Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1236 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1236/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALCOR ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ", που εδρεύει στην Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ανδρέου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Β.Ε.Α.Ε." (πρώην "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4855/2002 μη οριστική και 2670/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3632/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/10/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 21-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3632/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις της ήδη αναιρεσίβλητης και της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2670/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 28-12-1998 αγωγή από αδικοπραξία της τελούσας σε κατάσταση πτωχεύσεως αναιρεσείουσας κατά της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε ότι "απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαιρέτων όρων συναλλαγής ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Η παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 703/1977, που μετατράπηκε σε αυτοτελές άρθρο 2α, αντικαθιστάμενο δυνάμει της παρ. 2 του άρθ. 1 του Ν. 2296/1995 το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της κωδικοποιημένης ΣυνθΕΚ και ήδη 102 ΣΛΕΕ, καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρο 2 του Ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρο 18α, που προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθ' εαυτή και όχι το κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Προϋποθέσεις, έτσι, εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ` αυτή τα δικά της προϊόντα, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, που υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ` αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Η απαγόρευση της κατάχρησης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αποτελεί προέκταση της απαγόρευσης της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, ενώ υφίσταται ρυθμιστική αυτοτέλεια αυτής σε σχέση με τη γενική ρήτρα του 281 ΑΚ, ενόψει και του ότι η κατάχρηση είναι το νομικό συμπέρασμα του νομικού συλλογισμού, ήτοι της διαδικασίας συγκεκριμενοποίησης και εξειδίκευσης μιας αόριστης νομικής έννοιας και όχι η νομική του βάση. Στο πλαίσιο αυτό, κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει, έτσι, οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε, αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση. Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 644/2024, ΑΠ 870/2023, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 983/2014). Επίσης συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 919 του ΑΚ, συμπεριφορά, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 710/2023, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 167/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γέννησης ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 75/2020, ΑΠ 1/2019). Επίσης, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Ανάγεται, έτσι, σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1196/2018). Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019). Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 382/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 40/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1026/2022). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως επίσης και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό που προτάθηκε, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1093/2022). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώ, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγηση του και σύγκριση του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Πρέπει ακόμη κατά τη συζήτηση να προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια συνιστούν και οι αποφάσεις των Πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 339/1996). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο (ΑΠ 1638/2022) γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006) και στ) να εκτίθεται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006) δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009). 3. Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η αρχικώς εναγομένη εταιρεία νομίμως και όχι κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά και εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, διέκοψε την προμήθεια πρώτης ύλης προς την ενάγουσα αναιρεσείουσα εταιρεία, αρνούμενη να της παράσχει περαιτέρω πίστωση και κατήγγειλε το 1993 την μεταξύ τους σύμβαση, επιπλέον δε προέβη σε δικαστικές ενέργειες σε βάρος της μετά την καταγγελία. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη εταιρία ιδρύθηκε το έτος 1960 με έδρα την Αθήνα και καταστατικός της σκοπός είναι, μεταξύ άλλων, η παραγωγή στην Ελλάδα και η εμπορία αλουμίνας και αλουμινίου. Ιδρύθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. 4110/1960 νομοθετικού διατάγματος, με το οποίο κυρώθηκε η σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου με α) την εδρεύουσα στη Λυών της Γαλλίας ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "PECHINEY COMPANIE DE PRODUITS CHIMIQUES ΕΤ ELECTROMEALLURGIQUES SA", β) την εδρεύουσα στο Παρίσι ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "COMPADEC COMPAGNIE POUR L'ETUDE ΕΤ LE DE- BELOPPEMENT DES ECHANGES COMERCIAUX SA", γ) την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Βιομηχανικής Αναπτύξεως" και δ) το Σ. Ν., δυνάμει της οποίας (σύμβασης) το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε στην εναγόμενη άδειες μεταλλευτικών ερευνών και μεταλλευτικούς χώρους βωξίτη για τις ανάγκες της λειτουργίας της. Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ορίστηκε 45ετής, ήτοι η σύμβαση αυτή ήταν ενεργή κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, δηλαδή το έτος 1993. Η εναγομένη, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, δραστηριοποιούνταν, συνεπώς, στην παραγωγή αλουμίνας και αλουμινίου από την μεταποίηση του ορυκτού βωξίτη, που εξόριζε με άδεια του Ελληνικού Δημοσίου, και ήταν η μοναδική εταιρία με το εν λόγω αντικείμενο στην Ελλάδα, κατέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο μονοπώλιο στην εγχώρια παραγωγή του ονομαζόμενου ως πρωτόχυτου αλουμινίου, ήτοι του αλουμινίου που παράγεται απευθείας από την διάπλαση σχήματος και την πρόσδοση χημικών, θερμικών και φυσικών ιδιοτήτων στο άμορφο μετάλλευμα του ορυκτού βωξίτη. Το ως άνω πρωτόχυτο αλουμίνιο παράγεται σε τρεις μορφές και συγκεκριμένα σε χελώνες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την περαιτέρω χύτευση του αλουμινίου, σε πλάκες, οι οποίες χρησιμοποιούνται από την βιομηχανία έλασης του αλουμινίου, και σε μπιγιέτες (κολώνες), οι οποίες χρησιμοποιούνται από τη βιομηχανία διέλασης του αλουμινίου. Κατόπιν συμφωνιών με το Ελληνικό Δημόσιο, που έλαβαν χώρα στις 11-3-1966, η εναγομένη δεσμεύτηκε να διαθέτει το 15% της ετήσιας παραγωγής της στην ελληνική αγορά με τη μέση εξαγωγική τιμή FOB και σύμφωνα με κατανομή καθοριζόμενη κάθε χρόνο από το Υπουργείου Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, η οποία (κατανομή) λάμβανε χώρα από το Υπουργείο με βάση κριτήρια που αφορούσαν τις εξαγωγές, τις πωλήσεις και τις επενδύσεις των εκάστοτε μεταποιητών αλουμινίου. Η ενάγουσα εταιρία (αναιρεσείουσα) ιδρύθηκε το έτος 1978 ...και δραστηριοποιείται στη διέλαση αλουμινίου, ήτοι στην παραγωγή επιμήκων προϊόντων αλουμινίου (προφίλ), μετά από τη βιομηχανική επεξεργασία μπιγιετών (κολωνών) αλουμινίου. Αποτελούσε μέλος ομίλου επιχειρήσεων συμφερόντων του Κ. Χ., με αντικείμενο δραστηριότητας του ομίλου την επεξεργασία αλουμινίου στις διάφορες μορφές του. . . Ο εν λόγω όμιλος επιχειρήσεων είχε συνεργασία με την εναγομένη, αγοράζοντας από την τελευταία πρώτη ύλη για τις δραστηριότητες του, ήδη από το έτος 1968, μέσω της μη διαδίκου εταιρίας του ομίλου, με την επωνυμία "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ ΑΕ", η οποία δραστηριοποιούνταν επίσης στην επεξεργασία αλουμινίου και προμηθευόταν από την εναγόμενη καθαρό αλουμίνιο σε μορφή χελώνας. Η ενάγουσα εταιρία από την ίδρυσή της ήταν επίσης πελάτης της εναγόμενης, αγοράζοντας σταθερά από την τελευταία όλες τις ποσότητες πρωτόχυτου αλουμινίου, που χρειαζόταν για τη δραστηριότητά της. Για το σκοπό αυτό είχε υπογραφεί μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης σειρά συμβάσεων, οι οποίες κατά τα γενικά τους χαρακτηριστικά είχαν το ίδιο περιεχόμενο και αποτελούσαν συμβάσεις με προδιατυπωμένους από την εναγομένη όρους, κοινούς σε όλες τις συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τους διελαστές αλουμινίου (επιχειρήσεις της βιομηχανίας διέλασης αλουμινίου) για την πώληση των προϊόντων της, ήτοι για την πώληση των μπιγιετών - κολώνων του πρωτόχυτου αλουμινίου. Συγκεκριμένα, η εναγομένη συνήπτε με τους διελαστές αλουμινίου δύο παράλληλα είδη συμβάσεων, ήτοι μία σύμβαση - τύπο, η οποία αφορούσε τις ποσότητες αλουμινίου που όφειλε η εναγομένη να διαθέσει στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με την ανωτέρω δέσμευσή της προς το Ελληνικό Δημόσιο, και μία συμπληρωματική σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, με την οποία συμφωνούσε με έκαστο των διελαστών τις ακριβείς ποσότητες αλουμινίου που θα του παρείχε ετησίως κατά τη διάρκεια της σύμβασης συνολικά, ήτοι και πέραν των εκάστοτε καθοριζόμενων από το αρμόδιο Υπουργείο ποσοτήτων. Αμφότερες οι συμβάσεις, εξάλλου διέπονταν, επιπλέον, από τους επίσης προδιατυπωμένους γενικούς όρους πωλήσεων της εναγόμενης, στους οποίους ομοίως προσχωρούσαν οι μεταποιητές - διελαστές. Σύμφωνα με τους ως άνω προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων, τους οποίους αποδέχονταν υποχρεωτικά οι διελαστές, εφόσον επιθυμούσαν να συνεργαστούν με την εναγομένη, προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι: Οι διελαστές δήλωναν από την αρχή της σύμβασης τις ποσότητες αλουμινίου που θα τους προμήθευε η εναγόμενη για όλη τη διάρκεια της, η οποία μπορούσε να διαρκέσει για περισσότερα χρόνια, τις δε ποσότητες αυτές όφειλαν να τις παραλαμβάνουν σταδιακά σε σχεδόν ισόποσες κατανομές μηνιαίως, προβλεπόταν ωστόσο να υπάρξουν αποκλίσεις από την ισόποση μηνιαία κατανομή των παραδόσεων/παραλαβών κατόπιν συμφωνίας των μερών. Η πληρωμή των αντίστοιχων τιμολογίων, που εξέδιδε η εναγομένη, έπρεπε να γίνεται με την παρουσίασή τους στους μεταποιητές, ήτοι δεν προβλεπόταν οποιαδήποτε πίστωση, ενώ η εναγομένη εταιρία παρακρατούσε την κυριότητα των ποσοτήτων αλουμινίου που παρέδιδε στους μεταποιητές έως την εξόφλησή τους και απαγορευόταν για το ίδιο χρονικό διάστημα η μεταποίηση, βιομηχανοποίηση ή ενεχυρίαση των εν λόγω εμπορευμάτων. Επιπλέον, συμφωνούνταν ότι η ύπαρξη ελαττωμάτων στα προϊόντα της εναγομένης έπρεπε να γνωστοποιείται στην τελευταία εγγράφως σε ανατρεπτική προθεσμία 45 ημερών, μετά την παρέλευση της οποίας οι μεταποιητές έχαναν το δικαίωμα επίκλησής τους.
Περαιτέρω, συμφωνείτο ότι τα προϊόντα της εναγομένης έπρεπε να μεταποιηθούν από μεταποιητικές μονάδες, που ανήκουν ή ελέγχονται από τον εκάστοτε αντισυμβαλλόμενό της μεταποιητή, ενώ για οποιαδήποτε άλλη περίπτωση (μεταπώληση, φασόν) έπρεπε να υπάρχει η γραπτή συγκατάθεση και της εναγομένης. Τέλος, οι διελαστές αναλάμβαναν την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την εναγομένη σε προϊόντα που αντιστοιχούν στις δυνατότητες παραγωγής της. Οι εν λόγω όροι ήταν ιδιαιτέρως αυστηροί αναφορικά με τις υποχρεώσεις των μεταποιητών και ιδιαιτέρως προνομιακοί για την εναγομένη, η οποία, λόγω της μονοπωλιακής θέσης της στην παραγωγή πρωτόχυτου αλουμινίου, μπορούσε να τους επιβάλει. Ειδικότερα, κατά τους όρους αυτούς, οι διελαστές δεν μπορούσαν να μεταποιήσουν το αλουμίνιο πριν το εξοφλήσουν, ενώ η μεταποίηση αυτή καθαυτή θα τους εξασφάλιζε τα έσοδα για την αποπληρωμή του. Επίσης δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα ελαττώματα του αλουμινίου πριν την μεταποίηση του, η οποία δεν ήταν πάντοτε δυνατό να λάβει χώρα εντός των 45 ημερών, που προέβλεπε η σύμβαση. Πάντως στην πράξη η εναγομένη ήταν ελαστική όσον αφορά την αποπληρωμή του τιμήματος από τους διελαστές, και χορηγούσε σε αυτούς πίστωση για την εξόφληση του τιμήματος του αλουμινίου που είχαν αγοράσει κατά μέσο όρο 45 ημερών, ενώ υπό προϋποθέσεις αποδεχόταν η εξόφληση του τιμήματος να γίνει σε χρονικό διάστημα έως 3 μήνες από την παραλαβή του αλουμινίου και ακόμη οι διελαστές προέβαιναν σε επεξεργασία του αλουμινίου και πριν από την εξόφλησή του στην εναγομένη (εν γνώσει της τελευταίας), σε αντίθεση με τα παραπάνω συμφωνηθέντα. Τέλος, δεν ήταν εύκολο για τους διελαστές να προβλέψουν εξαρχής με ακρίβεια τις ποσότητες αλουμινίου που θα τους ήταν αναγκαίες για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης και να παραλαμβάνουν αντίστοιχα τις ποσότητες αυτές, είτε μπορούσαν είτε δεν μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν, και τούτο μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα σε αυτούς, καθώς δεν ήταν πάντοτε δυνατό να γίνει πρόβλεψη για την κατάσταση της αγοράς σε βάθος χρόνου. Έτσι σε περίπτωση που οι τελευταίοι συμφωνούσαν σε μεγαλύτερες ποσότητες, από αυτές που θα χρειάζονταν τελικά, μπορεί να δημιουργούσαν τεράστιο απόθεμα που δε θα μπορούσαν να διοχετεύσουν στην αγορά, ούτε όμως και να το μεταπουλήσουν, στην ίδια προνομιακή τιμή που το είχαν αγοράσει, λόγω της ρήτρας μη ανταγωνισμού. Αντίστοιχα όμως και η εναγομένη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αντιμετώπιζε αυξημένη ζήτηση από την ελληνική βιομηχανία διέλασης, ενώ ταυτόχρονα ήταν προτιμότερο για αυτήν να εξάγει τα προϊόντα της στο εξωτερικό σε καλύτερες τιμές, ως εκ τούτου με τον τρόπο αυτό μπορούσε να ρυθμίσει καλύτερα τη διάθεση του εμπορεύματος, καθώς σε περίπτωση που αυξανόταν η ζήτηση για αλουμίνιο αυτή (εναγομένη) δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να ικανοποιήσει τη ζήτηση αυτή, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να αναγκάζονται οι εγχώριες εταιρίες να προσφύγουν στις αγορές του εξωτερικού, λύση που όμως ήταν οικονομικά ασύμφορη για τις τελευταίες. Άλλωστε δεν απαγορεύονταν κατά το χρόνο εκείνο οι εισαγωγές, ήταν ωστόσο περιορισμένες κυρίως λόγω των ασύμφορων όρων για αγορές από το εξωτερικό, όπως προκαταβολή του τιμήματος, μεταφορικά, δασμοί, σε σύγκριση και με το πλέον συμφέρον καθεστώς που αξιοποιούσαν οι διελαστές με βάση τις συμβάσεις- τύπους και τις συμπληρωματικές συμβάσεις προμήθειας από την εναγομένη, αλλά και σε φραγμούς που έθετε τότε το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με συνέπεια σε περίπτωση που οι διελαστές συμφωνούσαν σε μικρότερες ποσότητες, από αυτές που θα χρειάζονταν τελικά, να απαιτείται για τους παραπάνω λόγους να υποβληθούν σε πολύ μεγαλύτερα έξοδα για να εξασφαλίσουν την πρώτη ύλη για τη δραστηριότητά τους. Επιπρόσθετα, στη σύμβαση - τύπο, που είχε εγκριθεί από το ελληνικό Δημόσιο, και κάλυπτε ένα ποσοστό των αναγκών των ελληνικών επιχειρήσεων σε αλουμίνιο, προβλεπόταν, όπως προαναφέρθηκε, προνομιακές τιμές για τις ελληνικές επιχειρήσεις σε σχέση με τις διεθνείς εμπορικές τιμές, ομοίως στη συμπληρωματική σύμβαση οριζόταν ότι η πριν από δασμούς και φόρους βασική τιμή ανά τόνο συμπληρωματικών ποσοτήτων είναι η εκάστοτε ισχύουσα τιμή τιμοκαταλόγου πλέον τυχόν υπεραξιών των προϊόντων με βάση τον κατάλογο της εναγομένης. Ωστόσο οι συνθήκες για την πραγματοποίηση εισαγωγών βελτιώθηκαν μεταγενέστερα, μετά το έτος 1998, που δεν αφορά βεβαίως στο επίδικο χρονικό διάστημα. Κατά τα προαναφερόμενα επομένως η εναγομένη κατείχε μονοπωλιακή θέση ως προς την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμίνιου στην Ελλάδα, καθώς και αποδείχθηκε ότι κατείχε δεσπόζουσα θέση ως προς την εμπορία του πρωτόχυτου αλουμινίου, καθώς κατά το κρίσιμο έτος 1993 κατείχε μερίδιο της τάξης του 80% στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, που χρησιμοποιούνταν στη διέλαση και διακινούνταν στην ελληνική αγορά, ενώ το υπόλοιπο 15% - 20% προερχόταν από εισαγωγές κυρίως της εταιρίας ΒΙΟΧΑΛΚΟ. Πέραν όμως από την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμινίου οι εταιρίες διέλασης προέβαιναν σε ανακύκλωση των απορριμμάτων του αλουμινίου (ΣΚΡΑΠ), επρόκειτο δε για διεργασία απαραίτητη στους διελαστές, καθώς η ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση επηρέαζε το τελικό κόστος ενώ για τα περισσότερα προϊόντα παραγωγής των διελαστών αλουμινίου στην Ελλάδα δεν ήταν απαραίτητη η ανώτερη ποιότητα που διέθετε το πρωτόχυτο σε σχέση με το δευτερόχυτο αλουμίνιο. Η μοναδική δε εταιρία που δραστηριοποιούνταν στη συγκεκριμένη αγορά και παρείχε υπηρεσίες αναχύτευσης καθαρών απορριμμάτων για τρίτους στην Ελλάδα ήταν η εταιρία "ΕΠΑΛΜΕ", ενώ τα υπόλοιπα χυτήρια ανήκαν σε μεγάλες καθετοποιημένες μονάδες παραγωγής, οι οποίες αναχύτευαν αποκόμματα αλουμινίου αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό. Η εναγομένη κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "ΕΠΑΛΜΕ", και διατηρούσε συνεργασία με την τελευταία, καθώς πωλούσε σε αυτήν πρωτόχυτο αλουμίνιο, αφού η εν λόγω εταιρία δεν περιοριζόταν μόνο στην αναχύτευση και παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου. Εντός του ανωτέρω πλαισίου συνεργασίας, η ενάγουσα στις 26-12-1990 υπέγραψε την τελευταία σύμβαση - τύπο με την εναγομένη, καθώς και τους συνοδεύοντες αυτήν γενικούς όρους πωλήσεων, με διάρκεια από 1-1-1991 έως 31-12-1996, ενώ στις 2-1-1992 υπέγραψε την τελευταία συμπληρωματική σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, με την ίδια ως άνω διάρκεια, συμφωνώντας ότι θα παραλάμβανε κατ' έτος από την εναγομένη 600 τόνους αλουμινίου, ήτοι 50 τόνους το μήνα, με αντίστοιχη βεβαίως δέσμευση της εναγομένης να της προμηθεύει τις ποσότητες αυτές. Μεταξύ των διαδίκων τηρούνταν λογαριασμός, που κατά το χρόνο εκείνο αμφότερα τα διάδικα μέρη τον αποκαλούσαν "αλληλόχρεο" με συνέπεια να μην καταλογίζονται τόκοι για την πίστωση που χορηγούνταν στην πράξη για την καταβολή του τιμήματος για την εξόφληση των ποσοτήτων αλουμινίου που παραλάμβανε η ενάγουσα. Επρόκειτο ουσιαστικά για έναν λογαριασμό λογιστικής παρακολούθησης των πωλήσεων και των έναντι αυτών καταβολών (λογαριασμός χρέωσης/πίστωσης), του οποίου το κατάλοιπο (άνοιγμα) συμφωνούνταν και αναγνωρίζονταν μεταξύ των λογιστηρίων των δύο εταιριών κάθε εξάμηνο. Ο λογαριασμός αυτός ήταν ενιαίος και για τις δύο συμβάσεις και ήταν ανέκαθεν χρεωστικός και ουδέποτε πιστωτικός για την ενάγουσα. Οι συμβάσεις αυτές καταγγέλθηκαν στις 30-6-1993 από την εναγομένη, η οποία επικαλέστηκε ως λόγο καταγγελίας της σύμβασης την καθυστέρηση της ενάγουσας στην καταβολή οφειλόμενων ποσών για ποσότητες αλουμινίου που είχε παραλάβει. Της καταγγελίας δε της σύμβασης είχαν προηγηθεί τα εξής γεγονότα: Η ενάγουσα έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1992 είχε παραλάβει μέρος της ποσότητας που είχε παραγγείλει και συγκεκριμένα είχε παραλάβει 300 τόνους, ήτοι το ήμισυ της παραγγελθείσας ποσότητας αν και είχε παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 3/4 του έτους. Εν τέλει η ενάγουσα κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 1992 παρέλαβε την υπόλοιπη συμφωνηθείσα ποσότητα, εκδοθέντων των αντίστοιχων τιμολογίων αγοράς. Σχετικά η ενάγουσα διατείνεται ότι δεν είχε συμφέρον να παραλάβει όλη την παραπάνω ποσότητα αλλά εξαναγκάστηκε σε παραλαβή της από την εναγομένη. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός αντιφάσκει προς τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι το έτος 1992 ήρθε σε συμφωνία με αλλοδαπή εταιρία για να αγοράσει η τελευταία το επόμενο έτος (δηλαδή το 1993) μεγάλη ποσότητα αλουμινίου, δεν μπόρεσε όμως αυτή (ενάγουσα) να υλοποιήσει τη σχετική συμφωνία διότι η εναγομένη δεν της παρέδωσε εμπορεύματα το έτος 1993 αξιώνοντας την άμεση εξόφληση του τιμήματος για το αλουμίνιο που είχε πουληθεί κατά το έτος 1992.
Περαιτέρω, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Κ. Χ. εξεταζόμενος ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού μετά από καταγγελία που υπέβαλε, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η συμμετοχή της εναγομένης στην ΕΠΑΛΜΕ και να μην επιτραπεί η αγορά επί πλέον μετοχών της παραπάνω εταιρίας ύψους 8% από την εναγομένη, ως αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 2 και 2α Ν. 703/ 1977 και στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 86 ΣυνθΕΟΚ- 82 ΣυνθΕΚ), κατέθεσε ότι έως το τέλος Ιουνίου 1993 είχε διαθέσει στην αγορά όλο το εμπόρευμα και ότι το είχε αρχίσει η ανάκαμψη της αγοράς και για το λόγο αυτό χρειαζόταν παραπάνω ποσότητες για να διαθέσει στους πελάτες του ... ενώ τελείως αντιφατικά σε άλλο σημείο της κατάθεσής του υποστήριξε ότι πιέστηκε από την εναγομένη να παραλάβει την συμφωνηθείσα ποσότητα, παρότι δεν το επιθυμούσε επειδή "είχε κάτσει" η αγορά, διαβεβαιώνοντάς τον, ψευδώς, ότι θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής του, παρά όμως τις σχετικές διαβεβαιώσεις της αξίωσε από αυτόν τον Ιανουάριο την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού.... Ακόμη κατέθεσε ότι ο ίδιος τον μήνα Ιούνιο του έτους 1992 είχε στείλει επιστολή προς την εναγομένη, με την οποία ζητούσε να τροποποιηθεί ο χρόνος παράδοσης του εμπορεύματος ως εξής: 100 τόνοι για καθέναν από τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο. Ισχυρίστηκε ωστόσο ενώπιον της Επιτροπής ότι στη συνέχεια το μήνα Σεπτέμβριο με νεότερο τέλεξ που απέστειλε στην εναγομένη ζήτησε να μην λάβουν χώρα οι παραδόσεις των 300 τόνων (που αφορούσαν στους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο) ενώ είχε ήδη παραλάβει την ποσότητα των 100 τόνων του μηνός Σεπτεμβρίου.... Ωστόσο η ίδια η ενάγουσα προσκομίζει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το από 24-9-1992 τέλεξ που απέστειλε αυτή προς την εναγομένη, στο οποίο επιβεβαιώνει ότι οι "επιθυμητοί χρόνοι παραδόσεων" είναι 100 τόνοι για το μήνα Οκτώβριο, 100 τόνοι για το μήνα Νοέμβριο και 100 τόνοι για το μήνα Δεκέμβριο. Ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ανέφερε ότι "τζογάριζε" όταν προέβαινε στην παραγγελία των ποσοτήτων, όπως έκαναν όλοι, διότι δεν ήξεραν "τι θα κάνει η αγορά", με άλλα λόγια η ενάγουσα αλλά και οι υπόλοιπες εταιρίες ήταν διατεθειμένες να προβούν σε παραγγελίες μεγαλύτερων ποσοτήτων, προφανώς διότι, για τους λόγους που ανωτέρω εκτέθηκαν, κατά εκείνη τη χρονική περίοδο, ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσα η προμήθεια του αλουμινίου από την εναγομένη από ότι από εταιρίες του εξωτερικού. Πλην όμως, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Ι. Γ., που κρίνεται πειστική καθώς εδράζεται επί της κοινής λογικής, ήταν απαγορευτικό για την εναγομένη το κόστος να κρατάει στις αποθήκες της μεγάλες ποσότητες αλουμινίου για μεγάλο χρονικό διάστημα, προέβαινε όμως σε κάποιες εξυπηρετήσεις, ανάλογα και με τη συγκυρία, δηλαδή εάν άλλος πελάτης επιθυμούσε να παραλάβει νωρίτερα ποσότητα αλουμινίου παρέδιδε στον πελάτη αυτόν και καθυστερούσε την παράδοση στον πελάτη που το επιθυμούσε, οι όποιες καθυστερήσεις όμως στην παράδοση δεν γίνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενώ, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας Π. Μ., η εναγομένη επιδείκνυε προς όλους την ίδια συμπεριφορά, δηλαδή αξίωνε η παράδοση - παραλαβή του αλουμινίου να γίνεται στους συμφωνηθέντες χρόνους. Κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1992 η ενάγουσα είχε εξοφλήσει όσες ποσότητες είχε παραλάβει μέχρι τότε, στη συνέχεια όμως, στις 19-2-1993, αιτήθηκε από την εναγόμενη τετράμηνο διακανονισμό για εξόφληση του κατά το χρόνο εκείνο υφιστάμενου υπολοίπου, που αφορούσε στις ποσότητες των 300 τόννων, που είχε παραλάβει τελικά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1992, ως εξής: τον μήνα Φεβρουάριο την καταβολή ποσού 20 εκατομμυρίων δραχμών, τον μήνα Μάρτιο την καταβολή ποσού 50 εκατομμυρίων δραχμών, τον μήνα Απρίλιο την καταβολή ποσού 40 εκατομμυρίων δραχμών και τον μήνα Μάιο την καταβολή ποσού 38 εκατομμυρίων δραχμών περίπου, καθώς και αιτήθηκε να παραλάβει τις προβλεπόμενες για το έτος 1993 ποσότητες από το Μάιο και μετά χωρίς να ορίσει συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Η εναγομένη όμως αρνήθηκε τον διακανονισμό αυτό. Ακολούθησε στις 6-4-1993 συνάντηση μεταξύ του Σ. Μ., εμπορικού διευθυντή της εναγομένης, και του Κ. Χ., νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, και νέα επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη στις 8-4-1993, με την οποία επικαλούμενη προσωρινή οικονομική δυσχέρεια πρότεινε να προβαίνει στην αγορά των "αναγκαιόντων" ποσοτήτων τοις μετρητοίς καταβάλλοντας σε κάθε αγορά και ποσό 5.000.000 δρχ. έναντι της υφιστάμενης οφειλής της, υποσχόμενη να προσπαθήσει να συντομεύσει κατά το δυνατόν το χρόνο της συνολικής εξόφλησης. Η εναγομένη απάντησε με την από 27-4-1993 επιστολή της ότι η οφειλή της ενάγουσας εταιρίας προς αυτήν ανερχόταν σε 100.604.241 δρχ. (και της εταιρίας ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ προς αυτήν σε 34.122.878 δρχ), ποσό που αφορούσε στις παραδόσεις των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1992, ότι η αποδοχή της πρότασης της ενάγουσας θα είχε ως συνέπεια την εξόφληση της οφειλής σε δύο έτη όταν οι μέχρι τότε καθυστερήσεις ανερχόταν σε τέσσερις περίπου μήνες, ότι μέχρι τότε η ενάγουσα δεν είχε παραλάβει τις συμφωνηθείσες ποσότητες, ήτοι 50 τόνους το μήνα, ότι και στο παρελθόν είχαν δημιουργηθεί ζητήματα καθυστέρησης πληρωμών και παραδόσεων, και την τελευταία φορά, που ήταν ένα περίπου χρόνο πριν από την προκειμένη επιστολή, είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η διακοπή των παραλαβών για ένα περίπου εξάμηνο μέχρι να απορροφηθούν τα αποθέματα της (ενάγουσας) σε πρώτες ύλες. Και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους δεν γινόταν αποδεκτή η πρόταση της ενάγουσας και η εναγομένη ζητούσε από αυτήν να εξοφλήσει την οφειλή της έως τα τέλη Ιουνίου 1993 υπό την προϋπόθεση της προσκομιδής ισόποσης εγγυητικής επιστολής μέχρι το τέλος του Απριλίου 1993. Η ενάγουσα απέστειλε νέα επιστολή στις 27-4-1993 ισχυριζόμενη ότι η δυσχέρειά της είναι προσωρινή, συνεπεία της οικονομικής ύφεσης και ζητούσε να λάβει χώρα μία νέα συνάντηση ώστε να εξευρεθεί μία εφικτή και κοινά αποδεκτή λύση. Αντί απάντησης η εναγομένη με την από 12-5-1993 επιστολή της ζήτησε από την ενάγουσα (σε εκτέλεση του όρου περί παρακράτησης της κυριότητας) να της επιστρέφει την ανεξόφλητη ποσότητα αλουμινίου, που ανερχόταν σε 261.774 τόνους. Και την απαίτησή της αυτή επανέλαβε με την από 1-6-1993 εξώδικη επιφύλαξη δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα. Η ενάγουσα με την από 14-6-1993 εξώδικη απάντησή της, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 15-6-1993, διαμαρτυρήθηκε για την αξίωση που προέβαλε η εναγομένη, χαρακτηρίζοντας τους όρους της σύμβασης καταπλεοναστικούς, επιβαλλόμενους από την εναγόμενη λόγω του μονοπωλιακού της χαρακτήρα, ισχυρίστηκε (το πρώτον) ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης ήταν απόρροια της αντίθεσής της στην λειτουργία της εταιρίας ΧΥΤΑΛ..., αποδέχθηκε το ύψος του υφιστάμενου υπολοίπου, αναφέροντας ότι, αφού επρόκειτο για αλληλόχρεο λογαριασμό, που δεν είχε κλείσει, δεν είχε καταστεί τοκοφόρο, ισχυρίστηκε ότι σε συνάντηση που είχε λάβει χώρα μεταξύ των Μ. και Χ. είχε συμφωνηθεί ότι η εξόφληση θα γινόταν σε δέκα ίσες μηνιαίες άτοκες δόσεις, ποσού 10. 000. 000 δρχ. έκαστη, κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1993 έως και Μάιο 1994 και καλούσε την εναγομένη να τηρήσει την παραπάνω οικονομική συμφωνία και να προβεί στην παράδοση της συμφωνηθείσας ποσότητας των 50 τόνων ανά μήνα αρχής γενομένης από τον μήνα Ιούνιο. Σε απάντηση η εναγομένη με την από 30-6-1993 εξώδικη απάντησή της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 8-7-1993, εξέθετε ότι η πρόταση για εξόφληση της οφειλής και αγορά νέων ποσοτήτων είχε ήδη απορριφθεί με την από 27-4-1993 επιστολή της, δήλωσε ότι κλείει τον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό και ζήτησε την άμεση εξόφληση του καταλοίπου, που ανερχόταν σε 100.604.241 δρχ., εντόκως. Από τα προαναφερόμενα επομένως δεν προέκυψε ότι η παραλαβή της ποσότητας των 300 τόνων από την ενάγουσα κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο έγινε κατόπιν και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της εναγομένης ότι δήθεν αυτή (εναγομένη) θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής της (ενάγουσας), ούτε μάλιστα η ενάγουσα προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό περί συμφωνίας για ρύθμιση της οφειλής στις προαναφερόμενες επιστολές της, τούτο άλλωστε αντίκειται και στα διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την έννοια ότι δεν θα προέκυπτε οικονομική ωφέλεια για την εναγομένη από μία τέτοια συμφωνία. Ενώ είναι ασαφής η κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού ως προς το εάν και πότε τελικά απορροφήθηκαν από τους πελάτες της ενάγουσας οι ποσότητες που αφορούν στο παραπάνω τίμημα αλλά και οι ποσότητες που είχε παραλάβει νωρίτερα εντός του 1992 και εν γένει το ποιες ήταν οι ανάγκες της ενάγουσας σε πρώτη ύλη, πάντως δεν επέστρεψε στην εναγομένη τις ανεξόφλητες ποσότητες όταν η τελευταία του το ζήτησε. Ενώ στον αντίποδα των ισχυρισμών της ενάγουσας, από την από 17-5-1996 εξώδικη καταγγελία συμβάσεως, δήλωση, πρόσκληση και διαμαρτυρία που απέστειλε η αλλοδαπή, εδρεύουσα στην Ιταλία, εταιρία με την επωνυμία "HYDRO ALUMINIUM SYTEMS SPA", που η ίδια η ενάγουσα προσκομίζει, προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε συνάψει στις 12-3-1992 σύμβαση πενταετούς διάρκειας με την παραπάνω αλλοδαπή εταιρία, με σκοπό την προμήθεια της τελευταίας με προφίλ αλουμινίου από την ενάγουσα, σύμβαση που ήταν ενεργός κατά τον επίδικο χρόνο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ήταν θεμιτό η εναγομένη να αξιώνει την παραλαβή των συμφωνηθεισών (ανά μήνα) ποσοτήτων, αφού οι εγχώριες εταιρίες ήταν αυτές που προσδιόριζαν τις ποσότητες που χρειάζονταν, και να μην εξαναγκάζεται αυτή (εναγόμενη) να διατηρεί μεγάλες ποσότητες σε στοκ, το οποίο βεβαίως ήταν ιδιαίτερα κοστοβόρο για αυτήν, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο στις αγοράστριες εταιρίες προκειμένου οι τελευταίες να έχουν την δυνατότητα να "τζογάρουν".
Περαιτέρω, όσον αφορά την εταιρία ΧΥΤΑΛ, στην οποία αναφέρθηκε η ενάγουσα στην από 14-6-1993 εξώδικη απάντησή της, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1993 εισήλθε στην αγορά αναχύτευσης καθαρών απορριμμάτων από τρίτους η εταιρία ΧΥΤΑΛ, βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Κ. Χ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη είχε υιοθετήσει μία στρατηγική αποκλειστικότητας στην αγορά μπιγιέτας- αλουμινίου (πρωτόχυτης και δευτερόχυτης) και δεν επέτρεπε στην παραπάνω εταιρία ΕΠΑΛΜΕ να αναχυτεύει αλουμίνιο πελατών της, που δεν είχαν προηγουμένως εξοφλήσει την οφειλή τους προς αυτήν ενώ παράλληλα χρησιμοποιούσε την παραπάνω εταιρία για να πληροφορείται εάν τα απορρίμματα που ερχόντουσαν προς αναχύτευση ήταν από αγορά που είχε γίνει από την εναγομένη ή από εναλλακτικό προμηθευτή. Ακόμη ότι η εταιρία ΧΥΤΑΛ χρησιμοποίησε μία νέα μέθοδο αναχύτευσης και παρείχε προϊόν καλύτερης ποιότητας, πλήττοντας έτσι το μονοπώλιο της ΕΠΑΛΜΕ και καθιστώντας την ανταγωνιστική προς τα συμφέροντα της εναγομένης, που συνδέονταν άμεσα και με την αγορά δευτερόχυτου αλουμινίου.
Για τους λόγους αυτούς προέβη σε ενέργειες προκειμένου να εκτοπίσει την ΧΥΤΑΛ από την αγορά, όπως απειλούσε τους δυνητικούς πελάτες της ΧΥΤΑΛ ότι δεν θα τους προμηθεύει με πρώτη ύλη, και στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή με σκοπό την υπονόμευση των επιχειρηματικών συμφερόντων του εκπροσώπου της ενάγουσας, εντάσσεται και η διακοπή προμήθειας πρώτης ύλης από την εναγόμενη στην ενάγουσα. Πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, οι διελαστές είχαν την δυνατότητα εισαγωγών αλλά δεν ήταν για αυτούς η οικονομικότερη λύση ενώ αντίστροφα για την εναγομένη οι εξαγωγές ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσες.
Περαιτέρω, το 35% των μετοχών της εταιρίας ΕΠΑΛΜΕ που κατείχε η εναγομένη δεν της επέτρεπε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της εταιρίας, και ναι μεν ο Γ. Σ., μέλος του ΔΣ της ΕΠΑΛΜΕ, ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας με την επιμέλεια της ενάγουσας, καθώς και εξετάστηκε και ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατέθεσε ότι η εναγομένη απειλούσε με αποκλεισμό από την ανακύκλωση όποιον προέβαινε σε εισαγωγές, η κατάθεσή του όμως δεν κρίνεται πειστική λόγω χρόνιας αντιδικίας του με την εναγομένη. Επίσης διαπιστώνονται αντιφάσεις στην κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Π. Μ., ο οποίος κατέθεσε ότι η εναγομένη αρνούνταν να συνεργαστεί με όποιον δεν αναχύτευε το αλουμίνιο στην ΕΠΑΛΜΕ, η ΕΠΑΛΜΕ όμως ουδέποτε αρνήθηκε να συνεργαστεί με κάποιον που δεν συνεργαζόταν με την εναγόμενη "διότι υπήρχε η οικογένεια Σ., η οποία προσπαθούσε να βοηθήσει και αυτή την ελληνική βιομηχανία" καθώς και ότι "το 35% σαν ποσοστό δεν είναι αρκετό για να έχεις τον έλεγχο μιας ανώνυμης εταιρίας στην διοίκηση, όμως η οικογένεια Σ. είχε ανάγκη την εναγομένη ... ". Εξάλλου, τα ποσοστά ανακυκλώσιμου απορρίμματος που κατέληγαν στην ΕΠΑΛΜΕ δεν ήταν πάντα σταθερά και κυμαίνονταν από 10% έως 30% ενώ ενδέχεται κάποιες εταιρίες να μην ανακύκλωναν καθ' ολοκληρία το καθαρό σκραπ αλλά να το διέθεταν περιστασιακά προς πώληση στην αγορά. Τέλος, ο παραπάνω μάρτυρας Γ. Σ. σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού κατέθεσε ότι ο διευθυντής της εναγομένης κος Μ. γνώριζε τις εισαγωγές και το μέγεθος τους πριν καταλήξει το σκραπ στην ΕΠΑΛΜΕ. Για όλους αυτούς τους λόγους επομένως μόνον η ποσότητα σκραπ που έστελναν προς ανακύκλωση οι διάφορες εταιρίες στην ΕΠΑΛΜΕ δεν μπορούσε να παρέχει ασφαλές κριτήριο για τις ποσότητες που είχαν αγοραστεί από άλλους παρόχους, στοιχείο που μπορεί άλλωστε να ήταν γνωστό στην εναγομένη και πριν οι αντίστοιχες ποσότητες καταλήξουν στην ΕΠΑΛΜΕ. Με βάση επομένως τα προαναφερόμενα κρίνεται ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της σύμβασής της με την εναγομένη είχε ως κίνητρο να πλήξει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του νομίμου εκπροσώπου της με απώτερο σκοπό τον εξοβελισμό της εταιρίας ΧΥΤΑΛ από την ελληνική αγορά.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε κατά την επίδικη χρονική περίοδο η εναγομένη παρείχε συνήθως πίστωση 45 ημερών για την εξόφληση του τιμήματος και υπό προϋποθέσεις αποδεχόταν η εξόφληση του τιμήματος να γίνει σε χρονικό διάστημα έως 3 μήνες από την παραλαβή του αλουμινίου, χωρίς να καταλογίζει τόκους για το χρονικό αυτό διάστημα. Μάλιστα, ο μάρτυρας της ενάγουσας Π. Μ. κατέθεσε ότι σε περίπτωση οφειλών η εναγομένη δεν προχωρούσε στην παράδοση νέων εμπορευμάτων εάν προηγουμένως δεν εξοφλούνταν οι προηγούμενες ανεξόφλητες οφειλές και ότι την πολιτική αυτή την είχε υιοθετήσει το 1988, χαρακτηριστικά δε κατέθεσε ότι ο Γάλλος υπεύθυνος της εταιρίας σε συνάντηση που είχε με τους βιομηχάνους διέλασης είχε δηλώσει ότι "αλλάζει η πολιτική της εταιρίας και θα είναι σκληρός προς τους ασυνεπείς πελάτες". Κατά τα ανωτέρω επομένως διαπιστώνεται ότι η πολιτική της εναγομένης προς όλες τις εταιρίες, και προς την ενάγουσα, ήταν ενιαία. Επίσης οι τελευταίες ποσότητες που παραδόθηκαν από την εναγομένη στην ενάγουσα και δεν εξοφλήθηκαν, ναι μεν παραδόθηκαν κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1992, πλην όμως πρόκειται για ποσότητες που έπρεπε κατά τα συμφωνηθέντα να είχαν παραδοθεί σταδιακά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1992, ανά πενήντα τόνους κάθε μήνα (από Ιούλιο 1992 και εντεύθεν). Οι δε όροι εξόφλησης του τιμήματος που πρότεινε η ενάγουσα βρίσκονταν σαφώς πέραν της ορίων της αποδεκτής από την εναγομένη πολιτικής ούτε και υπήρχαν εγγυήσεις ότι μπορούσε η ενάγουσα να ανταποκριθεί στην αντίστοιχη συμφωνία, επιπροσθέτως δε οι προτεινόμενοι διακανονισμοί ήταν ανακόλουθοι και δεν προσδιόριζαν συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου η ενάγουσα θεωρούσε ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα επιχειρηματικά της συμφέροντα και να είναι συνεπής και στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς την εναγομένη. Και ουδέποτε στο πρόσφατο παρελθόν, δηλαδή από το έτος 1988 και μετά, η εναγομένη δεν είχε αποδεχθεί τέτοια διόγκωση της οφειλής της ενάγουσας, αν και προέβαινε σε διακανονισμούς των οφειλών της τελευταίας δίδοντάς της πίστωση το πολύ έως τρίμηνο για την εξόφληση του συνόλου της οφειλής της, που ουδέποτε όμως είχε ανέλθει στο ποσό των 100. 000. 000 δρχ. Μάλιστα τούτο (περί της ανοχής της εναγομένης ως προς το ύψος της οφειλής από τις αγοράστριες εταιρίες) επιβεβαιώνεται και από το από 9-10-1989 έγγραφο της εναγομένης προς την ενάγουσα, που προσκομίζεται από την ενάγουσα, σύμφωνα με το οποίο η οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη ανερχόταν στο ποσό των 56.176.238 δρχ. και αφορούσε στις παραλαβές μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 1989 (το δε από 10-3-1986 έγγραφο της εναγομένης περί οφειλής της ενάγουσας ύψους 77.371.121 δρχ. δεν αναιρεί τα ανωτέρω καθώς αφορά σε χρόνο πριν από το έτος 1988). Και ο τελευταίος διακανονισμός που είχε λάβει χώρα μεταξύ των διαδίκων, ήταν το Ιούνιο του 1992 και αφορούσε οφειλή τόσο της ενάγουσας όσο και της εταιρίας ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ συνολικού ύψους 33.000.000 δρχ., που συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: 11.000.000 δρχ. τον μήνα Ιούλιο, 11.000.000 δρχ. το μήνα Αύγουστο και 11.000.000 δρχ. τον μήνα Σεπτέμβριο (παρότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής ότι η εναγομένη δεν δεχόταν τμηματικές εξοφλήσεις, ..., το ίδιο κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης Π. Μ.). Επίσης ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εξόφληση θα γινόταν σε δέκα ίσες μηνιαίες άτοκες δόσεις, ποσού 10.000.000 δρχ. έκαστη, όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα στην από 14-6-1993 εξώδικη απάντησή της. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Γ., βαρύνουσα σημασία για την απόφαση της εναγομένης να διακόψει τη συναλλακτική της σχέση με την ενάγουσα είχε το γεγονός ότι η ενάγουσα ζητούσε τη μετάθεση του χρόνου παραλαβής των 500 τόνων για το έτος 1993 χωρίς να θέτει σαφές χρονοδιάγραμμα και να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει τελικά να παραλάβει και να εξοφλήσει την ποσότητα αυτή, αντίστροφα ωστόσο η εναγομένη έπρεπε να δεσμεύσει την ποσότητα αυτή για την ενάγουσα, επιβαρυνόμενη βεβαίως και με το αποθηκευτικό κόστος. Με τον τρόπο αυτό επομένως η ενάγουσα, επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια, επιχείρησε ουσιαστικά να τροποποιήσει το περιεχόμενο της σύμβασης που είχε συνάψει με την εναγομένη, το περιεχόμενο της οποίας ήταν κοινό για όλες τις εταιρίες, είτε μεταθέτοντας το χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων κατά το δοκούν, χωρίς ειδικότερο προσυμφωνημένο πλαίσιο, είτε επιμηκύνοντας το χρόνο αποπληρωμής των εμπορευμάτων σε δύο περίπου έτη, κατά τρόπο που βεβαίως δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εναγόμενης. Ακόμη, η αποδοχή τυχόν συμφωνιών με το περιεχόμενο που πρότεινε η ενάγουσα θα μπορούσε εύλογα να θορυβήσει τις άλλες εταιρίες, που ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προς την εναγομένη. Επομένως, δεν ήταν αναμενόμενο να θεωρεί η ενάγουσα ότι οι προτάσεις της θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές από την εναγομένη. Ενώ αξίζει να αναφερθεί και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού ότι διέθετε τουλάχιστον ένα μέρος του οφειλόμενου ποσού αλλά δεν το κατέβαλλε στην εναγομένη "... γιατί ήταν σε επιταγές και ήξερ(ε) ότι δεν θα (τα)ου δώσει, θα (τ)ου κάνει το βίο αβίωτο η ΑτΕ, θα (τ)ου δίνει στις 30 του μηνός την ποσότητα και θα ζητούσε να την εξοφλήσει τον άλλο μήνα. Ήξερ(ε) ότι θα του κάνει νούμερα".... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθμό 18973/ΕΠ 871/15. 10. 1993 αίτησή της, με την οποία ζήτησε την κήρυξη της ενάγουσας σε πτώχευση λόγω του επίδικου χρέους. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της με τη με αριθμό 91/1994 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Σχετικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών είναι δυνατόν να υπάρχει και επί μη πληρωμής ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας, ώστε αυτή να αποτελεί μη πληρωμή έναντι του κοινού, δηλαδή κλονισμό της εμπορικής πίστης και πραγματική αδυναμία συνέχισης της εμπορίας. Ως εκ τούτου, ενόψει του ύψους του χρέους και του αντικειμένου εμπορίας της ενάγουσας, δικαιολογείται από νομικής άποψης η υποβολή της αίτησης πτώχευσης ενώ δεν προέκυψε ότι η αίτηση αυτή συνοδεύθηκε εκ μέρους της εναγομένης και με διαδόσεις για το αξιόχρεο της ενάγουσας, και ιδίως προς τις Τράπεζες, για επικείμενη διακοπή της λειτουργίας της. Αντιθέτως προέκυψε ότι η ενάγουσα στις 20-5-1993 προέβη στην κατάρτιση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ Ανώνυμος Εταιρίας Χρηματοδοτικής Μίσθωσης", μάλιστα μετά από αίτηση της εταιρίας αυτής η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με τη με αριθμό 57/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς λόγω οφειλής μισθωμάτων ύψους 257.000.000 δρχ., στη συνέχεια όμως με τη με αριθμό 5456/1999 απόφαση του ίδιου παραπάνω Δικαστηρίου επικυρώθηκε ο πτωχευτικός συμβιβασμός που επιτεύχθηκε μεταξύ της πτωχής και των πιστωτών που αναγγέλθηκαν. Τέλος, η εναγομένη υπέβαλε την από 7-10-1993 μήνυση κατά του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας για υπεξαίρεση των επίδικων ανεξόφλητων ποσοτήτων αλουμινίου, μετά όμως από την κήρυξη της πτώχευσης της ενάγουσας η εναγομένη μετέστρεψε τη στάση της και ο τότε εμπορικός διευθυντής της κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δόλο υπεξαίρεσης με συνέπεια την απαλλαγή του τελευταίου με την με αριθμό 4514/1997 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Η κατάθεση ωστόσο της παραπάνω μήνυσης έγινε από την εναγομένη σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της και ερειδόταν επί του όρου της σύμβασης για παρακράτηση της κυριότητας των πωλούμενων εμπορευμάτων, επομένως δεν συνιστά παράνομη πράξη εκ μέρους της εναγομένης ούτε προέκυψε ότι η εναγομένη χρησιμοποίησε ως όχημα την παραπάνω μήνυση για να πλήξει στους τρίτους την φήμη και την αξιοπιστία της ενάγουσας, εξάλλου, όσοι δραστηριοποιούνταν στο συγκεκριμένο χώρο ευχερώς μπορούσαν να αντιληφθούν την νομική βάση της μήνυσης αυτής. Υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα επομένως, που αφορούν τόσο σε όσα προηγήθηκαν της καταγγελίας της σύμβασης όσο και στη συμπεριφορά της εναγομένης μετά από την καταγγελία της σύμβασης, ήτοι η εκ μέρους της εναγομένης υποβολή της αίτησης πτώχευσης κατά της ενάγουσας και η υποβολή της μήνυσης κατά του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, ως στοιχεία ενδεικτικά περί του εάν υποκρύπτονταν ή όχι άλλα κίνητρα υπό το μανδύα της επιμονής στην τήρηση των συμφωνηθέντων, δεν κρίνεται αιφνίδια και αδικαιολόγητη και ως εκ τούτου δεν κρίνεται καταχρηστική η εκ μέρους της εναγομένης διακοπή της συνεργασίας της με την ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που έκρινε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης υπήρξε παράνομη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την επίδικη υπόθεση χρόνο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...". Έτσι που έκρινε και μ'αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης εταιρείας προς την αναιρεσείουσα εταιρεία, ήτοι η άρνηση της αρχικώς εναγομένης να παράσχει στην αναιρεσείουσα περαιτέρω πίστωση για τις οφειλές της προς αυτήν απορρέουσες από σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, η διακοπή από την αρχικώς εναγομένη της προμήθειας πρώτης ύλης(αλουμινίου) προς την αναιρεσείουσα, η καταγγελία από την αρχικώς εναγομένη τον Ιούνιο του 1993 της μεταξύ τους σύμβασης, δεν συνιστούσε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά και εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφασή του τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή δεν υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση από την αρχικώς εναγομένη εταιρεία της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία, με έννομη ως εκ τούτου συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αρχικώς εναγομένης από αδικοπραξία, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές, ότι: 1)Η αρχικώς εναγομένη, που ιδρύθηκε το 1960, κατείχε μονοπωλιακή θέση ως προς την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμίνιου στην Ελλάδα και δεσπόζουσα θέση ως προς την εμπορία του πρωτόχυτου αλουμινίου, καθώς κατά τα κρίσιμα έτη κατείχε μερίδιο της τάξης του 80% στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, που χρησιμοποιούνταν στη διέλαση και διακινούνταν στην ελληνική αγορά, ενώ το υπόλοιπο 15%-20% προερχόταν από εισαγωγές κυρίως της εταιρίας ΒΙΟΧΑΛΚΟ. 2) Η αναιρεσείουσα(ενάγουσα), που ιδρύθηκε το έτος 1978, δραστηριοποιείται στην διέλαση (μεταποίηση) αλουμινίου και αποτελεί μέλος ομίλου επιχειρήσεων συμφερόντων Κ. Χ., με αδελφές εταιρείες τις ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ ΑΕ και ΑΛΚΟΡ ΑΕ και προμηθευόταν στη βάση διαδοχικών μακροχρόνιων συμβάσεων από την αρχικώς εναγομένη καθαρό αλουμίνιο σε μορφή μπιγιέτας (κολώνας). 3) Στις 26-12-1990 η αναιρεσείουσα υπέγραψε την τελευταία σύμβαση - τύπο με την αρχικώς εναγομένη, καθώς και τους συνοδεύοντες αυτήν γενικούς όρους πωλήσεων, με διάρκεια από 1-1-1991 έως 31-12-1996, ενώ στις 2-1-1992 υπέγραψε την τελευταία συμπληρωματική σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, με διάρκεια από 1-1-1992 έως 31-12-1996, (με ταυτόσημους με τη σύμβαση-τύπο γενικούς όρους πωλήσεων, όπως η απαγόρευση ανταγωνισμού, η υποχρέωση μεταποίησης της πρώτης ύλης από τους πελάτες της αρχικώς εναγομένης και όχι μεταβίβασής της σε τρίτους, επ' απειλή αναστολής των παραδόσεων αλουμινίου, για οποιαδήποτε δε άλλη περίπτωση έπρεπε να υπάρχει γραπτή συγκατάθεσή της, η υποχρέωση να μη πωλούν η μεταπωλούν πρώτη ύλη, η υποχρέωση να δηλώσουν από την αρχή της σύμβασης τις ποσότητες αλουμινίου που θα προμηθευόταν, η υποχρέωση να τις παραλαμβάνουν σταδιακά σε σχεδόν ισόποσες κατανομές μηνιαίως, η υποχρέωση πληρωμής των αντίστοιχων τιμολογίων με την παράδοση των ποσοτήτων αλουμινίου, η παρακράτηση της κυριότητας αυτών μέχρι την αποπληρωμή, η απαγόρευση μεταποίησής του μέχρι την αποπληρωμή, η υποχρέωση γνωστοποίησης των ελαττωμάτων των προϊόντων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 45 ημερών), συμφωνώντας ότι θα παραλάμβανε κατ' έτος από την αρχικώς εναγόμενη 600 τόνους αλουμινίου, ήτοι 50 τόνους το μήνα, με αντίστοιχη δέσμευση της αρχικώς εναγομένης να της προμηθεύει τις ποσότητες αυτές. 4) Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε στις 30-6-1993 από την αρχικώς εναγομένη, λόγω καθυστέρησης της αναιρεσείουσας στην καταβολή οφειλόμενων ποσών και ειδικότερα 100.604.241 δρχ. για ποσότητες αλουμινίου που είχε παραλάβει, το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1992 και αποτελούσαν συσσωρευμένες συμβατικές ποσότητες του διαστήματος από το Μάιο 1992 και μετά, που έπρεπε αυτή (αναιρεσείουσα) να είχε απορροφήσει πολλούς μήνες πριν, και η ίδια πολύ πρόσφατα (αρχές του έτους 1992), είχε συμβατικά δεσμευτεί ότι θα παραλάβει, κατόπιν δικής της ελεύθερης εκτίμησης στον προσδιορισμό των αναγκών της, η οποία (αρχικώς εναγομένη) ζήτησε εκ παραλλήλου την επιστροφή των ήδη παραδοθέντων και μη εξοφληθέντων εμπορευμάτων κατ'εφαρμογή του σχετικού συμβατικού όρου περί παρακράτησης της κυριότητας αυτών μέχρις εξοφλήσεως. 5)Η παραλαβή ποσοτήτων αλουμινίου από την αναιρεσείουσα κατά το τέλος του 1992 δεν έγινε κατόπιν εξαναγκασμού της από την αρχικώς εναγομένη και κατόπιν ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της τελευταίας ότι θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής της αντιδίκου της (αναιρεσείουσας). 6) Η αποτυχία του εγχειρήματος της ΧΥΤΑΛ, η οποία αποτελούσε μία μονάδα παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου σε μπιγιέτες διαφόρων διαμέτρων και κραμάτων, βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρείας Κ. Χ., που έπαυσε τη λειτουργία της κατά το έτος 1995, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης στρατηγικής επιβολής αποκλειστικότητας της αρχικώς εναγομένης στην αγορά μπιγιέτας αλουμινίου (πρωτόχυτης και δευτερόχυτης) και υπηρεσιών αναχύτευσης (είτε μέσω της ΕΠΑΛΜΕ, η οποία παρείχε υπηρεσίες αναχύτευσης καθαρών απορριμμάτων αλουμινίου για τρίτους στην Ελλάδα, στην οποία η αρχικώς εναγομένη κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου που ήταν και το μεγαλύτερο σε σχέση με τους λοιπούς μετόχους, είτε μέσω των συμβατικών ποσοτήτων), με την διακοπή προμήθειας πρώτης ύλης στην αναιρεσείουσα και καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης. 7) Οι προτεινόμενοι από την αναιρεσείουσα διακανονισμοί ήταν ανακόλουθοι και δεν προσδιόριζαν συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή θεωρούσε ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα επιχειρηματικά της συμφέροντα και να είναι συνεπής και στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς την αρχικώς εναγομένη. 8) Βαρύνουσα σημασία για την απόφαση της αρχικώς εναγομένης να διακόψει στα τέλη Ιουνίου 1993 τη συναλλακτική της σχέση με την αναιρεσείουσα είχε το γεγονός ότι η τελευταία ζητούσε τη μετάθεση του χρόνου παραλαβής των συμβατικών ποσοτήτων για το έτος 1993 χωρίς να θέτει σαφές χρονοδιάγραμμα και να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει τελικά να παραλάβει και να εξοφλήσει τις ποσότητες αυτές, αντίστροφα ωστόσο η αρχικώς εναγομένη έπρεπε να δεσμεύσει την ποσότητα αυτή για την αναιρεσείουσα, επιβαρυνόμενη βεβαίως και με το αποθηκευτικό κόστος. 9) Οι δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη η αρχικώς εναγομένη μετά την καταγγελία της σύμβασης και την οριστική διακοπή της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα τον Ιούνιο του 1993, για τις οφειλές της τελευταίας από τις επίμαχες παραδόσεις εμπορευμάτων στα τέλη του 1992 (αίτηση κηρύξεως σε πτώχευση, κατάθεση μήνυσης κατά του τότε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, για υπεξαίρεση των ανεξόφλητων ποσοτήτων αλουμινίου) δεν συνιστούσαν καταχρηστική προσφυγή στη δικαιοσύνη (υπό την έννοια ότι εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός σχεδίου που μοναδικό σκοπό είχε την εξουδετέρωση της αναιρεσείουσας δια της νομικής της καταδίωξης), αλλά είχαν αντικειμενικό έρεισμα και αποσκοπούσαν στη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων της αρχικώς εναγομένης, επιπλέον οι δικαστικές αυτές ενέργειες δεν συνοδεύθηκαν εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης και με διαδόσεις για το αξιόχρεο της αναιρεσείουσας, και ιδίως προς τις Τράπεζες, για επικείμενη διακοπή της λειτουργίας της και 10) Η πολιτική της αρχικώς εναγομένης προς όλους τους πελάτες της ήταν ενιαία. Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι α) δεν ήταν εύκολο εξαρχής στους διελαστές (μεταποιητές) πελάτες της αρχικώς εναγομένης να προβλέψουν με ακρίβεια τις ποσότητες που θα τους ήταν αναγκαίες για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης και τούτο μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα σ'αυτούς καθώς δεν ήταν πάντοτε δυνατόν να γίνει πρόβλεψη, β) στην πράξη μπορούσαν να μετατεθούν ορισμένες ποσότητες για να παραδοθούν από την αρχικώς εναγομένη τον επόμενο μήνα ή και να ζητηθούν από τους διελαστές (μεταποιητές) πελάτες της προκαταβολικές παραδόσεις εμπορεύματος αν αυτοί είχαν τέτοια ανάγκη, πλην όμως αυτό δεν ήταν πάντοτε εφικτό να υλοποιηθεί από την αρχικώς εναγομένη, αλλά εξαρτιόταν από τις συγκυρίες και μόνον εάν τούτο δεν απέβαινε επί ζημία της, γ) στην πράξη δίνονταν πίστωση τους διελαστές (μεταποιητές) πελάτες κατά μέσο όρο 45 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου και υπό προϋποθέσεις έως 3 μήνες από την παραλαβή του αλουμινίου, δ) στην πράξη οι διελαστές (μεταποιητές) προέβαιναν σε επεξεργασία του αλουμινίου και πριν από την εξόφλησή του στην αρχικώς εναγομένη εν γνώσει της τελευταίας, διότι έτσι μπορούσαν να διαπιστωθούν ενδεχόμενα λάθη και ατέλειες στην πρώτη ύλη τα οποία έπρεπε να επικαλεστούν εντός προθεσμίας 45 ημερών από την παραλαβή, αφετέρου η αρχικώς εναγομένη εξοφλούνταν δια των εσόδων που αποκόμιζαν οι διελαστές από τη διάθεση του μεταποιηθέντος προιόντος στην αγορά, και ε) η αίτηση πτώχευσης της αναιρεσείουσας εταιρείας που υπέβαλε η αρχικώς εναγομένη δεν είχε επίπτωση στην αναιρεσείουσα διότι είχε καταρτίσει σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων. Ούτε τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. Εξάλλου, ο συμβατικός όρος της υποχρέωσης των διελαστών να δηλώσουν από την αρχή της σύμβασης τις ποσότητες αλουμινίου που θα προμηθευόταν και της υποχρέωσης να τις παραλαμβάνουν σταδιακά σε σχεδόν ισόποσες κατανομές μηνιαίως, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή του Εφετείου ότι ο όρος αυτός δεν αναιρούσε την δυνατότητά τους να τον αξιοποιήσουν προς όφελος τους ώστε να επωφεληθούν από τις προνομιακές τιμές που προέβλεπε η σύμβαση με την αρχικώς εναγομένη συγκριτικά με τις διεθνείς εμπορικές τιμές του αλουμινίου, αλλά και να αποφύγουν τον κίνδυνο να παραγγείλουν μικρότερες ποσότητες από τις αναγκαίες και να υποβληθούν σε πολύ μεγαλύτερα έξοδα για να εξασφαλίσουν την πρώτη ύλη για τη δραστηριότητά τους από εισαγόμενα προϊόντα. Επίσης η παραδοχή του Εφετείου ότι η αρχικώς εναγομένη παρείχε στους διελαστές πελάτες της χρόνο πίστωσης έως 3 μήνες, δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή ότι η παραλαβή των ποσοτήτων Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1992 δεν έγινε κατόπιν ψευδών παραστάσεων της αρχικώς εναγομένης περί ρύθμισης της οφειλής της αναιρεσείουσας και ότι η ρύθμιση της οφειλής της που πρότεινε με τις επιστολές της δεν θα προσπόριζε στην αρχικώς εναγομένη κάποια οικονομική ωφέλεια που να δικαιολογεί την αποδοχή της, ενόψει και του ότι ο τετράμηνος διακανονισμός της οφειλής που τότε υφίστατο, όσο και η τροποποίηση του χρονοδιαγράμματος της παραλαβής των ποσοτήτων για το έτος 1993, δεν αποτελούσε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, την συνήθη πρακτική που ακολουθείτο από την αρχικώς εναγομένη, η δε αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης θα μπορούσε να επηρεάσει τις σχέσεις της αρχικώς εναγομένης με τους υπόλοιπους πελάτες της και θα την επιβάρυνε με αποθηκευτικό κόστος, το οποίο μάλιστα θα ανερχόταν σε άδηλο ύψος αφού η αρχικώς εναγομένη δεν θα ήταν σε θέση (λόγω και της έλλειψης του σαφούς χρονοδιαγράμματος παραδόσεων) να γνωρίζει για πόσο χρόνο θα ήταν υποχρεωμένη να κρατά στις αποθήκες της τις ποσότητες μηνών ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στη συμβατική της υποχρέωση για παράδοσή τους κατά τη βούληση της αναιρεσείουσας όταν εκείνη θα αποφάσιζε, σε ανύποπτο χρόνο μετά τον Μάιο του 1993, ότι τις χρειαζόταν.
Περαιτέρω, η δυνατότητα που δινόταν στην πράξη και υπό προϋποθέσεις από την αρχικώς εναγομένη στους πελάτες της για την επεξεργασία του αλουμινίου πριν την εξόφλησή του δεν αφορά τον συμβατικό όρο περί παρακράτησης της κυριότητας, αλλά τον όρο περί απαγόρευσης της μεταποίησης και βιομηχανοποίησης των εν λόγω εμπορευμάτων μέχρι την εξόφληση των σχετικών τιμολογίων, επομένως δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου ότι η ερειδόμενη στον όρο περί παρακράτησης της κυριότητας μήνυση που υπέβαλε η αρχικώς εναγομένη κατά της τότε νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας αποτελούσε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος. Επίσης, η παραδοχή του Εφετείου ότι μετά την κήρυξη της αναιρεσείουσας σε πτώχευση η αρχικώς εναγομένη μετέστρεψε τη στάση της, αφορούσε το λόγο για τον οποίο η υποβληθείσα απ'αυτή κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της μήνυση, δεν οδήγησε στην καταδίκη του μηνυθέντος αλλά στην απαλλαγή του και ειδικότερα διότι ο τότε εμπορικός διευθυντής της κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δόλο υπεξαίρεσης και όχι επειδή η αναιρεσείουσα είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επιπροσθέτως, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, κατά την εφαρμογή του άρθ. 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977, τον καταπλεονεκτικό όρο των συμβάσεων, δυνάμει του οποίου οι διελαστές έπρεπε να δηλώσουν από την αρχή της σύμβασης και να προβλέψουν σε βάθος 5ετίας/6ετίας τις ποσότητες αλουμινίου που θα προμηθευόταν, με την υποχρέωση να τις παραλαμβάνουν σταδιακά σε σχεδόν ισόποσες κατανομές μηνιαίως, με κύρωση τη διακοπή της προμήθειας πρώτης ύλης με απλή συστημένη επιστολή, ενώ με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 8β, 11γ, 14 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της ως προς τους χρόνους της παρεχόμενης πίστωσης που υπερέβαιναν τους τρεις μήνες (πλημμέλεια άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα, 1)καρτέλα πελάτη των ετών 1981-1992 που τηρούσε η αρχικώς εναγομένη για την αναιρεσείουσα, 2)πίνακες ανάλυσης της καρτέλας, όπου αποτυπώνονται ανά ημερομηνία και ανά τιμολόγιο οι χρεωπιστώσεις μεταξύ των διαδίκων, απ'όπου προκύπτει ο αριθμός των ημερών εξόφλησης εκάστου τιμολογίου προς την αρχικώς εναγομένη και 3) το από 09. 10. 1989 έγγραφο της αρχικώς εναγομένης προς την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το οποίο η οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αρχικώς εναγομένη ανέρχονταν στο ποσό των 56.176.238 δρχ. και αφορούσε παραλαβές μηνών Ιουλίου και Αυγούστου, που προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα, με βάση τα οποία καταρρίπτεται η τρίμηνη πίστωση (πλημμέλειες άρθρου 559 αρ. 11 και 20 ΚΠολΔ) και δέχθηκε εσφαλμένα ότι η πίστωση που παρείχε η αρχικώς εναγομένη στην αναιρεσείουσα ήταν έως 3 μήνες, ενώ από το από 09. 10. 1989 έγγραφο προκύπτει ότι ήταν 3, 66 μηνών, δηλ. πάνω από 3 μήνες. Επίσης, με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, δεχόμενο ότι η αρχικώς εναγομένη έδινε πίστωση το πολύ έως 3 μήνες, παραμόρφωσε το από 09. 10. 1989 έγγραφο (ΚΠολΔ 559 αρ. 20), το οποίο αφορούσε παροχή πίστωσης άνω των 3 μηνών. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά μεν το πρώτο σκέλος του και σε σχέση με το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν περιέλαβε τέτοιον ισχυρισμό στην αγωγή της, οπότε δεν μπορούσε να τον προβάλει ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της κατ'άρθρο 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος διότι, από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, δεχόμενο τα αντίθετα, σε σχέση δε με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αιτήθηκε με την αγωγή της την αναγνώριση της ακυρότητας του προαναφερθέντος συμβατικού όρου, ούτε και στήριξε το αποζημιωτικό της αίτημα στο περιεχόμενο ή στην εφαρμογή του εν λόγω συμβατικού όρου. Κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και, σε σχέση με το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, είναι ομοίως απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, άλλως αβάσιμος κατά τα προαναφερόμενα αμέσως ανωτέρω στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του ίδιου λόγου αναίρεσης. Τα δε παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και διότι δεν αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο "πράγματος" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά την εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών εγγράφων. Σε σχέση δε με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Μάλιστα το από 09. 10. 1989 έγγραφο ρητώς μνημονεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης. Επίσης, σε σχέση με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση αυτού με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να προκύπτει η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση των εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι έρχεται σε αντίφαση με τον λόγο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν είναι δυνατό το έγγραφο αυτό να μη λήφθηκε υπόψη και συγχρόνως το ίδιο έγγραφο να παραμορφώθηκε από το Εφετείο αλλά και διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Εξάλλου, ο συγκεκριμένος λόγος δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω αφενός διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα ανάγνωσης αλλά, αντίθετα, ορθά το περιεχόμενο των εγγράφων ανέγνωσε, συνήγαγε όμως από αυτό αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, κάτι που δεν δύναται να θεμελιώσει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για το νόμιμο και θεμιτό της άρνησης της αρχικώς εναγομένης να αποδεχθεί την πρόταση διακανονισμού της αναιρεσείουσας κατά κύριο λόγο, πολλώ δε μάλλον αποκλειστικά, στα εν λόγω έγγραφα, τα οποία απλώς συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα. Σε σχέση με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποια ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο έπρεπε κατά το νόμο να κηρύξει το δικαστήριο και από ποια διάταξη δικονομικού δικαίου προέκυπτε αυτή η υποχρέωση. Προσέτι, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του, σε σχέση με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση αυτού με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να προκύπτει η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Εξάλλου, ο συγκεκριμένος λόγος δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω αφενός διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα ανάγνωσης αλλά, αντίθετα, ορθά το περιεχόμενο του εγγράφου ανέγνωσε, συνήγαγε όμως από αυτό αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, κάτι που δεν δύναται να θεμελιώσει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για το νόμιμο και θεμιτό της άρνησης της αρχικώς εναγομένης να αποδεχθεί την πρόταση διακανονισμού της αναιρεσείουσας κατά κύριο λόγο, πολλώ δε μάλλον αποκλειστικά, στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο απλώς συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το 1992 δεν είχε συμφέρον να παραλάβει εμπορεύματα αντιφάσκει με τον ισχυρισμό της ότι το 1993 δεν μπόρεσε να υποστηρίξει την εμπορική της συνεργασία με αλλοδαπή εταιρεία εξαιτίας της άρνησης πώλησης εμπορευμάτων από την αρχικώς εναγομένη και ότι από τη συμφωνία για ρύθμιση της οφειλής της αναιρεσείουσας που η τελευταία πρότεινε με τις επιστολές της δεν θα προέκυπτε οικονομική ωφέλεια για την αρχικώς εναγομένη. Ο λόγος αυτός, από τον αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, το αν η αναιρεσείουσα είχε συμφέρον στα τέλη του 1992 να παραλάβει τις συμφωνημένες ποσότητες που είχε ήδη συμφωνήσει, από το 1992, προκειμένου να εξυπηρετήσει τη νέα σύμβαση που είχε συνάψει με εταιρεία του εξωτερικού, και το αν με τη συμφωνία για ρύθμιση της οφειλής της αναιρεσείουσας που η τελευταία πρότεινε με τις επιστολές της δεν θα προέκυπτε οικονομική ωφέλεια για την αρχικώς εναγομένη, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, παρά μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για παραμόρφωση δύο εγγράφων (αρ. 20 άρθ. 559 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα:1) της από 19. 02. 1993 επιστολής της αναιρεσείουσας προς την αρχικώς εναγομένη, διότι στο εν λόγω έγγραφο αναγράφεται ότι η απορρόφηση του υπολοίπου της συμβάσεως θα γίνει από τον Μάιο και μετά, ενώ η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα "αιτήθηκε να παραλάβει τις προβλεπόμενες για το έτος 1993 ποσότητες από το Μάιο και μετά χωρίς να ορίσει συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο", και 2) της από 03.03.1993 επιστολής της αρχικώς εναγομένης προς την αναιρεσείουσα, διότι το Εφετείο, παρέλειψε να διαπιστώσει την καθυστέρηση της αρχικώς εναγομένης στην αποστολή της εν λόγω επιστολής και την προσχηματική δικαιολόγηση της καθυστερημένης απαντήσεως αυτής που αναφέρεται στο έγγραφο, και εν τέλει την απροθυμία της να δεχτεί τον προταθέντα εκ μέρους της αναιρεσείουσας διακανονισμό η οποία αντιβαίνει στην πάγια πρακτική της. Ο λόγος αυτός ως προς την από 03. 03. 1993 επιστολή της αρχικώς εναγομένης προς την αναιρεσείουσα, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση αυτού με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να προκύπτει η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος στο σύνολό του διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Περαιτέρω, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε με τις πρωτόδικες και εφετειακές προτάσεις της, ότι η μη αποδοχή του τετράμηνου διακανονισμού που πρότεινε η ίδια, αποτελούσε κακόπιστη συμπεριφορά, αντίθετη στα χρηστά ήθη και στα συναλλακτικά ήθη. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν περιέλαβε τέτοιον ισχυρισμό στην αγωγή της, αλλά και αβάσιμος διότι από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, δεχόμενο τα αντίθετα. Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου (τρίτου) λόγου αναίρεσης η αναιρεσεουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθ. 559 αρ. 1β του ΚΠολΔ) δεχόμενο ότι δεν ήταν ανεκτό από την αρχικώς εναγομένη να χορηγήσει πίστωση άνω των τριών μηνών βασιζόμενο στο ως άνω από 09. 10. 1989 έγγραφο, χωρίς όμως να συνεκτιμήσει ότι η πίστωση είναι συνάρτηση του ύψους της οφειλής. Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, το αν έπρεπε η αρχικώς εναγομένη να χορηγήσει στην αναιρεσείουσα την αιτούμενη, με βάση την από 19. 02.1993 πρόταση διακανονισμού της τελευταίας, πίστωση για την εξόφληση των συσσωρευμένων οφειλών της, αν δηλ. οι "4 μήνες (μη αποδεκτής) πίστωσης έναντι χρέους 100 εκατ. δρχ. είναι... εύλογοι και ανάλογοι σε σχέση με τους 3 μήνες (έστω) παρεχόμενης πίστωσης έναντι χρέους 56.176.238 δρχ." δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, παρά μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη. Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος αυτός λόγος είναι αβάσιμος ως σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηριζόμενος, διότι το Εφετείο δέχτηκε ότι το ως άνω από 09. 10. 1989 έγγραφο αφορούσε αποκλειστικά το ύψος της οφειλής και όχι τον χρόνο της πίστωσης. Με το πέμπτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθ. 559 αρ. 1β του ΚΠολΔ) δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στις αξιούμενες εγγυήσεις της αρχικώς εναγομένης. Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, η δυνατότητα της αναιρεσείουσας να ανταποκριθεί ή μη στις αξιούμενες εγγυήσεις, ώστε να μπορούσε να γίνει δεκτή η πρόταση διακανονισμού που υπέβαλε, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, παρά μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση, η από τον αριθμό 12 (και όχι και από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αποδεικτική δύναμη στο δικαστικό τεκμήριο της υπ' αριθ. 91/1994 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση πτώχευσης της αναιρεσείουσας εταιρείας διότι κρίθηκε η φερεγγυότητα της τελευταίας και ότι δεν τελούσε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο δικαστικό τεκμήριο της ως άνω δικαστικής απόφασης μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος. Αντιθέτως, αυτό εκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι για την τελική κρίση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις ομολογίες τους. Με το τέταρτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, προσάπτονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8β και 11γ ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το δικαστικό τεκμήριο της δικαστικής απόφασης επί της αιτήσεως συντηρητικής κατάσχεσης κατά της αναιρεσείουσας καθώς και "την επιθετική αυτή κίνηση" της αρχικώς εναγομένης σε βάρος της και το αποτέλεσμά της. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ λόγος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται στην επίκληση και εκτίμηση αποδείξεων και συγκεκριμένα, του δικαστικού τεκμηρίου της δικαστικής απόφασης επί της αιτήσεως συντηρητικής κατάσχεσης και όχι στη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, σε συνδυασμό με άρθρο 914 του ΑΚ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι πίσω από την άρνηση της αρχικώς εναγομένης να δεχτεί τον διακανονισμό της οφειλής της το 1993 βρίσκονταν η ταυτόχρονη χρονικά έναρξη λειτουργίας της ΧΥΤΑΛ ΑΕ, έκρινε το κίνητρο και όχι τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε επειδή δεν διαπιστώθηκε το συγκεκριμένο κίνητρο πίσω από τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης, ενώ, κατά τα προεκτιθέμενα, η αγωγή απορρίφθηκε επειδή η συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης κρίθηκε εν συνόλω νόμιμη και δη επειδή δεν θεμελιώθηκε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης. 5. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 21-10-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3632/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης