Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1244 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1244/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. (ή Β.) Ν. του Α. και της Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αθανασόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Ν. και της Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βγενόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ερυμανθείας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2012 μη οριστική του Ειρηνοδικείου Τριταίας, 417/2017 οριστική του Ειρηνοδικείου Πατρών και 63/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25.1.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 63/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 417/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι από 7.7.2011 και 26.10.2011 αγωγές των διαδίκων, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι το επίδικο ακίνητο, σε έκταση 10 στρεμμάτων περίπου, ανήκει στην κυριότητά της, καθώς είχε παραχωρηθεί ατύπως στον πατέρα της, Α. Ν., από τον πατέρα του Ν. Ν. το έτος 1964 και εν συνεχεία μεταβιβάσθηκε στην ίδια με γονική παροχή δυνάμει του υπ' αριθ. ....1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τριταίας Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα και β) τον ισχυρισμό της ότι ο υπάρχων αγρός, νότια του επιδίκου, περιήλθε στην κυριότητα του πατέρα της, Α. Ν., δυνάμει των υπ' αριθ. ....1972, ....1975 και ....1975 προσωρινών παραχωρητηρίων του Δασαρχείου Πατρών και έτσι δημιουργήθηκε νέος αγρός συνολικής επιφάνειας 14.800 τ.μ. που διανοίχθηκε από τον πατέρα της μετά το 1975, οπότε, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη περί άτυπης διανομής μείζονος ακινήτου, ο πατέρας της θα έπρεπε να έχει δύο αγροτεμάχια στη θέση αυτή, ένα αγροτεμάχιο 10 στρεμμάτων περίπου που απέκτησε από τη διανομή και ένα αγροτεμάχιο 14.800 τ.μ. που απέκτησε με τα ως άνω παραχωρητήρια.
Περαιτέρω, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του και έκρινε εσφαλμένα ως βάσιμο τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί άτυπης διανομής το έτος 1975 αγρού 40 στρεμμάτων περίπου, ιδιοκτησίας του παππού της Ν. Ν., μεταξύ των τέκνων του, Α. Ν. (πατρός της αναιρεσείουσας), Α. Ν. (αναιρεσιβλήτου) και Χ. Ν. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του (υπό στοιχ. α) είναι αβάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, σε έκταση 10 στρεμμάτων περίπου, κρίνοντας αντιθέτως ότι το επίδικο και περιγραφόμενο στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου ακίνητο, εκτάσεως 13.130,28 τ.μ (τμήμα του οποίου αποτελεί και το ως άνω διεκδικούμενο από την αναιρεσείουσα), περιήλθε στη νομή και κατοχή του αναιρεσιβλήτου κατόπιν άτυπης διανομής μείζονος εκτάσεως από τον πατέρα του, Ν. Ν., στα τρία άρρενα τέκνα του, A. Ν., Α. Ν. και Χ. Ν., το έτος 1975, έκτοτε δε ο αναιρεσίβλητος νεμόταν το παραχωρηθέν στον ίδιο τμήμα του ακινήτου για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ίδιος λόγος ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων και κρίση του δικαστηρίου που συνέχεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου, υπό την επίκληση της άνω πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα πλήττει ουσιαστικά την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ. για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ( ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020). Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν: 1) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, 2) ο κανόνας δικαίου για την ερμηνεία ή την εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, 3) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και 4) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 502/2024, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 609/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 976, 1000, 1033 και 1045 ΑΚ καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων αυτών και την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το επίδικο και περιγραφόμενο στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου ακίνητο, εκτάσεως 13.130,28 τ.μ (τμήμα του οποίου αποτελεί και το ως άνω διεκδικούμενο από την αναιρεσείουσα), περιήλθε στη νομή και κατοχή του αναιρεσιβλήτου κατόπιν άτυπης διανομής το έτος 1975 μείζονος εκτάσεως από τον πατέρα του, Ν. Ν., στα τρία άρρενα τέκνα του, Α. Ν., Α. Ν. και Χ. Ν., έκτοτε δε ο αναιρεσίβλητος νεμόταν το παραχωρηθέν στον ίδιο τμήμα του ακινήτου για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ απέρριψε εσφαλμένα, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι το επίδικο ακίνητο, σε έκταση 10 στρεμμάτων περίπου, ανήκει στην κυριότητά της, καθώς είχε παραχωρηθεί ατύπως στον πατέρα της, Α. Ν., από τον πατέρα του Ν. Ν. το έτος 1964 και εν συνεχεία μεταβιβάσθηκε στην ίδια με γονική παροχή δυνάμει του υπ' αριθ. ....1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τριταίας Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας του ενάγοντος της υπό στοιχείο A αγωγής-εναγομένου της υπό στοιχείο Β αγωγής και ήδη εφεσιβλήτου και παππούς από την πατρική γραμμή της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής και ήδη εκκαλούσας, Ν. Ν., είχε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του έναν αγρό, κείμενο στο Μάνεσι Αχαΐας και στην ειδικότερη θέση "ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ" και επιφανείας 40 στρεμμάτων περίπου. Κατά το έτος 1975 ο ανωτέρω ανιών των διαδίκων διένειμε άτυπα το προαναφερθέν αγροτεμάχιο στα τρία άρρενα τέκνα του, ήτοι τον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγόμενο της υπό στοιχείο Β αγωγής, τον πατέρα της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, Α. Ν., και τον Χ. Ν., και πιο συγκεκριμένα παραχώρησε με άτυπη δωρεά εν ζωή το νότιο τμήμα αυτού στον πατέρα της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής- ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, το μεσαίο τμήμα στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγόμενο της υπό στοιχείο Β αγωγής και του βόρειο τμήμα στον Χ. Ν. Ο πατέρας του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής - εναγομένου της υπό στοιχείο Β αγωγής και παππούς της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής είχε επιπροσθέτως ορίσει ότι τον ελαιόκαρπο από ορισμένα ελαιόδενδρα, που βρίσκονταν στα παραχωρηθέντα στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής και στον έτερο υιό του, Χ., αγροτεμάχια θα τον συνέλεγε ο υιός του Α., ο οποίος και πράγματι προέβαινε στη συλλογή αυτού έως τον θάνατό του και ακολούθως η ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής. Ειδικότερα, το αγροτεμάχιο, που περιήλθε στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής - εναγόμενο της υπό στοιχείο Β αγωγής έχει εμβαδόν 13.130,28 τ.μ. και συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Ν. και εν μέρει με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής, βορειοανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Ν., εν μέρει με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής και εν μέρει με δασική έκταση, νοτιοανατολικά με δασική έκταση, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ν., δυτικά και βορειοδυτικά με δασική έκταση. Τα παραπάνω προκύπτουν ιδίως από την υπ' αριθμόν .../2012 ένορκη βεβαίωση της αδελφής του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγομένου της υπό στοιχείο Β αγωγής και θείας της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής Θ. Κ., το γένος Ν. Ν., την υπ' αριθμόν .../2012 ένορκη βεβαίωση των άλλων αδελφών του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγομένου της υπό στοιχείο Β αγωγής και θείων της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, Σ. Π., το γένος Ν. Ν., και Κ. Κ., το γένος Ν. Ν., και την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του άλλου αδελφού του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής και θείου της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, Χ. Ν. του Ν.
Εξάλλου, οι ενόρκως βεβαιώσαντες Γ. Κ. και Ν. Δ. βεβαίωσαν ότι όργωσαν τον επίδικο αγρό ο πρώτος απ' αυτούς κατά τα έτη 2010 και 2011 και ο δεύτερος απ' αυτούς κατά το έτος 1997 κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγομένου της υπό στοιχείο Β αγωγής. Επιπροσθέτως, ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής συμπεριέλαβε το επίδικο ακίνητο στη δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9 του έτους 2005. Ως εκ τούτου, το προπεριγραφέν ακίνητο έχει περιέλθει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγόμενο της υπό στοιχείο Β αγωγής κατά πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς νέμεται αυτό, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα κατά την ενάσκηση της νομής του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και δη από το έτος 1975 έως τουλάχιστον το έτος 2009, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, όπως είναι η καλλιέργεια και η σπορά αυτού, η βοσκή ζώων σε τμήμα αυτού καθώς η περίφραξη αυτού. Τα ανωτέρω δεν δύνανται να αναιρεθούν από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Ν. Σ. του Α., συζύγου της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, σύμφωνα με την οποία ο πατέρας της συζύγου του και εν συνεχεία η ίδια ασκούσαν πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου, η οποία δεν κρίνεται πειστική, ενώ έρχεται σε αντίθεση με τις προειρημένες ένορκες βεβαιώσεις και την ένορκη κατάθεση των αδελφών του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής-εναγομένου της υπό στοιχείο Β αγωγής και του πατέρα της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, οι οποίοι λόγω του στενού οικογενειακού δεσμού με αμφότερους τους διαδίκους και τον απώτερο δικαιοπάροχο αυτών, Ν. Ν. του Α., διαθέτουν ίδια γνώση περί της πραγματοποιηθείσας κατά το έτος 1975 διανομής, καθώς και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις καλλιεργητών του επίδικου ακινήτου, που κρίνονται σαφείς, πειστικές και αξιόπιστες.
Εξάλλου, μόνη η αναφορά στα με αριθμούς ...-1972, ...-1975 και ...-1975 προσωρινά παραχωρητήρια του Δασαρχείου Πατρών ότι οι παραχωρούμενες δυνάμει αυτών στον πατέρα της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής εκτάσεις συνορεύουν βόρεια και δυτικά με έτερο ακίνητο του ιδίου, ήτοι το επίδικο ακίνητο, δεν αποδεικνύει ότι το επίμαχο αγροτεμάχιο είχε ήδη μεταβιβασθεί στον τελευταίο δυνάμει άτυπης δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του, Ν. Ν., κατά το έτος 1964, όπως διατείνεται η ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός της δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά αντιθέτως τα λοιπά αδέλφια του, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ισχυρίζονται ότι αυτό παραχωρήθηκε από τον προαναφερθέντα ανιόντα των διαδίκων στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής, υιό του, κατά το έτος 1975. Άλλωστε, ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, σύζυγός της, δεν δύναται να έχει ίδια γνώση περί της διαλαμβανόμενης από την τελευταία άτυπης δωρεάς εν ζωή προς τον πατέρα αυτής, αφού, όπως ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη κατάθεσή του, γνωρίζει την ένδικη υπόθεση από το έτος 1995, όταν παντρεύτηκε την ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου ούτε από τον πατέρα της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής ούτε από την ίδια σε τμήμα του ανωτέρω ακινήτου του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής, επιφάνειας 10.000 τ.μ., ενώ η συλλογή του ελαιοκάρπου εκ μέρους τους από ορισμένες ελιές του επίδικου ακινήτου δεν γινόταν με διάνοια κυρίου αλλά σε εκτέλεση της προεκτεθείσας προφορικής συμφωνίας μεταξύ του πατέρα του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής και παππού της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής και των ανωτέρω τέκνων αυτού. Το γεγονός ότι με τη δημόσια διαθήκη του ο πατέρας του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α αγωγής και παππούς της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής αναφέρει ως κληρονόμο του στην περιουσία, που ήθελε βρεθεί μετά τον θάνατό του τον πατέρα της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, χωρίς να καταλίπει το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής ουδεμία επιρροή ασκεί στην κτήση κυριότητας σ' αυτό από τον τελευταίο κατά πρωτότυπο τρόπο, δοθέντος ότι η άτυπη αυτή διανομή πραγματοποιήθηκε αργότερα και ο ανωτέρω ανιών των διαδίκων διά της εν λόγω διανομής εξαίρεσε αυτό από την κληρονομιαία περιουσία, ούτως ώστε να μη δύναται ο πατέρας της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής να καταστεί κύριος αυτού κατά παράγωγο τρόπο και δη λόγω κληρονομικής διαδοχής. Έτσι, δοθέντος ότι ο πατέρας της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής δεν νεμόταν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το επίδικο ακίνητο της υπό στοιχείο Β αγωγής ούτε από το έτος 1964, όπως αβάσιμα επικαλείται με την αγωγή της η τελευταία, ούτε σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατά πρωτότυπο τρόπο, όταν συνήψε το υπ' αριθμόν ...-1989 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Τριταίας Α. Π., νομίμως μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Τριταίας στον τόμο 42 και αριθμό 4055, προς την ανωτέρω θυγατέρα του, με αποτέλεσμα να μη μεταβιβάσθηκε σ' αυτήν η κυριότητα αυτού κατά παράγωγο τρόπο και δη λόγω γονικής παροχής. Επίσης, δεν έχει καταστεί κυρία του εν λόγω επίδικου ακινήτου της υπό στοιχείο Β αγωγής η εναγομένη της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής ούτε με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας, αφού, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ούτε ο πατέρας της ούτε η ίδια ασκούσαν σε οποιοδήποτε χρόνο πράξεις νομής επ' αυτού.
Εξάλλου, με την υπ' αριθμόν ...-2008 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Α.-Π. η ίδια η ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής και η μητέρα της, Χ. χήρα Α. Ν., το γένος Α. Μ., αποδέχθηκαν, μεταξύ άλλων ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της πρώτης και συζύγου της δεύτερης, ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 14.800 τ.μ. στη θέση "Άγιοι Θεόδωροι", το οποίο συνορεύει σύμφωνα με το εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο βόρεια με ιδιοκτησία Α. Ν., παρότι θεωρούν, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη υπό στοιχείο Β αγωγή τους, ότι ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής-ενάγων της υπό στοιχείο Β δεν διαθέτει στην περιοχή αυτή ακίνητο.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 976, 1000 και 1045 ΑΚ, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1033 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου και παππούς από την πατρική γραμμή της αναιρεσείουσας, Ν. Ν., κατά το έτος 1975 διένειμε άτυπα έναν αγρό της κυριότητάς του, κείμενο στο Μάνεσι Αχαΐας και στην ειδικότερη θέση "ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ", εκτάσεως 40 στρεμμάτων περίπου, στα τρία άρρενα τέκνα του, ήτοι στον Α. Ν. (αναιρεσίβλητο), τον Α. Ν. (πατέρα της αναιρεσείουσας) και τον Χ. Ν., και συγκεκριμένα παραχώρησε ατύπως το νότιο τμήμα αυτού στον πατέρα της αναιρεσείουσας, το μεσαίο στον Α. Ν. και το βόρειο στον Χ. Ν., έκτοτε δε ο αναιρεσίβλητος ασκούσε στο τμήμα που του παραχωρήθηκε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ, αντιθέτως, ο πατέρας της αναιρεσείουσας δεν νεμόταν το ακίνητο σε έκταση 10 στρεμμάτων περίπου από το έτος 1964, ούτε σε μεταγενέστερο χρόνο και ως εκ τούτου, δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατά πρωτότυπο τρόπο όταν συνήψε το υπ' αριθ. ....1989 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Τριταίας Α. Π., με αποτέλεσμα να μην έχει μεταβιβασθεί η κυριότητα του άνω ακινήτου στην αναιρεσείουσα με παράγωγο τρόπο, ούτε αποκτήθηκε η κυριότητα αυτού από την αναιρεσείουσα με πρωτότυπο τρόπο, καθώς ούτε ο πατέρας της ούτε η ίδια ασκούσαν επ' αυτού πράξεις νομής σε οποιονδήποτε χρόνο. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 976, 1000 και 1045 ΑΚ και περί της μη συνδρομής των διατάξεων του άρθρου 1033 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος με το αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ.1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, τα οποία, εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατά ποιον τρόπο παραβιάστηκαν οι αντίστοιχοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στους κανόνες αυτούς. Οι λοιπές στον ίδιο αναιρετικό λόγο επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.1.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 63/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ