµογή του προκείµενου λόγου άρσης του αδίκου απαιτείται η προηγηθείσα πράξη του παθόντος να βρίσκεται σε άµεση συνάρτηση, δηλαδή σε τοπική και χρονική εγγύτητα, η οποία ελλείπει όταν έχει παρέλθει ικανό χρονικό διάστηµα ώστε να παύσει η προσβολή και να επέλθει ειρήνευση του προσβληθέντος αγαθού. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πράγματι προέβη σε δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και σε αναρτήσεις σε µέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις οποίες μεταξύ άλλων στηλίτευε πολλές φορές µε έντονο τρόπο την ακολουθούμενη εν γένει κυβερνητική πολιτική σε φλέγοντα ζητήματα της επικαιρότητας, όπως το μεταναστευτικό. Συχνά μάλιστα προέβαινε σε αναφορές στο πρόσωπο του εναγοµένου, ως προέδρου του συγκυβερνώντος πολιτικού κόμματος, το οποίο παρείχε πολιτική στήριξη στο κόμμα της πλειοψηφίας, ώστε να εφαρμόσει την κυβερνητική πολιτική του. Πέραν τούτων αποδείχτηκε ότι ο ενάγων προέβη σε δημόσιες αναρτήσεις σε µέσα κοινωνική δικτύωσης σχετικά µε τη δραστηριότητα του εναγοµένου ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Ωστόσο, όλες οι ανωτέρω αναρτήσεις και τα δημοσιεύματα, απέχουν κατά πολύ χρονικά σε σχέση µε την επίδικη ανάρτηση εκ µέρους του εναγοµένου, ώστε, ακόµη και αν υποτεθεί ότι υπήρξε προσβολή εννόµου αγαθού του εναγοµένου, έχει παρέλθει ικανός χρόνος, για να θεωρηθεί, ότι επήλθε ειρήνευση αυτού και παύση της προσβολής. Σε σχέση δε µε τα όσα εξέθεσε ο ενάγων κατά τη ραδιοφωνική του συνέντευξη στο σταθμό ALPHA RADΙΟ 959, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω, αυτά ειπώθηκαν την 4-5-2016, δηλαδή την αµέσως προηγούµενη ηµέρα σε σχέση µε την επίδικη ανάρτηση του εναγοµένου και είναι σε ιδιαίτερα έντονο ύφος. Εντούτοις, αν και καυστικά και δριµεία δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν ουσιαστικά τον ισχυρισμό του εναγοµένου περί δικαιολογηµένης αγανάκτησης, δοθέντος του ότι ο εναγόµενος, όντας πρόσωπο της πολιτικής ζωής, επικεντρώνει στο πρόσωπό του την κοινή γνώµη, συμμετέχει σε δηµόσια αντιπαράθεση απόψεων και πρέπει κατ? αρχήν να ανέχεται την κριτική ακόµη και όταν αυτή γίνεται µε οξύ και φιλόνικο τρόπο, δοθέντος του ότι τα όρια της αποδεκτής κριτικής ως προς έναν πολιτικό, στον οποίο γίνεται αναφορά µε την ιδιότητα αυτή, είναι ευρύτερα από εκείνα έναντι ενός απλού ιδιώτη, αφού αντίθετα µε το δεύτερο, ο πρώτος εκτίθεται αναπόφευκτα και συνειδητά σε προσεκτικό έλεγχο των πράξεων και κινήσεων του, τόσο από τους δημοσιογράφους, όσο και από το σύνολο των πολιτών, πρέπει συνεπώς να επιδεικνύει µεγαλύτερη ανοχή. Εάν δε µε την κριτική προσβάλλεται στο έννομο αγαθό της προσωπικότητάς του οφείλει να επιλέγει να προστατευθεί µέσω της νόμιμης οδού και όχι µε αυτοδικία και εκτόξευση εκατέρωθεν βολών και ύβρεων. Επομένως, η φράση "φασιστοειδές" εκφεύγει το µέτρο του αναγκαίου και δεν εξυπηρετεί τον επιδιωκόµενο σκοπό, που είναι η ενηµέρωση και πληροφόρηση του κοινού για τα ελληνοτουρκικά θέµατα. Αποσκοπεί δε στην προσβολή της τιµής και της υπόληψης ως στοιχείων της προσωπικότητας του ενάγοντος και κρίνεται αντικειμενικά πρόσφορη να το επιτύχει.
Εξάλλου, ο εν λόγω µειωτικός χαρακτηρισμός, έλαβε ιδιαίτερα µεγάλες διαστάσεις, καθώς, τη δημόσια αυτή ανάρτησή του στον προσωπικό λογαριασμό, που ο εναγόµενος τηρεί στον ιστοχώρο "Twitter", μπορούσαν να αναγνώσουν πέραν απ’ τους ακόλουθους ("followers") του τελευταίου και πλείστοι άλλοι χρήστες του διαδικτύου. Επίσης, αποτέλεσε είδηση σε μεταγενέστερη ραδιοφωνική συνέντευξη του ενάγοντος και σε διαδικτυακούς ιστότοπους. Κατόπιν, επομένως, των προεκτεθέντων, ένεκα της συμπεριφοράς του εναγοµένου, που εξέφρασε σε βάρος του ενάγοντος τον κριθέντα ως άνω εξυβρυστικό χαρακτηρισμό, προσεβλήθη παρανόµως το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, ενώ ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει, δε, του είδους, της βαρύτητας, της επαναλήψεως και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και των µέσων µε το οποίο τελέσθηκε, της υπαιτιότητας του εναγοµένου, της ευρύτατης δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονοµικής καταστάσεως των διαδίκων µερών, η οποία εκτέθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. .....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δέχθηκε ότι έλαβε χώρα προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, με την πράξη της εξύβρισης, με την απόδοση σ' αυτόν του χαρακτηρισμού, του ''φασιστοειδούς'' και αφού απέρριψε την ένσταση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, από το άρθρο 367 παρ. 1γ του Π.Κ., περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της άνω εξυβριστικής συμπεριφοράς, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει εντόκως, στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως άνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 57, 59, 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων, 361 και 367 Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι, α) ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος κατά τον ένδικο χρόνο, ήταν βουλευτής και Υπουργός της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στον ιστοχώρο, ''Twitter'', απέδωσε στον αναιρεσίβλητο, δικηγόρο με έντονη πολιτική και κοινωνική δράση και ιδρυτή του πολιτικού κόμματος ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ, για το οποίο κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο, ότι η οργάνωση και δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και υπηρετεί τη δημοκρατία, το χαρακτηρισμό, ''του φασιστοειδούς'', ο οποίος ενέχει αμφισβήτηση της κοινωνικής και ηθικής αξίας αυτού και προσβάλλει την τιμή και υπόληψή του, β) ότι η εν λόγω δημόσια ανάρτηση έγινε γνωστή πέραν από τους ακόλουθους ("followers") του αναιρεσείοντος και σε πλείστους άλλους χρήστες του διαδικτύου και αποτέλεσε είδηση σε μεταγενέστερη ραδιοφωνική συνέντευξη του αναιρεσείοντος και σε διαδικτυακούς ιστότοπους, γ) ότι η ως άνω εξυβριστική εκδήλωση ήταν πρόσφορη να βλάψει και πράγματι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου ως ατόμου και ως πολιτικού προσώπου, αφού ενείχε, κατά την αντικειμενική εκτίμησή του, το στοιχείο της εξύβρισης και της σπίλωσης της προσωπικής αυτού υπόστασης, και ότι δ) η απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού στον αναιρεσίβλητο εκφεύγει του αναγκαίου μέτρου και δεν εξυπηρετεί τον επιδιωκόµενο κατά τον αναιρεσείοντα, σκοπό, που είναι η ενηµέρωση και πληροφόρηση του κοινού για τα ελληνοτουρκικά θέµατα, αφού δεν ειπώθηκε σε συνάρτηση µε κάποια είδηση της επικαιρότητας, ούτε σχετίζεται µε το κεντρικό θέµα συζήτησης κατά την επίµαχη ημεροχρονολογία, που ήταν οι δηλώσεις του Ι. Π., σχετικά µε τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις στο Αιγαίο, αντίθετα εντάχθηκε σε ανάρτηση, που αφορούσε σχολιασμό δηλώσεων τρίτου προσώπου, ήτοι του Ι. Π., άσχετου µε τον αναιρεσείοντα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, με συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστώσα εξύβριση, ως ειδικότερης μορφής αδικοπραξία και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη της από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασης του αναιρεσείοντος, περί άρσης του άδικου χαρακτήρα των ενεργειών του, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του ίδιου, ως βουλευτή και Υπουργού, προς ενημέρωση του κοινού και εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος είναι παράνομη και υπαίτια και επίσης τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη, ήτοι την προσβολή της τιμής και της υπόληψης του αναιρεσίβλητου, την οποία επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι με τον παραπάνω χαρακτηρισμό του φασιστοειδούς, που αποδόθηκε στον αναιρεσίβλητο προσβάλλεται η τιμή και υπόληψη του αναιρεσίβλητου, καθόσον αποτελεί εξύβριση, και ότι είναι αβάσιμη η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 10 της κυρωθείσας με το ν.δ/γμα 53/1974, Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, δικαίωμα που περιλαμβάνει, την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 14 του Συντάγματος, κατά τις οποίες καθένας (επομένως και ο βουλευτής) μπορεί να εκφράζει και διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του κράτους, ούτε και αυτές των άρθρων 60 και 61 του Συντάγματος, που καθιερώνουν την ανεξαρτησία του βουλευτή και ειδικότερα την ελευθερία να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα, διότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το δικαίωμα του αναιρεσείοντος, όπως και κάθε ανθρώπου, στην ελευθερία της έκφρασης, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, υπόκειται, κατά την άσκησή του, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της τιμής και υπόληψης και των δικαιωμάτων των τρίτων, η δε ανεξαρτησία του βουλευτή να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα, καθιερώνεται μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά τη συμμετοχή του στις εργασίες της Βουλής, ή των διαφόρων Επιτροπών αυτής, ενώ εκτός Βουλής, η ελευθερία του καλύπτεται από τα άνω άρθρα 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ και έτσι η αποδειχθείσα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προσβλητική της τιμής και υπόληψης του αναιρεσίβλητου, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, εμπίπτει στους κατά το νόμο περιορισμούς άσκησης αυτού του δικαιώματος. Επομένως, ο άνω δεύτερος, κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, το άνω δικαστήριο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περί της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, ως προς την τιμή και την υπόληψή του, με την τελεσθείσα σε βάρος του από τον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, με την απόδοση σ' αυτόν, στην προαναφερθείσα ανάρτηση στον ιστοχώρο ''Twitter, του εξυβριστικού και προσβλητικού χαρακτηρισμού του "φασιστοειδούς", που υποδηλώνει άτοµο που εµφορείται από αντιλήψεις του φασισμού, δηλαδή του κινήματος το οποίο αναπτύχθηκε πρωταρχικά στην Ιταλία του Μουσολίνι και βασίζεται σε ακροδεξιά µια ριζοσπαστική αυταρχική εθνικιστική πολιτική ιδεολογία και μαζικό κίνημα, που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών ή/και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει µια κινητοποιηµένη εθνική κοινότητα, καταργώντας τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισµό και περί της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, προς ενημέρωση του κοινού, διότι η εν λόγω ανάρτηση, ουδόλως εξυπηρετούσε την ενημέρωση, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών ως προς το ότι η εν λόγω ανάρτηση αφορούσε πράγματι το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια και ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το έκτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε συνίσταται στο ότι το δικαστήριο, απορρίπτοντας την ένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ, δέχθηκε αντένσταση του αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, χωρίς να προβληθεί σχετικός ισχυρισμός (από τον αναιρεσίβλητο), ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, ουδόλως εξέτασε αντένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αντίθετα απέρριψε κατ' ουσίαν την προβληθείσα από αυτόν ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ περί δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος, με τις παραδοχές ότι η απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού στον αναιρεσίβλητο εκφεύγει του αναγκαίου μέτρου και δεν εξυπηρετεί τον επιδιωκόµενο κατά τον αναιρεσείοντα, σκοπό, που είναι η ενηµέρωση και πληροφόρηση του κοινού για τα ελληνοτουρκικά θέµατα, αφού δεν ειπώθηκε σε συνάρτηση µε κάποια είδηση της επικαιρότητας, ούτε σχετίζεται µε το κεντρικό θέµα συζήτησης κατά την επίµαχη ημεροχρονολογία, που ήταν οι δηλώσεις του Ι. Π. σχετικά µε τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις στο Αιγαίο, αντίθετα εντάχθηκε σε ανάρτηση, που αφορούσε σχολιασμό δηλώσεων τρίτου προσώπου, ήτοι του Ι. Π., άσχετου µε τον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς, υπό τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά και νομικά δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1γ του Π.Κ. του αναιρεσείοντος, χωρίς συνακόλουθα να υπεισέλθει και εξετάσει αντένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, η οποία πράγματι δεν είχε προβληθεί. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο άνω λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 593/2023, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 932 ΑΚ, καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, από τη διαπραχθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, στο ποσό των 15.000 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήδη εκτέθηκε, επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη σ' αυτή παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, το ποσό των 15.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνο που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, και ο άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το άνω ποσό, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την ένδικη αιτία, που είναι πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2021 αίτηση αναίρεσης της 1680/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης