ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1239/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1239/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1239/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1239 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1239/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΠΡΟΦΑΛ ΑΕΒΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ", που εδρεύει στην Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ανδρέου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Β.Ε.Α.Ε." (πρώην "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1266/2000 μη οριστική και 1879/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5313/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/5/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 14-5-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5313/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις της ήδη αναιρεσίβλητης και της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1879/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 28-12-1998 αγωγή από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας κατά της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε ότι "απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαιρέτων όρων συναλλαγής ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Η παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 703/1977, που μετατράπηκε σε αυτοτελές άρθρο 2α, αντικαθιστάμενο δυνάμει της παρ. 2 του άρθ. 1 του Ν. 2296/1995 το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της κωδικοποιημένης ΣυνθΕΚ και ήδη 102 ΣΛΕΕ, καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρο 2 του Ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρο 18α, που προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.

Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθ' εαυτή και όχι το κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Προϋποθέσεις, έτσι, εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ` αυτή τα δικά της προϊόντα, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, που υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ` αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Η απαγόρευση της κατάχρησης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αποτελεί προέκταση της απαγόρευσης της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, ενώ υφίσταται ρυθμιστική αυτοτέλεια αυτής σε σχέση με τη γενική ρήτρα του 281 ΑΚ, ενόψει και του ότι η κατάχρηση είναι το νομικό συμπέρασμα του νομικού συλλογισμού, ήτοι της διαδικασίας συγκεκριμενοποίησης και εξειδίκευσης μιας αόριστης νομικής έννοιας και όχι η νομική του βάση. Στο πλαίσιο αυτό, κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει, έτσι, οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε, αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση. Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 644/2024, ΑΠ 870/2023, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 983/2014). Επίσης συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 919 του ΑΚ, συμπεριφορά, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 710/2023, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 167/2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γέννησης ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 75/2020, ΑΠ 1/2019).

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Ανάγεται, έτσι, σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1196/2018). Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019). Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 382/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 40/2020). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1026/2022). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως επίσης και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό που προτάθηκε, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1093/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4529/2018, επί εκδίκασης αγωγής αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, η διαπίστωση της παράβασης των άρθρων 1 ή 2 του ν. 3959/2011 ή και των άρθρων 101 ή 102 της Σ.Λ.Ε.Ε με απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε προσφυγή, καθώς και η διαπίστωση παράβασης των άρθρων 101 ή 102 της Σ.Α.Ε. Ε με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μη υποκείμενη πλέον σε προσφυγή, δεσμεύει το δικάζον δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει για τις αντίστοιχες διαπιστώσεις τελεσίδικης απόφασης ελληνικού ή ενωσιακού δικαστηρίου που εκδόθηκε επί προσφυγής κατά αποφάσεων του προηγούμενου εδαφίου. Στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, αναφέρονται τα εξής όσον αφορά την έννοια της ως άνω θεσπιζόμενης δέσμευσης: "Η ως άνω δέσμευση καλύπτει μόνο τη φύση της παράβασης, καθώς και το καθ' ύλην, προσωπικό, χρονικό και κατά τόπον πεδίο εφαρμογής της ως άνω διαπίστωσης, όπως καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή ή το αναθεωρητικό δικαστήριο κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας τους. Καλύπτει, συνεπώς, τόσο τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού όσο και το νομικό χαρακτηρισμό τους. Κατ' αποτέλεσμα, το εθνικό πολιτικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να υιοθετήσει άλλα πραγματικά περιστατικά, ούτε άλλη κρίση, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της υπό κρίση συμπεριφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν από την ελληνική αρχή ανταγωνισμού (π. χ. να θεωρήσει ότι στην απαγορευμένη σύμπραξη εφαρμόζεται η εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 ή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή ότι αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός κανονισμού ομαδικής απαλλαγής, ή ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης). Όσον αφορά τα υποκείμενα της παράβασης, η δέσμευση του άρθρου 9 παράγραφος 1 καλύπτει μόνο εκείνα τα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στο διατακτικό της απόφασης της αρχής ανταγωνισμού ως επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που διέπραξαν την παράβαση του συγκεκριμένου κανόνα από το δίκαιο κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού και συνεπώς, είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στη διαδικασία ενώπιον της, έτσι ώστε να μπορούν να αμυνθούν, καθώς και να ασκήσουν τα προβλεπόμενα από τον νόμο ένδικα μέσα, καθώς και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους". Στο πλαίσιο, όμως, του ελληνικού δικαίου, οι πράξεις της αρχής ανταγωνισμού είναι ατομικές διοικητικές πράξεις κύρωσης συγκεκριμένης αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς. Οι πράξεις διοικητικών αρχών, όπως είναι η απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεν παράγουν ακριβώς δεδικασμένο, αλλά υπάρχει δεσμευτικότητα της διοικητικής πράξης, υπό την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης αυτής. Εφόσον, λοιπόν, η διοικητική πράξη δεν έχει ανατραπεί παράγει τεκμήριο νομιμότητας.

Περαιτέρω, όμως, οι πράξεις της εθνικής αρχής ανταγωνισμού ελέγχονται από τα διοικητικά δικαστήρια. Στο σύστημα δε του ελληνικού δικαίου, οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο, που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, όταν το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που λύθηκε από διοικητικό δικαστήριο, εμφανίζεται ως προδικαστικό ενώπιον των πολιτικών, μόνο, όμως, για το διοικητικής φύσεως ζήτημα που έλυσε το δικαστήριο, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης, εφόσον βέβαια υπάρχει ταυτότητα διαδίκων. Τα δε πολιτικά δικαστήρια, εφόσον το διοικητικό ενήργησε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του, οφείλουν να θέσουν ως βάση της δικής τους απόφασης το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου αποκλειστικά και μόνον ως προς το κύρος της διοικητικής πράξης, από το οποίο εξαρτώνται οι αστικές αξιώσεις. Επιπροσθέτως, στο ελληνικό δικονομικό σύστημα η έννοια του δεδικασμένου καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, η δέσμευση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4529/2018 αναφέρεται στην αποδεικτική αξιοποίηση του δεδικασμένου απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ή της απρόσβλητης με προσφυγή απόφασης της εθνικής αρχής και όχι δέσμευση εκ δεδικασμένου. 3. Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η αρχικώς εναγομένη εταιρεία νομίμως και όχι κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά και εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, διέκοψε την προμήθεια πρώτης ύλης προς την ενάγουσα αναιρεσείουσα εταιρεία, αρνούμενη να της παράσχει περαιτέρω πίστωση και κατήγγειλε το 1993 την μεταξύ τους σύμβαση, επιπλέον δε προέβη σε δικαστικές ενέργειες σε βάρος της μετά την καταγγελία. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η αρχικώς εναγόμενη εταιρία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. " καθολική διάδοχος της οποίας, κατόπιν συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως, είναι η νυν εκκαλούσα-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Α. Ε.", κατά τροποποίηση της προηγούμενης επωνυμίας της "Μ. Α. Ε-ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ"(ήδη αναιρεσίβλητη) ιδρύθηκε το έτος 1960 με έδρα την Αθήνα και καταστατικό σκοπό, μεταξύ άλλων, την παραγωγή στην Ελλάδα και την εμπορία αλουμίνας και αλουμινίου. Ιδρύθηκε κατόπιν του υπ' αριθ. 4110/1960 νομοθετικού διατάγματος, με το οποίο κυρώθηκε η σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου με α) την εδρεύουσα στη Λυών της Γαλλίας ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "PECHINEY COMPANIE DE PRODUITS CHIMIQUES ΕΤ ELECTROMEALLURGIQUES SA", β) την εδρεύουσα στο Παρίσι ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "COMPADEC COMPAGNIE POUR L'ETUDE ΕΤ LE DEBELOPPEMENT DES ECHANGES COMERCIAUX SA", γ) την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Βιομηχανικής Αναπτύξεως" και δ) το Σ. Ν., δυνάμει της οποίας (σύμβασης) το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε στην εναγόμενη άδειες μεταλλευτικών ερευνών και μεταλλευτικούς χώρους βωξίτη για τις ανάγκες της λειτουργίας της. Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ορίστηκε 45ετής, ήτοι η σύμβαση αυτή ήταν ενεργή κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, δηλαδή το έτος 1993. Η εναγόμενη, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, δραστηριοποιούνταν, συνεπώς, στην παραγωγή αλουμίνας και αλουμινίου από την μεταποίηση του ορυκτού βωξίτη, που εξόριζε με άδεια του Ελληνικού Δημοσίου, και ήταν η μοναδική εταιρία με το εν λόγω αντικείμενο στην Ελλάδα, κατέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο μονοπώλιο στην εγχώρια παραγωγή του ονομαζόμενου ως πρωτόχυτου αλουμινίου, ήτοι του αλουμινίου που παράγεται απευθείας από την διάπλαση σχήματος και την πρόσδοση χημικών, θερμικών και φυσικών ιδιοτήτων στο άμορφο μετάλλευμα του ορυκτού βωξίτη. Το ως άνω πρωτόχυτο αλουμίνιο παράγεται σε τρεις μορφές και συγκεκριμένα σε χελώνες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την περαιτέρω χύτευση-επανάτηξη του αλουμινίου, σε πλάκες, οι οποίες χρησιμοποιούνται από την βιομηχανία έλασης του αλουμινίου, και σε μπιγιέτες (κολώνες), οι οποίες χρησιμοποιούνται από τη βιομηχανία διέλασης του αλουμινίου. Κατόπιν συμφωνιών με το Ελληνικό Δημόσιο, που έλαβαν χώρα στις 11-3-1966, η εναγομένη δεσμεύτηκε να διαθέτει το 15% της ετήσιας παραγωγής της στην Ελληνική αγορά με τη μέση εξαγωγική τιμή FOB και σύμφωνα με κατανομή καθοριζόμενη κάθε χρόνο από το Υπουργείου Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, η οποία (κατανομή) λάμβανε χώρα από το Υπουργείο με βάση κριτήρια που αφορούσαν τις εξαγωγές, τις πωλήσεις και τις επενδύσεις των εκάστοτε μεταποιητών αλουμινίου. Η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) ιδρύθηκε το έτος 1963 και δραστηριοποιείται στη διέλαση (μεταποίηση) αλουμινίου παράγοντας ράβδους προφίλ αλουμινίου. Αποτελούσε μέλος ομίλου επιχειρήσεων συμφερόντων του Κ. Χ., με αντικείμενο δραστηριότητας του ομίλου την επεξεργασία αλουμινίου στις διάφορες μορφές του, όπως ανωτέρω αναλύθηκαν. Ο εν λόγω όμιλος επιχειρήσεων είχε συνεργασία με την εναγομένη, αγοράζοντας από αυτήν πρώτη ύλη για τις δραστηριότητές του, μέσω της μη διαδίκου εταιρείας του ομίλου, με την επωνυμία "ALCOR Α.Ε. " και της ενάγουσας, η τελευταία δε, που ήταν από το έτος 1968 πελάτης της εναγομένης, προμηθευόταν από αυτήν καθαρό αλουμίνιο (μη κραματοποιημένο) σε μορφή χελώνας, ενώ για την παραγωγή της (εξειδικευμένες μικρές διατομές προφίλ αλουμινίου) χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη κολώνες (μπιγιέτες) αλουμινίου από δευτερόχυτο αλουμίνιο (αλουμίνιο που παράγεται με την επανάτηξη και επαναχύτευση αλουμινίου που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί). Για το σκοπό αυτό είχε υπογράφει μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης σειρά διαδοχικών μακροχρόνιων συμβάσεων, οι οποίες κατά τα γενικά τους χαρακτηριστικά είχαν το ίδιο περιεχόμενο και αποτελούσαν συμβάσεις με προδιατυπωμένους από την εναγομένη όρους, κοινούς σε όλες τις συμβάσεις που αυτή (εναγομένη) κατάρτιζε με τους διελαστές αλουμινίου (επιχειρήσεις της βιομηχανίας διέλασης αλουμινίου) για την πώληση των προϊόντων της. Συγκεκριμένα, η εναγομένη συνήπτε με τους διελαστές αλουμινίου δύο παράλληλα είδη συμβάσεων, ήτοι μία σύμβαση - τύπο, η οποία αφορούσε τις ποσότητες αλουμινίου που όφειλε η εναγομένη να διαθέσει στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με την ανωτέρω δέσμευσή της προς το Ελληνικό Δημόσιο, και μία συμπληρωματική σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, με την οποία συμφωνούσε με έκαστο των διελαστών τις ακριβείς ποσότητες αλουμινίου που θα του παρείχε ετησίως κατά τη διάρκεια της σύμβασης συνολικά, ήτοι και πέραν των εκάστοτε καθοριζόμενων από το αρμόδιο Υπουργείο ποσοτήτων προς κάλυψη των επιπλέον αναγκών τους σε αλουμίνιο. Αμφότερες οι συμβάσεις, εξάλλου διέπονταν, επιπλέον, από τους επίσης προδιατυπωμένους γενικούς όρους πωλήσεων της εναγομένης, στους οποίους ομοίως προσχωρούσαν οι μεταποιητές - διελαστές. Σύμφωνα με τους ως άνω προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων, τους οποίους αποδέχονταν υποχρεωτικά οι διελαστές, εφόσον επιθυμούσαν να συνεργαστούν με την εναγομένη, προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι: Οι διελαστές δήλωναν από την αρχή της σύμβασης τις ποσότητες αλουμινίου που θα τους προμήθευε η εναγόμενη για όλη τη διάρκειά της, η οποία μπορούσε να διαρκέσει για περισσότερα χρόνια, τις δε ποσότητες αυτές όφειλαν να τις παραλαμβάνουν σταδιακά σε σχεδόν ισόποσες κατανομές μηνιαίως, προβλεπόταν ωστόσο να υπάρξουν αποκλίσεις από την ισόποση μηνιαία κατανομή των παραδόσεων/παραλαβών κατόπιν συμφωνίας των μερών. Η πληρωμή των αντίστοιχων τιμολογίων, που εξέδιδε η εναγομένη, έπρεπε να γίνεται με την παρουσίασή τους (επί τη "εμφανίσει") στους μεταποιητές, ενώ η εναγομένη εταιρία παρακρατούσε την κυριότητα των ποσοτήτων αλουμινίου που παρέδιδε στους μεταποιητές εωσότου ολοκληρωθεί η πληρωμή της αντίστοιχης αξίας τους, μέχρι δε να εξοφληθούν τα σχετικά τιμολόγια, απαγορευόταν η μεταποίηση, βιομηχανοποίηση ή ενεχυρίαση των εν λόγω εμπορευμάτων. Επιπλέον, συμφωνούνταν ότι η ύπαρξη ελαττωμάτων στα προϊόντα της εναγομένης έπρεπε να γνωστοποιείται στην τελευταία εγγράφως σε ανατρεπτική προθεσμία 45 ημερών, μετά την παρέλευση της οποίας οι μεταποιητές έχαναν το δικαίωμα επίκλησής τους.

Περαιτέρω, συμφωνείτο ότι τα προϊόντα της εναγομένης έπρεπε να μεταποιηθούν από μεταποιητικές μονάδες, που ανήκουν ή ελέγχονται από τον εκάστοτε αντισυμβαλλόμενό της μεταποιητή, ενώ για οποιαδήποτε άλλη περίπτωση (μεταπώληση, φασόν) έπρεπε να υπάρχει η γραπτή συγκατάθεση και της εναγομένης. Τέλος, οι διελαστές αναλάμβαναν την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την εναγομένη σε προϊόντα που αντιστοιχούν στις δυνατότητες παραγωγής της. Οι εν λόγω όροι ήταν ιδιαιτέρως αυστηροί αναφορικά με τις υποχρεώσεις των μεταποιητών και ιδιαιτέρως προνομιακοί για την εναγομένη, η οποία, λόγω της μονοπωλιακής θέσης της στην παραγωγή πρωτόχυτου αλουμινίου μπορούσε να τους επιβάλλει. Ειδικότερα κατά τους όρους αυτούς οι διελαστές δεν μπορούσαν να μεταποιήσουν το αλουμίνιο πριν το εξοφλήσουν, ενώ η μεταποίηση αυτή καθαυτή θα τους εξασφάλιζε τα έσοδα για την αποπληρωμή του. Επίσης δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα ελαττώματα του αλουμινίου πριν την μεταποίηση του, η οποία δεν ήταν πάντοτε δυνατό να λάβει χώρα εντός των 45 ημερών, που προέβλεπε η σύμβαση. Πάντως στην πράξη η εναγομένη ήταν ελαστική όσον αφορά την αποπληρωμή του τιμήματος από τους διελαστές, και χορηγούσε σε αυτούς πίστωση για την εξόφληση του τιμήματος του αλουμινίου που είχαν αγοράσει 30-60 ημερών από της εκδόσεως του τιμολογίου (ουσιαστικά εδίδετο μία άτυπη πίστωση 30 ημερών από το μήνα έκδοσης του τιμολογίου που μπορούσε να φτάσει και στις 60 ημέρες ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου μέσα στο μήνα, δηλ. αν το τιμολόγιο είχε εκδοθεί στις αρχές του μήνα, υπήρχε μία προθεσμία 60 ημερών για να εξοφληθεί, αν εκδιδόταν στις 15 του μηνός υπήρχε μία προθεσμία 45 ημερών, ενώ αν εκδιδόταν στις 29 του μηνός η προθεσμία ήταν 30 ημέρες και κάτι), ενώ υπό προϋποθέσεις (κυρίως με την προσκομιδή εγγυητικής επιστολής) αποδεχόταν η εξόφληση του τιμήματος να γίνει σε χρονικό διάστημα έως 3 μήνες από την παραλαβή του αλουμινίου, κάποιες δε φορές, κατά περίπτωση, και πάντα υπό προϋποθέσεις, μπορούσε να φτάσει και τους 6 μήνες, και ακόμη οι διελαστές προέβαιναν σε επεξεργασία του αλουμινίου και πριν από την εξόφλησή του στην εναγομένη (εν γνώσει της τελευταίας), σε αντίθεση με τα παραπάνω συμφωνηθέντα. Τέλος, δεν ήταν εύκολο για τους διελαστές να προβλέψουν εξαρχής με ακρίβεια τις ποσότητες αλουμινίου που θα τους ήταν αναγκαίες για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης και να παραλαμβάνουν αντίστοιχα τις ποσότητες αυτές, είτε μπορούσαν είτε δεν μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν, και τούτο μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα σε αυτούς, καθώς δεν ήταν πάντοτε δυνατό να γίνει πρόβλεψη για την κατάσταση της αγοράς σε βάθος χρόνου. Αντίστοιχα όμως και η εναγομένη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αντιμετώπιζε αυξημένη ζήτηση από την ελληνική βιομηχανία διέλασης, ενώ ταυτόχρονα ήταν προτιμότερο για αυτήν να εξάγει τα προϊόντα της στο εξωτερικό σε καλύτερες τιμές, ως εκ τούτου με τον τρόπο αυτό μπορούσε να ρυθμίσει καλύτερα τη διάθεση του εμπορεύματος, καθώς, σε περίπτωση που αυξανόταν η ζήτηση για αλουμίνιο, αυτή (εναγομένη) δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να ικανοποιήσει τη ζήτηση αυτή, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να αναγκάζονται οι εγχώριες εταιρίες να προσφύγουν στις αγορές του εξωτερικού, λύση που όμως δεν ήταν πάντοτε οικονομικά συμφέρουσα για τις τελευταίες. Άλλωστε δεν απαγορεύονταν κατά το χρόνο εκείνο οι εισαγωγές, ήταν ωστόσο περιορισμένες κυρίως λόγω των ασύμφορων όρων για αγορές από το εξωτερικό, όπως προκαταβολή του τιμήματος, μεταφορικά, δασμοί, σε σύγκριση και με το πλέον συμφέρον καθεστώς που αξιοποιούσαν οι διελαστές με βάση τις συμβάσεις-τύπους και τις συμπληρωματικές συμβάσεις προμήθειας από την εναγομένη, αλλά και σε φραγμούς που έθετε τότε το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με συνέπεια, σε περίπτωση που οι διελαστές συμφωνούσαν σε μικρότερες ποσότητες, από αυτές που θα χρειάζονταν τελικά, να απαιτείται για τους παραπάνω λόγους να υποβληθούν σε πολύ μεγαλύτερα έξοδα για να εξασφαλίσουν την πρώτη ύλη για τη δραστηριότητά τους. Ωστόσο, αρκετοί διελαστές, μπορούσαν να πραγματοποιούν και πράγματι πραγματοποιούσαν προμήθειες πρωτόχυτου αλουμινίου όχι από την εναγομένη αλλά από εναλλακτικούς προμηθευτές (είτε απευθείας από το εξωτερικό, είτε μέσω εμπόρων που εισήγαγαν κάποιες ποσότητες στην Ελλάδα, όπως η εταιρεία Μ., που κατά τον επίδικο χρόνο [έτος 1992-1993] ήταν εντελώς διακριτική εταιρεία από την εναγομένη και ουδεμία σχέση είχαν μεταξύ τους). Επιπρόσθετα, στη σύμβαση-τύπο, που είχε εγκριθεί από το ελληνικό Δημόσιο, και κάλυπτε ένα ποσοστό των αναγκών των ελληνικών επιχειρήσεων σε αλουμίνιο, προβλεπόταν, όπως προαναφέρθηκε, προνομιακές τιμές για τις ελληνικές επιχειρήσεις σε σχέση με τις διεθνείς εμπορικές τιμές, ομοίως στη συμπληρωματική σύμβαση οριζόταν ότι η πριν από δασμούς και φόρους βασική τιμή ανά τόνο συμπληρωματικών ποσοτήτων είναι η εκάστοτε ισχύουσα τιμή τιμοκαταλόγου πλέον τυχόν υπεραξιών των προϊόντων με βάση τον κατάλογο της εναγομένης. Ωστόσο οι συνθήκες για την πραγματοποίηση εισαγωγών βελτιώθηκαν μεταγενέστερα, μετά το έτος 1998, που δεν αφορά βεβαίως στο επίδικο χρονικό διάστημα. Κατά τα προαναφερόμενα, επομένως, η εναγομένη κατείχε μονοπωλιακή θέση ως προς την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμίνιου στην Ελλάδα, ενώ αποδείχθηκε ότι κατείχε δεσπόζουσα θέση ως προς την εμπορία του πρωτόχυτου αλουμινίου, καθώς κατά το κρίσιμο έτος 1993 κατείχε μερίδιο της τάξης του 80% στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, που χρησιμοποιούνταν στη διέλαση και διακινούνταν στην ελληνική αγορά, ενώ το υπόλοιπο 15%-20% προερχόταν από εισαγωγές κυρίως της εταιρίας ΒΙΟΧΑΛΚΟ. Πέραν όμως από την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμινίου οι εταιρίες διέλασης προέβαιναν σε ανακύκλωση των απορριμμάτων του αλουμινίου (ΣΚΡΑΠ), ήτοι των αποκομμάτων που καταλείπονται κατά τη διαδικασία της μεταποίησης, επρόκειτο δε για διεργασία απαραίτητη στους διελαστές, καθώς η ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση επηρέαζε το τελικό κόστος του παραγόμενου προϊόντος, ενώ για τα περισσότερα προϊόντα παραγωγής των διελαστών αλουμινίου στην Ελλάδα δεν ήταν απαραίτητη η ανώτερη ποιότητα που διέθετε το πρωτόχυτο σε σχέση με το δευτερόχυτο αλουμίνιο. Η μοναδική δε εταιρία που δραστηριοποιούνταν στη συγκεκριμένη αγορά και παρείχε υπηρεσίες αναχύτευσης καθαρών απορριμμάτων αλουμινίου για τρίτους στην Ελλάδα ήταν η εταιρία "ΕΠΑΛΜΕ", ενώ τα υπόλοιπα χυτήρια ανήκαν σε μεγάλες καθετοποιημένες μονάδες παραγωγής, οι οποίες αναχύτευαν αποκόμματα αλουμινίου αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό. Η εναγομένη κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "ΕΠΑΛΜΕ", το οποίο (ποσοστό) ήταν και το μεγαλύτερο σε σχέση με τους λοιπούς μετόχους της ΕΠΑΛΜΕ και διατηρούσε συνεργασία με την τελευταία, καθώς πωλούσε σε αυτήν πρωτόχυτο αλουμίνιο, αφού η εν λόγω εταιρία δεν περιοριζόταν μόνο στην αναχύτευση και παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα στις 26-12-1990 υπέγραψε την τελευταία σύμβαση - τύπο με την εναγομένη, καθώς και τους συνοδεύοντες αυτήν γενικούς όρους πωλήσεων, με διάρκεια από 1-1-1991 έως 31-12-1996, ενώ στις 2-1-1992 υπέγραψε την τελευταία συμπληρωματική σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, με διάρκεια από 1-1-1992 έως 31-12-1996, (με ταυτόσημους με της σύμβασης-τύπο γενικούς όρους πωλήσεων) συμφωνώντας ότι θα παραλάμβανε κατ' έτος από την εναγόμενη 300 τόνους αλουμινίου, ήτοι 25 τόνους το μήνα, με αντίστοιχη βεβαίως δέσμευση της εναγομένης να της προμηθεύει τις ποσότητες αυτές. Επισημαίνεται ότι, στη σύμβαση-τύπο αλλά και στη συμπληρωματική σύμβαση, ως προς την παράδοση/παραλαβή τόσο των καθοριζομένων από το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας ετήσιων ποσοτήτων όσο και των καθοριζομένων από τα μέρη ετήσιων συμπληρωματικών, προβλεπόταν ότι παραδίδονται/παραλαμβάνονται ισόποσα ανά μήνα και για το σύνολο των μηνών του έτους, ισόποση δε, θεωρείται μηνιαία κατανομή που δεν διαφέρει περισσότερο ή λιγότερο από 10% ως προς το μηνιαίο μέσο όρο της ποσότητας σύμβασης τύπου και της συμβατικής ποσότητας, αντίστοιχα. Στην πράξη όμως και υπό προϋποθέσεις μπορούσαν να μετατεθούν ορισμένες ποσότητες για να παραδοθούν από την εναγομένη τον επόμενο μήνα ή και να ζητηθούν από τους μεταποιητές-πελάτες της προκαταβολικές παραδόσεις εμπορεύματος αν αυτοί είχαν τέτοια ανάγκη, πλην όμως αυτό, δηλαδή τόσο η μετάθεση το χρόνου παράδοσης όσο και η προκαταβολική παράδοση, δεν ήταν πάντοτε εφικτό να υλοποιηθεί από την εναγομένη, αλλά εξαρτιόταν από τις συγκυρίες, και μόνον εάν τούτο δεν απέβαινε επί ζημία της, όπως κατωτέρω αναλύεται.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης τηρούνταν λογαριασμός, που κατά το χρόνο εκείνο αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τον αποκαλούσαν "αλληλόχρεο" με συνέπεια να μην καταλογίζονται τόκοι για την πίστωση που χορηγούνταν στην πράξη για την καταβολή του τιμήματος για την εξόφληση των ποσοτήτων αλουμινίου που παραλάμβανε η ενάγουσα. Επρόκειτο ουσιαστικά για έναν λογαριασμό λογιστικής παρακολούθησης των πωλήσεων και των έναντι αυτών καταβολών (λογαριασμός χρέωσης/πίστωσης), του οποίου το κατάλοιπο (άνοιγμα) συμφωνούνταν και αναγνωρίζονταν μεταξύ των λογιστηρίων των δύο εταιριών κάθε εξάμηνο. Ο λογαριασμός αυτός ήταν ενιαίος και για τις δύο συμβάσεις και ήταν ανέκαθεν χρεωστικός και ουδέποτε πιστωτικός για την ενάγουσα. Οι συμβάσεις αυτές καταγγέλθηκαν στις 30-6-1993 από την εναγομένη, η οποία επικαλέστηκε ως λόγο καταγγελίας την καθυστέρηση της ενάγουσας στην καταβολή οφειλόμενων ποσών για ποσότητες αλουμινίου που είχε παραλάβει, ζητώντας εκ παραλλήλου την επιστροφή των ήδη παραδοθέντων και μη εξοφληθέντων εμπορευμάτων κατ'εφαρμογή του σχετικού συμβατικού όρου περί παρακράτησης της κυριότητας αυτών μέχρις εξοφλήσεως. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, της καταγγελίας της σύμβασης είχαν προηγηθεί τα εξής γεγονότα: Η ενάγουσα που υπείχε, όπως προαναφέρθηκε, σχετική συμβατική υποχρέωση παραλαβής ποσοτήτων από την εναγόμενη σε μηνιαία βάση, μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του 1992 και παρότι μέχρι τότε είχε παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 3/4 του έτους, είχε παραλάβει μέρος μόνο των συμβατικών συμφωνημένων ποσοτήτων, καθώς δεν είχε παραλάβει συμφωνημένες συμβατικές ποσότητες για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1992, (μάλιστα ο Κ. Χ., συμφερόντων του οποίου ήταν όλες οι εταιρείες του Ομίλου, όπως και η ενάγουσα, ανέφερε ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού ότι είχε προβεί σε παραλαβές μόνο το πρώτο τρίμηνο του 1992, βλ. σελ. 59 και 85 των πρακτικών της από 10-11-2014 συνεδρίασης της Επιτροπής), οι δε μη παραληφθείσες ποσότητες συσσωρεύτηκαν στο β'εξάμηνο, παραλαμβάνοντας εντέλει (η ενάγουσα) συμβατικές ποσότητες που έπρεπε ήδη πριν από πολλούς μήνες να έχει παραλάβει, μόλις το Δεκέμβριο του έτους 1992, παρότι είχε δεσμευτεί συμβατικώς να τις απορροφήσει κατά τη διάρκεια του έτους, εκδοθέντων για τις ποσότητες αυτές (ήτοι για 100 περίπου τόνους μετάλλου) των αντίστοιχων τιμολογίων αγοράς με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως 16.12.1992 και 21.12.1992, συνολικής αξίας 34.122.878 δρχ. πλέον τόκων, τα οποία, με βάση την πρακτική της άτυπης παροχής πίστωσης από την εναγομένη των 30 ημερών από το μήνα έκδοσης έπρεπε να πληρωθούν στις 31.1.1993. Πέραν του ότι η πρακτική των χρονικών μεταθέσεων του συμβατικά ορισθέντος χρόνου παραλαβής ανά μήνα δεν αναιρούσε και την ταυτόχρονη διατήρηση στο ακέραιο της συμβατικής υποχρέωσης της ενάγουσας παραλαβής συγκεκριμένων ποσοτήτων κατ'έτος, στην οποία (υποχρέωση) άλλωστε ανταποκρίνονταν όλοι ανεξαιρέτως οι διελαστές, παρά τις παρεχόμενες σ'αυτούς χρονικές μεταθέσεις, ο ισχυρισμός της ίδιας (ενάγουσας) ότι δεν είχε συμφέρον να παραλάβει προς το τέλος του έτους 1992 τόσες μεγάλες ποσότητες αλουμινίου αλλά εξαναγκάστηκε σε παραλαβή τους από την εναγομένη έρχεται σε αντίφαση με τον έτερο ισχυρισμό της περί θέσεως σε κίνδυνο της υπόστασης της ως συνέπεια του ότι η εναγομένη αιφνιδίως έπαψε από 1-1-1993 να της παραδίδει πρώτη ύλη, αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της. Μάλιστα, ο Κ. Χ., εξεταζόμενος ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού μετά από καταγγελία που υπέβαλε, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η συμμετοχή της εναγομένης στην ΕΠΑΛΜΕ και να μην επιτραπεί η αγορά επί πλέον μετοχών της παραπάνω εταιρίας ύψους 8% από την εναγομένη, ως αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 2 και 2α Ν. 703/1977 και στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 86 ΣυνθΕΟΚ-82 ΣυνθΕΚ), κατέθεσε ότι έως το τέλος Ιουνίου 1993 είχε διαθέσει στην αγορά όλο το εμπόρευμα και ότι το έτος 1993 είχε αρχίσει η ανάκαμψη της αγοράς και για το λόγο αυτό χρειαζόταν παραπάνω ποσότητες για να διαθέσει στους πελάτες του ...ενώ, τελείως αντιφατικά, σε άλλο σημείο της κατάθεσής του υποστήριξε ότι πιέστηκε από την εναγομένη να παραλάβει την συμφωνηθείσα ποσότητα παρότι δεν το επιθυμούσε επειδή "είχε κάτσει" η αγορά, και ότι η εναγομένη τον διαβεβαίωσε, ότι θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής του, παρά όμως τις σχετικές διαβεβαιώσεις της αξίωσε από αυτόν τον Ιανουάριο του 1993 την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού.... Ακόμη, όπως αποδεικνύεται, είχε προηγηθεί πρόταση του ιδίου (Κ. Χ.) για την παραλαβή όλων των ετήσιων συμβατικών ποσοτήτων μέχρι το τέλος του έτους 1992, στέλνοντας τον μήνα Ιούνιο του έτους 1992 επιστολή προς την εναγομένη, με την οποία ζητούσε να τροποποιηθεί ο χρόνος παράδοσης του εμπορεύματος ως εξής: 50 τόνοι για καθέναν από τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1992 (και αντίστοιχα 100 τόνοι για καθένα από τους παραπάνω μήνες για την ALCOR Α. Ε., την έτερη εταιρεία του ομίλου). Ισχυρίστηκε ωστόσο ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού ότι στη συνέχεια, το μήνα Σεπτέμβριο 1992, με νεότερο τέλεξ που αυτός απέστειλε στην εναγομένη ζήτησε να μην λάβουν χώρα οι παραδόσεις που αφορούσαν στους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του ιδίου έτους, ενώ είχε ήδη παραλάβει την ποσότητα που αφορούσε τον μήνα Σεπτέμβριο.... Ωστόσο η ίδια η ενάγουσα προσκομίζει το από 24-9-1992 τέλεξ που απέστειλε αυτή προς την εναγομένη, στο οποίο επιβεβαιώνει ότι οι "επιθυμητοί χρόνοι παραδόσεων" είναι 50 τόνοι για το μήνα Οκτώβριο, 50 τόνοι για το μήνα Νοέμβριο και 50 τόνοι για το μήνα Δεκέμβριο (και αντίστοιχα για την τη μη διάδικο "ALCOR ΑΕ. " 100 τόνοι για το μήνα Οκτώβριο, 100 τόνοι για το μήνα Νοέμβριο και 100 τόνοι για το μήνα Δεκέμβριο). Ενώ, σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ο ως άνω Κ. Χ. ανέφερε ότι "τζογάριζε" όταν προέβαινε στην παραγγελία των ποσοτήτων, όπως έκαναν όλοι, διότι δεν ήξεραν "τι θα κάνει η αγορά" (βλ. σελ. 103, 105 των ίδιων πρακτικών), με άλλα λόγια η ενάγουσα αλλά και οι υπόλοιπες εταιρίες ήταν διατεθειμένες να προβούν σε παραγγελίες μεγαλύτερων ποσοτήτων, προφανώς διότι, για τους λόγους που ανωτέρω εκτέθηκαν, κατά εκείνη τη χρονική περίοδο, ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσα η προμήθεια του αλουμινίου από την εναγομένη από ότι από εταιρίες του εξωτερικού. Πλην όμως, ήταν απαγορευτικό για την εναγομένη το κόστος να κρατάει στις αποθήκες της μεγάλες ποσότητες αλουμινίου για μεγάλο χρονικό διάστημα, προέβαινε όμως σε κάποιες εξυπηρετήσεις και διευκολύνσεις στους πελάτες της ως προς τη μετάθεση του χρόνου παραλαβής των συμβατικά συμφωνημένων παραδόσεων αλουμινίου, ανάλογα και με τη συγκυρία, δηλαδή εάν κάποιος πελάτης της επιθυμούσε να παραλάβει νωρίτερα ποσότητα αλουμινίου παρέδιδε στον πελάτη αυτόν και καθυστερούσε την παράδοση στον πελάτη που το επιθυμούσε, οι όποιες καθυστερήσεις όμως στην παράδοση δεν γίνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ εξάλλου, οι ως άνω διευκολύνσεις εξαρτιόνταν και από τη δυνατότητα διάθεσης του συγκεκριμένου προϊόντος αλλού, καθόσον κάθε πελάτης της ζητούσε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προδιαγραφές που δεν ταίριαζαν πάντα στις ανάγκες άλλου πελάτη της. Μάλιστα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας Π. Μ., εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του ορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Εισηγητή Δικαστή, η εναγομένη επιδείκνυε προς όλους την ίδια συμπεριφορά, δηλαδή αξίωνε η παράδοση-παραλαβή του αλουμινίου να γίνεται στους συμφωνηθέντες χρόνους. Η ίδια (εναγομένη), δεδομένης της άτυπης πίστωσης που παρείχε στους διελαστές, του ενός μηνός από την έκδοση των τιμολογίων, και ενόψει του χρόνου έκδοσης των τιμολογίων για τις παραδοθείσες τόσο στην ενάγουσα όσο και στην συνδεδεμένη με αυτήν έτερη εταιρεία του ομίλου "ALCOR Α. Ε. " ποσότητες στο τέλος του έτους 1992 (στην πρώτη τον μήνα Νοέμβριο και Δεκέμβριο, στη δεύτερη το μήνα Δεκέμβριο) άρχισε να οχλεί την ενάγουσα για την εξόφληση των χρεών της, όπως γινόταν και στο παρελθόν και δίχως καμία απόκλιση από τη γενικότερη πρακτική της, μετά τις 31-1-1993, οπότε έπρεπε, κατά τα προεκτεθέντα να γίνει η πληρωμή των τιμολογίων. Στις 19-2-1993, η ενάγουσα από κοινού με την συνδεόμενη με αυτή έτερη εταιρεία του ομίλου, "ALCOR Α. Ε.", υπέβαλε προς την εναγομένη πρόταση διακανονισμού για εξόφληση του κατά το χρόνο εκείνο υφιστάμενου υπολοίπου, που αφορούσε στις ποσότητες που τόσο η ίδια όσο και η "ALCOR Α. Ε" είχαν παραλάβει καθυστερημένα στο τέλος του 1992 με τμηματική αποπληρωμή των χρεών της, κατά τους μήνες Φεβρουάριο έως Μάιο 1993 (με την καταβολή τον μήνα Φεβρουάριο ποσού 20 εκατομμυρίων δρχ. τον μήνα Μάρτιο ποσού 50 εκατομμυρίων δρχ. τον μήνα Απρίλιο ποσού 40 εκατομμυρίων δρχ. και τον μήνα Μάιο ποσού 38 εκατομμυρίων δρχ. περίπου), ενώ επιπλέον η ίδια (ενάγουσα) αιτήθηκε αναστολή των υποχρεώσεων της στην παραλαβή των συμφωνημένων συμβατικών ποσοτήτων, ζητώντας να παραλάβει τούτες από τον Μάιο του 1993 και μετά, χωρίς να ορίσει ωστόσο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Μετά την άρνηση της εναγομένης να δεχτεί τον διακανονισμό αυτό, η ενάγουσα επανήλθε στις 8-4-1993 με νέα πρόταση διακανονισμού και επικαλούμενη προσωρινή οικονομική δυσχέρεια να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της προς την εναγομένη, πρότεινε να προβαίνει στην αγορά των "αναγκαιόντων" ποσοτήτων τοις μετρητοίς καταβάλλοντας σε κάθε αγορά και ποσό 5.000.000 δρχ. έναντι της υφιστάμενης οφειλής της, υποσχόμενη να προσπαθήσει να συντομεύσει κατά το δυνατόν το χρόνο της συνολικής εξόφλησης. Η εναγομένη απάντησε με την από 27-4-1993 επιστολή της ότι η οφειλή της ενάγουσας εταιρίας προς αυτήν ανερχόταν σε 34.122.878 δρχ. (και της εταιρίας ALCOR προς αυτήν σε 100.604.241 δρχ.), ποσό που αφορούσε στις παραδόσεις των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1992, ότι η αποδοχή της πρότασης της ενάγουσας θα είχε ως συνέπεια την εξόφληση της οφειλής σε δύο έτη, όταν οι μέχρι τότε καθυστερήσεις ανέρχονταν σε τέσσερις περίπου μήνες, ότι μέχρι τότε η ενάγουσα δεν είχε παραλάβει τις συμφωνηθείσες ποσότητες, ήτοι 25 τόνους το μήνα (και αντίστοιχα 50 τόνους το μήνα για την ALCOR), ότι και στο παρελθόν είχαν δημιουργηθεί ζητήματα καθυστέρησης πληρωμών και παραδόσεων, και την τελευταία φορά, που ήταν ένα περίπου χρόνο πριν από την προκειμένη επιστολή, είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η διακοπή των παραλαβών για ένα περίπου εξάμηνο μέχρι να απορροφηθούν τα αποθέματα της (ενάγουσας) σε πρώτες ύλες. Και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους δεν γινόταν αποδεκτή η πρόταση της ενάγουσας και η εναγομένη ζητούσε από αυτήν να εξοφλήσει την οφειλή της έως τα τέλη Ιουνίου 1993, υπό την προϋπόθεση της προσκομιδής ισόποσης εγγυητικής επιστολής μέχρι το τέλος του Απριλίου 1993. Με την από 29-4-1993 επιστολή του προς την εναγομένη, και σε απάντηση της από 27-4-1993 επιστολής αυτής, ο Κ. Χ., ισχυριζόταν ότι η δυσχέρειά των ως άνω εταιρειών του Ομίλου (ήτοι της ενάγουσας και της ALCOR Α. Ε.), είναι προσωρινή, συνεπεία της οικονομικής ύφεσης και ζητούσε να λάβει χώρα μία νέα συνάντηση (είχε προηγηθεί αυτή της 6-4-1993 με τον τότε εμπορικό διευθυντή της εναγομένης Σ. Μ.) ώστε να εξευρεθεί μία εφικτή και κοινά αποδεκτή λύση. Ωστόσο, μετά από αυτό και ενώ δεν είχε παρασχεθεί από την ενάγουσα καμία εγγύηση ή άλλη εξασφάλιση αποπληρωμής των ανεξόφλητων οφειλών της, απορρέουσες από τιμολόγια εκδοθέντα τον Δεκέμβριο 1992, η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα (σε εκτέλεση του όρου περί παρακράτησης της κυριότητας) να της επιστρέψει την ανεξόφλητη ποσότητα αλουμινίου, κοινοποιώντας της σχετικώς και την από 1-6-1993 εξώδικη επιφύλαξη δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, ακολούθως δε, και ενώ η ενάγουσα δεν είχε επιστρέψει την ποσότητα που αντιστοιχούσε στο μη καταβληθέν τίμημα, με την από 30-6-1993 εξώδικη απάντησή της, η εναγομένη δήλωσε ότι κλείει τον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό και ζήτησε την άμεση εξόφληση του καταλοίπου. Από τα προαναφερόμενα, επομένως, δεν προέκυψε ότι η παραλαβή ποσοτήτων αλουμινίου από την ενάγουσα κατά το τέλος του 1992 έγινε κατόπιν εξαναγκασμού της από την εναγομένη και κατόπιν και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της τελευταίας ότι δήθεν θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής της αντιδίκου της (ενάγουσας), σε κάθε περίπτωση πάντως, ήταν θεμιτό η εναγομένη να αξιώνει την παραλαβή των συμφωνηθεισών (ανά μήνα) ποσοτήτων, αφού οι εγχώριες εταιρίες ήταν αυτές που προσδιόριζαν τις ποσότητες που χρειάζονταν, και να μην εξαναγκάζεται αυτή (εναγομένη) να διατηρεί μεγάλες ποσότητες σε στοκ, το οποίο βεβαίως ήταν ιδιαίτερα κοστοβόρο για αυτήν, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο στις αγοράστριες εταιρίες προκειμένου οι τελευταίες να έχουν την δυνατότητα να "τζογάρουν".

Εν προκειμένω δε, καθίσταται σαφές ότι η ενάγουσα είχε τελείως παρεκβεί του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος και ρυθμού παραδόσεων, είχε δηλαδή περιοριστεί στην παραλαβή των συμβατικών ποσοτήτων μόλις του πρώτου τετραμήνου του έτους 1992 και στην αποπληρωμή των ποσοτήτων αυτών (του πρώτου τετραμήνου του 1992), μετά μεγάλης καθυστέρησης, μόλις τον Σεπτέμβριο του 1992. Οι δε ποσότητες που η ενάγουσα παρέλαβε το μήνα Δεκέμβριο του 1992 αποτελούσαν συσσωρευμένες συμβατικές ποσότητες του διαστήματος από το Μάιο 1992 και μετά, που έπρεπε αυτή να είχε απορροφήσει πολλούς μήνες πριν, τις οποίες σημειωτέον η ίδια πολύ πρόσφατα (αρχές του έτους 1992), είχε συμβατικά δεσμευτεί ότι θα παραλάβει, κατόπιν δικής της ελεύθερης εκτίμησης στον προσδιορισμό των αναγκών της (ανάγκες τις οποίες τουλάχιστον για το 1992, ήτοι το πρώτο από τα 5 έτη της από 2.1.1992 συμπληρωματικής σύμβασης, μπορούσε ευχερώς να υπολογίσει) και τις οποίες, εν τέλει, καθ'ομολογία του Κ. Χ. ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού αξιοποίησε δια της μεταποίησής τους και μεταπώληση προϊόντος στην οικεία αγορά, χωρίς ωστόσο να καταβάλει το τίμημα στην εναγομένη, τουλάχιστον πριν την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι, οι επικαλούμενες από την ενάγουσα καταθέσεις στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 10.000.000 δρχ. και 3. 000. 000 δρχ. έναντι της οφειλής της, έγινε από αυτήν στις 20-10-1993 ...και στις 5-12-1993..., αντίστοιχα, και ενώ ήδη είχε καταγγελθεί από την εναγομένη η μεταξύ τους σύμβαση και είχε κλεισθεί ο μεταξύ τους τηρούμενος λογαριασμός, εν μέσω διαιτησίας στην οποία είχε προσφύγει η εναγομένη (κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση) για τη διεκδίκηση των οφειλομένων σ'αυτήν και ενώ επρόκειτο να συζητηθούν στο Πρωτοδικείο Πειραιά στις 2-11-1993 οι υποβληθείσες από την εναγομένη από 6-10-1993 αιτήσεις συντηρητικής κατάσχεσης εναντίον της ενάγουσας και εναντίον της συνδεόμενης με αυτήν εταιρείας "ALCOR Α.Ε" και στις 26-1-1994 η από 6-10-1993 αίτηση πτώχευσης της εναγομένης κατά της ως άνω "ALCOR Α.Ε".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1993 εισήλθε στην αγορά αναχύτευσης αλουμινίου καθαρών απορριμμάτων-αποκομμάτων από τρίτους η εταιρία ΧΥΤΑΛ, βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Κ. Χ. Ειδικότερα η ΧΥΤΑΛ αποτελούσε μία μονάδα παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου, σε μπιγιέτες διαφόρων διαμέτρων και κραμάτων. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη είχε υιοθετήσει μία στρατηγική αποκλειστικότητας στην αγορά πρωτόχυτου και δευτερόχυτου αλουμινίου και χρησιμοποιούσε την παραπάνω εταιρία ΕΠΑΛΜΕ, επί της οποίας ασκούσε ουσιαστικό έλεγχο, για να πληροφορείται εάν τα απορρίμματα που ερχόντουσαν προς αναχύτευση στην ως άνω εταιρεία (ΕΠΑΛΜΕ), ήταν από αγορά που είχε γίνει από την εναγομένη ή από εναλλακτικό προμηθευτή. Ακόμη ότι η εταιρία ΧΥΤΑΛ χρησιμοποίησε μία νέα μέθοδο αναχύτευσης και παρείχε προϊόν καλύτερης ποιότητας, πλήττοντας έτσι το μονοπώλιο της ΕΠΑΛΜΕ και καθιστώντας την ανταγωνιστική προς τα συμφέροντα της εναγομένης, που συνδέονταν άμεσα και με την αγορά δευτερόχυτου αλουμινίου.
Για τους λόγους αυτούς προέβη σε ενέργειες προκειμένου να εκτοπίσει την ΧΥΤΑΛ από την αγορά, όπως απειλούσε τους δυνητικούς πελάτες της ΧΥΤΑΛ ότι δεν θα τους προμηθεύει με πρώτη ύλη, και στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή με σκοπό την υπονόμευση των επιχειρηματικών συμφερόντων του εκπροσώπου της ενάγουσας, εντάσσεται και η διακοπή προμήθειας πρώτης ύλης από την εναγομένη στην ενάγουσα. Πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, οι διελαστές είχαν την δυνατότητα εισαγωγών, αν και δεν ήταν για αυτούς η οικονομικότερη λύση, ενώ αντίστροφα για την εναγομένη οι εξαγωγές ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσες, ενώ η ίδια (εναγομένη) στις αρχές της δεκαετίας του '90 αντιμετώπιζε αυξημένη ζήτηση από την ελληνική βιομηχανία διέλασης, γεγονός που κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα διάθεσης των προϊόντων της. Περαιτέρω, το 35% των μετοχών της εταιρίας ΕΠΑΛΜΕ που κατείχε η εναγομένη δεν της επέτρεπε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της εταιρίας, αλλά το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών κατείχε η οικογένεια Σ., ενώ την έλλειψη ελέγχου της εναγομένης επί της ΕΠΑΛΜΕ κατά την περίοδο 1993-1996 διαπίστωσε και η Επιτροπή Ανταγωνισμού με τις με αριθμού 52/1997 και 36/11/1999 αποφάσεις της. Και ναι μεν ο Γ. Σ., μέλος του ΔΣ της ΕΠΑΛΜΕ, ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την επιμέλεια της ενάγουσας, κατέθεσε ότι η εναγομένη απειλούσε με αποκλεισμό από την ανακύκλωση όποιον προέβαινε σε εισαγωγές, η κατάθεσή του όμως δεν κρίνεται πειστική λόγω χρόνιας αντιδικίας του με την εναγομένη.

Εξάλλου, όπως ο ίδιος δήλωσε, κατά την κατάθεσή του ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού..., η αγορά "χωρούσε" όλους εκείνη την περίοδο (συμπεριλαμβανομένων μικρότερων χυτηρίων όπως της ΧΥΤΑΛ), επιβεβαιώνοντας ωστόσο το γεγονός ότι η δυνητική πελατεία της ΧΥΤΑΛ ήταν διελαστές-ανταγωνιστές της ενάγουσας και της ALCOR Α. Ε. και αυτό φυσικά, ήταν ένα εγγενές πρόβλημα για την εξασφάλιση πελατείας της ως άνω νεοσυσταθείσας εταιρείας του ομίλου, αν και κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αποκλειστικός σκοπός της ίδρυσης της εν λόγω εταιρείας αναχύτευσης σκραπ υπήρξε η απεξάρτηση αμφοτέρων των μεταποιητικών του αλουμινίου επιχειρήσεων του ομίλου, δηλαδή τόσο της ενάγουσας όσο και της ALCOR Α. Ε. από την ΕΠΑΛΜΕ, κάτι που ούτως ή άλλως δεν ήταν καινούριο στην αγορά του αλουμινίου εκείνη την περίοδο, αφού και άλλες μεταποιητικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο καθετοποίησης της παραγωγής τους, όπως προαναφέρθηκε, αναχύτευαν σε δικά τους χυτήρια το σκραπ τους. Επίσης ο έτερος μάρτυρας της ενάγουσας Π. Μ., αν και κατέθεσε ότι η εναγομένη αρνούνταν να συνεργαστεί με όποιον δεν αναχύτευε το αλουμίνιο στην ΕΠΑΛΜΕ, εντούτοις δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας και της εναγομένης να οφείλεται σε άλλους λόγους, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι "... δεν αποκλείεται όμως η διακοπή της συνεργασίας να οφείλεται και σε προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί και όχι στην έναρξη λειτουργίας της ΧΥΤΑΛ... ". Εξάλλου, τα ποσοστά ανακυκλώσιμου απορρίμματος που κατέληγαν στην ΕΠΑΛΜΕ δεν ήταν πάντα σταθερά και κυμαίνονταν από 10% έως 30%, ενώ ενδέχεται κάποιες εταιρίες να μην ανακύκλωναν καθ' ολοκληρία το καθαρό σκραπ αλλά να το διέθεταν περιστασιακά προς πώληση στην αγορά. Έτσι, μόνον η ποσότητα σκραπ που έστελναν προς ανακύκλωση οι διάφορες εταιρίες στην ΕΠΑΛΜΕ δεν μπορούσε να παρέχει ασφαλές κριτήριο για τις ποσότητες που είχαν αγοραστεί από άλλους παρόχους, στοιχείο που μπορεί άλλωστε να ήταν γνωστό στην εναγομένη και πριν οι αντίστοιχες ποσότητες καταλήξουν στην ΕΠΑΛΜΕ. Η τελευταία, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, δεν αρνείτο την επαναχύτευση σκραπ προερχομένου από εισαγωγές, αφού κατά την επίμαχη περίοδο εταιρείες διέλασης που προμηθεύονταν πρωτόχυτο αλουμίνιο από το εξωτερικό προέβαιναν, δίχως προσκόμματα από μέρους της εναγομένης σε ανακύκλωση του σκραπ τους μέσω της ΕΠΑΛΜΕ, δηλαδή η μη προμήθεια από την εναγομένη πρωτόχυτου αλουμινίου από κάποιους διελαστές δεν απέκλειε την συνεργασία τους με την ΕΠΑΛΜΕ. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η παραγωγική ικανότητα της ΧΥΤΑΛ ήταν περιορισμένη (600-700 τόνοι περίπου μηνιαίως), κυρίως η λειτουργία της σκοπό είχε τον εφοδιασμό δια δευτερογενούς αλουμινίου της ενάγουσας και της συνδεδεμένης με αυτήν άλλης εταιρείας του ομίλου, "ALCOR Α. Ε. ", ενώ ως χυτήριο με μικρή δυναμική (λόγω περιορισμένης παραγωγικής δυναμικότητας για αναχύτευση προϊόντων τρίτων), δεν αναμενόταν να καταλάβει σημαντικό μερίδιο της αγοράς και δεν συνιστούσε ουσιαστική και υπολογίσιμη απειλή για την ΕΠΑΛΜΕ, ενώ τόσο η εναγομένη όσο και η ΕΠΑΛΜΕ είχαν -εκτός των άλλων- και σαφώς εξαγωγικό προσανατολισμό. Έτσι η δημιουργία μικρότερων χυτηρίων εξυπηρετούσε στην πράξη την εναγομένη, δεδομένου του εξαγωγικού της προσανατολισμού με ευνοϊκότερους γι'αυτήν όρους, αφού βοηθούσε να αποσυμπιεστεί η ζήτηση στο εσωτερικό. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι από της λειτουργίας της ΧΥΤΑΛ, το έτος 1993 και επί μία διετία, η ενάγουσα προμηθευόταν το δευτερόχυτο αλουμίνιο που χρησιμοποιούσε στην παραγωγή της από την ως άνω αδελφή της εταιρεία ΧΥΤΑΛ (που ανήκε στον όμιλο Κ. Χ.) με συνέπεια ουδεμία εξάρτηση της να υφίσταται από την ΕΠΑΛΜΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο διακοπής της συνεργασίας με την εναγομένη, αφού υπήρχε η εναλλακτική πηγή αναχύτευσης σκραπ και προμήθειας δευτερόχυτου αλουμινίου από την ΧΥΤΑΛ. Η δε αποτυχία, τελικώς, του εγχειρήματος της ΧΥΤΑΛ, που έπαυσε τη λειτουργία της κατά το έτος 1995, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης στρατηγικής επιβολής αποκλειστικότητας της εναγομένης στην αγορά μπιγιέτας αλουμινίου (πρωτόχυτης και δευτερόχυτης) και υπηρεσιών αναχύτευσης (είτε μέσω της ΕΠΑΛΜΕ είτε μέσω των συμβατικών ποσοτήτων), αλλά οφείλετο ενδεχομένως στο οικονομικό προγραμματισμό και στις λανθασμένες επιχειρηματικές επιλογές των ιθυνόντων αυτής (ΧΥΤΑΛ). Με βάση επομένως τα προαναφερόμενα κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της σύμβασής της με την εναγομένη είχε ως κίνητρο να πλήξει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του νομίμου εκπροσώπου της με απώτερο σκοπό τον εξοβελισμό της εταιρίας ΧΥΤΑΛ από την ελληνική αγορά. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, κατά την επίδικη χρονική περίοδο η εναγομένη παρείχε άτυπη πίστωση 30-60 ημερών για την εξόφληση του τιμήματος και υπό προϋποθέσεις αποδεχόταν η εξόφληση του τιμήματος να γίνει σε χρονικό διάστημα έως 3 μήνες από την παραλαβή του αλουμινίου, χωρίς να καταλογίζει τόκους για το χρονικό αυτό διάστημα.

Εξάλλου, κατά την συνήθη πρακτική της, σε περίπτωση οφειλών των διελαστών και καθυστέρησης πληρωμής των παραδοθεισών ποσοτήτων, πέραν του χρόνου της άτυπης πίστωσης που αυτή τους χορηγούσε, η εναγόμενη δεν προχωρούσε στην παράδοση νέων εμπορευμάτων εάν προηγουμένως δεν εξοφλούνταν οι προηγούμενες και την πολιτική αυτή η εναγομένη την είχε υιοθετήσει από το 1988. Κατά τα ανωτέρω, επομένως, διαπιστώνεται ότι η πολιτική της εναγομένης προς όλες τις εταιρίες, και προς την ενάγουσα, ήταν ενιαία. Επίσης οι τελευταίες ποσότητες που παραδόθηκαν από την εναγομένη στην ενάγουσα και δεν εξοφλήθηκαν, ναι μεν παραδόθηκαν κατά το μήνα Δεκέμβριο 1992, πλην όμως πρόκειται για ποσότητες που έπρεπε κατά τα συμφωνηθέντα να είχαν παραδοθεί σταδιακά κατά το έτος 1992, ανά 25 τόνους κάθε μήνα (από Μάιο του 1992 και εντεύθεν). Οι δε όροι εξόφλησης του τιμήματος που πρότεινε η ενάγουσα βρίσκονταν σαφώς πέραν της ορίων της αποδεκτής πολιτικής της εναγομένης, ενώ δεν υπήρχαν εγγυήσεις ότι η ενάγουσα θα ανταποκρίνετο στην αντίστοιχη συμφωνία, επιπροσθέτως δε, οι προτεινόμενοι διακανονισμοί ήταν ανακόλουθοι και δεν προσδιόριζαν συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου η ενάγουσα θεωρούσε ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα επιχειρηματικά της συμφέροντα και να είναι συνεπής και στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς την εναγομένη. Και ουδέποτε στο πρόσφατο παρελθόν, δηλαδή από το έτος 1988 και μετά, η εναγομένη είχε αποδεχθεί τέτοια διόγκωση της οφειλής της ενάγουσας, αν και προέβαινε σε διακανονισμούς των οφειλών της τελευταίας, δίδοντάς της πίστωση το πολύ έως τρίμηνο για την εξόφληση του συνόλου της οφειλής της, που ουδέποτε όμως είχε ανέλθει στο ποσό των 135.000.000 δρχ. (αθροιστικώς, τα ληξιπρόθεσμα χρέη της ενάγουσας και της συνδεδεμένης με αυτήν αδελφής της εταιρεία ALCOR Α.Ε.). Μάλιστα, ο τελευταίος διακανονισμός που είχε λάβει χώρα μεταξύ των διαδίκων. ήταν το Ιούνιο του 1992 και αφορούσε οφειλή τόσο της ενάγουσας όσο και της εταιρίας ALCOR Α.Ε. συνολικού ύψους 33.000.000 δρχ., που συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: 11 000.000 δρχ. τον μήνα Ιούλιο, 11.000.000 δρχ. το μήνα Αύγουστο και 11. 000. 000 δρχ. τον μήνα Σεπτέμβριο (παρότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής ότι η εναγομένη δεν δεχόταν τμηματικές εξοφλήσεις, σελ. 121 των από 10-11-2014 πρακτικών, το ίδιο κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης Π. Μ.). Επιπρόσθετα, βαρύνουσα σημασία για την απόφαση της εναγομένης να διακόψει στα τέλη Ιουνίου 1993 τη συναλλακτική της σχέση με την ενάγουσα είχε το γεγονός ότι η ενάγουσα ζητούσε τη μετάθεση του χρόνου παραλαβής των συμβατικών ποσοτήτων για το έτος 1993 χωρίς να θέτει σαφές χρονοδιάγραμμα και να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει τελικά να παραλάβει και να εξοφλήσει τις ποσότητες αυτές, αντίστροφα ωστόσο η εναγομένη έπρεπε να δεσμεύσει την ποσότητα αυτή για την ενάγουσα, επιβαρυνόμενη βεβαίως και με το αποθηκευτικό κόστος. Ακόμη, η αποδοχή τυχόν συμφωνιών με το περιεχόμενο που πρότεινε η ενάγουσα θα μπορούσε εύλογα να θορυβήσει τις άλλες εταιρίες διέλασης, που ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προς την εναγομένη. Επομένως, δεν ήταν αναμενόμενο να θεωρεί η ενάγουσα ότι οι προτάσεις της θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές από την εναγομένη. Ενώ αξίζει να αναφερθεί και ότι ο Κ. Χ. κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού ότι διέθετε τουλάχιστον ένα μέρος του οφειλόμενου ποσού αλλά δεν το κατέβαλλε στην εναγομένη αναφέροντας χαρακτηριστικά "... γιατί ήταν σε επιταγές και ήξερα ότι δεν θα μου δώσει, θα μου κάνει το βίο αβίωτο η ΑτΕ (εν. εναγομένη), θα μου δίνει στις 30 του μηνός την ποσότητα και θα ζητούσε να την εξοφλήσω τον άλλο μήνα. Ήξερα ότι θα του κάνει νούμερα".... Δηλαδή από τα παραπάνω συνάγεται ότι ήταν επιλογή της ενάγουσας να μην προβεί σε εξόφληση των χρεών της μέχρι την διακοπή της συνεργασίας της με την εναγομένη και την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, μάλιστα δε από όσα ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού παραδέχθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Κ. Χ.... προκύπτει όχι μόνο η απροθυμία της εντέλει να καταβάλει τα οφειλόμενα αλλά ακόμη και να συνεχίσει τη συνεργασία της με την εναγομένη. Περαιτέρω, οι δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη η εναγομένη μετά την καταγγελία της σύμβασης και την οριστική διακοπή της συνεργασίας της με την ενάγουσα τον Ιούνιο του 1993, για τις οφειλές της τελευταίας από τις επίμαχες παραδόσεις εμπορευμάτων στα τέλη του 1992 (αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης κατάθεση μήνυσης κατά της τότε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Α. Χ., για υπεξαίρεση των ανεξόφλητων ποσοτήτων αλουμινίου) πέραν του ότι δεν συνιστούσαν καταχρηστική προσφυγή στη δικαιοσύνη (υπό την έννοια ότι εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός σχεδίου που μοναδικό σκοπό είχε την εξουδετέρωση της ενάγουσας δια της νομικής τους καταδίωξης), αλλά είχαν αντικειμενικό έρεισμα και αποσκοπούσαν στη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων της εναγομένης (σημειωτέον ότι ως προς τις υποκείμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας αλλά και της "ALCOR Α.Ε." εξεδόθησαν οι υπ'αριθμ. 9/1996 και 10/1996 διαιτητικές αποφάσεις που επικυρώθηκαν από το Εφετείο Αθηνών με τις υπ'αριθμ. 1892/1996 και 3025/1997 αποφάσεις, αντίστοιχα), επιπλέον δεν προέκυψε ότι οι δικαστικές αυτές ενέργειες συνοδεύθηκαν εκ μέρους της εναγομένης και με διαδόσεις για το αξιόχρεο της ενάγουσας, και ιδίως προς τις Τράπεζες, για επικείμενη διακοπή της λειτουργίας της. Ειδικώς δε, όσον αφορά την μήνυση κατά της τότε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Α. Χ., έγινε από την εναγόμενη σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της και ερειδόταν επί του όρου της σύμβασης για παρακράτηση της κυριότητας των πωλούμενων εμπορευμάτων, επομένως δεν συνιστά παράνομη πράξη εκ μέρους της εναγομένης ούτε προέκυψε ότι η εναγομένη χρησιμοποίησε ως όχημα την παραπάνω μήνυση για να πλήξει στους τρίτους την φήμη και την αξιοπιστία της ενάγουσας, εξάλλου, όσοι δραστηριοποιούνταν στο συγκεκριμένο χώρο ευχερώς μπορούσαν να αντιληφθούν την νομική βάση της μήνυσης αυτής. Υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα, επομένως, που αφορούν τόσο σε όσα προηγήθηκαν της καταγγελίας της μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένη σύμβασης όσο και όσα επακολούθησαν αυτής, δεν κρίνεται ότι η συμπεριφορά της εναγομένης υπήρξε παράνομη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την επίδικη υπόθεση χρόνο) και 914 ΑΚ και επομένως, η αγωγή, κατά το περί χρηματικής ικανοποίησής αίτημα της, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που (μετ'απόρριψη του περί αποζημίωσης αιτήματος της αγωγής, το οποίο ουδόλως πλήττεται με τις ένδικες εφέσεις) έκρινε αντίθετα και αναγνώρισε ότι εξαιτίας της τελεσθείσας σε βάρος της ενάγουσας αδικοπραξίας η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σ'αυτήν 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη στη φήμη και την αξιοπιστία της, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, κατ'αποδοχή των σχετικών λόγων της, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η υπό στοιχείο Α' έφεση, ..., να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, και αφού κρατηθεί στη συνέχεια η υπόθεση από Δικαστήριο τούτο και δικασθεί κατ'ουσίαν πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί η αγωγή...". Έτσι που έκρινε και μ'αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης εταιρείας προς την αναιρεσείουσα εταιρεία, (ήτοι η άρνηση της αρχικώς εναγομένης να παράσχει στην αναιρεσείουσα περαιτέρω πίστωση για τις οφειλές της προς αυτήν απορρέουσες από σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, η διακοπή από την αρχικώς εναγομένη της προμήθειας πρώτης ύλης(αλουμινίου) προς την αναιρεσείουσα, η καταγγελία από την αρχικώς εναγομένη τον Ιούνιο του 1993 της μεταξύ τους σύμβασης και οι δικαστικές ενέργειες της αρχικώς εναγομένης σε βάρος της αναιρεσείουσας μετά την καταγγελία), δεν συνιστούσε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά και εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφασή του τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή δεν υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση από την αρχικώς εναγομένης εταιρεία της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκονταν προς αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία, με έννομη ως εκ τούτου συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αρχικώς εναγομένη από αδικοπραξία, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές, ότι: 1)Η αρχικώς εναγομένη, που ιδρύθηκε το έτος 1960, κατείχε μονοπωλιακή θέση ως προς την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμίνιου στην Ελλάδα και δεσπόζουσα θέση ως προς την εμπορία του πρωτόχυτου αλουμινίου, καθώς κατά τα κρίσιμα έτη κατείχε μερίδιο της τάξης του 80% στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, που χρησιμοποιούνταν στη διέλαση και διακινούνταν στην ελληνική αγορά, ενώ το υπόλοιπο 15%-20% προερχόταν από εισαγωγές κυρίως της εταιρίας ΒΙΟΧΑΛΚΟ. 2) Η αναιρεσείουσα(ενάγουσα), που ιδρύθηκε το έτος 1963, δραστηριοποιείται στην διέλαση (μεταποίηση) αλουμινίου και αποτελεί μέλος ομίλου επιχειρήσεων συμφερόντων Κ. Χ., με αδελφές εταιρείες τις ΧΥΤΑΛ ΑΕ και ΑΛΚΟΡ ΑΕ και προμηθευόταν στη βάση διαδοχικών μακροχρόνιων συμβάσεων, από το 1968, από την αρχικώς εναγομένη, καθαρό αλουμίνιο σε μορφή χελώνας. 3) Στις 26-12-1990 η αναιρεσείουσα υπέγραψε την τελευταία σύμβαση - τύπο με την αρχικώς εναγομένη, καθώς και τους συνοδεύοντες αυτήν γενικούς όρους πωλήσεων, με διάρκεια από 1-1-1991 έως 31-12-1996, ενώ στις 2-1-1992 υπέγραψε την τελευταία συμπληρωματική σύμβαση προμήθειας αλουμινίου, με διάρκεια από 1-1-1992 έως 31-12-1996, (με ταυτόσημους με τη σύμβαση-τύπο γενικούς όρους πωλήσεων, όπως η απαγόρευση ανταγωνισμού, η υποχρέωση μεταποίησης της πρώτης ύλης από τους πελάτες(διελαστές) της αρχικώς εναγομένης και όχι μεταβίβασής της σε τρίτους, επ' απειλή αναστολής των παραδόσεων αλουμινίου, για οποιαδήποτε δε άλλη περίπτωση έπρεπε να υπάρχει γραπτή συγκατάθεσή της, η υποχρέωση να μη πωλούν η μεταπωλούν πρώτη ύλη, η υποχρέωση να δηλώσουν από την αρχή της σύμβασης τις ποσότητες αλουμινίου που θα προμηθευόταν, η υποχρέωση να τις παραλαμβάνουν σταδιακά σε σχεδόν ισόποσες κατανομές μηνιαίως, η υποχρέωση πληρωμής των αντίστοιχων τιμολογίων με την παράδοση των ποσοτήτων αλουμινίου, η παρακράτηση της κυριότητας αυτών μέχρι την αποπληρωμή, η απαγόρευση μεταποίησής τους μέχρι την αποπληρωμή, η υποχρέωση γνωστοποίησης των ελαττωμάτων των ποσοτήτων αλουμινίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 45 ημερών), συμφωνώντας ότι θα παραλάμβανε κατ' έτος από την αρχικώς εναγόμενη 300 τόνους αλουμινίου, ήτοι 25 τόνους το μήνα, με αντίστοιχη δέσμευση της αρχικώς εναγομένης να της προμηθεύει τις ποσότητες αυτές. 4) Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε στις 30-6-1993 από την αρχικώς εναγομένη, λόγω καθυστέρησης της αναιρεσείουσας στην καταβολή οφειλόμενων ποσών και ειδικότερα 34.122.878 δρχ για ποσότητες αλουμινίου που είχε παραλάβει, το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1992 και αποτελούσαν συσσωρευμένες συμβατικές ποσότητες του διαστήματος από το Μάιο 1992 και μετά, που έπρεπε αυτή(αναιρεσείουσα) να είχε απορροφήσει πολλούς μήνες πριν, και η ίδια πολύ πρόσφατα (αρχές του έτους 1992), είχε συμβατικά δεσμευτεί ότι θα παραλάβει, κατόπιν δικής της ελεύθερης εκτίμησης στον προσδιορισμό των αναγκών της, η οποία(αρχικώς εναγομένη) ζήτησε εκ παραλλήλου την επιστροφή των ήδη παραδοθέντων και μη εξοφληθέντων εμπορευμάτων κατ'εφαρμογή του σχετικού συμβατικού όρου περί παρακράτησης της κυριότητας αυτών μέχρις εξοφλήσεως. 5) Η παραλαβή ποσοτήτων αλουμινίου από την αναιρεσείουσα κατά το τέλος του 1992 δεν έγινε κατόπιν εξαναγκασμού της από την αρχικώς εναγομένη και κατόπιν ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της τελευταίας ότι θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής της αντιδίκου της (αναιρεσείουσας). 6) Η αποτυχία του εγχειρήματος της ΧΥΤΑΛ, η οποία αποτελούσε μία μονάδα παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου σε μπιγιέτες διαφόρων διαμέτρων και κραμάτων βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρείας Κ. Χ., που έπαυσε τη λειτουργία της κατά το έτος 1995, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης στρατηγικής επιβολής αποκλειστικότητας της αρχικώς εναγομένης στην αγορά μπιγιέτας αλουμινίου (πρωτόχυτης και δευτερόχυτης) και υπηρεσιών αναχύτευσης (είτε μέσω της ΕΠΑΛΜΕ, η οποία παρείχε υπηρεσίες αναχύτευσης καθαρών απορριμμάτων αλουμινίου για τρίτους στην Ελλάδα, στην οποία η αρχικώς εναγομένη κατά τον κρίσιμο χρόνο διέθετε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου που ήταν και το μεγαλύτερο σε σχέση με τους λοιπούς μετόχους, είτε μέσω των συμβατικών ποσοτήτων), με την διακοπή προμήθειας πρώτης ύλης στην αναιρεσείουσα και καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης. 7) Οι προτεινόμενοι από την αναιρεσείουσα διακανονισμοί ήταν ανακόλουθοι και δεν προσδιόριζαν συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου η αναιρεσείουσα θεωρούσε ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα επιχειρηματικά της συμφέροντα και να είναι συνεπής και στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς την αρχικώς εναγομένη. 8) Βαρύνουσα σημασία για την απόφαση της αρχικώς εναγομένης να διακόψει στα τέλη Ιουνίου 1993 τη συναλλακτική της σχέση με την αναιρεσείουσα είχε το γεγονός ότι η τελευταία ζητούσε τη μετάθεση του χρόνου παραλαβής των συμβατικών ποσοτήτων για το έτος 1993 χωρίς να θέτει σαφές χρονοδιάγραμμα και να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει τελικά να παραλάβει και να εξοφλήσει τις ποσότητες αυτές, αντίστροφα ωστόσο η αρχικώς εναγομένη έπρεπε να δεσμεύσει την ποσότητα αυτή για την αναιρεσείουσα, επιβαρυνόμενη βεβαίως και με το αποθηκευτικό κόστος. 9) Οι δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη η αρχικώς εναγομένη μετά την καταγγελία της σύμβασης και την οριστική διακοπή της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα τον Ιούνιο του 1993, για τις οφειλές της τελευταίας από τις επίμαχες παραδόσεις εμπορευμάτων στα τέλη του 1992 (αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης, κατάθεση μήνυσης κατά της τότε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Α. Χ., για υπεξαίρεση των ανεξόφλητων ποσοτήτων αλουμινίου) δεν συνιστούσαν καταχρηστική προσφυγή στη δικαιοσύνη (υπό την έννοια ότι εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός σχεδίου που μοναδικό σκοπό είχε την εξουδετέρωση της αναιρεσείουσας δια της νομικής της καταδίωξης), αλλά είχαν αντικειμενικό έρεισμα και αποσκοπούσαν στη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων της αρχικώς εναγομένης, επιπλέον οι δικαστικές αυτές ενέργειες δεν συνοδεύθηκαν εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης και με διαδόσεις για το αξιόχρεο της αναιρεσείουσας, και ιδίως προς τις Τράπεζες, για επικείμενη διακοπή της λειτουργίας της και 10) Η πολιτική της αρχικώς εναγομένης προς όλους τους πελάτες της ήταν ενιαία. Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι 1)δεν ήταν εύκολο εξαρχής στους διελαστές(μεταποιητές) πελάτες της αρχικώς εναγομένης να προβλέψουν με ακρίβεια τις ποσότητες που θα τους ήταν αναγκαίες για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης και τούτο μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα σ'αυτούς καθώς δεν ήταν πάντοτε δυνατόν να γίνει πρόβλεψη, 2)στην πράξη μπορούσαν να μετατεθούν ορισμένες ποσότητες για να παραδοθούν από την αρχικώς εναγομένη τον επόμενο μήνα ή και να ζητηθούν από τους διελαστές (μεταποιητές) πελάτες της προκαταβολικές παραδόσεις εμπορεύματος αν αυτοί είχαν τέτοια ανάγκη, πλην όμως αυτό δεν ήταν πάντοτε εφικτό να υλοποιηθεί από την αρχικώς εναγομένη, αλλά εξαρτιόταν από τις συγκυρίες και μόνον εάν τούτο δεν απέβαινε επί ζημία της, 3)στην πράξη δίνονταν πίστωση τους διελαστές (μεταποιητές) πελάτες 30-60 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου και με κατάθεση εγγυητικής επιστολής από 3-6 μήνες, 4)στην πράξη οι διελαστές (μεταποιητές) προέβαιναν σε επεξεργασία του αλουμινίου και πριν από την εξόφλησή του στην αρχικώς εναγομένη εν γνώσει της τελευταίας, διότι έτσι μπορούσαν να διαπιστωθούν ενδεχόμενα λάθη και ατέλειες στην πρώτη ύλη τα οποία έπρεπε να επικαλεστούν εντός προθεσμίας 45 ημερών από την παραλαβή, αφετέρου η αρχικώς εναγομένη εξοφλούνταν δια των εσόδων που αποκόμιζαν οι διελαστές από τη διάθεση του μεταποιηθέντος προιόντος στην αγορά, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων. Ούτε τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ειδικότερα, η μεν πρόταση διακανονισμού της αναιρεσείουσας με συγκεκριμένο προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα, που απορρίφθηκε από την αρχικώς εναγομένη, αφορούσε την εξόφληση του συσσωρευμένου τότε χρέους της, ενώ η παραδοχή του Εφετείου αναφέρεται στο ότι δεν τέθηκε σαφές χρονοδιάγραμμα, όχι για την εξόφληση χρέους, αλλά για την παραλαβή των συμβατικών ποσοτήτων αλουμινίου. Επίσης, η ύπαρξη της συμβατικής υποχρέωσης παραλαβής ορισμένων ποσοτήτων για το έτος 1992, δεν ισοδυναμεί με εξαναγκασμό παραλαβής τους, υπό την έννοια της αθέμιτης και αντίθετης στο Ν. 703/1977 συμπεριφοράς της προμηθεύτριας εταιρείας, το δε Εφετείο αναφέρεται σαφώς μόνο στο πρώτο έτος της σύμβασης προμήθειας, όπου η πρόβλεψη για την αναιρεσείουσα εταιρεία είναι ευχερέστερη σε σχέση με τα επόμενα έτη της σύμβασης, ενώ, το ότι η αρχικώς εναγομένη δεν προχωρούσε σε παράδοση νέων εμπορευμάτων προς την αναιρεσείουσα αν δεν είχαν εξοφληθεί οι προηγούμενες, αποτελεί επιχειρηματική επιλογή και άσκηση δικαιώματος με βάση σχετικό συμβατικό όρο.

Περαιτέρω, η δυνατότητα που δινόταν στην πράξη και υπό προϋποθέσεις από την αρχικώς εναγομένη στους πελάτες της για την επεξεργασία του αλουμινίου πριν την εξόφλησή του, δεν αφορά τον συμβατικό όρο περί παρακράτησης της κυριότητας, αλλά τον όρο περί απαγόρευσης της μεταποίησης και βιομηχανοποίησης των εν λόγω εμπορευμάτων μέχρι την εξόφληση των σχετικών τιμολογίων. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους , από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης , κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα, κατά παράβαση του ν. 703/1977, 179 ΑΚ και 9 παρ. 1 ν. 4529/2018 περί δεσμευτικότητας των αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δεν υπόκεινται σε προσφυγή, επί αγωγών αποζημίωσης, παρέλειψε να κρίνει ότι ο όρος των συμβάσεων περί απαγόρευσης ανταγωνισμού, ο οποίος κρίθηκε παράνομος ως αντιανταγωνιστικός από την Επιτροπή Ανταγωνισμού με την 604/2015 απόφασή της, είναι παράνομος και ως εκ τούτου άκυρος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αιτήθηκε με την αγωγή της την αναγνώριση της ακυρότητας του προαναφερθέντος συμβατικού όρου, ούτε και στήριξε το αποζημιωτικό της αίτημα στο περιεχόμενο ή στην εφαρμογή του εν λόγω συμβατικού όρου, σε κάθε δε περίπτωση η δέσμευση της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4529/2018 αναφέρεται στην αποδεικτική αξιοποίηση των αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης , κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε με τις εφετειακές προτάσεις της, ότι η μη αποδοχή από την αρχικώς εναγομένη της πρότασής της για 4μηνη διάρκεια αποπληρωμής των οφειλών της συνιστούσε κακόπιστη συμπεριφορά, αντίθετη στα χρηστά ήθη και στα συναλλακτικά ήθη που είχαν αναπτύξει επί ολόκληρες 10ετίες μεταξύ τους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν περιέλαβε τέτοιον ισχυρισμό στην αγωγή της, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, οπότε δεν μπορούσε να τον προβάλει ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της κατ'άρθρο 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος διότι, από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, δεχόμενο τα αντίθετα. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε ως θεμιτή αφενός την άρνηση της αρχικώς εναγομένης να αποδεχτεί την πρώτη πρόταση της αναιρεσείουσας, αφετέρου την απαίτησή της να διευθετηθεί το ως άνω πρόβλημα ενώ τελούσαν σε μακροχρόνια σχέση, υπό τον όρο προσκόμισης εγγυητικής επιστολής εντός 3 ημερών για ένα χρέος που δεν αφορούσε μόνο την αναιρεσείουσα εταιρεία, αλλά και την αδελφή εταιρεία ΑΛΚΟΡ, ωσάν να πρόκειται για μία επιχείρηση. Ο λόγος αυτός, από τον αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από την αναιρεσείουσα, η δυνατότητα της τελευταίας να ανταποκριθεί ή μη στις αξιούμενες εγγυήσεις, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, παρά μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη. Ομοίως απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχτηκε ότι δεν υπήρχε εξαναγκασμός από την πλευρά της αρχικώς εναγομένης ως προς την παραλαβή των ποσοτήτων κατά το τέλος του 1992 και ότι ευχερώς μπορούσε η αναιρεσείουσα να υπολογίσει τις ανάγκες της για το 1992 ενόψει της συνάψεως της συμπληρωματικής σύμβασης το 1992, καθόσον ο υπολογισμός γίνεται σε βάθος 5/ετίας-6/ετίας, διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από την αναιρεσείουσα, η δυνατότητά της να υπολογίσει τις ανάγκες της για το 1992 ενόψει της συνάψεως της συμπληρωματικής σύμβασης το 1992, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, παρά μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 703/1977, σε συνδυασμό με άρθρο 914 του ΑΚ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι πίσω από την άρνηση της αρχικώς εναγομένης να δεχτεί τον διακανονισμό της οφειλής της το 1993 βρίσκονταν η ταυτόχρονη χρονικά έναρξη λειτουργίας της ΧΥΤΑΛ ΑΕ, έκρινε το κίνητρο και όχι τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε επειδή δεν διαπιστώθηκε το συγκεκριμένο κίνητρο πίσω από τη συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης, ενώ, κατά τα προεκτιθέμενα, η αγωγή απορρίφθηκε επειδή η συμπεριφορά της αρχικώς εναγομένης κρίθηκε εν συνόλω νόμιμη και δη επειδή δεν θεμελιώθηκε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγηση του και σύγκριση του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από τους αρ. 8β, 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι οι δικαστικές ενέργειες της αρχικώς εναγομένης μετά την καταγγελία της σύμβασης και την οριστική διακοπή της συνεργασίας τους, συνιστούν καταχρηστική προσφυγή στη δικαιοσύνη , δεν έλαβε υπόψη του τα δικαστικά τεκμήρια των αποφάσεων των δικαστηρίων επί των αιτήσεων συντηρητικής κατάσχεσης και πτώχευσης, αλλά και της μήνυσης, που κατατέθηκαν σε βάρος αυτής και της αδελφής εταιρείας ΑΛΚΟΡ και αποφάνθηκαν υπέρ αυτών. Ο από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται εν προκειμένω στην επίκληση και εκτίμηση αποδείξεων (συγκεκριμένα, των δικαστικών τεκμηρίων των δικαστικών αποφάσεων επί αιτήσεων συντηρητικής κατάσχεσης και πτώχευσης και μήνυσης) και όχι στη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ο δε από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος, διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. 5. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 14-5-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5313/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2. 700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή