Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1251 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1251/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. συζ. Δ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 16-2-2009 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αρ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρεια Ανατολικής Κρήτης Κ. Γ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (άρθρα 126, 127 ΚΠολΔ). Εφόσον, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η από 8-11-2016 και με αρ. καταθ. 30/9-11-2016 αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της με αρ. 9/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αρ. 318/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη η από 2-12-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου, στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου και είχε απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη η κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε εντός της ισχύουσας κατά το χρόνο έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (20-1-2015) τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση αυτής, η οποία δεν επιδόθηκε, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 553, 556, 558, 564, 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ. ΟλΑΠ 10/2018). 2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006 προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κύρια παρέμβαση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος και δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την πρώτη εγγραφή (ΑΠ 115/2023, ΑΠ 121/2022,ΑΠ 1412/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 2-12-2008 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ζήτησε να διορθωθεί η αρχική κτηματολογική εγγραφή του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 320081802138/0/0 που καταχωρήθηκε ως αγνώστου ιδιοκτήτη ώστε να καταχωρηθεί ότι ανήκει στην ίδια κατά κυριότητα. Στην ανοιγείσα με την παραπάνω αίτηση δίκη, παρενέβη κυρίως το Ελληνικό Δημόσιο με την από 16-2-2009 κύρια παρέμβασή του, με αίτημα να εγγραφεί το ίδιο ως κύριος του ανωτέρω γεωτεμαχίου, επικαλούμενο ότι την κυριότητα απέκτησε ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους λόγω της δασικής μορφής του ακινήτου και ότι το διαχειριζόταν πάντοτε ως δάσος. Επί της αίτησης και της κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η με αρ. 318/2009 οριστική απόφαση του ανωτέρω Πρωτοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση ως κατ ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή η αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη. Μετά από έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 9/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, επακριβώς τα ακόλουθα: "Κατά το έτος 1975, η μητέρα της αιτούσης -εφεσίβλητης, Α. συζ. Ι. Μ., με άτυπη δωρεά εν ζωή, παραχώρησε σ'αυτήν (αιτούσα), ένα άγονο ημιβραχώδες αγροτικό ακίνητο, έκτασης 4.861 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Μακρές Πεζούλες" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αγίου Νικολάου, και συνορεύει με την Εθνική Οδό Αγίου Νικολάου - Ηρακλείου, με ιδιοκτησία -Α., με ιδιοκτησία - αγνώστου ιδιοκτήτη και με ιδιοκτησία κληρ. Φ. και κληρ. Γ. Α. Η συνολική αυτή έκταση των 4.861 τ.μ., που έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου, δεν έχει καταχωρηθεί ως ένα ενιαίο ακίνητο, αλλά ως κατατετμημένη σε τρία αυτοτελή ακίνητα, το πρώτο εμβαδού 2.258 με ΚΑΕΚ 320081802209/0/0, το δεύτερο, εμβαδού 1.771 τ.μ. με ΚΑΕΚ 320081802043/0/0 και το τρίτο, (επίδικο) εμβαδού 832 τ.μ, με ΚΑΕΚ 320081802138/0/0. Επί όλης αυτής της έκτασης η αιτούσα -εφεσίβλητη και η δικαιοπάροχος μητέρα της, ασκούσαν συνεχώς τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής (επίβλεψη, επιτήρηση, καθώς και εκμίσθωση του σε τρίτους και μάλιστα στους κτηνοτρόφους της περιοχής για τη βόσκηση του ποιμνίου τους), τουλάχιστον από το έτος 1935 και εφεξής, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τρίτους και ειδικότερα από όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο μάλιστα δεν είχε εκδώσει σχετική πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης αυτής ως δασικής, ούτε προέβη στη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης του ως άνω ακινήτου κατά τις διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων και ούτε βέβαια ενήργησε υλικές πράξεις επ' αυτού. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν, τόσο από τα σχετικά έγγραφα, ήτοι (α) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2009 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, όπου αναφέρεται ότι το εν λόγω επίδικο τρίτο ως άνω ακίνητο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, ούτε κοινόχρηστη εποικιστική έκταση του Υπουργείου Γεωργίας και (β) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου, όπου η εν λόγω υπηρεσία, θεωρεί ότι στο ακίνητο αυτό υπάρχει μεν δασική βλάστηση, πλην όμως, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας του εκκαλούντος I. Λ., δασολόγος, δεν έχει εκδοθεί σχετική πράξη χαρακτηρισμού, όσο και από τη σαφή και πειστική κατάθεση της μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια της εφεσίβλητου, η οποία, λόγω της ιδιότητας της ως αδελφής αυτής, καταθέτει με λόγο πλήρους γνώσης, πως περιήλθε αυτό στην αιτούσα και ότι τούτο ανήκει στην αιτούσα από άτυπη παραχώρηση της μητέρας τους. Δεν αποκρούονται δε τα παραπάνω, με πειστικότητα, από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, δασολόγου Ι. Λ. της Διεύθυνσης δασών Λασιθίου, ο οποίος καταθέτει ότι, "ότι η επίδικη έκταση δεν είναι του δημοσίου, καταθέτοντας περαιτέρω ότι ανεπίσημα λέγεται ότι το επίδικο είναι δασικό". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το άνω μείζον ενιαίο ακίνητο, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής από τον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογράφησης Ελλάδος (ΟΚΧΕ) Κτηματολογικό Γραφείο Αγ.Νικολάου στην Β' ανάρτηση του Εθνικού Κτηματολογίου, εφέρετο να ανήκει στην αιτούσα-εφεσίβλητη κατά πλήρη κυριότητα, με ΚΑΕΚ 470011802209. Πλην όμως στις αρχικές εγγραφές, από προφανή παραδρομή στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα που συντάχθηκε, η ιδιοκτησία αυτή της αιτούσας δεν αποτυπώθηκε ως ενιαίο ακίνητο, αλλά ως τρία διακεκριμένα ακίνητα. Έτσι με βάση την εσφαλμένη αυτή κτηματογράφηση μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγράφων του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου Λασιθίου, όσον αφορά την θέση "Μακρές Πεζούλες" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αγίου Νικολάου, το ως άνω ακίνητο δεν καταχωρήθηκε στα βιβλία ως ενιαία ιδιοκτησία της αιτούσας αλλά ως τρία αυτοτελή και διακεκριμένα ακίνητα. Συγκεκριμένα το ένα (1) επιφάνειας 2.258μ2 και το δεύτερο (2) επιφάνειας 1.771μ2, καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία της αιτούσας και δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Το δε άλλο τρίτο (3) ακίνητο του άνω ενιαίου ακινήτου, επιφάνειας 832 τ.μ., το οποίο φέρει Κωδικό Αριθμό Ενιαίου Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 320081802138/0/0, καταχωρήθηκε ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και ότι αυτό βρίσκεται στη θέση "Νεκροταφείο" αντί του ορθού "Μακρές Πεζούλες". Η ανακριβής αυτή πρώτη εγγραφή προσβάλλει το εγγραπτέο δικαίωμα κυριότητας της αιτούσας επί του ως άνω ενιαίου ακινήτου και υφίσταται επομένως έννομο συμφέρον αυτής να ζητεί τη διόρθωση της ως άνω πρώτης εγγραφής. Το κυρίως παρεμβαίνον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, διατύπωσε τον ισχυρισμό στο πρωτόδικο Δικαστήριο και επαναφέρει με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής ότι, το ως άνω τρίτο ακίνητο επιφάνειας 832 τ.μ., το οποίο φέρει Κωδικό Αριθμό Ενιαίου Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 320081802138/0/0, είναι ημιβραχώδες έως βραχώδες, αποτελεί, ως προς τη φύση της έκτασης (δασική βλάστηση), δημόσια δασική έκταση, καλυπτόμενη από ασπάλαθο, σκίνο και πουρνάρι σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% , το οποίο ανέκαθεν διαχειριζόταν ως δασική έκταση και ανήκει στην κυριότητα του, αλλά και ως διάδοχο του Τουρκικού κράτους στο οποίο ανήκε κατά κυριότητα μέχρι του χρόνου της προσαρτήσεως της Κρήτης στο Ελληνικό Κράτος. Οι προβαλλόμενοι όμως αυτοί ισχυρισμοί ουδόλως αποδείχθηκαν, καθόσον εκτός των προαναφερόμενων, σχετικά με την κυριότητα επ' αυτού της αιτούσας, το επίδικο ακίνητο δεν φέρεται καταγεγραμμένο μέχρι σήμερα ως Δημόσιο Κτήμα, ούτε προσκομίστηκαν, σχετικά δημόσια έγγραφα (όπως απόσπασμα θεωρημένου δασικού χάρτη, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο περιλαμβάνεται σε ευρύτερη δασική έκταση, αεροφωτογραφίες κλπ), όπου να απεικονίζονται οι χρήσεις γης και λόγω του χαρακτήρος της επίδικης αυτής έκτασης ως δασικής, να έχει περιέλθει η έκταση αυτή στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αβασίμως το εκκαλούν ισχυρίζεται. Η δε από τη διάταξη του άρθρο 24 §1 του Συντάγματος επιβαλλομένη "προστασία του φυσικού περιβάλλοντος", κατ' επιταγήν της οποίας εξεδόθη ο Ν.998/1979 στην διάταξη του άρθρου 14 §3 του οποίου προβλέπεται η λειτουργική αρμοδιότητα της Επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων, δεν αφορά μόνο τις δημόσιες δασικές εκτάσεις, αλλά υπαγάγει στο Ελληνικό Δημόσιο και τη διαχείριση των ιδιωτικών δασικών εκτάσεων. Ως εκ τούτου, όπως άλλωστε συνάγεται σαφώς και από τις διατάξεις που παρατέθηκαν παραπάνω, ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως "δασικής", δεν λειτουργεί ως τεκμήριο υπαγωγής της ιδιοκτησίας της στο Δημόσιο, αλλά ως κριτήριο υπαγωγής της στην διαχείριση του Δημοσίου, υπό την έννοια της επιβολής περιορισμών στους δικαιούχους στην άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κυριότητα, χάριν της εννοούμενης από το Σύνταγμα (άρθρο 24§3) προστασίας του περιβάλλοντος (βλ. σχετικά και ΣΤΕ 1330/2013 στη Νόμος). Επομένως, ανεξαρτήτως του, αν η έκταση αυτή φέρει δασικό χαρακτήρα, γεγονός που, ως εκ του αντικειμένου της δίκης αυτής εκφεύγει της έρευνας του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει δικαιοδοτική εξουσία, αλλά ούτε και λειτουργική εν προκειμένω αρμοδιότητα, ν'αποφανθεί για το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής, ή αγροτικής, το ως άνω τρίτο ακίνητο επιφάνειας 832 τ.μ., το οποίο φέρει Κωδικό Αριθμό Ενιαίου Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 320081802138/0/0, δεν ανήκει στο κυρίως παρεμβαίνον- εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.
Επισημαίνεται εξάλλου, ότι από το με αριθμό πρωτοκόλλου, υπ' αριθμ. πρωτ. ....2009 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, προκύπτει, ότι το εν λόγω επίδικο τρίτο ως άνω ακίνητο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, ούτε κοινόχρηστη εποικιστική έκταση του Υπουργείου Γεωργίας.". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ανήκει κατά κυριότητα στην αιτούσα και απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από το διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με αυτές των άρθρων 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος. (ΑΠ 1374/2023, ΑΠ 60/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη ή τουλάχιστον δημιουργούνται ισχυρές αμφιβολίες αν έλαβε υπόψη, την με αρ. πρωτ. ...-2010 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας της αρμόδιας δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου Π. Γ., την οποία προσκόμισε αυτό μετ' επικλήσεως και από την οποία αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση έχει έδαφος ημιβραχώδες με κλίσεις του εδάφους 20-60%, ότι εντός αυτής υπάρχει βλάστηση αποτελούμενη από δασικά είδη πουρνάρι, ασπάλαθο και σχίνο σε ποσοστό κάλυψης του εδάφους 50%. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και το συγκεκριμένο έγγραφο που επικαλέστηκε το αναιρεσείον, στο περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται η απόφασή του (5ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-11-2016 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 9/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ