Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1249 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1249/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Κ. Χ., κατοίκου ..., 4) Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ο. συζύγου Γ. Χ., το γένος Κ., κατοίκου ..., 6) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 8) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., προσωρινώς διαμένοντος στη Χώρα της Νάξου. Ο υπό στοιχείο 6 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί, υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 8 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελένη Τσούνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Δ. Μαρκάτος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 6 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 9-8-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) Μ. - Α. Κ. του Σ. Γ. Κ. και της Ν. Γ. Μ., κάτοικος ..., 2) Ν. Μ. του Γ. και της Α., κάτοικος ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των συνεχιζουσών στη δικονομική θέση του υπό στοιχείο 6 αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 12-1-2023 και με καταθ. 1/2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 26/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ης και 7ου των εφεσιβλήτων-εναγόντων και ερήμην του 6ου εξ αυτών Σ. Κ., κατά την τακτική διαδικασία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288 και 576 παρ. 3 εδ. β ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι το τέλος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι του χρόνου του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος, ότι η γνωστοποίηση γίνεται μόνον δια της επιδόσεως δικογράφου ή δια των προτάσεων ή δια προφορικής δηλώσεως επ' ακροατηρίου ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017), εάν δε η γνωστοποίηση γίνει κατ' άλλον τρόπο, πάσχει ακυρότητα και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, και ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, ο θάνατος ομοδίκου δεν επάγεται την διακοπή της δίκης ως προς τους άλλους ομοδίκους, οπότε η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν (ΑΠ 542/2020).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς ,όμως, ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 765/2022, ΑΠ 565/2020, ΑΠ 1626/2005).
Εξάλλου, από τα άρθρα 74-76 Κ.Πολ.Δ. και 785 επόμ., 1000, 1094, 1113 και 1116 ΑΚ συνάγεται ότι μεταξύ των συγκυρίων ακινήτου που ασκούν αναγνωριστική της κυριότητάς τους αγωγή ή διεκδικητική τοιαύτη, ιδρύεται απλή ομοδικία (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 383/2015,ΑΠ 438/2001). Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 74, 75 76 παρ. 1, 4 και 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, επί απλής ομοδικίας, η εκδιδόμενη απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για καθέναν από τους ομοδίκους, ο οποίος μπορεί να την προσβάλει με αίτηση αναίρεσης, έστω και αν αυτή δεν έγινε τελεσίδικη για τους λοιπούς (ΑΠ 805/2022, ΑΠ 1445/2014).
Στο άρθρο 553 του ΚΠολΔ ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και στο άρθρο 502 του ίδιου κώδικα ότι δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο εφεσίβλητος, εφόσον δικάστηκε ερήμην, εντός της προθεσμίας του άρθρου 503 του ΚΠολΔ, η οποία αρχίζει σε όλες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της απόφασης. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 554 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος, ενάγων ή εναγόμενος, δικάστηκε ερήμην, δικαιούμενος έτσι να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του Εφετείου, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία και δεν αρχίζει πριν από την επίδοση της απόφασης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 § 1 εδ. β' περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 § 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 247/2021, 14/2014, 439/2012, 1466/2010, 1428/2008). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση ερήμην εφετειακής απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν, η τελεσιδικία, δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται (με την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσης, παραίτησης) η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 967/2021, 528/2020, 801/2017, 2199/2013).
Εξάλλου, για να θεωρηθεί ότι η απόφαση έχει εκδοθεί ερήμην αρκεί το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε ο ένας από τους διαδίκους ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο (άρθ. 271 § 1 ΚΠολΔ) και όχι μόνο όταν στηρίζεται στις ειδικές συνέπειες της ερημοδικίας, δηλαδή στο τεκμήριο ομολογίας. Η απόφαση δε αυτή εξακολουθεί να είναι ερήμην έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσιβλήτου (εναγομένου), το Εφετείο, δικάζοντας ως να ήταν και αυτός παρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 §§ 1 και 4 ΚΠολΔ, απορρίπτει την έφεση του κατ' αντιμωλία δικαζόμενου εκκαλούντος (ενάγοντος) και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχεται μερικώς ή ολικώς την αγωγή τούτου. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη έννομου συμφέροντος του ερημοδικασθέντος προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, το οποίο δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ του ότι η έφεση του ενάγοντος έχει απορριφθεί κατ' ουσίαν, όταν η αγωγή του έχει γίνει δεκτή πρωτοδίκως (μερικώς ή ολικώς), δεδομένου, ότι ο ερήμην δικασθείς έχει κατ' αρχήν έννομο συμφέρον για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, την ύπαρξη ή μη του οποίου για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης δεν ερευνά ο Άρειος Πάγος. Το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (ΟλομΑΠ 15/2001, ΑΠ 1139/2023, ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 805/2022, ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 247/2021, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 1152/2018, ΑΠ 965/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι και ο έκτος (6ος) αναιρεσίβλητος Σ. Κ. δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Εμφανίστηκε όμως ο δικηγόρος Δ. Μαρκάτος, ο οποίος δήλωσε α) ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 9-8-2020, προσκομίζοντας την σχετική με αρ. πρωτ. ...-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου και β) ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού Μ.-Α. Κ. (θυγατέρα του) και Ν. Μ. (σύζυγός του), τις οποίες εκπροσωπεί ο ίδιος , προσκομίζοντας τα σχετικά νομιμοποιητικά τους έγγραφα. Σημειωτέον ότι δεν αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση του θανάτου του 6ου αναιρεσιβλήτου και παραδεκτά στρέφει την αναίρεσή του και κατ αυτού. Η παραπάνω, όμως, προσβαλλομένη απόφαση, εκδόθηκε στις 23-2-2021 ερήμην του 6ου εφεσιβλήτου Σ. Κ. και αφού είχε αποβιώσει αυτός (στις 9-8-2020) και, κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (12-1-2023), δεν είχε καταστεί τελεσίδικη (για τον συγκεκριμένο αναιρεσίβλητο) καθόσον οι κληρονόμοι του είχαν ενεργό δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (502 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της, ερήμην του, εκδοθείσας απόφασης στους κληρονόμους του κατ' άρθρο 146 αρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε το αναιρεσείον, που δεν κατέθεσε προτάσεις, επικαλείται επίδοση της εν λόγω απόφασης στο δικόγραφο της αναίρεσης, προκειμένου να αρχίσει η προθεσμία της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας για τις κληρονόμους, ούτε προσκομίζεται βεβαίωση περί τελεσιδικίας του αρμόδιου γραμματέα. Για την άσκηση δε ανακοπής ερημοδικίας, δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία αλλά απαιτείται επίδοση της ερήμην απόφασης για την έναρξη της προθεσμίας προς άσκησή της.
Περαιτέρω ρητή δήλωση παραίτησης από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ή συνομολόγηση τέτοιας παραίτησης, δεν αποτελεί η παράσταση των κληρονόμων ενώπιον του Αρείου Πάγου και η δήλωσή τους ότι συνεχίζουν τη δίκη, διότι η τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης κατά τα ήδη εκτεθέντα, τυχόν δε παραίτηση από το ένδικο μέσο δεν έχει αναδρομική ισχύ. Ενόψει τούτων η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τον έκτο (6ο) αναιρεσίβλητο κα ήδη ως προς τους κληρονόμους του , λόγω μη τελεσιδικίας της προσβαλλομένης απόφασης και να ερευνηθεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, ενόψει του ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας διότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης ούτε το αναιρεσείον, που δεν κατάθεσε προτάσεις, επικαλείται με την αίτηση αναίρεσης τέτοια επίδοση, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
2. α) Σύμφωνα με τις διατάξεις του παλαιού μουσουλμανικού ιερού νόμου που ήταν άγραφο δίκαιο και το πρώτον ενσωματώθηκε σε γραπτούς κανόνες με την 7η Ραμαζάν του (μουσουλμανικού) έτους 1274 (και χριστιανικού 1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ). Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονταν από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο (όπως καταχωρήθηκαν στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν) και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών). Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους". Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 27/2019). Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1937, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν. 1,23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 974/2008).
Περαιτέρω, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά. Τα αυτά ίσχυαν και επί των ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το Β Δ. 18 της 30-11-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών" ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν δε πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα άνω εκτεθέντα και σ' αυτά η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει,ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.
Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος", και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν. ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος" με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 702/2023, ΑΠ 23/2021).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 62 §1 εδ. β` του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", το κατά την §1 εδ. α` του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων ". Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 984/2017). Δηλαδή στην περίπτωση αυτή του μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου για τα δάση και τα λιβάδια, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, οπότε αρκεί να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ο ενάγων ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017). β) Κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει, συγχρόνως, τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 91/2024, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1079/2019).
Περαιτέρω αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας του ακινήτου και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει ο ενάγων να αποδείξει και την κυριότητα αυτών, μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη. Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας. Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17-29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) κατά τις διατάξεις του από 3-15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) είναι δημόσια γαία, που περιήλθε σ' αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή κατά το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25/25-08-1923 ΝΔ., ε) κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και στ) περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Δημοσίου συνιστούν ενστάσεις (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 117/2020).
Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί κατ' αντένσταση, καθ' υποφορά με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του (κύριο σώμα αυτών ή με την προσθήκη), ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το ακίνητο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών πριν τις 15-11-1915, οι οποίοι έτσι κατέστησαν κύριοι του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και σε δημόσια κτήματα, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", και μάλιστα ανεξάρτητα της φύσης αυτών, αν δηλαδή πρόκειται για δάσος ή βοσκότοπο ή άλλης μορφής ακίνητο (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 246/2023). Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί εδώ, ότι εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 15-11-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1636/2024, ΑΠ 385/2021).
3.α - Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, όταν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως τού άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ. παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 335/2020, ΑΠ120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Επίσης κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1566/2024, ΑΠ 289/2023, ΑΠ 1275/2018). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 509/2023, ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 447/2021, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην προκειμένη περίπτωση , με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας , στηρίζοντας τον αναιρετικό αυτό λόγο στον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Προς τούτο επικαλείται ότι η αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου συμπληρωμένες μέχρι την 11-9-1915, για το λόγο ότι το εναγόμενο προέβαλε ισχυρισμό τόσο με τους λόγους έφεσης όσο και με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα ως χορτολιβαδικής μορφής έκταση, όπως χαρακτηρίσθηκε με την με αρ. 2476/1992 πράξη χαρακτηρισμού. Αιτιάται ειδικότερα το αναιρεσείον για την υποστήριξη της αοριστίας της αγωγής , ότι σε αυτήν δεν αναφέρονται ούτε συμπληρώθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι συγκεκριμένες πράξεις νομής επί χορτολιβαδικής έκτασης των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και ο χρόνος που έλαβαν χώρα αυτές. Ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον το οποίο με την αίτησή του προσβάλλει απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως εκκαλούν που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν αναφέρει σ αυτήν για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, όπως έπρεπε κατά τα ήδη εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί από το ίδιο στο Εφετείο ως λόγος έφεσής του, χωρίς να αρκεί η επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως του ζητήματος του ορισμένου της αγωγής, αφού ο περί αοριστίας αυτός ισχυρισμός δεν ανήκει σ εκείνους, οι οποίοι κατ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, έστω κι αν δεν είχαν προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας.
Εξάλλου ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης δεν είχε προβληθεί ως λόγος έφεσης , επίσης όπως προκύπτει και από την επισκόπηση της από 15-9-2017 αγωγής, περιγράφονται οι επί τουλάχιστον 130 έτη πράξεις νομής των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων (καλλιέργεια με σιτηρά, χορτονομή, περίφραξη, εμβαδομέτρηση, εκμίσθωση, βοσκή ζώων, διάθεσή του για απόληψη αδρανών υλικών, μεταβιβαστικές πράξεις τμημάτων του ακινήτου και πράξεις διανομής).
β) Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά το δε άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 289/2023, ΑΠ 115/2021). Τέλος κατά τον αριθμό 13 του άρθρου 559 , αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κ.λ.π. και που οφείλει να αποδείξει ο υποβολών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. (ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 903/2019).
4.-Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 15-9-2017 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκθέτοντας ότι είναι συγκύριοι (αυτοί και άλλοι τρείς συγκύριοι -μη διάδικοι στην προκειμένη δίκη) κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά έκαστος, ενός ακινήτου-αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη Νάξο, στη θέση "Στυλίδα" του δημοτικού διαμερίσματος Αγίου Αρσενίου του Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, που περιήλθε στην κυριότητά τους με παράγωγο τρόπο δυνάμει των διαδοχικών νομίμων τίτλων κτήσης κυριότητας από το 1880 μέχρι το 1992, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι αυτό οι ίδιοι και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για 130 χρόνια ασκώντας διανοία κυρίων τις πράξεις νομής που περιγράφονται στην αγωγή, χωρίς να ενοχληθούν και να αμφισβητηθεί η κυριότητά τους ποτέ από κανέναν και δη από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο για πρώτη φορά αμφισβήτησε το δικαίωμα της κυριότητάς τους το 1992 εκδίδοντας πράξη χαρακτηρισμού αυτού ως εν μέρει χορτολοβαδικής έκτασης, ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι των εξ αδιαιρέτου ποσοστών της κυριότητας εκάστου επί του επιδίκου ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 31/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, εκτός από την βάση της κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, και κατά λοιπά έγινε δεκτή η αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την με αρ. καταθ. 27/9-5-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 26/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για το λόγο ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου εκτάσεως 2.430 τ.μ. αποτελεί αιγιαλό και δεν περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία των εναγόντων, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή και δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, χαρακτήρισε τους περί ιδίας κυριότητος προβληθέντες ισχυρισμούς του Δημοσίου ως ένσταση και απέρριψε αυτήν ως απαραδέκτως προβληθείσα το πρώτον με την έφεσή του, διαλαμβάνοντας επακριβώς τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, τις οποίες επανέφερε με την έφεσή του ενώπιον του Δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, αρνήθηκε τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη έκταση έχει χαρακτηριστεί ως χορτολιβαδική με τελεσίδικη απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, χωρίς να προβάλει όμως παραδεκτά ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, ενώ με την υπό κρίση έφεση προβάλλει περαιτέρω, πλην απαραδέκτως στο στάδιο αυτό της δίκης (άρθρο 527 ΚΠολΔ), την ως άνω ένσταση, επικαλούμενο ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει των με ημερομηνίες 3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου / 1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/λεως της 27 Ιουνίου / 1 Ιουλίου 1832, άλλως ως αδέσποτο, δυνάμει των διατάξεων του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., του άρθρου 16 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του α.ν. 1539/1938 και του άρθρου 972 ΑΚ, άλλως ως λειβάδι ή βοσκότοπος, δυνάμει του άρθρου 1 του β.δ. με ημερομηνία 3/15.12.1833, ενόψει του ότι ήταν ανέκαθεν χορτολιβαδική έκταση και, ως εκ τούτου, περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, η δε νομή του παρέμεινε στο τελευταίο, αφού για την επικαρπία του δεν είχε εκδοθεί έγγραφο "ταπί" επί τουρκοκρατίας, άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία" και στη συνέχεια δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Το επίδικο γεωτεμάχιο, που φέρει το όνομα "Σελλάδι", βρίσκεται στη θέση "Στυλίδα" (ή "Στελίδα") της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας του Αγίου Αρσενίου και ήδη Δ.Δ. Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων Ν. Κυκλάδων, εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4 ... 26, 27, 1 στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Ν. Κ., έχει έκταση κατά το διάγραμμα αυτό 69.158 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Κ., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Κ., εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Μ. - Χ. και δυτικά με ιδιοκτησία Π. Μ. - Χ. Στην ως άνω έκταση του επιδίκου περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός, ο καθορισμός του οποίου δεν έχει γίνει έως σήμερα κατά τη διαδικασία του ν. 2971/2001 ("Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει (και προηγουμένως του ν. 2344/1940), αφού δεν προκύπτει τούτο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλην όμως, όπως προκύπτει από την στις 19.12.2006 κατατεθείσα στο Εφετείο Αιγαίου έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (όπως θα αναφερθεί και παρακάτω), το συνολικό εμβαδόν του επιδίκου που βρέχεται από το μέγιστο πλην σύνηθες χειμέριο κύμα, όπως εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου τοπογράφου μηχανικού, ανέρχεται σε 2.430 τ.μ. και απεικονίζεται με τους περιμετρικούς αριθμούς 15,16,17,18,19,20,21,15. Σύμφωνα με την με αριθ. 58/16.10.1997 έκθεση αυτοψίας του Πρωτοδίκη Νάξου (η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω) στη δυτική πλευρά του όλου ακινήτου, στην κορυφή του υπάρχοντας λοφίσκου υπάρχει παλαιό αλώνι και πλησίον αυτού βράχοι από γκρεμισμένη μάνδρα. Στην κορυφή του λόφου η περιοχή είναι βραχώδης και στην ίδια πλευρά (δυτική) υπάρχουν γκρεμισμένες ξερολιθιές και σε μικρή απόσταση από τα παραπάνω υπάρχει και δεύτερο αλώνι και κατεστραμμένη στέρνα. Σε όλο το ακίνητο υπάρχουν διάσπαρτα φρύγανα, σχίνα και ρύκια. Στη βόρεια πλευρά του το όλο ακίνητο διασχίζεται από κάποιους δρόμους που δημιουργήθηκαν τα τελευταία έτη που κατασκευάστηκε το αεροδρόμιο Νάξου. Στην ανατολική πλευρά του όλου ακινήτου βρίσκονται γκρεμισμένες μεγάλες πέτρες από παλιά περίφραξη.", κατόπιν διέλαβε τους τίτλους κτήσης του ακινήτου από το 1880 έως τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, για τη θεμελίωση του επικαλούμενου ποσοστού συγκυριότητας του καθένα από αυτούς στο επίδικο και συγκεκριμένα δέχθηκε τα ακόλουθα: "1) Με το με αριθ. ....1880 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Δ. Λ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου (τόμ. 11, αριθ. 2493), ο Ν. Λ. και ο αδελφός του Α. Λ. πώλησαν στον Α. Χ., μεταξύ άλλων ακινήτων, "έν κτήμα κείμενον εις θέσιν Στελίδα του Δήμου Νάξου, καλούμενον Πύργο, συνιστάμενον από καλλιεργημένον αγρόν και αποκεχωρισμένας και βοσκήσιμους γαίας, συνορεύον ανατολικώς με γαίας Γ. X. Β., αφ' ών χωρίζονται δια διακριτικών σημείων, δυτικώς με παραλίαν, καθώς και αρκτικώς, και μεσημβρινός Γ. Ν., αφ' ού χωρίζεται δια τάφρου". 2) Ο αγοραστής Α. Χ. απεβίωσε τον ... του 1890 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες του Μ. σύζ. Ε. Π., Ο. σύζ. Π. Κ. και Φ. σύζ. Μ. Μ. Η τρίτη παραιτήθηκε από την κληρονομιά υπέρ των δύο άλλων αδελφών της. Κατόπιν τούτου, με το με αριθ. ....1900 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Νάξου Μ. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου, τέως Δήμου Βίβλου (τόμ. 19, αριθ. 129), στο οποίο διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, η θυγατέρα του Α. Χ. Μ., σύζ. Ε. Π., έλαβε στην μερίδα της, μεταξύ άλλων κληρονομιαίων ακινήτων, "τα δια του υπ' αριθ. ... πωλητηρίου του έτους 1880 του συμβολαιογράφου Νάξου Δ. Λ. πωληθέντα μεταξύ άλλων ακίνητα κτήματα από της τετάρτης παραγράφου μέχρι τέλους εν τοις δήμοις Νάξου και Βίβλου κείμενα ως αυτόθι ορίζονται και περιγράφονται", στα οποία περιλαμβάνεται το ανωτέρω ακίνητο, λαμβανομένου ότι η συγκληρονόμος αδελφή της Ο. σύζ. Π. Κ. έλαβε με τη διανομή άλλα κληρονομιαία (οικία στην πόλη της Νάξου και οικόπεδο στην θέση Άγιος Γεώργιος της πόλης της Νάξου). 3) Με το με αριθ. ....1921 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Μ. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου, τέως Δήμου Βίβλου (τόμ. 26, αριθ. 77), η ανωτέρω Μ. χήρα Ε. Π., το γένος Α. Χ., πώλησε στους Κ. Α. Κ. και Κ. Φ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο, ...... 4) Όταν απεβίωσε η Κ. σύζ. Α. Κ., κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου α) από τον εγγονό της Α. Κ. Φ., γιο της θυγατέρας της Φ. (συζ. Κ. Φ., το γένος Α. Κ.), που προαποβίωσε το 1919, β) την θυγατέρα της Α. σύζ. Β. Α., το γένος Α. Κ. και γ) τον γιο της Δ. Α. Κ., στον καθένα από τους οποίους περιήλθε ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου από το μερίδιό της του 1/2 ή 6/12 εξ αδιαιρέτου στο όπως παραπάνω ακίνητο. Ο Δ. Α. Κ. απεβίωσε το 1935 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους δύο αμέσως ανωτέρω συγκληρονόμους του, κατά το ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα και έτσι σε καθέναν από τους τελευταίους περιήλθε το ιδανικό μερίδιο 3/12 ή 1/4 από το κληρονομιαίο μερίδιο (του 1/2) της Κ. συζ. Α. Κ. στο εν λόγω ακίνητο. Στη συνέχεια, με το με αριθ. ....1952 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Νάξου Β. Δ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου (τέως Δήμου Βίβλου) (τόμ. 83, αριθ. 352), η Α. σύζ. Β. Α., το γένος Α. Κ., δώρισε στην θυγατέρα της Κ. σύζ. Θ. Π., το γένος Β. Α., μεταξύ άλλων, και το ιδανικό μερίδιό της του 1/4 στο ως άνω ακίνητο το οποίο περιγράφεται ως εξής: "... δωρείται ... 1) Το ανήκον (τη δωρητρία) εν τέταρτον εξ αδιαιρέτου μερίδιον εξ ενός ολοκλήρου βουνώδους αγρού καλουμένου Πύργος κειμένου εις την θέσιν Στυλίδα της περιφέρειας της Κοινότητος Αγερσανίου του τέως Δήμου Βίβλου συνολικής εκτάσεως εντελώς βουνώδους βοσκοτόπου δέκα περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως επί πλέον ή έλασσον είναι, των λοιπών μεριδίων του (3/4) ανηκόντων εις τον Α. Κ. Φ., συνορεύοντος ολοκλήρου πέριξ με θάλασσαν και με όμοιους βουνώδεις αγρούς Κ. Φ. και Α. Π. ...". 5) Ακολούθως, το 1955 οι συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου, ήτοι α) ο Κ. Ν. Φ. (γαμβρός της Κ. Κ., σύζ. της προαποβιώσασας Φ. και πατέρας του Α. Κ.), που είχε αποκτήσει το 1/2 ιδανικό μερίδιο στο ως άνω ακίνητο με το με αριθ. .../1921 πωλητήριο συμβόλαιο, β) ο γιος του Α. Κ. Φ., που είχε αποκτήσει το 1/4 ιδανικό μερίδιο από τις κληρονομιές της μητέρας της μητέρας του (Κ. Κ.) και του θείου του Δ. Κ. και γ) η Κ. σύζ. Θ. Π., το γένος Β. Α., που είχε αποκτήσει το 1/4 ιδανικό μερίδιο από δωρεά εν ζωή της μητέρας της Α. συζ. Β. Α., προέβησαν στη διανομή του με το με αριθ. ....1955 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Νάξου Π. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών Δήμου Νάξου (τέως Δήμου Βίβλου) (τόμ. 85, αριθ. 408). Με το συμβόλαιο αυτό δήλωσαν ότι έχουν στη συγκυριότητά τους κατά ιδανικά μερίδια 1/4 ο πρώτος, 1/2 ο δεύτερος και 1/4 η τρίτη, .........και όρισαν να λάβουν, α) ο Α. Κ. Φ. "εκ του προς την βορείαν πλευράν του βοσκοτόπου τούτου τεμαχίου, καλουμένου "Σελλάδι" τα τρία τέταρτα εκ τούτου" .., το νότιο μέρος από το μεσαίο τμήμα ολόκληρης της έκτασης, το ονομαζόμενο "Αυλάκι", τμήμα τεμαχίου ονομαζόμενου "Σταμούλου" προς την ανατολική πλευρά του, που αποτελεί τα τρία τέταρτα του όλου τεμαχίου, με όρια βόρεια και ανατολικά Κ. Ι. Μ., νότια με Α. Ε. Α. και δυτικά με το υπόλοιπο ένα τέταρτο, που έλαβε (όπως παρακάτω) η Κ. σύζ. Θ. Π., από το οποίο χωρίζεται με λίθινα σημεία που έθεσαν με συμφωνία από κοινού τα μέρη, ολόκληρο τεμάχιο με την ονομασία "Γαϊτάνι", ολόκληρο επίσης τεμάχιο ονομαζόμενο "Χουλιάρια", καθώς και ένα ακραίο τεμάχιο, έκτασης δύο περίπου στρεμμάτων χέρσας γης, τα οποία επίσης προσδιορίζονται κατά τα όριά τους, β) ο Κ. Ν. Φ. έλαβε το βόρειο τμήμα του "Αυλακιού" μετά τις προς βορράν τούτου μάνδρες, γούβες και χωματίστρα, και γ) η Κ. σύζ. Θ. Π., που υπήρξε η (απώτερη) δικαιοπάροχος των εναγόντων έλαβε γα) "το βορειοανατολικόν εν τέταρτον, κατ' έκτασιν, εκ του ως άνω τεμαχίου "Σελάδι" του βοσκοτόπου τούτου τμήμα, συνορευόμενον, βορείως και δυτικώς με τα άνω τρία τέταρτα του ίδιου τεμαχίου" (Σελάδι), που έλαβε με το ίδιο διανεμητήριο συμβόλαιο ο Α. Κ. Φ., "οριζόμενον τούτων δια σημείων τεθέντων από συμφώνου, υπό των μερών και θάλασσαν, ανατολικώς με Κ. Ι. Μ. και νοτίως με το "Αυλάκι"", ήτοι, τμήμα της όλης έκτασης, που έλαβε με το ίδιο συμβόλαιο ο Κ. Ν. Φ. και γβ) προς νότον του βοσκοτόπου ολόκληρο το βουνώδες τεμάχιο (του βοσκοτόπου), καλούμενο "Κεντράκια" ή "Πύργος", ομού μετά του συνεχομένου προς νότο τετάρτου από το τεμάχιο το καλούμενο "Σταμούλου", που συνορεύει στο σύνολό του βόρεια με το "Αυλάκι" (Α. Κ. Φ.), από το οποίο χωρίζεται με λίθινο τοίχο (ξηρολιθιά), δυτικά με θάλασσα, νότια με υπόλοιπο τμήμα του τεμαχίου "Σταμούλου" (Α. Κ. Φ.), από το οποίο χωρίζεται με λίθινα σημεία που τέθηκαν από κοινού και με συμφωνία των μερών, όπως και ανατολικά. Με το ίδιο διανεμητήριο συμβόλαιο συνέστησαν δουλείες διόδου, ώστε όλα τα γεωτεμάχια που προήλθαν από την διανομή αυτή να έχουν πρόσβαση στην νοτίως του όλου ακινήτου διερχόμενη δημόσια οδό. 5) Πριν την ως άνω διανομή, με το με αριθ. ....1955 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Π. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. 85, αριθ. 395), η Κ. σύζ. Θ. Π., το γένος Β. Α., πώλησε το ως άνω ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου στο ευρύτερο ακίνητο, που είχε αποκτήσει με το όπως παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο ....1952 και με την αυτή περιγραφή στον Ε. Α. Κ. 6) Με το με αριθ. ....1969 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. 39, αριθ. 231), ο Ε. Α. Κ. πώλησε στον Α. ντε Γ. Τ. (A. D. G. J.), Αμερικανό υπήκοο, το 1/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου που είχε αγοράσει από την Κ. σύζ. Θ. Π., σε συνδυασμό με το όπως παραπάνω διανεμητήριο συμβόλαιο του ακινήτου τούτου, ... 7α) Με το με αριθ. ....1987 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Δήμου Νάξου), (τόμ. 58, αριθ. 382), ο ανωτέρω Α. ντε Γ. Τ. (A. D. G. J.) πώλησε στην Ε. Κ. του Ν. ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου που αγόρασε με το προηγούμενο πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο περιγράφεται στον εν λόγω τίτλο ως εξής: "ένα ολόκληρο αγροτεμάχιο που ονομάζεται "ΣΕΛΑΔΙ" βρίσκεται στη θέση ΣΤΥΛΙΔΑ της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Αγερσανίου Νάξου, το οποίο εμφαίνεται σε τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Μ., από Ιουλίου 1987.... 7β) Με το με αριθ. ....1992 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 62, αριθ. 645), ο ανωτέρω Α. ντε Γ. Τ. (A. D. G. J.) πώλησε στην αυτή Ε. Κ. του Ν., ήδη σύζ. Μ. Π., ποσοστό συγκυριότητας 30% εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου ακινήτου που αγόρασε με το ....1969 πωλητήριο συμβόλαιο, και το οποίο περιγράφεται όπως και στον αμέσως προηγούμενο τίτλο. 8) Με το με αριθ. ....1987 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 58, αριθ. 383), ο ανωτέρω Α. ντε Γ. Τ. (A. D. G. J.) πώλησε στον Σ. Κ. του Γ., ποσοστό συγκυριότητας 20% εξ αδιαιρέτου επί του αυτού ως άνω ακινήτου που αγόρασε με το ....1969 πωλητήριο συμβόλαιο, και το οποίο περιγράφεται όπως και στους δύο αμέσως προηγούμενους τίτλους. 9) Περαιτέρω, με τα με αριθ. ....1988 και ....1989 πωλητήριο συμβόλαιο και πράξη αποδοχής αγοράς αντίστοιχα του ίδιου συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένα στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 59, αριθ. 18 και 19 αντίστοιχα), η ανωτέρω Ε. Κ. του Ν., σύζ. Μ. Π., πώλησε στους έβδομο και όγδοο των εναγόντων Κ. Α. Τ. και Ι. Α. Τ., από κοινού, ποσοστό συγκυριότητας 6,66% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου είχε αγοράσει ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου με το όπως παραπάνω με αριθ. ....1987 πωλητήριο συμβόλαιο, με την ίδια περιγραφή. 10) Με το με αριθ. ....1992 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 62, αριθ. 813), η Ε. Κ. του Ν., σύζ. Μ. Π., πώλησε στους τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων Γ. Κ. Χ. και Ο. σύζ. Γ. Χ., το γένος Κ., από κοινού, ποσοστό συγκυριότητας 7% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου είχε αγοράσει ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου με το όπως παραπάνω με αριθ. ....1987 πωλητήριο συμβόλαιο, με την ίδια περιγραφή. 11) Με το με αριθ. ....1992 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 62, αριθ. 814), η Ε. Κ. του Ν., σύζ. Μ. Π., πώλησε στον τρίτο των εναγόντων Κ. Ν. Χ. ποσοστό συγκυριότητας 7% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου είχε αγοράσει ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου με το όπως παραπάνω με αριθ. ....1987 πωλητήριο συμβόλαιο, με την ίδια περιγραφή. 12) Με το με αριθ. ....1992 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 62, αριθ. 815), η Ε. Κ. του Ν., σύζ. Μ. Π., πώλησε στην δευτέρα των εναγόντων Σ. Δ. Χ. ποσοστό συγκυριότητας 7% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου είχε αγοράσει ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου με το όπως παραπάνω με αριθ. ....1987 πωλητήριο συμβόλαιο, με την ίδια περιγραφή. 13) Με το με αριθ. ....1993 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 64, αριθ. 2), η ανωτέρω (δευτέρα των εναγόντων) Σ. Δ. Χ. πώλησε στον πρώτο των εναγόντων Π. Δ. Κ. ποσοστό συγκυριότητας 3,5% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου είχε αγοράσει ποσοστό συγκυριότητας 7% εξ αδιαιρέτου με το όπως παραπάνω με αριθ. ....1992 πωλητήριο συμβόλαιο, με την ίδια περιγραφή". Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατόπιν της από 20.6.1988 αίτησης που υπέβαλαν ο έκτος των εναγόντων και η δικαιοπάροχος των λοιπών Ε. Κ. - Π., αλλά και αιτήσεων άλλων ενδιαφερομένων για την ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται η επίδικη έκταση, εκδόθηκε η με αριθ. ....1992 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων η οποία χαρακτήρισε ως δασική έκταση 718 στρεμμάτων, έκταση 248 στρεμμάτων ως χορτολιβαδική και έκταση εμβαδού 1.057 στρεμμάτων ως μη δασική ή χορτολιβαδική και με βάση την ανωτέρω πράξη το επίδικο περιλήφθηκε στην χαρακτηρισθείσα ευρύτερη δασική έκταση, ότι μετά από άσκηση των από 25-11-1992 αντιρρήσεων της δικαιοπαρόχου των εναγόντων εκδόθηκε η με αρ. 14/1996 απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων που δέχθηκε τις αντιρρήσεις εν μέρει και αποφάνθηκε ότι έκταση 11.665 τ.μ. η οποία το 1945 ήταν αγροτικό περιτοιχισμένο, το 1960 παρουσίαζε εικόνα εγκαταλειμμένου αγρού και σήμερα παρουσιάζει εικόνα εγκαταλειμμένου αγρού που διατηρεί ωστόσο τον αγροτικό του χαρακτήρα, ότι το υπόλοιπο 48.335 τ.μ. είναι δασική έκταση με βλάστηση δασικών ειδών (σχίνο, ρείκι) ενώ τμήμα της είναι εκχερσωμένο, ότι κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 20-6-1996 προσφυγή τους ενώπιον της δευτεροβάθμιας επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό τμήματος έκτασης 59.000 τ.μ. ..... ως δασικής, η οποία με την με αρ. 47/1999 απόφασή της χαρακτήρισε έκταση 59.000 τ.μ. ως χορτολιβαδική ως ακολούθως: "Χαρακτηρίζει την έκταση εμβαδού 59.000 τ.μ. ως χορτολιβαδική της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν.998/79 διότι καλυπτόταν από χορτολιβαδική βλάστηση ανέκαθεν και η δασική βλάστηση είναι μικρότερη από το 15% (σχοινά, ρείκι κλπ.).......", ακολούθως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε επακριβώς τα εξής :
"Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. οικ.3966/2006 βεβαίωση τελεσιδικίας της ως άνω απόφασης της Β/θμιας ΕΕΔΑ από την Διεύθυνση Δασών Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, στην οποία σημειώνεται ότι η εν λόγω Υπηρεσία δεν έχει διερευνήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ως άνω έκτασης, ότι για διασφάλισή τους και για να θεωρείται οριστικά λυμένο το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει, εφόσον επικαλούνται κτήση αυτής, να προσκομίσουν στη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων αντίστοιχη διοικητική ή δικαστική απόφαση, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3208/03 και ότι σε κάθε άλλη περίπτωση προβάλλονται δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και μέχρι την επίλυση της ιδιοκτησιακής διαφοράς τελεί υπό την διοίκηση και διαχείριση της ίδιας Υπηρεσίας. Ήδη, με την με αριθ. 72698/14.11.2017 διαπιστωτική πράξη της Διευθύντριας Δασών Κυκλάδων, που εκδόθηκε ενόψει της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, πιστοποιήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη σωρευτικά τα στοιχεία που λήφθηκαν από τον χάρτη Γ.Υ.Σ., κλίμακας 1:5000, ήτοι, υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας 0 μ. έως 150 μ., μέση κλίση της εδαφικής επιφάνειας της έκτασης 25% και μέγιστη εδαφική κλίση της έκτασης 35%, ότι η έκταση που βρίσκεται στη θέση "Στελίδα" Δήμου Νάξου & Μικρών Κυκλάδων της ΠΕ Κυκλάδων, εμβαδού 69.158 τ.μ., και έχει τελεσιδίκως χαρακτηριστεί με την με αριθ. 47/1999 απόφαση της Β/θμιας ΕΕΔΑ, προσδιορίζεται εννοιολογικά και διακρίνεται αυτή αντίστοιχα ως ανήκουσα στην παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ. 32/2016 και στην παρ. 5α του άρθρου 3 του ν. 998/1979 ως ισχύει, υπαγόμενη στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, διότι δεν έχει αναγνωριστεί ως ιδιωτική με έναν από τους τρόπους του άρθρου 10 του ν. 3208/2003. Η ως άνω πιστοποίηση, όπως και η τελεσίδικη 47/1999 απόφαση της Β/θμιας ΕΕΔΑ δεν επηρεάζουν την δικανική κρίση επί της προκείμενης διαφοράς, δεδομένου ότι η πιστοποίηση αφορά στην υπαγωγή της επίδικης έκτασης στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ακριβώς ενόσω δεν είναι αναγνωρισμένη ως ιδιωτική, ο δε τελεσίδικος χαρακτηρισμός αυτής ως χορτολιβαδικής αφορά στη μορφολογία του εδάφους και ισχύει για τον μετά την τελεσιδικία χρόνο, χωρίς τούτο να επιδρά στην κρίση για την κτήση κυριότητας επί της επίδικης έκτασης, εάν από τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα προκύψει ότι, σε περίπτωση που έχει χορτολιβαδικό χαρακτήρα και παρά τον χαρακτήρα της αυτό, διενεργούνταν πράξεις νομής επ' αυτής έως 11.9.1915 και είχε αποκτηθεί η κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. IV και V. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η επίδικη έκταση είναι αγροτική, όπως προαναφέρθηκε, ότι η καλλιέργεια επ' αυτής εγκαταλείφθηκε λόγω της αστυφιλίας μετά τον πόλεμο και ότι από τον χρόνο παύσης της καλλιέργειας καλύφθηκε εν μέρει από ποώδη φυτά. Είχαν δε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου την από 18.11.1996 αναγνωριστική αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 48/1999 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που την δέχθηκε, κρίνοντας ότι επρόκειτο για αγροτική έκταση που απέκτησαν οι ενάγοντες με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους. Είχε προηγηθεί η με αριθ. 61/1997 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις με μάρτυρες, καθώς και διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας. Όμως, επί της έφεσης που άσκησε κατά της οριστικής απόφασης το εναγόμενο, εκδόθηκε η με αριθ. 26/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 του α.ν. 1539/1938 διαδικασίας, αφού είχε προηγηθεί η με αριθ. 54/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που είχε διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το εάν το επίδικο ακίνητο είναι αιγιαλός και συγκεκριμένα αν όλο τούτο ή μέρος αυτού (προσδιοριζόμενο κατά προσανατολισμό, όρια και εμβαδόν) βρέχεται από το μέγιστο πλην σύνηθες χειμέριο κύμα. Στο πλαίσιο της δίκης εκείνης εκπονήθηκε η με αριθ. κατάθ. στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου 37/1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Π., διενεργήθηκε αυτοψία και συντάχθηκε η όπως παραπάνω με αριθ. 58/16.10.1997 έκθεση αυτοψίας του Εισηγητή Δικαστή, διεξήχθησαν μαρτυρικές αποδείξεις και συντάχθηκε η με αριθ. 54/1997 εισηγητική έκθεση με το περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των εναγόντων Κ. Λ., πρώην Δημάρχου Νάξου και Ν. Κ., ενώ δεν εξετάστηκε κανείς μάρτυρας με επιμέλεια του εναγομένου, δόθηκαν οι με αριθ. ....1995 και ....1996 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου Σ. Ν. Β. του Κ. Λ. και του Ε. Κ., γεωργού, συντάχθηκε η από 10.2.1995 τεχνική έκθεση των δασολόγων Μ. Κ., Τ. Λ. και Ν. Σ. με τον τίτλο "Έκθεση αυτοψίας επί ιδιωτικής έκτασης - Φωτοερμηνεία με αντικείμενο την ταξινόμηση των χρήσεων γης και των εδαφοπονικών μορφών στην ευρύτερη περιοχή", καθώς και η με ημερομηνία κατάθεσης στο Εφετείο Αιγαίου 19.12.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., που ορίστηκε με την με αριθ. 12/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου για την διενέργεια της ορισθείσας με την ως άνω 54/2003 απόφαση πραγματογνωμοσύνης, σε αντικατάσταση του ορισθέντος με την τελευταία απόφαση πραγματογνώμονα, τα οποία έγγραφα λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του επί της υπό κρίση διαφοράς, μεταξύ των λοιπών εγγράφων που λαμβάνει υπόψη του κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, τη συνεκτίμηση και στάθμιση αυτών, προκύπτει ότι η επίδικη έκταση περιέχεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων έως τον απώτατο με αριθ. ....1880, στους οποίους υπάρχει ταύτιση ως προς τη θέση, το όνομα, το σταθερό όριο της θάλασσας, καθώς και την μορφή του εδάφους αυτής, η οποία περιέχει (κατά την εκτίμηση της περιγραφής στους διαδοχικούς τίτλους) και καλλιεργήσιμα, αλλά και βουνώδη - βραχώδη μέρη, κατάλληλα για βοσκή. Υφίσταται επίσης αλληλουχία των τίτλων, χωρίς κενά, δηλαδή αδιάκοπη συνέχεια στην διαδοχή των ιδιοκτητών, οι οποίοι απέκτησαν διαδοχικά με παράγωγο τρόπο την ευρύτερη έκταση αρχικά και, κατόπιν, μετά τη διανομή της, επιμέρους τμήματα αυτής, ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο, ενώ η σχετική ασάφεια και οι αποκλίσεις ως προς την ακριβή έκταση αρχικά του όλου ακινήτου και, περαιτέρω, του επιδίκου δικαιολογούνται από το μέγεθος αυτής και την έλλειψη στο απώτερο παρελθόν ακριβών τρόπων μέτρησης της επιφάνειας του εδάφους.
Περαιτέρω, όσον αφορά τη μορφή του εδάφους του επιδίκου, από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι πρόκειται για έκταση μικτής μορφής, εν μέρει αγροτικής και εν μέρει χορτολιβαδικής, που αποτελούσε ωστόσο ανέκαθεν ενιαία οργανικά έκταση με ποικίλη διαχρονικά ανθρώπινη δραστηριότητα, στην οποία περιλαμβάνονται καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων μερών με σιτηρά, βόσκηση ποιμνίων στα χορτολιβαδικό τμήματα, κατασκευή και χρήση αλωνιού, κτισμάτων (στάβλου, μάνδρας, στέρνας) για την παραμονή και συντήρηση των ζώων, τάφρων - λιθοσωρών - ξηρολιθιάς για οριοθέτηση, εκμίσθωση χορτονομής σε τρίτους, διαμόρφωση πηγαδιών και μονοπατιών και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν (την δεκαετία του 1980) εξόρυξη αδρανών υλικών, κατόπιν άδειας του τότε ιδιοκτήτη, για την κατασκευή του αεροδρομίου της Νάξου. Σήμερα, τα άλλοτε καλλιεργούμενα τμήματα του επιδίκου έχουν εγκαταλειφθεί λόγω της μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο αναπτυχθείσας αστυφιλίας και γι' αυτό στο σύνολο της έκτασης υπάρχει βλάστηση από ποώδη φυτά, που έχουν αναπτυχθεί μετά την μακροχρόνια εγκατάλειψη της καλλιέργειας. Στην ως άνω κρίση του οδηγείται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την προαναφερθείσα περιγραφή του επιδίκου στους τίτλους ιδιοκτησίας, άμεσους, απώτερους και απώτατους των εναγόντων, στους οποίους εκλαμβάνεται και ως αγρός και ως βουνώδης -βραχώδης βοσκότοπος, στην ανέκαθεν εξουσίαση του όλου ακινήτου οπωσδήποτε από το έτος 1880, έτος κατάρτισης του απώτατου τίτλου ιδιοκτησίας, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη ότι δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα τρίτων, δεδομένων των νόμιμων τίτλων κτήσης, της οριοθέτησης του ευρύτερου αρχικά ακινήτου και, κατόπιν της διανομής του, των επιμέρους τμημάτων του με λίθινα σημεία, τις μαρτυρικές καταθέσεις γηραιών κατοίκων της περιοχής για τη χρήση του, σε συνδυασμό με τα ευρήματα της έκθεσης αυτοψίας (παλαιό αλώνι, γκρεμισμένη μάνδρα, γκρεμισμένες ξερολιθιές, κατεστραμμένη στέρνα), των δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και της τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας. Με τα ως άνω δεδομένα, οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας ο καθένας τους, βάσει του άμεσου τίτλου ιδιοκτησίας του, με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι ασκούσαν τις όπως παραπάνω πράξεις νομής, όπως άλλωστε και τη διαρκή επίβλεψη, εμβαδομέτρηση, οριοθέτηση των μεταβιβαζομένων τμημάτων, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του καθένα από αυτούς σ' εκείνον της νομής των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους για χρονικό διάστημα πολλαπλάσιο της εικοσαετίας. Σε κάθε δε περίπτωση, όσον αφορά τα επιμέρους τμήματα του όλου ακινήτου που έχουν χορτολιβαδικό χαρακτήρα, ακόμη και χωρίς την οργανική ένταξή τους στην ευρύτερη έκταση, οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου, αφού οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους είχαν καταστεί συγκύριοι αυτών με τα εν λόγω προσόντα (νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και συνεχείς πράξεις νομής για τριάντα έτη έως 11.9.1915). Τα ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για το τμήμα που εκτείνεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς του επιδίκου προς τη θάλασσα και αποτελεί ζώνη αιγιαλού, εμβαδού 2.430 τ.μ., όπως περιγράφηκε παραπάνω, διότι λόγω της φύσης του δεν εξουσιάζεται από κανέναν και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η αγωγή δεν αποδεικνύεται κατά το μέρος τούτο. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τη συνολική έκταση του επιδίκου. Γι' αυτό πρέπει, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της έφεσης, να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δηλαδή, να αναγνωριστούν οι ενάγοντες συγκύριοι, κατά τα ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου, 3,5% ο πρώτος, 3,5% η δεύτερη, 7% ο τρίτος, 3,5% ο τέταρτος, 3,5% η πέμπτη, 20% ο έκτος, 6,66% ο έβδομος και ο όγδοος επί του επιδίκου, πλην του τμήματος εκείνου που αποτελεί ζώνη αιγιαλού, εμφαίνεται με τους περιμετρικούς αριθμούς 15,16,17,18,19,20,21,15 στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ. και έχει εμβαδόν 2.430 τ.μ., ήτοι, να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητας του επιδίκου που εμφαίνεται στο εν λόγω διάγραμμα με τους περιμετρικούς αριθμούς 1, 2, 3, 4 ... 13, 14, 15, 21,22,23,24,25,26,27,1 και έχει εμβαδόν 66.728 τ.μ.". Κατόπιν αυτών το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε κατ ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και συγκεκριμένα για έκταση 66.728 τ.μ.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ευθεία παράβαση του νόμου και συγκεκριμένα της 7η Ραμαζάν του (μουσουλμανικού έτους) 1274, υπό τις αιτιάσεις ότι το αναιρεσείον απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου "δικαιώματι πολέμου" με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 και την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης ως έκταση μη εξουσιαζόμενη από ιδιώτες αλλά ανήκουσα στο Οθωμανικό Κράτος καθώς και ως χορτολιβαδική έκταση- μη ανήκουσα σε ιδιώτες- με βάση το άρθρο 1 του βδ/τος της 31/15-12-1833, διατάξεις οι οποίες δεν ανατρέπονται , όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες, από την εφαρμογή του άρθρου 62 παρ. εδ.β του ν. 998/1979 με την οποία εισάγεται εξαίρεση δικονομικού δικαίου ως προς το βάρος απόδειξης, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση έφεραν οι ενάγοντες και ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1937 και το άρθρο 52 παρ. 4 ν.δ. 86/69 καθόσον η βοσκή και η ύπαρξη τίτλου δεν αποτελούν διακατοχικές πράξεις νομής. Επίσης επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 16 του ν. 21/6/10-7-1837 και το άρθρο 34 παρ. 8 του ν. 1539/1938 για το λόγο ότι αδέσποτα ακίνητα δεν είναι μόνο τα εγκαταλειφθέντα από τους ιδιοκτήτες τους αλλά και τα ουδέποτε δεσποζόμενα από κύριο ακίνητα, αιτίαση η οποία στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως καθόσον ουδόλως το αναιρεσείον επικαλέσθηκε στον πρώτο βαθμό και επανέφερε με την έφεσή του ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ως αδέσποτο ούτε δε η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε επί του εν λόγω ζητήματος. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών άλλως αντιφατικών αιτιολογιών, υπό την επίκληση ότι δεν διευκρινίζεται ποιά είναι η μορφολογία του εδάφους του επιδίκου ακινήτου, ποιό το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρουφ) που είχε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ποιες οι υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησαν οι δικαιοπάροχοι αυτών, απορρίπτοντας με ανεπαρκή αιτιολογία τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε και ειδικότερα με τις παραδοχές: α) ότι οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί έκταση μικτής μορφής εν μέρει αγροτικής και εν μέρει χορτολιβαδικής και αποτελούσε ανέκαθεν ενιαία οργανικά έκταση με ποικίλη διαχρονικά ανθρώπινη δραστηριότητα, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του ο καθένας τους, βάσει του άμεσου τίτλου ιδιοκτησίας τους, που βρίσκεται σε αδιάκοπη αλληλουχία με τους τίτλους κτήσης κυριότητας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων εκάστου, με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους όπως και οι ίδιοι ασκούσαν, όπως αποδείχθηκε, συνεχώς και αδιαλείπτως διακατοχικές πράξεις νομής από το 1880 μέχρι την άσκηση της αγωγής και β) ότι σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τα επιμέρους τμήματα του όλου ακινήτου που έχουν χορτολιβαδικό χαρακτήρα, ακόμη και χωρίς την οργανική ένταξή τους στην ευρύτερη έκταση, οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους είχαν καταστεί συγκύριοι αυτών με τα εν λόγω προσόντα (νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και συνεχείς πράξεις νομής για τριάντα έτη έως 11.9.1915) ήτοι με την από το 1880 βόσκηση των ποιμνίων τους στα χορτολιβαδικά τμήματα, με την χορτονομή και την εκμίσθωση σε τρίτους, δεν παραβίασε τις διατάξεις των κανόνων δικαίου που περιέχονται στα προαναφερθέντα πρωτόκολλα και τη Συνθήκη, το ΒΔ 17/29-11-1836 και το ΒΔ της 3/15.12.1833, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε.
Εξάλλου η προβληθείσα το πρώτον στο Εφετείο ένσταση ιδίας κυριότητας του Δημοσίου, που αυτό θεμελιώνει στις ανωτέρω διατάξεις στις οποίες θεμελιώνεται και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, απορρίφθηκε ως απαραδέκτως προβληθείσα, με συνέπεια ο λόγος για ευθεία παραβίαση των διατάξεων αυτών να είναι αβάσιμος και διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον το Εφετείο δεν ερεύνησε την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ιδίας κυριότητας. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν με πληρότητα όλα τα κτητικά πραγματικά περιστατικά της κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους, με παράγωγο, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, τρόπο καθώς και με έκτακτη χρησικτησία κατά το ισχύον δίκαιο, αλλά και υπό το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915 (αναφορικά με τη χορτολιβαδική έκταση), οι δε εκ των πραγμάτων παραδοχές της αποφάσεως περί δικαιωμάτων των απώτατων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα επί του επιδίκου κατά τον χρόνο ισχύος των επίμαχων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, απέκλειαν την εφαρμογή τους όπως απέκλειε και την εφαρμογή του ΒΔ της 17/29.11.1836 και του ΒΔ της 3/15.12.1833 για την ύπαρξη τυχόν δικαιωμάτων του εναγομένου λόγω της ιδιότητας του επιδίκου ως χορτολιβαδικής έκτασης, τα οποία όπως προαναφέρθηκε έχουν καταλυθεί. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, τρίτος και τέταρτος λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Τέλος με τον πρώτο λόγο της αίτησης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα το Εφετείο επέρριψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτό απέδειξε ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα με την επίκληση των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης σε συνδυασμό με τον διαχρονικά χορτολιβαδικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση ενόψει του ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση του Δημοσίου ως απαραδέκτως προβληθείσα το πρώτον με την έφεσή του (ως ηττηθείς πρωτοδίκως διάδικος).
Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν με διαφορετικό νομικό παραστάτη και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά το υποβληθέν με τις προτάσεις τους νόμιμο αίτημά τους, μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-1-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 26/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τους Π. Κ., Σ. Χ., Κ. Χ., Γ. Χ., Ο. Χ., Κ. Τ. και Ι. Τ. και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τις κληρονόμους του Σ. Κ. Μ.-Α. Κ. και Ν. Μ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ