ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1237/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1237/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1237/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1237 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1237/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Τραυλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πετρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12140/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1008/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/1/2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1008/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 12140/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 11.12.2014 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013).

Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση. Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1936/2008). Επομένως, η αρχική σύμβαση μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 766/2003).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 845/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 394 παρ. 1 β του ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Ο καθ' ου η ανακοπή Ι. Κ. άσκησε την από 07-04-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 79138/4200/2006 αγωγή του κατά του ήδη αιτούντος Α. Δ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία αυτός εξέθετε, ότι συνήψε σύμβαση δανείου με τον τότε εναγόμενο και ήδη ανακόπτοντα περί το έτος 2002, αντικείμενο της οποίας ήταν η εκ μέρους του ενάγοντα και ήδη καθ' ου η ανακοπή παροχή του χρηματικού ποσού των 103.000 ευρώ στον ήδη ανακόπτοντα, ο οποίος, ωστόσο, δεν εκπλήρωσε τη βαρύνουσα αυτόν παροχή, οφείλοντας συνολικά το δανεισθέν σε αυτόν χρηματικό ποσό. Το αγωγικό αίτημα συνίστατο στην αναγνώριση οφειλής των ακόλουθων χρηματικών ποσών: Α) του χρηματικού ποσού των 60.000 ευρώ, που αφορούσε στις μέχρι την άσκηση της αγωγής ληξιπρόθεσμες δόσεις του ενδίκου δανείου, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία, κατά την οποία καθεμία από τις οφειλόμενες δόσεις κατέστη απαιτητή, ήτοι: (α) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ από τις 15-06-2005, (β) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ από τις 15-09-2005, (γ) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ από τις 15-09-2005 και (δ) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ από τις 15-03-2006, (όλα δε τα ανωτέρω ποσά) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και Β) του χρηματικού ποσού των 45.000 ευρώ που αφορούσε στις μη ληξιπρόθεσμες κατά την άσκηση της αγωγής δόσεις κατά την ημερομηνία, που καθεμία από αυτές επρόκειτο να καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ήτοι: (α) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ από τις 15-06-2006, (β) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ από τις 15-09-2006, (γ) για το χρηματικό ποσό των 15.000,00 ευρώ από τις 15-12-2006, πλέον των νόμιμων τόκων υπερημερίας από τις ανωτέρω ημερομηνίες και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής, η οποία εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1628/2010 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο (σχετικό το υπ' αριθμ. 505/2011 πιστοποιητικό του Γραμματέως του ανωτέρω Δικαστηρίου περί μη άσκησης ενδίκων μέσων) και έτσι κατέστη αυτή αμετάκλητη. Με την απόφαση αυτή, η οποία έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την παραπάνω αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη ανακόπτων είχε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα -και ήδη καθ' ου η ανακοπή στην προκειμένη δίκη- το χρηματικό ποσό των 99.621 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία, κατά την οποία καθεμία από τις δικαιοπρακτικά ορισμένες τμηματικά δόσεις-καταβολές κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και μέχρι την εξόφληση και συγκεκριμένα: 1) για υπόλοιπο της 1ης δόσης, ήτοι για το χρηματικό των 9.621 ευρώ από τις 15-06-2005, 2) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ της 2ης δόσης από τις 15-09-2005, 3) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ της 3ης δόσης από τις 15-12-2005, 4) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ της 4ης δόσης από τις 15-03-2006, 5) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ της 5ης δόσης από τις 15-06-2006, 6) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ της 6ης δόσης από τις 15-09-2006 και 7) για το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ της 7ης δόσης από τις 15-09 2005.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1035/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος (στην προκειμένη δίκη) μέχρι του χρηματικού ποσού των 140.000 ευρώ προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαίτησης του καθ' ου. Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης συντηρητικής κατάσχεσης και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2007 έκθεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Ψ., επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση επί της ψιλής κυριότητας του ημίσεως (1/2) ενός αγρού έκτασης 11 στρεμμάτων περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι, κείμενου στη θέση "Κελανίτης" της κτηματικής περιφέρειας της (τότε) Κοινότητας Μώλου Λοκρίδος, καθώς επίσης και σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός ελαιοπεριβόλου, έκτασης 4,50 στρεμμάτων με τα επ' αυτού ελαιόδενδρα. Πέραν τούτων, ο καθ ου η ανακοπή προέβη και σε συντηρητική κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών, που διατηρούσε ο ανακόπτων στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", οι οποίες προέβησαν στις υπ' αριθμ. 31257/3.4.2014, 31137/3.4.2014, 31317/3.4.2014 και 31279/3.4.2014 δηλώσεις τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σχετικώς με την ύπαρξη τραπεζικών λογαριασμών και το ύψος των κατατεθειμένων σε αυτούς χρηματικών ποσών, από τις οποίες αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων διατηρούσε αρκετούς λογαριασμούς με δύο εξ αυτών να εμφανίζουν αξιόλογα ποσά κατάθεσης κατά τον ανωτέρω χρόνο (ένας στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με ποσό 134.000 ευρώ περίπου και ένας στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." με ποσό 38.000 ευρώ). Παρόλα αυτά ο ανακόπτων είχε προβεί μέχρι τότε μόνο σε τμηματικές καταβολές μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2010, σύμφωνα με όσα και κατωτέρω εκτίθενται. Κατόπιν των ενεργειών αυτών του καθ' ου, περί το Μάιο του 2014, τα διάδικα μέρη, μέσω των πληρεξούσιων δικηγόρων, τους, ήλθαν σε διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και συντάχθηκε το διαλαμβανόμενο (αυτούσιο) στην ανακοπή και στην έφεση σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο απέστειλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ' ου στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντα. Σε αυτό περιγράφεται η ένδικη οφειλή, η έκδοση της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης, όπως και οι καταβολές που έλαβαν χώρα μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2010. Με βάση τον υπ' αριθμ. 3 όρο του ως άνω σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού, ορίστηκε ότι "Με την υπογραφή του παρόντος, ο αφετέρου συμβαλλόμενος (ήδη ανακόπτων) καταβάλλει σήμερα στον αφενός συμβαλλόμενο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, του παρόντος επέχοντας θέση αποδείξεως. Μετά την καταβολή αυτή του ανωτέρω ποσού, ο αφενός συμβαλλόμενος (ο καθ' ου η ανακοπή) δεσμεύεται να προβεί στην άμεση αποδέσμευση το συνόλου των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών, τους οποίους διατηρεί ο αφετέρου συμβαλλόμενος (ο ανακόπτων) στις Τράπεζες ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. και CITIΒΑΝΚ INTERNATIONAL PLC. 4) Περαιτέρω, ο αφετέρου συμβαλλόμενος συμφωνεί και δεσμεύεται ότι έως 30 Ιουλίου 2014, θα καταβάλει στον αφενός συμβαλλόμενο είτε τοις μετρητοίς είτε με τραπεζική επιταγή αναγνωρισμένης Τράπεζας, το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Μετά την κατά (ως) άνω εμπρόθεσμη καταβολή, τα μέρη, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμβιβαστικής επίλυσης, συμφωνούν και αποδέχονται αμοιβαία ότι η καταβολή, κατά τα ως άνω οριζόμενα, του συνολικού ποσού των τριάντα (30.000) ευρώ επιφέρει συνολική απόσβεση του συνολικού χρέους του αφετέρου συμβαλλόμενου κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, τα οποία προκύπτουν από την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 μεταξύ τους επίδικη διαφορά (αυτήν που επιδικάστηκε με την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση) και ο αφενός συμβαλλόμενος δεν θα έχει ούτε θα διατηρεί οποιαδήποτε απαίτηση κατά του αφετέρου από την παραπάνω αιτία, καθώς και για οποιαδήποτε άλλη αιτία ...5) Το παρόν συμφωνητικό αποτελεί συμφωνία των συμβαλλομένων για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, όπως έχει δημιουργηθεί με την υπάρχουσα έννομη σχέση και σε καμία περίπτωση δεν καταργεί ή αλλοιώνει την υφισταμένη ενοχή. 6) Η παρούσα σύμβαση δεν μπορεί να ακυρωθεί, να αλλαχθεί, να τροποποιηθεί ή να. διορθωθεί προφορικώς και καμία ακύρωση αλλαγή, τροποποίηση ή διόρθωση δεν θα είναι έγκυρη και δεσμευτική, παρά μόνο εάν είναι γραπτή και υπογεγραμμένη και από τα δύο συμβαλλόμενα στην παρούσα σύμβαση μέρη". Ωστόσο, το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν υπογράφηκε από τα τότε συμβαλλόμενα μέρη, κάτι, που συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι, ενώ ο ανακόπτων δεν προέβη στην καταβολή του χρηματικού ποσού, κατά τον χρόνο που επρόκειτο να υπογράφει το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό (28/5/2014). Ο τελευταίος, ως μοναδικό λόγο ανακοπής, που παραδεκτώς επαναφέρεται ως μοναδικός λόγος έφεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, έλαβε χώρα προφορική τροποποίηση της παραπάνω σύμβασης, χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου, δυνάμει της οποίας - εκτός του κατά τα ανωτέρω περιορισμού της οφειλής στο χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ- πρότεινε ο ίδιος και ο καθ' ου η ανακοπή αποδέχθηκε να εξοφληθεί το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό με τμηματικές καταβολές του, με έναρξη πρώτης καταβολής την πρώτη εβδομάδα του μηνός Ιουνίου του έτους 2014 και εξόφληση το αργότερο μέχρι την 30η-09-2014 και όχι μέχρι την 30-7-2014, όπως αρχικά του είχε προτείνει ο καθ' ου η ανακοπή, στις 28-5-2014, με το άνω σχέδιο -πρότασή του και ότι ο τελευταίος με το ανωτέρω περιεχόμενο. Επιπλέον ισχυρίζεται, ότι- στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας- έλαβαν εκ μέρους του χώρα τμηματικές καταβολές (με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του καθ' ου ως εξής: α) στις 03-06-2014 χρηματικού ποσού 7.500 ευρώ, β) στις 04-06-2014 χρηματικού ποσού 2.500 ευρώ, γ) στις 05-06-2014 χρηματικού ποσού 5.000 ευρώ, δ) στις 02-07-2014 χρηματικού ποσού 2.500 ευρώ, δ) στις 03-07-2014 χρηματικού ποσού 2.500 ευρώ, στ) στις 10-09-2014 χρηματικού ποσού των 2.500 ευρώ και στ) στις 24-09-2014 χρηματικού ποσού 4.000 ευρώ, ήτοι έλαβαν χώρα με τον ανωτέρω τρόπο συνολικά καταβολές ποσού 26.500 ευρώ. Το δε εναπομείναν (μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ) ποσό των 3.500 ευρώ, ισχυρίζεται ότι το προσέφερε στις 30/09/2014 στον καθ' ου, ζητώντας από αυτόν ταυτόχρονα τη χορήγηση εξοφλητικής απόδειξης (για το σύνολο της ένδικης οφειλής), πράγμα που ο τελευταίος αρνήθηκε αδικαιολόγητα και γι' αυτό ο ανακόπτων προέβη σε κατάθεση του ανωτέρω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 29/10/2014. Με τον ανωτέρω τρόπο ισχυρίζεται ότι αποσβέστηκε το σύνολο της ανωτέρω οφειλής του, όπως αυτή περιορίστηκε, δυνάμει της ανωτέρω επικαλούμενης προφορικής συμφωνίας του με τον καθ' ου, στο ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρα 361, 416 και 427 ΑΚ). Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο τυγχάνει εν μέρει ουσιαστικά βάσιμος, δεδομένου ότι μέρος της ανωτέρω οφειλής έχει εξοφληθεί δια καταβολών του ανακόπτοντος σε τραπεζικό λογαριασμό του καθ' ου. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι πράγματι έλαβαν χώρα οι ανωτέρω καταβολές σε τραπεζικό λογαριασμό ύψους 26.500 ευρώ, τις οποίες δεν αρνήθηκε και ο καθ' ου, ενώ μέχρι το Δεκέμβριο του 2010 είχαν λάβει χώρα και άλλες καταβολές, συνολικού ποσού 35.929 ευρώ, με συνέπεια από το σύνολο της ένδικης οφειλής των 99.621 ευρώ να έχει απομείνει ανεξόφλητο, μέχρι και την έκδοση της ανακοπτομένης ως άνω Διαταγής Πληρωμής, συνολικό ποσό 37.192 ευρώ, αφού (εκτός από όσα αναγράφονται στο ανωτέρω σχέδιο που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ' ου για τις γενόμενες μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2010 καταβολές), ο τελευταίος (ο καθ' ου η ανακοπή) επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 21-11-2014 επιταγή προς Πληρωμή, κάτωθι της ως άνω ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων επιτασσόταν να καταβάλλει σε αυτόν το ποσό των 37.192 ευρώ, ήτοι μειωμένο σε σχέση με το ποσό της Διαταγής Πληρωμής κατά το ποσό των 62.429 ευρώ. Στην ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή αναγράφονται συνολικά τόσο οι ανωτέρω καταβολές που ρητώς επικαλέστηκε ο ανακόπτων (συνολικού ποσού 26.500 ευρώ), όσο και οι προγενέστερες (από 19/5/2008 μέχρι 28/12/2010) καταβολές, συνολικού ποσού 35.929 ευρώ. Και ναι μεν ο βασικός ισχυρισμός του ανακόπτοντος αφορά στον περιορισμό της ανωτέρω οφειλής στο ποσό των 30.000 ευρώ, βάσει της επικαλούμενης από αυτόν ανωτέρω προφορικής συμφωνίας των διαδίκων και στην καταβολή εκ μέρους του ποσού 26.500 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, σε συνδυασμό με την κατάθεση στο ΤΠΔ του υπολοίπου ποσού των 3.500 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα, όμως, το Δικαστήριο (που, σύμφωνα με όσα κατωτέρω εκτίθενται, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε η σύναψη της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας) δύναται -στα πλαίσια του ανωτέρω λόγου ανακοπής και έφεσης- να δεχθεί και την (μερική) εξόφληση της ένδικης οφειλής με την καταβολή και του ανωτέρω ποσού των 35.929 ευρώ, που καταβλήθηκε μέχρι και τις 28/12/2010, αφού στην ανακοπή και στην ένδικη έφεση γίνεται σαφής αναφορά (εκτός από το γενικότερο ισχυρισμό της εξόφλησης του συνόλου της ένδικης οφειλής που περιλαμβάνει και την μερική εξόφληση αυτής) και των περιεχομένων του ανωτέρω σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού και της ανωτέρω επιταγής προς πληρωμής, στα οποία γίνεται σαφής λόγος για τις προγενέστερες ως άνω καταβολές. Σημειώνεται ότι στο ανωτέρω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού γίνεται λόγος για γενόμενες καταβολές (μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2010), συνολικού ποσού 41.409 ευρώ, όμως το Δικαστήριο δέχεται ως περισσότερο αξιόπιστο το περιεχόμενο της ανωτέρω επιταγής προς πληρωμή, όπου αναγράφονται αναλυτικότερα (μία- μία) όλες οι γενόμενες καταβολές μέχρι τον ανωτέρω χρόνο, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, ανέρχονται στο ποσό των 35.929 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε όμως, περαιτέρω, η ύπαρξη της επικαλούμενης από τον καθ' ου προφορικής συμφωνίας των διαδίκων περί περιορισμού της ένδικης οφειλής στο ποσό των 30.000 ευρώ και περί του ως άνω επικαλουμένου από αυτόν τρόπου ολοσχερούς απόσβεσης αυτής, αφού το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ανακόπτων δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης του ως άνω ισχυρισμού του. Συγκεκριμένα, το ως άνω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού δεν υπογράφηκε από τους διαδίκους, κατά τα προεκτεθέντα και έτσι αυτό ουδέποτε απέκτησε νομική ισχύ, τέτοια, που να παράγει τα σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα, ήτοι, του περιορισμό της αρχικής οφειλής στο χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, σύμφωνα με το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενό του. Η τήρηση εγγράφου τύπου, εξάλλου, προβλεπόταν στο προταθέν σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό, ως συστατικός τύπος, τόσο για τον ανωτέρω περιορισμό, όσο και για όποια τυχόν τροποποίηση ήθελαν να επιφέρουν τα μέρη στη μεταξύ τους σχέση. Όμως ο ανακόπτων επικαλείται, εν προκειμένω, τροποποίηση μίας συμφωνίας που ουδέποτε ίσχυσε, οπότε δεν είναι δυνατόν να ίσχυσε και η επικαλούμενη τροποποίηση, ούτε - σε κάθε περίπτωση- αποδείχθηκε ότι υπήρξε τέτοια χωριστή προφορική συμφωνία, ανεξαρτήτως αν αυτή αποτελούσε τροποποίηση του ανωτέρω συμφωνητικού ή όχι. Άλλωστε, δεν αποδείχτηκε, ότι τα διάδικα μέρη, μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, διατηρούσαν- όχι μόνο φιλία, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων- αλλά οποιαδήποτε πλέον διαπροσωπική επαφή, έστω και υποτυπώδη, ώστε να προβούν σε προφορική συμφωνία για τη διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς, χωρίς μάλιστα τη διαμεσολάβηση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, όταν δεν κατέστη δυνατή η υπογραφή του ανωτέρω σχεδίου και ενώ - πλέον κατά τον ανωτέρω χρόνο- επικοινωνούσαν μόνο δια μέσου των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Ο μάρτυρας αποδείξεως της ανακοπής, που είναι υιός του ανακόπτοντος, καταθέτει σχετικά με την ανωτέρω επικαλούμενη προφορική συμφωνία, ότι έλαβε χώρα μετά από προσωπική επαφή των διαδίκων, χωρίς όμως να είναι αυτός παρών και ότι το περιεχόμενό της, το πληροφορήθηκε από τον πατέρα του και γι' αυτό δεν κρίνεται αξιόπιστη η κατάθεσή του. Αντίθετα, η μάρτυς ανταποδείξεως της ανακοπής, σύζυγος του καθ' ου, αρνείται την ύπαρξη προσωπικών επαφών των διαδίκων κατά τον ανωτέρω χρόνο. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι και στο παρελθόν (πριν την έκδοση της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης) είχε συνταχθεί μεταξύ των διαδίκων και πάλι ιδιωτικό συμφωνητικό (στις 25/4/2005) για τη διευθέτηση της ένδικης οφειλής με καταβολές σε δόσεις, το οποίο όμως δεν τηρήθηκε εκ μέρους του ανακόπτοντος, ο οποίος με τις από 2/5/2008 προτάσεις του ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) είχε επικαλεστεί και πάλι προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την τροποποίηση (και) της ανωτέρω συμφωνίας. Με βάση τα ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι ο καθ' ου διατηρούσε προσωπική επικοινωνία μαζί του, αλλά αντίθετα είχε απωλεστεί η εμπιστοσύνη του τελευταίου προς αυτόν και γι' αυτό κατά το έτος 2014 η επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων λάμβανε χώρα μόνο μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, κατά τα προεκτεθέντα. Ως προς την επικαλούμενη απόσβεση οφειλής 3.500 ευρώ μέσω κατάθεσης στο ΤΠΔ, το Δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι η φερόμενη σχετική κατάθεση έλαβε χώρα μετά την έκδοση της ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής (στις 29/10/2014, ενώ η τελευταία εκδόθηκε στις 23/10/2014) και -συνεπώς- ο ανωτέρω ισχυρισμός θα μπορούσε παραδεκτώς να προβληθεί μόνο στα πλαίσια ανακοπής κατά της εκτέλεσης και όχι στα πλαίσια της παρούσας δίκης, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην οικεία ανωτέρω νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η κατά τα ανωτέρω επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα συμφωνία περί περιορισμού της ένδικης οφειλής και εξόφλησης αυτής σε δόσεις, δεν ήταν υποχρεωμένος ο καθ' ου να δεχθεί την ανωτέρω καταβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος, αφού αυτός εξάρτησε την καταβολή από την χορήγηση εκ μέρους του καθ' ου εξοφλητικής απόδειξης για το σύνολο της ένδικης οφειλής. Τα ανωτέρω διαλαμβάνονταν και στην από 04-11-2014 εξώδικη δήλωσή του τελευταίου προς τον ανακόπτοντα, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 10-11-2014 (υπ’ αριθμ. ...-2014 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Ρ.), με την οποία διαμαρτυρόταν έντονα για προγενέστερη εξώδικη δήλωση προσφοράς του ανακόπτοντος, ο οποίος παρακατέθεσε δημόσια χρηματικό ποσό και εκφράζοντας παράλληλα την απορία του για τη δημόσια αυτή κατάθεση. Τούτων δοθέντων, η δημόσια αυτή κατάθεση δεν οδήγησε στην απόσβεση της ενοχής κατ' άρθρο 427 ΑΚ, καθώς, με βάση τα ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε, ότι ο καθ' ου η ανακοπή κατέστη υπερήμερος δανειστής ή ότι υπήρχε οποιαδήποτε αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο του δανειστή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην οικεία ανωτέρω νομική σκέψη. Κατ' ακολουθίαν, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση στο σύνολό της, ενώ έπρεπε να κάνει αυτήν δεκτή εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς το ποσό των 62.429 ευρώ που και ο ίδιος ο καθ' ου αναγράφει στην ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή ότι του κατέβαλε ο ανακόπτων προσηκόντως πριν την έκδοση της ανακοπτομένης... διαταγής Πληρωμής, ορθώς δε απέρριψε κατά τα λοιπά αυτήν (ως προς το σκέλος της με το οποίο γίνεται επίκληση προφορικής συμφωνίας για περιορισμό της ένδικης οφειλής με εξόφληση σε δόσεις και για- τελική- απόσβεση αυτής με δημόσια κατάθεση)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 12140/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε επί της ουσίας την ανακοπή, έκανε εν μέρει δεκτό τον μοναδικό λόγο ανακοπής περί εξόφλησης κατά το ποσό των 62.429 ευρώ, ακύρωσε την διαταγή πληρωμής εν μέρει, κατά το αντίστοιχο ποσό, και την επικύρωσε για το υπόλοιπο ποσό των 37.192 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, με βάση τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, έγιναν δεκτά τα εξής: α) ότι με βάση την υπ' αριθμόν 1628/2010 τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος ζήτησε και εκδόθηκε στις 23.10.2014 η ένδικη υπ' αριθμόν .../2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε να του καταβάλει νομιμότοκα, κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις, το συνολικό ποσό των 99.621 ευρώ. β) Ότι, περαιτέρω, ο αναιρεσείων πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατέβαλε διαδοχικά σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των 62.429 ευρώ και ότι απέμεινε μετά τις καταβολές αυτές ποσό οφειλής ύψους 37.192 ευρώ. γ) Ότι, η δημόσια κατάθεση ποσού 3.500 ευρώ εκ μέρους του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα στις 29.10.2014, μετά την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής. δ) Ότι, τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατά μήνα Μάιο του έτους 2014 κατάρτισαν σύμβαση με βάση την οποία περιόρισαν το ύψος της οφειλής στο ποσό των 30.000 ευρώ, καταβλητέου τμηματικά μέχρι την πρώτη εβδομάδα του μηνός Μαΐου 2014 και ότι μετά από προφορική τροποποίησή της, παρέτειναν την καταβολή του ποσού αυτού μέχρι 30.7.2014. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου ως άνω μοναδικού λόγου, με τις οποίες ο αναιρεσείων πλήττει τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαράδεκτες, καθόσον αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση των αποδείξεων από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.1.2023 αίτηση του Δ. Α. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1008/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή