Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1238 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1238/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "...."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ών η κλήση: 1) Α. Κ. του Π., 2) Π. Κ. του Α., 3) Β. Κ. του Α., κατοίκων Βούλας Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Καλίκα - Σαρικλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1936/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19/2/2018 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1889/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2023 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 1936/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 29-5-2012 αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσίβλητων με αντικείμενο τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1027/2019, 873/2018). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1936/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, έγιναν δεκτά με αυτήν ανελέγκτως τα εξής: "... Δυνάμει της με αριθμό 584/27.09.2001 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... S.A" χορηγήθηκε στην τελευταία αυτή εταιρεία πίστωση, με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 2.347.762,29 ευρώ. Το ποσό της ως άνω πίστωσης αυξήθηκε, σταδιακά, κατά 1.152.237,71 ευρώ, 1.000.000 ευρώ και 150.000 ευρώ, με τις με αριθμούς 584/1/23.07.2002, 584/2/20.01.2004 και 584/3/08.12.2005 συμβάσεις αύξησης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αντίστοιχα, ανερχόμενης έτσι της χορηγηθείσας πίστωσης μέχρι του συνολικού ποσού των 4.650.000 ευρώ. Ο πρώτος εναγόμενος, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, τόσο στην αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όσο και στις ως άνω αναφερόμενες μεταγενέστερα υπογραφείσες συμβάσεις αύξησης πίστωσης, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την οφειλή της προαναφερθείσας πιστούχου εταιρίας μέχρι του συνολικού ποσού αυτής, ήτοι μέχρι του ποσού των 4.650.000 ευρώ, ενεχόμενος εις ολόκληρον με αυτήν και ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος του ευεργετήματος της διζήσεως. Στις 23/2/2009 η ενάγουσα, δυνάμει σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταβίβασε στην, εδρεύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", τις απορρέουσες από την ως άνω σύμβαση απαιτήσεις. Στις 13/5/2010 οι ανωτέρω απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν εκ νέου στην ενάγουσα και επαναγοράστηκαν από αυτήν, η οποία κατέστη και πάλι μόνη δικαιούχος των εν λόγω απαίτησεων. Για την εξυπηρέτηση της ως άνω πίστωσης ανοίχθηκαν από την ενάγουσα στο όνομα της πιστούχου εταιρείας και λειτούργησαν οι με αριθμούς ... και ... λογαριασμοί, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων, ανερχόταν, την 1/4/2009, στο ποσό των μηδέν ευρώ (€ 0,00) για τον ως άνω με αριθμό ... λογαριασμό, στο ποσό των εννέα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (€ 9,92) για τον ως άνω με αριθμό ... λογαριασμό, στο ποσό του ενός εκατομμυρίου τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (€ 1.300.000,00) για τον ως άνω με αριθμό ... λογαριασμό, και στο ποσό του ενός εκατομμυρίου διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων ευρώ (€ 1.229.000,00) για τον ως άνω με αριθμό ... λογαριασμό. Με τις τέσσερις (4) από 1/4/2009 επιστολές της η πιστούχος εταιρεία δήλωσε ότι αναγνωρίζει τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα. Η αναγνώριση αυτή δεσμεύει και τον πρώτο εναγόμενο, εγγυητή της πίστωσης, δυνάμει ρητού όρου της σύμβασης πίστωσης. Στις 28/5/2010 η ενάγουσα προέβη στο οριστικό κλείσιμο της πίστωσης και των τεσσάρων λογαριασμών και σε μεταφορά των χρεωστικών υπολοίπων τους σε ένα λογαριασμό καθυστέρησης, με συνολικό υπόλοιπο το ποσό των 2.999.669,51 ευρώ, γεγονός που γνωστοποίησε και στον πρώτο εναγόμενο, ως εγγυητή, με την από 28/5/2010 επιστολή της. Περαιτέρω, η ίδια ως άνω εταιρία με την επωνυμία "...", δυνάμει της με αριθμό 16/11.02.2008 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, αποφάσισε την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου ανώτατου ύψους 1.360.000 ευρώ και στη συνέχεια με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, το ως άνω ομολογιακό δάνειο διαιρέθηκε σε 1.360.000 ομολογίες στον κομιστή, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ η κάθε μία. Στις 27/2/2008 η εκδότρια εταιρία του κοινού ομολογιακού δανείου σύναψε, με την ενάγουσα και με την εταιρία με την επωνυμία "...) S.Α." σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου και διορισμού πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων, δυνάμει της οποίας παρέδωσε στην ενάγουσα 1.346.400 ομολογίες και τις λοιπές στην έτερη ως άνω συμβαλλόμενη. Ο πρώτος εναγόμενος, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος στην ως άνω σύμβαση κάλυψης ομολογιακού δανείου, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς τους ομολογιούχους την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε φύσης απαιτήσεών τους κατά της εκδότριας εταιρίας, ενεχόμενος εις ολόκληρον με αυτήν και ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος του ευεργετήματος της διζήσεως. Οι ως άνω 1.346.400 ανώνυμες ομολογίες εκχωρήθηκαν νομοτύπως από την ενάγουσα, λόγω πώλησης και μεταβίβασης, στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." και στις 23/3/2010 μεταβιβάστηκαν εκ νέου στην ενάγουσα και επαναγοράστηκαν από αυτήν, η οποία κατέστη και πάλι μόνη δικαιούχος των απαιτήσεων που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου. Επίσης, δυνάμει του από 14/5/2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, η εταιρία με την επωνυμία "...) S.A.", πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα τις 13.600 ομολογίες του ως άνω κοινού ομολογιακού δανείου, που είχε στην κυριότητά της, ονομαστικής αξίας Ι ευρώ η κάθε μία, και έτσι η ενάγουσα κατέστη μοναδική κυρία του συνόλου των ομολογιών του ως άνω κοινού ομολογιακού δανείου. Στις 28/5/2010, η συνέλευση των ομολογιούχων προέβη στην καταγγελία της σύμβασης του κοινού ομολογιακού δανείου, γνωστοποιώντας και στον πρώτο εναγόμενο, ως εγγυητή, με την από 28/5/2010 επιστολή της, το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, το οποίο ανερχόταν στο συνολικό ποσό του 1.419.138.13 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, στις 27/3/2009, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στα δύο τέκνα του, λόγω γονικής παροχής, τις ακόλουθες ιδιοκτησίες: Ι. Δυνάμει του με αριθμό ...2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Π. Ε. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαργαλιάνων Μεσσηνίας (τόμος ...), μεταβίβασε στον δεύτερο εναγόμενο, γιό του, κατά πλήρη κυριότητα: α) ένα αστικό ακίνητο, οικόπεδο εντός σχεδίου πόλης του δημοτικού διαμερίσματος Πύργου του Δήμου Γαργαλιάνων, εμβαδού 352,05 τ.μ., β) ένα γήπεδο εκτός σχεδίου πόλης του δημοτικού διαμερίσματος Πύργου του Δήμου Γαργαλιάνων, εμβαδού 1.612,73 τ.μ. και γ) μία αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία, που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης του δημοτικού διαμερίσματος Πύργου του Δήμου Γαργαλιάνων στη θέση "..." και καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα μιας διώροφης οικίας, αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, που είναι ημιτελείς και έχουν εμβαδόν 78,20 τ.μ. καθένας, μελλοντικό ημιυπαίθριο χώρο και βεράντα, τον τόπο κάτω από αυτήν και τον ακάλυπτο χώρο αποκλειστικής χρήσης από τον κάθε φορά ιδιοκτήτη του κτίσματος αυτού εμβαδού 119,09 τ.μ.
ΙΙ. Δυνάμει του με αριθμό ...2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Π. Ε. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γαργαλιάνων Μεσσηνίας (τόμος ...), μεταβίβασε στον τρίτο εναγόμενο, γιό του, κατά πλήρη κυριότητα: α) ένα αστικό ακίνητο, οικόπεδο εντός σχεδίου πόλης του δημοτικού διαμερίσματος Πύργου του Δήμου Γαργαλιάνων, εμβαδού 583,32 τ.μ. και β) ένα γήπεδο εκτός σχεδίου πόλης του δημοτικού διαμερίσματος Πύργου του Δήμου Γαργαλιάνων, εμβαδού 1.048,01 τ.μ. Η αξία των ανωτέρω ακινήτων έχει ως εξής: Ι. Ως προς τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν στον δεύτερο εναγόμενο: α) η αξία του πρώτου ως άνω περιγραφομένου ακινήτου ανέρχεται, κατά μεν την δήλωση των συμβαλλομένων, σε 8.800,00 ευρώ, κατά δε την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Γαργαλιάνων σε 12.322,00 ευρώ, β) η αξία του δευτέρου ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, κατά δήλωση των συμβαλλομένων και κατ' αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας του, ανέρχεται στο ποσό των 1.951, 40 ευρώ και γ) η αξία του τρίτου ως άνω ακινήτου, κατά δήλωση των συμβαλλομένων, ανέρχεται στο ποσό των 33.227,24 ευρώ, ενώ κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό και κατ' εκτίμηση της αξίας του από τη Δ..Ο.Υ. Γαργαλιάνων, στο ποσό των 75.121,24, ήτοι η αξία όλων των ως άνω ακινήτων συνολικά, ανέρχεται, κατά μεν τη δήλωση των συμβαλλομένων, σε 43.978,64 ευρώ, κατά αντικειμενικό δε προσδιορισμό και κατ' εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Γαργαλιάνων, σε 89.394, 64 ευρώ.
ΙΙ. Η αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν στον τρίτο εναγόμενο ανέρχεται, κατά αντικειμενικό προσδιορισμό και κατά την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Γαργαλιάνων, στο συνολικό ποσό των 21.684,09 ευρώ. Κατά τον χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων, ήταν σε πλήρη λειτουργία και δεν είχαν ακόμα καταγγελθεί, ούτε η σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε η σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου, οι οποίες καταγγέλθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, πολύ μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 28/5/2010. Παρά ταύτα, όμως, η ενάγουσα νομίμως ζητεί, με την κρινόμενη αγωγή της, τη διάρρηξη των ως άνω μεταβιβάσεων, με την επίκληση ότι ήταν καταδολιευτικές, εφόσον και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού θεωρείται δανείστρια τους (αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής όπως συνέβη εν προκειμένω), σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Ωστόσο, για να κριθεί μια μεταβιβαστική δικαιοπραξία ως καταδολιευτική, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνος της ύπαρξης στον μεταβιβάζοντα πρόθεσης να προκαλέσει βλάβη στο δανειστή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε τα προαναφερθέντα ακίνητα στα τέκνα του, με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα της ενάγουσας. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων, ήταν σε πλήρη λειτουργία, τόσο η σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, όσο και η σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου, ο δε πρώτος εναγόμενος είχε πλήρη γνώση των οφειλών της πρωτοφειλέτριας εταιρείας προς την ενάγουσα, εφόσον ο ίδιος ήταν ο κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αυτής. Ωστόσο, αμφότερες οι ανωτέρω συμβάσεις, μέχρι τον ως άνω επίδικο χρόνο της μεταβίβασης των ακινήτων (27/3/2009), εξυπηρετούντο κανονικά, αφού η πρωτοφειλέτρια εταιρεία ήταν απολύτως συνεπής στις υποχρεώσεις της και κατέβαλε, (ίσως με κάποια καθυστέρηση, κατέθεσε η μάρτυρας της ενάγουσας, αλλά πάντως κατέβαλε), το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Τα οικονομικά προβλήματα της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και οι καθυστερήσεις στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς την ενάγουσα, ξεκίνησαν εξαιτίας ενός απρόβλεπτου γεγονότος, που έλαβε χώρα τρεις μόλις ημέρες μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις, και ήταν μια βομβιστική επίθεση, που πραγματοποίησαν άγνωστοι, στις 30/3/2009, στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στην Αργυρούπολη. Η επίθεση αυτή προκάλεσε πυρκαγιά, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή, τόσο του οικήματος, στο οποίο στεγάζονταν οι υπηρεσίες της εταιρείας, όσο: των σκαφών (27 κατέθεσε η μάρτυρας των εναγομένων) που βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Η ανωτέρω βομβιστική ενέργεια χαρακτηρίστηκε., τρομοκρατική, όπως προκύπτει από την με αριθμό 1010/2/78-Β '/29-52009 βεβαίωση της διεύθυνσης αντιμετώπισης ειδικών εγκλημάτων βίας της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία δεν προσκομίστηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, πλην, όμως, αναφέρεται στην εκκαλουμένη απόφαση και, τόσο η ύπαρξή της, όσο και το περιεχόμενό της δεν αμφισβητήθηκαν από την ενάγουσα. Η τελευταία, ναι μεν ομιλεί για "περίεργη σύμπτωση", ενόψει του ότι το τρομοκρατικό χτύπημα έλαβε χώρα τρεις μόλις ημέρες μετά την μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο στα τέκνα του, και παραπονείται επειδή η εκκαλουμένη "δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση" για τη "σύμπτωση" αυτή, πλην, όμως, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό τι είδους εξήγηση θα έπρεπε να της παρασχεθεί, εφόσον η εξήγηση προκύπτει από την ως άνω βεβαίωση της Ελληνικής Αστυνομίας που διεξήγε, ως η μόνη αρμόδια, τις σχετικές έρευνες, ενώ η ίδια η ενάγουσα δεν εισφέρει κάποιο άλλο στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως, να ανατρέψει την ανωτέρω επίσημη εκδοχή. Το προαναφερθέν συμβάν ανέκοψε την σταθερή οικονομική πορεία της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και δημιούργησε προβλήματα στις ομαλές, έως τότε, σχέσεις της με την ενάγουσα. Η καλή οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας εταιρείας μέχρι το προαναφερθέν συμβάν, προκύπτει και από τον προσκομιζόμενο ισολογισμό του έτους 2008 (εταιρική χρήση 1/1/2008 έως 31/12/2008), που είναι σημαντικός, καθώς είναι ο τελευταίος, πριν την έναρξη της πτωτικής της πορείας, ισολογισμός. Από τον ισολογισμό αυτό συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εταιρεία, ναι μεν είχε υποχρεώσεις προς τρίτους και σημαντικά ανοίγματα προς Τράπεζες, είχε, όμως, και αντίστοιχης αξίας εμπορεύματα, ήταν συνεπής στις προς τρίτους υποχρεώσεις της και η χρήση αυτή έκλεισε με καθαρά κέρδη ύψους 944.817,48 ευρώ. Εξάλλου, και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, με την κρινόμενη αγωγή της, ότι τα προβλήματα και η αδυναμία της πρωτοφειλέτριας εταιρείας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, άρχισαν μετά το ανωτέρω συμβάν. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, μετά το συμβάν αυτό, το Υπουργείο Οικονομικών υπήγαγε την εταιρεία στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των αναπτυξιακών νόμων 3775/2009 και 3746/2009 και ενέκρινε την παροχή εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο για την χορήγηση δανείου στην εταιρεία, η οποία, στην προσπάθειά της να ανακάμψει, υπέβαλε και την από 26/3/2010 αίτησή της προς την ενάγουσα, ζητώντας να υπαχθεί στο άρθρο Ι του ν. 3816/2010, προκειμένου να διευκολυνθεί στην αποπληρωμή των δανείων της, αίτημα, όμως, το οποίο εκείνη απέρριψε. Από όλα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι, όταν ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις, η εταιρεία "..." βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση, είχε την ικανότητα να εκπληρώνει τις υφιστάμενες οφειλές της και ήταν αξιόχρεη και φερέγγυα, την φερεγγυότητά της δε αυτή αναγνώριζε και η ενάγουσα, η οποία συνεργαζόταν ομαλά μαζί της από το έτος 1995, χωρίς μάλιστα να λάβει την παραμικρή εμπράγματη ασφάλεια για τα ανωτέρω δάνεια που της παρέσχε. Επομένως, αποδείχθηκε ότι, όταν ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις, ναι μεν είχε οφειλές προς την ενάγουσα, τις οποίες και γνώριζε, πλην, όμως, η πορεία της εταιρείας του ήταν ομαλή και η πρόβλεψη ήταν ότι έτσι θα εξελισσόταν και στο μέλλον και θα ήταν σε θέση να εξακολουθήσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της αυτές. Η τρομοκρατική επίθεση που ανέτρεψε την, βάσιμα, προβλεπόμενη ομαλή πορεία της επιχείρησης, δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τον πρώτο εναγόμενο, ούτε κι αν αυτός κατέβαλε μέτρα άκρας επιμέλειας.
Συνεπώς, οι ως άνω μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο εναγόμενο, όχι με πρόθεση να μειώσει την εμφανή περιουσία του και να βλάψει τα συμφέροντα της ενάγουσας, αλλά με μοναδικό σκοπό να παραμείνει η πατρική περιουσία στην οικογένειά του. Άλλωστε, η αξία των ως άνω ακινήτων ήταν μόνο συναισθηματική, ενώ η εμπορική τους αξία ήταν πολύ μικρή. Συγκρινόμενη, μάλιστα, με τη συνολική οφειλή της πρωτοφειλέτριας εταιρείας κρίνεται ασήμαντη, αφού, και στην περίπτωση που τα εν λόγω ακίνητα δεν είχαν μεταβιβασθεί, σε καμία περίπτωση η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να καλύψει, ούτε στο ελάχιστο, τις αξιώσεις της από την εκποίησή τους, ακόμα κι αν αυτή επιτυγχανόταν. Ορθά, λοιπόν, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, την οποία αντικαθιστά κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., το παρόν δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας, γι' αυτό και απορριπτέοι τυγχάνουν όλοι οι λόγοι της έφεσης και κατ' ακολουθία και αυτή η ίδια η έφεση. ...¨ . Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο: α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στα τέκνα του (δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων) έχοντας σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, αφού μέχρι τον χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων τόσο η σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού όσο και η σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, υπέρ της οποίας είχε εγγυηθεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, και της αναιρεσείουσας Τράπεζας εξυπηρετούνταν κανονικά από την ως άνω εταιρεία, η οποία ήταν απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις της και κατέβαλε το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, β) ότι τα οικονομικά προβλήματα της πρωτοφειλέτριας εταιρείας ξεκίνησαν εξαιτίας της βομβιστικής επίθεσης που έλαβε χώρα στις 30/3/2009 στις εγκαταστάσεις της στην Αργυρούπολη, ήτοι τρεις μόλις ημέρες μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις, και προκάλεσε πυρκαγιά, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή τόσο του οικήματος, στο οποίο στεγάζονταν οι υπηρεσίες της, όσο και 27 σκαφών που βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο, γ) η πρόθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων όταν προχώρησε στις επίδικες μεταβιβάσεις ήταν να παραμείνει η πατρική περιουσία στην οικογένειά του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ δεχόμενο εσφαλμένα ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης στο πρόσωπο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά τον χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων, αφού ο ανωτέρω πίστευε ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία ... ΑΕ θα εξοφλούσε εμπροθέσμως την οφειλή της στην Τράπεζα, πεποίθηση η οποία ανετράπη από το απρόβλεπτο γεγονός του τρομοκρατικού κτυπήματος στις εγκαταστάσεις της. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ περί διάρρηξης χαριστικής δικαιοπραξίας λόγω καταδολίευσης δανειστών, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στα τέκνα του προκειμένου να παραμείνει η πατρική περιουσία στην οικογένειά του και όχι έχοντας πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντα της δανείστριας Τράπεζας - αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ προσθέτοντας σε αυτές μια μη ερειδόμενη στις ως άνω διατάξεις προϋπόθεση εφαρμογής τους, δεχόμενο ότι η εμπορική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων ήταν πολύ μικρή σε σχέση με τη συνολική οφειλή της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, με συνέπεια ακόμα και να μην είχαν λάβει χώρα οι επίδικες μεταβιβάσεις, αυτά (τα ακίνητα που μεταβιβάσθηκαν στα τέκνα του) δεν θα επαρκούσαν για να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις της δανείστριας Τράπεζας. Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι η παραπάνω αναφερόμενη ως προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων περί καταδολίευσης δανειστών δεν έχει το χαρακτήρα αυτό, καθόσον αυτή αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και ειδικότερα την πρόθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων - οφειλέτη να βλάψει την αναιρεσείουσα - δανείστρια. Τέλος, με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των άρθρων 939,941,942 και 943 του ΑΚ., καθόσον, όπως διατείνεται η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή της παραβιάζοντας τις ανωτέρω νομικές διατάξεις λόγω εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ελάσσονα πρότασή της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, ως προς το άνω σκέλος του, κυρίως διότι δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ουδέν απολύτως εκ των προαναφερθέντων απαιτούμενων για το ορισμένο του κατά τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ διαλαμβάνεται ήτοι το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 19.2.2018 αίτηση για αναίρεση της 1936/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν στο δικαστήριο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.2.2018 αίτηση για αναίρεση της 1936/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης