ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1248/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1248/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1248/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1248 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1248/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγούλα Λαγκαδίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης την ...-2015 Μ. Μ. χήρας Α. Κ., το γένος Ι. και Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Γεώργιος Κούτσης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 31-5-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ε. Ρ. του Γ., χήρα Β. Κ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή της Μ. Μ. χήρας Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2639/2013 μη οριστική, 3929/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-8-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της συνεχίζουσας τη δίκη αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 21-8-2023 και με αρ. καταθ. 753/2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 417/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον έφεση κατά της με αρ. 3929/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση, είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την αγωγική βάση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η από 25-8-2010 (με αρ. καταθ.8759/2010) αναγνωριστική κυριότητος ακινήτου αγωγή κατ άρθρο 6 του ν. 2664/1998, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας και τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του κτηματολογικού γραφείο Αμπελακίων Σαλαμίνας του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 051313607006/0/0, της αρχικής ενάγουσας Μ. Μ. χήρας Α. Κ. δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του Α.Κ., 62, 73, 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας, λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση, που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης (ΑΠ 598/2020, Α.Π. 338/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014).

Σε περίπτωση δε, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Τα ένδικα μέσα, που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη (απαράδεκτη) και η συζήτησή της χωρεί νομίμως, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση, επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27/1987, ΑΠ 654/2023, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 433/2017) . Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ ΑΠ 22/2000, ΑΠ 870/2024, ΑΠ 575/2020, ΑΠ 148/2017, Α.Π. 28/2007).

Ειδικότερα, η εκούσια επανάληψη της δίκης, που έχει βιαίως διακοπεί, λόγω θανάτου ενός διαδίκου αυτής, γίνεται από τους κληρονόμους του τελευταίου, ανεξαρτήτως αν αυτοί καλούνται στην κληρονομία εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 870/2024, ΑΠ 906/2020, ΑΠ 27/2021, ΑΠ 1014/2017), ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού. Ειδικότερα, εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξαγάγει τη δίκη, στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 870/2024 ΑΠ 8/2024, ΑΠ 850/2024, ΑΠ 618/2010), ενώ, εάν, αντιθέτως, ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως και κατ' ελεύθερη εκτίμηση του υφισταμένου αποδεικτικού υλικού (ΑΠ 870/2024, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 234/2018, ΑΠ 548/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ε. Ρ. (συνεχίζουσα τη δίκη αναιρεσίβλητη) έγγραφα, μετά τη συζήτηση στο Εφετείο και πριν από την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απεβίωσε στις 31-5-2021, όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτοκ. ...-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος Β. Κ. , κατά του οποίου όμως εγκύρως στρέφεται η αίτηση αναίρεσης διότι δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον έλαβε γνώση του θανάτου αυτού πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης , σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη. Ο Β. Κ. κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από την σύζυγό του Ε. Ρ., που αποδέχτηκε την κληρονομία με την αρ. ...-2023 πράξη, της συμβολαιογράφου Γλυφάδας Μ. Β., περί αποδοχής κληρονομίας με διαθήκη στην οποία αναφέρονται επακριβώς τα εξής: "Ο θανών δυνάμει της από 24-5-2021 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Αθηνών με το με αρ. 6687/8-11-2022 πρακτικό και καταχωρίστηκε στα βιβλία διαθηκών στον τόμο 620 με αρ. 44 και κηρύχθηκε κυρία δυνάμει της υπ αρ. 1697/8-11-2022 απόφασης του ίδιου Ειρηνοδικείου , (τα οποία έγγραφα αμφότερα διορθώθηκαν με την με αρ. 127/2023 απόφαση εκουσίας δικαιοδοσίας ως προς το μητρώνυμο του διαθέτη .....) εγκατέστησε κληρονόμο του την εμφανισθείσα στο παρόν σύζυγό του, Ε. Ρ. του Γ. και της Χ. στο παρακάτω ακίνητο και συγκεκριμένα....".

Συνεπώς, η πιο πάνω εκ διαθήκης κληρονόμος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσε (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της) στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, την λόγω θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά της επανάληψή της. Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη αυτή από την πιο πάνω καθολική διάδοχο του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 22-8-2023 στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 23-8-2021 οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 22-8-2023 δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7. 39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50. 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41. 4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18. 1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23. 3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, με βάση τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ εφαρμόζονται για την κτήση κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού, ως τέτοιας νοούμενης της διενέργειας εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5. 8), 27 Πανδ. (18. 1) και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας. Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28. 7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11. 7) και ν. 69 Πανδ. (29. 2) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις, που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20, 12 πανδ. (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41. 3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41. 10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 πανδ. (51. 4) ως καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση κ.λ.π). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 272/2024, ΑΠ 629/2024, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 130/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 272/2024, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ως άνω αρχικού ενάγοντος, το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης εσφαλμένης αρχικής (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη θέση "Καμίνια" ή "ΚΥΝΟΣΟΥΡΑ" Αμπελακίων Σαλαμίνας βρίσκεται ακίνητο το οποίο έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας με αριθμό ΚΑΕΚ 051313607006/0/0, επιφάνειας 289 τμ κατά τις μετρήσεις του Κτηματολογίου και 280τμ κατά το υπ'αριθμόν ...-1996 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Πειραιά, Α. Χ. - Κ. που μεταγράφηκε στις 26-3-1996 στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας στον τόμο 363 και με αριθμό 483 δυνάμει του οποίου πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα το ακίνητο αυτό από τους α) Μ. σύζυγο Γ. Ρ. ή Ρ. το γένος Ν. και Α. Π., β) Ε. σύζυγο Λ. Γ. το γένος Ν. και Α. Π. γ) Κ. σύζυγο Σ. Μ. το γένος Ν. και Α. Π., δ) Σ. Π. του Α. και της Α. και ε) Α. σύζυγο Κ. Α. το γένος Α. και Α. Π. Το ακίνητο αυτό περιλαμβάνεται στο με στοιχείο Λ Οικοδομικό Τετράγωνο της ανωτέρω περιοχής και αποτελούσε τμήμα ευρύτερης έκτασης στην οποία ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Α. ή Α. Σ. από το 1850 ασκούσε πράξεις νομής με καλή πίστη, όπως η καλλιέργεια αμπέλου και η βόσκηση ζώων μέχρι το έτος 1899 που απεβίωσε έχοντας την πεποίθηση ότι ασκώντας τις πράξεις αυτές δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας τρίτου. Μετά τον θάνατό του υπεισήλθαν στην κληρονομιά και συνέχισαν τις αυτές πράξεις τα παιδιά του α) Π. Σ. ο οποίος απεβίωσε στις ...-1932 και β) Ι. Σ. ο οποίος απεβίωσε το έτος 1908. Μετά τον θάνατο του Ι. Σ. τα παιδιά του Γ. Σ. και Δ. Σ. υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους συνεχίζοντας τις αυτές πράξεις νομής και ακολούθως, μεταβίβασαν αιτία πωλήσεως στο θείο τους, Π. Σ. δυνάμει του υπ'αριθμόν ...-1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στέφανου Παπασημακόπουλου που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 41 και με αριθμό 59 το μερίδιο που είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους, Ι. Σ. Ο Π. Σ. συνέχισε την άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη ως αποκλειστικός νομέας του ακινήτου αυτού καλλιεργώντας αμπέλια και χρησιμοποιώντας το υπόλοιπο τμήμα για την βόσκηση ζώων του. Μετά τον θάνατο του Π. Σ. το ακίνητο περιήλθε στους κληρονόμους του και συγκεκριμένα στην χήρα αυτού, Π. και στα τέκνα του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Σ., Λ., Α. και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά συνεχίζοντας τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους. Η χήρα του Π. Σ. απεβίωσε το έτος 1937 και το μερίδιο της περιήλθε στα ανωτέρω δέκα τέκνα αυτής, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και συνέχισαν την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο. Μετά τον θάνατο του Α. που επισυνέβη το έτος 1952 το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγό του Λ. και στα τέκνα του Π., Π., Μ., Α., Κ. και Π. οι οποίοι συνέχισαν τις αυτές πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό. Μετά τον θάνατο του Π. (Σ. του Α.) που επισυνέβη το έτος 1954 το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγο του Λ. και στους αδελφούς του ,Π., Π., Μ., Α. και Κ. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά αυτή με τις υπ' αριθμούς .../1961 και .../ 1961 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών συνεχίζοντας τις αυτές πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό. Μετά τον θάνατο του Σ. Σ. του Π. το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγο του Ζ. και στα τέκνα του Π., Π., Φ., Α. και Ν. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την με αριθμό .../1961 Πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συνέχισαν την άσκηση των ως άνω πράξεων νομής. Μετά τον θάνατο του Λ. Σ. που επισυνέβη το 1958 το μερίδιο του περιήλθε στην σύζυγό του Ε. και στους αδελφούς του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π. Α., τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Σ., Π., Π., Φ., Α., Ν. και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α., Π., Π., Μ., Α. και Κ. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την υπ'αριθμόν 21565/ 1961 Πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Μ. που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συνέχισαν την άσκηση των αυτών πράξεων νομής στο ακίνητο αυτό, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Α. Σ. κατασκεύασε οικία εντός αυτού βάσει της υπ' αριθμόν 3598/1961 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας Πειραιά. Μετά τον θάνατο της Α. συζύγου Ν. Γ. που επισυνέβη το έτος 1960 το μερίδιο αυτής περιήλθε στον σύζυγο της Ν. και στα τέκνα της, Ι., Μ., Π., Γ. και Μ. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμόν .../1961 Πράξη αποδοχής κληρονομιάς της αυτής συμβολαιογράφου που μεταγράφησε στα οικεία βιβλία μεταγραφών και συνέχισαν την άσκηση των αυτών πράξεων νομής στο ακίνητο αυτό. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω μεταβίβασαν την ευρύτερη επιφάνεια στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο στην Ε. Κ. το γένος Γ. Μ., αιτία πωλήσεως δυνάμει του υπ' αριθμόν .../1961 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στον τόμο 87 και με αριθμό 245, η οποία άσκησε πράξεις νομής στο ακίνητο αυτό προβαίνοντας σε χάραξη ιδιωτικών δρόμων και σε κατάτμηση της συνολικής επιφάνειας σε επιμέρους ακίνητα και ακολούθως, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο αιτία πωλήσεως στον Ι. Ε. του Λ. δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ΣΤ' και με αριθμό 235. Ο Ι. Ε. του Λ. κατέλιπε με διαθήκη το ακίνητο αυτό στην εγγονή του, Α. Δ. του Α., η οποία αποδέχτηκε την κληρονομιά αυτή με την υπ' αριθμόν ...-1994 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Χ. - Κ. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 352 και με αριθμό 249. Στη συνέχεια, η Α. Δ. του Α. μεταβίβασε το ακίνητο αυτό αιτία πωλήσεως στον Σ. Π. του Ν. δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1946 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Χ.-Κ. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 352 και με αριθμό 250. Ο Σ. Π. του Ν. απεβίωσε την ...-1994 και κληρονομήθηκε από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας α) Μ. σύζυγο Γ. Ρ. ή Ρ. το γόνος Ν. και Α. Π., β) Ε. σύζυγο Λ. Γ. το γόνος Ν. και Α. Π., γ) Κ. σύζυγο Σ. Μ. το γόνος Ν. και Α. Π., δ) Σ. Π. του Α. και της Α. και ε) Α. σύζυγο Κ. Α. το γόνος Α. και Α. Π. οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιαία περιουσία με την υπ' αριθμόν ...-1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Χ. - Κ. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 363 και με αριθμό 10. Ακολούθως, οι ανωτέρω κληρονόμοι του Σ. Π. πώλησαν και μεταβίβασαν στην ενάγουσα, Μ. Μ. χήρα Α. Κ. το γένος Ι. και Ι. Π. το επίδικο ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε δυνάμει του υπ'αριθμόν ...-1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Χ. - Κ. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 363 και με αριθμό 483, η οποία συνέχισε την άσκηση πράξεων νομής στο ακίνητο αυτό χρησιμοποιώντας το ως κατοικία και επιμελούμενη των δένδρων και φυτών που είχαν φυτέψει οι δικαιοπάροχοι αυτής αλλά και η ίδια μετέπειτα. Καθ'ολη την διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν από το 1850 και εντεύθεν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, άμεσοι και απώτεροι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με καλή πίστη, όπως η καταμέτρηση, η επόπτευση αυτού, η καλλιέργεια αμπελιού και η βόσκηση ζώων, όπως προαναφέρθηκε, δίχως ποτέ να το εγκαταλείψουν, ενώ η ενάγουσα ασκούσε πράξεις νομής από το έτος 1996 και εντεύθεν δίχως να έχει αποβληθεί από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο το πρώτον, το έτος 2003 διεκδίκησε το ακίνητο αυτό ζητώντας να καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ως Δημόσιο Κτήμα. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητα του δυνάμει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 σχετικών πρωτοκόλλων του Λονδίνου "δικαιώματι πολέμου" (IUREBΕLLICO), ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και των υπηκόων του στο οποίο ανήκε προ και μέχρι την επανάσταση του 1821 κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη, εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών τα οποία κατά την διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους , αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως, κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί). Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Σαλαμίνα οθωμανικά κτήματα όπως και για τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευση τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου αφού η Σαλαμίνα όπως και η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος το 1832 με βάση το από 21-1/3-2-1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη Κωνσταντινούπολης " περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", αλλά και το από 30-8-1832 Πρωτόκολλο της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου και κατόπιν συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του δυνάμει της ως άνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των ως άνω Πρωτοκόλλων ως ανήκουσα προ της επαναστάσεως του 1821 σε Οθωμανούς υπηκόους οι οποίοι κατά το χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλείψει τις περιοχές των Αθηνών, Πειραιώς, Στερεάς και Πελοποννήσου που είχαν προσδιορισθεί ως περιοχές μέλλουσες ν' αποτελέσουν το Ελληνικό Κράτος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η έκταση αυτή προ της επαναστάσεως του 1821 ανήκε σε Οθωμανούς υπηκόους. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του βάσει των διατάξεων του βδ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" καθόσον από το έτος 1820 έως και το έτος 1998 αποτελούσε (δημόσια) δασική έκταση βάσει των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 και 1998 κρίνεται αβάσιμος καθόσον με τις διατάξεις αυτές θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες υπό την προϋπόθεση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη, της ιδιότητας του διεκδικούμενού ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του διατάγματος αυτού, η οποία (προϋπόθεση) στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει αφού το εκκαλούν προς απόδειξη του ισχυρισμού του επικαλείται αεροφωτογραφίες του 1945, οι οποίες δεν επαρκούν ενόψει του χρόνου λήψης τους αφού αναφέρονται σε μεταγενέστερο κατά εκατό δέκα έτη χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του βάσει του βδ 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοιδιόκτητα λιβάδεια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834" καθώς αποτελούσε βοσκότοπο ή λιβάδι κρίνεται ως αβάσιμος καθόσον με τις διατάξεις αυτές θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλους τους βοσκότοπους και τα λιβάδια που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, υπό την προϋπόθεση της ιδιότητας του διεκδικούμενου ως βοσκότοπου ή λιβαδιού κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του διατάγματος αυτού, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία κρίνεται απορριπτέος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, αλλά αντιθέτως ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. ή Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής από το 1850 και εντεύθεν, τις οποίες συνέχισαν οι κληρονόμοι αυτού, όπως προαναφέρθηκε. Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο κρίνεται απορριπτέος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό ήταν αδέσποτο ή ότι είχε εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτού και δεν είχε καταληφθεί από τρίτους, αλλά αντιθέτως ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. ή Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής από το 1850 και εντεύθεν, τις οποίες συνέχισαν οι κληρονόμοι αυτού, όπως προαναφέρθηκε, με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων. Εξάλλου, και αν ακόμη υποτεθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσιο κτήμα ή δάσος που κατά τεκμήριο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 τριακονταετής άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη (με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτει δικαιώματα τρίτων) στο πρόσωπο του Π. Σ. του Α. ή Α. με συνυπολογισμό στο χρόνο νομής αυτού του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του α) Γ. Σ. του Ι. και β) Δ. Σ. του Ι. (εκ των οποίων απέκτησε τη νομή κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου με ειδική διαδοχή δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος) γ) Ι. Σ. του Α. ή Α. και δ) Α. ή Α. Σ. (εκ του οποίου απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής με ανάμειξη στην κληρονομιά). Ως εκ τούτου ο Π. Σ. ο οποίος απεβίωσε το 1932 είχε καταστεί στις 11-9-1915 κύριος της επίδικης εκτάσεως και αν ακόμη υποτεθεί ότι αποτελούσε δημόσιο κτήμα. Το γεγονός δε, ότι ο Π. Σ. του Α. ή Α. ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου μέχρι το 1908 και ακολούθως κατά 100% επιβεβαιώνεται και από το προαναφερόμενο υπ'αριθμόν .../1908 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στέφανου Παπασημακόπουλου που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, καθόσον πέραν του ότι αναφέρεται σ'αυτό ότι οι αδελφοί Γ. Σ. και Δ. Σ. στις 17-3-1908 πώλησαν στον Π. Σ. του Α. ή Α., το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου το οποίο περιήλθε σ' αυτούς από "πατρική κληρονομιά", ήτοι από κληρονομιά του πατέρα τους, Ι. Σ., επισημαίνεται επίσης ότι το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον Π. Σ. του Α. ή Α. Εκ των αναφορών αυτών συνάγεται αφενός μεν γενική αναγνώριση του Π. Σ.υ του Α. ή Α. ως συννομέα μέχρι το 1908 (και αποκλειστικού νομέα για το μετέπειτα διάστημα) του ακινήτου αυτού, αφετέρου δε αναγνώριση του πατέρα τους ως ετέρου συννομέα του ακινήτου αυτού κατά το υπόλοιπο ποσοστό μέχρι του θανάτου του που επισυνέβη το 1908. Η σύμμετρη δε, άσκηση πράξεων νομής των αδελφών Π. Σ. και Ι. Σ. στο ακίνητο αυτό επιβεβαιώνει την παραδοχή της περιέλευσης αυτού σ' αυτούς από κληρονομιά του πατέρα τους, Α. ή Α. Σ. (ο οποίος απεβίωσε το 1899) στην οποία αναμείχθηκαν με γεωργικές καλλιέργειες και βόσκηση ζώων, όπως προαναφέρθηκε. Η καλή πίστη δε, των ανωτέρω απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο από το 1850 μέχρις καταχωρίσεώς του κατά το έτος 2003 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ως αποκλειστικού κυρίου του επιδίκου ακινήτου που έγινε το έτος 2003, ήτοι για χρονικό διάστημα 153 ετών δεν απέβαλε τον εκάστοτε χρήστη του ακινήτου αυτού αναγνωρίζοντας σ' αυτόν κατ' ακολουθίαν το δικαίωμα να συμπεριφέρεται με διάνοια κυρίου. Επίσης, η πεποίθηση των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος ότι το ακίνητο αυτό δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η Κοινότητα Σεληνίων άσκησε την με ημερομηνία 5-8-1963 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά και κατά της Ε. Κ. (άμεσου δικαιοπαρόχου του ήδη εφεσιβλήτου ενάγοντος) για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 18-10-1963 καθώς και την με ημερομηνία 15-4-1965 αγωγή ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 25-2-1965 διεκδικώντας μεταξύ άλλων και την επίδικη έκταση από την Ε. Κ., οι οποίες δεν εκδικάστηκαν καθώς επήλθε μεταξύ των διαδίκων συμβιβασμός δυνάμει της υπ' αριθμόν .../1969 συμβολαιογραφικής πράξεως του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Γ. Π. αφού προηγουμένως η Ε. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην Κοινότητα Σεληνίων το ποσό των 200.000 δραχμών. Στις ενέργειες δε, αυτές δεν θα προέβαινε η Κοινότητα Σεληνίων αν η επίδικη έκταση αποτελούσε Δημόσιο Κτήμα.

Εξάλλου, και τα πρωτόκολλα αποζημιώσεως που είχαν εκδοθεί για την θέση Βάρβαρι της Κυνοσούρας ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Ειρηνοδίκη Ελευσίνος (βλ με ημερομηνία 15-10-1970 έγγραφο της Διεύθυνσης Φορολογίας Δημοσίων Κτημάτων). Κατόπιν όλων αυτών δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ενάγουσα έχει καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Παρά ταύτα έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί Δημόσιο Κτήμα που φέρει τον αριθμό 60 και ανήκει εξ ολοκλήρου στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, πρέπει να διορθωθεί η ανακριβής αυτής πρώτη εγγραφή ώστε να καταχωριστεί αποκλειστική κυρία του ακινήτου αυτού η ενάγουσα με αιτία έκτακτη χρησικτησία δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν. 2664/1998 προθεσμίας από της ημερομηνίας ισχύος του Κτηματολογίου στην επίδικη περιοχή. Σημειώνεται δε, ότι η ενάγουσα απεβίωσε στις 12.1.2015, και στη θέση της υπεισήλθε ως μοναδική πλησιέστερη συγγενής της ο υιός της, Β. Κ. (εφεσίβλητος) ο οποίος αποδέχτηκε την κληρονομιαία περιουσία με την υπ' αριθμόν .../2017 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. η οποία καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας με αριθμό 1724. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, έστω και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία και αντικαθίσταται από την αιτιολογία της απόφασης αυτής και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία της επίδικης έκτασης και περαιτέρω διέταξε την διόρθωση της αρχικής ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας προκειμένου να καταχωρισθεί η ενάγουσα ως αποκλειστική και πλήρης κυρία αυτού με τίτλο κτήση την έκτακτη χρησικτησία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.". Με τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του ν.δ/τος 29-4/16-3-1926 περί συμπληρώσεως του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου έως τις 11-9-1915, των διατάξεων των. Ν 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7) και 69 Πανδ.(29.2) του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου για τις κληρονομίες των θανόντων πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και των διατάξεων των ν. 2Εισ.(2-19), 3Εισ. (3-1), 14 πανδ.(38-16) περί της κληρονομικής διαδοχής από τα ανήλικα υπεξούσια τέκνα του κληρονομουμένου και ν. 12Π(38.16), 3 Εις (2-9), Θεμ.φ. 3 (3-19) περί της κληρονομίας της μητέρας, υπό τις αιτιάσεις ότι: α) ως προς την κληρονομική διαδοχή του Ι. Σ., δεν ιστορεί εάν τα τέκνα του ήταν ανήλικα κατά το χρόνο θανάτου του ώστε να αποκτήσουν αυτοδικαίως την κληρονομία του πατέρα τους και εάν ήταν ενήλικα, εάν η ανάμειξή τους στην κληρονομία έγινε με πρόθεση κληρονόμου ασκώντας επ' αυτής υλικές πράξεις νομής, β) προσμέτρησε τον χρόνο νομής των Ι. Σ., Γ. Σ. και Δ. Σ. στον χρόνο νομής του Π. Σ., χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, οι οποίες δεν προτάθηκαν ούτε με την αγωγή, επικαλούμενο ότι οι Γ. και Δ. Σ., ενόψει των παραδοχών της απόφασης, δεν είχαν γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικοί διάδοχοι του Ι. Σ.υ και ουδέποτε απέκτησαν τη νομή και κυριότητα του 1/2 του μείζονος ακινήτου εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 1) περί κληρονομικής διαδοχής κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, επικαλούμενο ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το γεγονός της κληρονομικής διαδοχής του Ι. Σ. από τους Γ. και Δ. Σ., για το λόγο ότι δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος θανάτου του Ι. Σ. ούτε ο τρόπος της καθολικής διαδοχής αυτού από τα τέκνα του Γ. και Δ. Σ. ούτε αν ήταν ανήλικα ή ενήλικα κατά το χρόνο του θανάτου του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι κατέστησαν κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους και απέκτησαν την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του μείζονος ακινήτου κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. 2) Ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν. 8 παρ. 1 Κωδ.(7.39), 9 παρ. 1 Βασ.(50.14), 2 παρ. 20 Πανδ.(41.4), 6 Πανδ.(44.3), 76 παρ. 1 Πανδ.(18-1 και 7 Πανδ.(23.3) οι οποίες κατ' άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του αστικού κώδικα χρόνο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. 21/8/3-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων του δικαιοστασίου καθώς και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, από τις οποίες συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί έως 11-9-1915, υπό τις αιτιάσεις α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει πλήρη αιτιολογία για τις πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, που προσιδιάζουν στην μορφή του ως δασική έκταση όπως κρίθηκε με έγγραφα της διεύθυνση δασών Πειραιά και του δασαρχείου Πειραιά των ετών 2020, 2011 και 2007, και που άσκησαν οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου (και ήδη της υπεισελθούσας στη θέση αυτού κληρονόμου του Ε. Ρ.), β) ότι δεν προσδιορίζεται κατ έκταση και θέση το επίδικο ακίνητο εντός της μείζονος έκτασης της οποίας την κυριότητα απέκτησαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοί του και ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στην παραδοχή ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου (και ήδη της συνεχίζουσας τη δίκη Ε. Ρ.) νεμόταν ολόκληρο το ακίνητο (και το επίδικο) με καλή πίστη μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ στις 23-2-1946 και γ) ότι οι αιτιολογίες αφενός ότι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου ασκούσαν διακατοχικές πράξεις νομής από το 1850 έως το 1996 και αφετέρου ότι η Κοινότητα Σεληνίων και η απώτερη δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης άσκησαν αντίθετες αγωγές διεκδικήσεως του επιδίκου κατά τα έτη 1963 και το 1965 αντίστοιχα, για τις οποίες τελικά συμβιβάστηκαν, αντιφάσκουν μεταξύ τους για το λόγο ότι δεν είναι δυνατόν να νέμονταν το ίδιο ακίνητο κατά τον ίδιο χρόνο δύο διαφορετικά πρόσωπα.
Όπως προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε και συγκεκριμένα ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας (και ήδη του αναιρεσιβλήτου) Π. Σ. κατέστη κύριος, της μείζονος έκτασης, εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, σαφώς προσδιορισμένο κατά θέση και όρια, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προσμετρώντας στο χρόνο καλόπιστης, σύμφωνα με το ανωτέρω δίκαιο, νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του δηλαδή α) του πατέρα του Α. ή Α. Σ. τον οποίο διαδέχτηκε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή στο μείζον ακίνητο (εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο), το οποίο ο κληρονομούμενος νέμονταν (καλλιέργεια αμπέλου, βόσκηση ποιμνίων του) με καλή πίστη από το 1850 έως το 1899 που απεβίωσε, και β) του Ι. Σ., κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του μείζονος κτήματος, το οποίο αυτός νεμόταν με καλή πίστη από το 1850 έως το 1908 που απεβίωσε καθώς και των κληρονόμων του (τέκνων του) Γ. Σ. και Δ. Σ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία και συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής με καλή πίστη του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μέχρι τις 17-3-1908, οπότε με το με αρ. ...-1908 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στέφανου Παπασημακόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα το σύνολο του κληρονομικού τους μεριδίου ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου του μείζονος ακινήτου στον Π. Σ., που συνέχισε να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής σ αυτό (καλλιεργώντας αμπέλια και χρησιμοποιώντας το υπόλοιπο τμήμα για την βόσκηση ζώων του) επί του όλου μείζονος ακινήτου, πιστεύοντας ότι δεν θίγει το δικαίωμα κυριότητας κανενός τρίτου μέχρι το έτος 1932 που απεβίωσε, συμπληρώνοντας έτσι τριακονταετή άσκηση νομής, με καλή πίστη, από το 1850 έως το 1915, υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως καθολικός διάδοχος του Α. ή Α. Σ. και ως ειδικός διάδοχος των νομίμων κληρονόμων του Ι. Σ. Οτι μετά το θάνατο του Π. Σ. υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του η σύζυγός του και τα τέκνα του και στη συνέχεια με βάση αλληλουχία κληρονομικών διαδοχών και ειδικών διαδοχών στη νομή του επιδίκου ακινήτου, η ενάγουσα κατέστη κυρία του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά δε από αυτήν ο κληρονόμος της Β. Κ. και στη συνέχεια η κληρονόμος αυτού και συνεχίζουσα τη δίκη -αναιρεσίβλητη Ε. Ρ., ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Τούτο διότι, ως προς τις παραδοχές περί κτήσεως κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι κληρονόμοι του Ι. Σ., Γ. και Δ. Σ., εκδήλωσαν με συγκεκριμένες υλικές πράξεις (τις ίδιες που ασκούσε και ο πατέρας τους) την πρόθεσή τους να λάβουν το μερίδιό τους από την κληρονομία και υπεισήλθαν σε αυτή , χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί εάν ήταν ανήλικοι ή ενήλικες κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (ΑΠ 272/2024, ΑΠ 1432/2011, ΑΠ 1571/1983) και στη συνέχεια μεταβίβασαν το εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους επί του μείζονος ακινήτου λόγω πώλησης στον Π. Σ.

Περαιτέρω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του βυζαντορωμαϊκού δικαίου περί κληρονομικής διαδοχής και περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση του χρόνου άσκησης νομής των δικαιοπαρόχων του χρησιδεσπόζοντος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές του α) ότι ο Ι. Σ., ο οποίος ασκούσε από το 1899 πράξεις νομής στο μείζον ακίνητο εντός του οποίου περιλαμβάνονταν και το επίδικο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του Α. ή Α. Σ. που ασκούσε υλικές πράξεις νομής σε ολόκληρο το ακίνητο διανοία κυρίου και με καλή πίστη από το 1850 έως το 1899 που απεβίωσε, κληρονομήθηκε το έτος 1908 εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Γ. και Δ. Σ. και β) ότι οι τελευταίοι το έτος 1908 υπεισήλθαν στην κληρονομία του συνεχίζοντας να ασκούν τις πράξεις νομής που ασκούσε ο πατέρας τους και δικαιοπάροχός τους (Ι. Σ.), με καλή πίστη, μέχρι τη μεταβίβασή του με πώληση στις 17-3-1908 στον Π. Σ., υφίστανται οι προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου περί προσμέτρησης του χρόνου άσκησης της νομής όλων των, με νόμιμο τρόπο γενομένων διαδόχων, δικαιοπαρόχων του τελευταίου (Π. Σ.), στον δικό του χρόνο άσκησης νομής. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι Γ. και Δ. Σ. είναι κληρονόμοι του Ι. Σ. λόγω της συγγενικής σχέσης πατέρα και τέκνων και ότι αυτοί υπεισήλθαν στην κληρονομία του, συνεχίζοντας να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής που ασκούσε ο κληρονομούμενος. Τέλος δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ότι οι κληρονόμοι των απώτατων δικαιοπαρόχων της συνεχίζουσας τη δίκη αναιρεσίβλητης ήταν ανήλικοι κατά τον χρόνο του θανάτου των κληρονομούμενων ή ενήλικοι, διότι αρκούσε η παραδοχή της απόφασης ότι μετά τον θάνατο των γονέων τους εκδήλωσαν, με συγκεκριμένες υλικές πράξεις, την πρόθεσή τους να λάβουν το μερίδιό τους από την κληρονομία αυτή (ΑΠ 272/2024, ΑΠ 1432/2011, ΑΠ 1571/1983), ενώ με σαφήνεια προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Ι. Σ. από το 1899 που απεβίωσε ο δικαιοπάροχός του Α. ή Α. Σ., υπεισήλθε στην κληρονομία αυτού και ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής (καλλιέργεια αμπέλου και βόσκηση των ποιμνίων του) μέχρι τον θάνατό του το 1908.

Περαιτέρω το Εφετείο με πλήρη και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει τις πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου, του Α. ή Α. Σ., των Π. και Ι. Σ. και των Γ. και Δ. Σ., δεχόμενο ότι καλλιεργούσαν αυτό με άμπελο και το χρησιμοποιούσαν για την βόσκηση των ποιμνίων τους από το 1850 έως το 1915 συνεχώς και με την άδολη πεποίθηση ότι δεν θίγουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων. Πληρέστερη εξειδίκευση των διακατοχικών πράξεων δεν απαιτείται, αφού επρόκειτο για ενιαία εδαφική έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης καθώς και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτείνονταν σε όλη την έκταση αυτή, μέσα στην οποία εντάσσεται, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές, το επίδικο εδαφικό τμήμα (ΑΠ 638/2016).

Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δασική έκταση και επομένως οι αιτιάσεις του δεύτερου αναιρετικού λόγου, ότι λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών δεν δύναται να διακριβωθεί ποιές πράξεις νομής ασκούσαν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας στο επίδικο που είχε δασικό χαρακτήρα, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ακόμη σαφώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου κατά θέση και όρια, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός αυτού εντός της μείζονος έκτασης που νεμόταν οι απώτατοι δικαιοπάροχοί της, διότι αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής από το 1850 έως το 1915 σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο. Με τις παραδοχές δε ότι το μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, μεταβιβάστηκε με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το έτος 1961 στην Ε. Κ., η οποία προέβη στην κατάτμηση αυτού με σαφή οριοθέτηση εκάστου εδαφικού τμήματος του ακινήτου και ενόψει των διαδοχικών μεταβιβάσεων της νομής του επιδίκου ακινήτου με καθολική και ειδική διαδοχή έως τη μεταβίβαση αυτού, δυνάμει του με αρ. ...-1996 νόμιμα μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Χ., στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης (συνεχίζουσας τη δίκη) ενάγουσα Μ.- Μ. Κ., το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμόταν ολόκληρο το ακίνητο (και το επίδικο) με καλή πίστη μέχρι την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα στις 23-2-1946 και κατόπιν, οι απώτεροι και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτής ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι ετών, προσμετρώντας έκαστος στο χρόνο της δικής του νομής χρησικτησίας και το χρόνο άσκησης νομής του δικαιοπαρόχου του, έως το έτος 1996. Τέλος οι αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών, στηριζόμενες στο ότι το Εφετείο αναφέρεται στην δικαστική διαμάχη μεταξύ της Κοινότητας Σεληνίων και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Ε. Κ. που έληξε με συμβιβασμό των μερών για το λόγο ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση νομής συγχρόνως από δύο διαφορετικά πρόσωπα, είναι αβάσιμες διότι το Εφετείο αναφέρεται στην παραπάνω δικαστική διένεξη προκειμένου να στηρίξει την παραδοχή του περί της άδολης πεποίθησης των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα τρίτου (καλή πίστη) και δη του Ελληνικού Δημοσίου, υπό το επιχείρημα ότι η Κοινότητα Σεληνίων δεν θα το διεκδικούσε εάν αυτό ανήκε στο Δημόσιο, χωρίς να διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της συνεχίζουσας τη δίκη αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά το υποβληθέν στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, βάσιμο αίτημα της τελευταίας, τα οποία, ωστόσο, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-8-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 417/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή