ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1246/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1246/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1246/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1246 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1246/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ε. Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Κ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 2) Π.-Σ. Γ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 3) Μ. Σ., χήρας Ι. Σ., το γένος Π. Ρ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι τρεις πρώτοι, του πατρός των δύο πρώτων και συζύγου της τρίτης, Ι. Σ., ο οποίος απεβίωσε την ...-2020, 4) Ν. Σ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ..., 5) Φ. Σ. του Ν. και της Μ., κατοίκου ..., 6) Χ. Σ. του Ν. και της Μ., κατοίκου ..., 7) Φ., συζύγου Β. Τ., το γένος Δ. και Μ. Γ., κατοίκου ..., 8) Ε., συζύγου Σ. Μ., το γένος Δ. και Μ. Γ., κατοίκου ..., 9) Ν. Σ. του Χ. και της Φ., κατοίκου ..., 10) Χ. Σ. του Γ. και της Ε., κατοίκου .... Ο υπό στοιχείο 9 αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γκούβα, και κατέθεσαν προτάσεις, πλην της υπό στοιχείο 8 αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Χ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουρκούλη, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 9 αναιρεσείων απεβίωσε στις ...-2024 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Γενικού Προξενείου Βανκούβερ, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Μ., χήρα Ν. Σ., το γένος Β. και Α. Μ., 2) Φ. (F. N.) Σ. (S.) του Ν. και της Μ., 3) Χ. Σ. του Ν. και της Μ. και 4) Α. Σ. (C. S.), το γένος Ν. και Μ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-1-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να δηλώσει την εκούσια επανάληψη της δίκης και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 882/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. πρωτ. ....2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Γενικού Προξενείου Βανκούβερ, στις ....2024 απεβίωσε στο Έντμοντον Αλμπέρτας Καναδά ο δέκατος ενάγων και ήδη ένατος αναιρεσείων, Ν. Σ. του Χ. και της Φ., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) του από 25.9.2024 πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Μονεμβασίας, β) του υπ' αριθ. ...-1968 πιστοποιητικού γέννησης της Διεύθυνσης Δημογραφικής και Στατιστικής Υπηρεσίας της Επαρχίας Αλμπέρτα Καναδά, γ) του με αριθ. καταχώρησης 1970-... αποσπάσματος πιστοποιητικού γέννησης του Ληξιάρχου του Έντμοντον Αλμπέρτας Καναδά, δ) του υπ' αριθ. πρωτ. 6579/2024 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης του άνω αποβιώσαντος και ε) του υπ' αριθ. πρωτ. 16069/2024 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αποποίησης κληρονομίας, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ. χήρα Ν. Σ., το γένος Β. και Α. Μ. και τα τέκνα του, Φ. Σ., Χ. Σ. και Α. Σ. το γένος Ν. και Μ. Σ. Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, νομίμως δήλωσαν το θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βιαίως, λόγω του θανάτου του, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ο ίδιος ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίστηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 566/2022).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 566/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. (ΑΠ 288/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της από 4.1.2023 αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 273/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16.10.2024), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από αυτούς υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Χ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου αυτών, Θεοδώρου Γκούβα, δικηγόρου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όλοι οι αναιρεσείοντες και οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος ενάτου αναιρεσείοντος, εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος Θεόδωρος Γκούβας, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση και επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και από την όγδοη των αναιρεσειόντων, Ε. σύζυγο Σ. Μ., το γένος Δ. και Μ. Γ., αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε προσκομίζεται συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο. Κατά συνέπεια, ακύρως η όγδοη αναιρεσείουσα επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ δεν προκύπτει ούτε η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κλήτευση αυτής, προκειμένου να παραστεί στη συζήτηση κατά την άνω ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η ανωτέρω αναιρεσείουσα δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως κατά την παρούσα συζήτηση από τον αναιρεσίβλητο, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη από 4.1.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 273/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε την έφεση -μεταξύ άλλων- των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 217/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή -μεταξύ άλλων- των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 984 παρ. 1 και 987 ΑΚ ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Επομένως, προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini). Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, ο καθαρισμός η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων (ΑΠ 401/2018). Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων ή άλλων νομικών πράξεων ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο. (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 26/2015). Η νομή προσβάλλεται και με την αποβολή του νομέα, εφόσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ` αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 340/2022, ΑΠ 793/2021, ΑΠ 775/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος και δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 983 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι νομείς του επιδίκου ακινήτου είναι ο αναιρεσίβλητος και τα τρία τέκνα του και ότι οι ίδιοι ουδέποτε απέκτησαν τη νομή επ' αυτού. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Ο απώτερος δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Γ. Σ. είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα ακίνητο, εκτάσεως 6 στρεμμάτων περίπου, στη θέση "καμινάκια" του οικισμού Γέφυρας Μονεμβασίας Λακωνίας. Μετά το θάνατο του ανωτέρω Χ. Σ. το 1924 και της συζύγου του Π. το 1926, τα τέκνα τους, Χ., Θ. και Ε. διένειμαν το κληρονομιαίο ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1941 συμβολαίου διανομής, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με αυτόν τον τρόπο περιήλθε σε κάθε ένα από τα τρία τέκνα έκταση 2 στρεμμάτων, αν και η αναγραφόμενη στο συμβόλαιο έκταση ήταν ένα στρέμμα. Ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, Θ. Σ., έλαβε ακίνητο που συνόρευε με ιδιοκτησία του αδελφού του Χ., ιδιοκτησία Α. Σ. και ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Α. και Ε. Φ. Το ακίνητο αυτό αποτελεί και το επίδικο, όπως εμφαίνεται στο από Ιουνίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Δ. Π. και Π. Α., καθόσον οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι νέμονταν με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη διαιρετά τμήματα αυτού μέχρι και τον Απρίλιο 2017, οπότε ο εναγόμενος τους απέβαλε παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους και συγκεκριμένα 1) ο πρώτος ακίνητο εκτάσεως 303,67 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.9, 2) ο πέμπτος ακίνητο εκτάσεως 316,07 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.10, 3) η όγδοη και ένατη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ακίνητο εκτάσεως 336,70 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.8, 4) ο έκτος ακίνητο εκτάσεως 300,09 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.7, 5) ο έβδομος ακίνητο εκτάσεως 294,33 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.11, 6) η τέταρτη ακίνητο εκτάσεως 46,65 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.4, 7) η δεύτερη ακίνητο εκτάσεως 1,18 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.5, 8) η τρίτη ακίνητο εκτάσεως 0,16 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.3, 9) οι πέντε πρώτοι των εναγόντων κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου και ο δέκατος εξ αυτών και κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου η καθεμία από τις όγδοη και ένατη από αυτούς, ακίνητο εκτάσεως 12,45 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με αρ.12, 10) οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου οι τέσσερις πρώτοι και ο δέκατος από αυτούς και κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους πέμπτο και ενδέκατο και η καθεμία από τις όγδοη και ένατη, ακίνητο εκτάσεως 270,57 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με τα στοιχεία π-ρ-6-7-8-24-23-22-21-15-14-13-π και 11) οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου οι τέσσερις πρώτοι και ο δέκατος από αυτούς και κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους πέμπτο και ενδέκατο και η καθεμία από τις όγδοη και ένατη, ακίνητο εκτάσεως 198,13 τμ, εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό με στοιχεία α-β-γ-δ-ε-2-1-α. Το έτος 1957 απεβίωσε ο Θ. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ζ. και την τότε ανήλικη θυγατέρα του Π., κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Οι τελευταίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά ως προς το επίδικο ακίνητο με την υπ' αριθ. .../1959 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα. Το έτος 1976 απεβίωσε ο Χ. Σ., απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, ο οποίος είχε επτά τέκνα, τον Ι., την Ε., την Κ., τη Μ., τον Γ., το Ν. και τη Μ. Πριν το θάνατό του, κατάτμησε την έκταση του ακινήτου που είχε κληρονομήσει ο ίδιος με τα αδέλφια του Ε. και Θ. με το από ... 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του Κ. Σ. και διέθεσε αυτήν με την υπ' αριθ. .../1976 δημόσια διαθήκη του. Μεταξύ δε της παραπάνω έκτασης που κατέλιπε με τη διαθήκη του περιέλαβε και το επίδικο ακίνητο. Οι ενάγοντες, οι οποίοι άπαντες έλκουν δικαιώματα από την εν λόγω διαθήκη, ισχυρίζονται ότι ο δικαιοπάροχός τους Χ. Σ. απέκτησε το επίδικο στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μετά από άτυπη αγορά από τους κληρονόμους του προαποβιώσαντος αδελφού του Θ. τμήματος του ενός στρέμματος που είχε περιέλθει σ' αυτόν διά της ανωτέρω διανομής. Για την απόδειξη του ισχυρισμού τους προσκομίζουν την υπ' αριθ. 26/2018 ένορκη βεβαίωση του Β. Τ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Παναγιώτη Λιαράκου, η οποία δεν κρίνεται αξιόπιστη, καθόσον τη γνώση την απέκτησε από τις διηγήσεις της όγδοης ενάγουσας και του συζύγου της. Οι ενάγοντες εξηγούν πειστικά για ποιο λόγο ο δικαιοπάροχός τους προέβη σε άτυπη αγορά ακινήτου από τη νύφη του Ζ. Σ. και την ανηψιά του Π. Σ., ενώ την ίδια χρονική περίοδο αγόρασε πέντε ακίνητα της κληρονομιάς του αδελφού του Θ. στην περιοχή των Νομίων Μονεμβασίας δυνάμει των υπ' αριθ. .../1959 και .../1959 συμβολαίων, για τη σύνταξη των οποίων χρειάστηκε η άδεια του δικαστηρίου λόγω της ανηλικότητας της Π. Σ. και μετέπειτα συζύγου του εναγομένου. Με βάση τα προαναφερόμενα, προκύπτει ότι δεν έγινε άτυπη αγορά του επιδίκου από το Χ. Σ. και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες είναι αβάσιμα.

Συνεπώς, η Ζ. Σ. και η Π. Σ., πεθερά και σύζυγος του εναγομένου, αντίστοιχα, δεν αποξενώθηκαν από τη νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου. Επιπλέον, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι στους τίτλους κτήσης τους περιέχεται και η άτυπη αγορά από μέρους του δικαιοπαρόχους τους περί τα τέλη στη δεκαετίας του 1940 τμήματος και του εκ της διανομής μεριδίου της προαποβιωσάσης το 1952 Ε. Σ. από τους κληρονόμους της. Ωστόσο αυτή η άτυπη αγορά δεν πραγματοποιήθηκε καθόσον οι τελευταίοι, αποδεχθέντες την κληρονομία με την υπ' αριθ. .../1960 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Δ. Κ., πώλησαν το εκ της διανομής ακίνητο στον Α. Α., ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου, με το υπ' αριθ. 3320/1963 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Επίσης, το έτος 1961 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η Π. Σ. και κατέλιπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους τον εναγόμενο σύζυγό της και τα τρία τέκνα τους, Α., Ζ. και Α. Σ. Το 2006 απεβίωσε η μητέρα της Ζ. Σ., και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα άνω τρία τέκνα του εναγομένου και εγγόνια της. Έτσι, ο εναγόμενος και τα τρία τέκνα του κατέστησαν συγκληρονόμοι του επίδικου οικοπέδου, κατά ποσοστό 9/48 ο εναγόμενος και κατά ποσοστό 13/48 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα. Έκτοτε δε το νέμονται διανοία κληρονόμων το επίδικο ασκώντας διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, όπως επίβλεψη, παραφύλαξη και προστασία των ορίων του. Από το 2010 ο εναγόμενος προβαίνει ανελλιπώς σε καθαρισμό του επίδικου ακινήτου με τη συνδρομή του Κ. Α., ιδιοκτήτη χορτοκοπτικού μηχανήματος, χωρίς ποτέ μέχρι σήμερα να διαμαρτυρηθούν οι ενάγοντες. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν ποτέ τη νομή του επίδικου ακινήτου και ο ισχυρισμός τους ότι αποβλήθηκαν από τη νομή του επιδίκου τον Απρίλιο 2017 είναι αβάσιμος.". Κατόπιν τούτων, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 983 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, Ζ. Σ. και Π. Σ., πεθερά και σύζυγός του, αντίστοιχα, δεν αποξενώθηκαν από τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, ούτε προέβησαν σε άτυπη πώλησή του στις αρχές της δεκαετίας του 1960 στον Χ. Σ., μετά δε τον θάνατο της Π. Σ. και της μητέρας της Ζ. Σ., το επίδικο ακίνητο περιήλθε στους νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, δηλαδή στον εναγόμενο και τα τρία τέκνα του, οι οποίοι νέμονται το ακίνητο αυτό διανοία κυρίων, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ενώ, αντιθέτως, οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους δεν απέκτησαν ποτέ τη νομή του ακινήτου και δεν άσκησαν οιανδήποτε υλική εμφανή πράξη νομής επ' αυτού και ως εκ τούτου, δεν αποβλήθηκαν παράνομα από τη νομή του.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, αναφορικά με την δια της αγωγής επικαλούμενη στο πρόσωπο των εναγόντων νομή επί του επιδίκου και την παράνομη αποβολή τους από αυτό, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές στους ίδιους αναιρετικούς λόγους επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 281/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από τον αναιρεσίβλητο με αριθμό 140, τομ. Β', έτους 1991, ληξιαρχικής πράξης θανάτου της δικαιοπαρόχου του Π. Σ. του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, ως προς τον χρόνο θανάτου της, από το ορθό έτος 1991, στο εσφαλμένο 1961 και έτσι προέκυψε αναγνωστικό λάθος, που επέδρασε ουσιωδώς στην κρίση του Εφετείου, καθώς ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Χ. Σ., κατά τον χρόνο θανάτου της Π. Σ., είχε ήδη προβεί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, στη με παραγγελία του σύνταξη του από ... 1973 τοπογραφικού διαγράμματος και είχε προχωρήσει στην κατάτμηση και διανομή της επίδικης έκτασης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, αλλά από προφανή παραδρομή αναφέρει στο σκεπτικό της ως χρόνο θανάτου της δικαιοπαρόχου του εναγομένου, Π. Σ., το έτος 1961 αντί του ορθού 1991, ενώ την ουσιαστική κρίση του στήριξε όχι αποκλειστικώς, ούτε κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά έλαβε υπόψη όλες τις αποδείξεις που επικαλέστηκαν οι διάδικοι σαφώς και ορισμένως με τις προτάσεις τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005). Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα και την ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, που με επίκληση προσκόμισαν, προς απόδειξη των ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών τους περί της συνεχούς και αδιάλειπτης άσκησης πράξεων νομής επί του επιδίκου μέχρι και τον Απρίλιο του 2017 και συγκεκριμένα : 1) Ως προς τον αρχικό ενάγοντα Ι. Σ.: α) την υπ' αριθ. .../1995 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μονεμβασιάς Ροϊδως Λαβού - Κουρκούλη, β) το υπ' αριθ. πρωτ. ....1995 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Μολάων, το έντυπο Ε9 έτους 2005 και το εκκαθαριστικό σημείωμα ETAK για το έτος 2008, γ) Βεβαιώσεις Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης και αποδείξεις πληρωμής ΕΝΦΙΑ, 2) ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα: α) το υπ' αριθ. .../2010 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μονεμβασιάς Ροϊδως Λαβού - Κουρκούλη, β) την υπ' αριθ. .../2010 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μονεμβασιάς Ροϊδως Λαβού - Κουρκούλη, γ) τις πράξεις Διοικητικού Προσδιορισμού φόρου (ΕΝΦΙΑ) των ετών 2014 έως και 2021, δ) Βεβαίωση Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης μέχρι την 3.5.2018, 3) ως προς τους πέμπτο, έκτο και ένατο αναιρεσείοντες: α) την υπ' αριθ. .../1990 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μονεμβασιάς Ροϊδως Λαβού - Κουρκούλη, β) τη με αριθμό .../1990 συμπληρωματική δήλωση φόρου κληρονομίας, γ) τα υπ' αριθ. .../2005 και .../2005 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μονεμβασιάς Ροϊδως Λαβού - Κουρκούλη, 4) ως προς την έβδομη αναιρεσείουσα : α) την υπ' αριθ. ....2017 Πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μολάων Σταματικής Μπελεγρή - Ατσιδάκου, β) Βεβαιώσεις Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης και ΕΝΦΙΑ και 5) ως προς όλους τους αναιρεσείοντες α) την υπ' αριθ. 26/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Τ. και β) την από 16.5.2017 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία των εναγόντων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 26/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Τ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Μονεμβασιάς Παναγιώτη Λιαράκου καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, άλλα εκ των οποίων ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων, την ως άνω ένορκη βεβαίωση και όλα τα αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα. Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς τους υπό στοιχ. 1), 2), 3), 4), 5), 6), 7), 9) και 10) αναιρεσείοντες και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των άνω αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την όγδοη αναιρεσείουσα, Ε. σύζυγο Σ. Μ., το γένος Δ. και Μ. Γ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4.1.2023 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 273/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την άνω όγδοη αναιρεσείουσα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.1.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 273/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των υπό στοιχ. 1), 2), 3), 4), 5), 6), 7), 9) και 10) αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή